ενημέρωση 11:47, 23 July, 2026

Πώς έγιναν δισεκατομμυριούχοι οι 40άρηδες της Κίνας;

Ποιοι είναι οι νέοι δισεκατομμυριούχοι της Κίνας; Η περιουσία τους χτίστηκε στην AI, τα videogames και τα παγκόσμια brands, όχι στα ακίνητα

Δεν υπάρχει πλέον μόνο μία συνταγή για να γίνει κάποιος δισεκατομμυριούχος στην Κίνα. Οι νέοι δισεκατομμυριούχοι της χώρας δεν έχτισαν τις περιουσίες τους στα ακίνητα, τη βαριά βιομηχανία ή μέσα από στενές σχέσεις με το κράτος, όπως συνέβαινε στο παρελθόν. Αντίθετα, δημιουργούν εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης, βιντεοπαιχνιδιών, συλλεκτικών παιχνιδιών, καφέ και τσαγιού, ενώ από την πρώτη κιόλας μέρα σχεδιάζουν να απευθυνθούν σε ολόκληρο τον κόσμο και όχι μόνο στην κινεζική αγορά. Όπως επισημαίνει σε εκτενή ανάλυσή του το Economist, πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική γενιά δισεκατομμυριούχων, με διαφορετικές εμπειρίες ζωής, διαφορετική κουλτούρα εργασίας και διαφορετική σχέση τόσο με την εξουσία όσο και με τη δημοσιότητα.

Η αλλαγή αυτή αποτυπώνεται ίσως καλύτερα στην περίπτωση του Λιανγκ Γουενφένγκ, ιδρυτή της DeepSeek. Μέχρι πριν από λίγο καιρό το όνομά του ήταν σχεδόν άγνωστο εκτός Κίνας, παρότι η εταιρεία του εξελισσόταν σε έναν από τους σημαντικότερους παίκτες στον χώρο της τεχνητής νοημοσύνης. Ο ίδιος αποφεύγει τις δημόσιες εμφανίσεις, δεν συμμετέχει στα μεγάλα συνέδρια τεχνολογίας και δεν έχει εμφανιστεί ποτέ ζωντανά στην κινεζική τηλεόραση. Παρ’ όλα αυτά, μετά τον τελευταίο γύρο χρηματοδότησης της DeepSeek, η εταιρεία αποτιμήθηκε στα 71 δισ. δολάρια και η προσωπική του περιουσία εκτιμάται πλέον στα περίπου 38 δισ. δολάρια, ξεπερνώντας εκείνη γνωστών προσωπικοτήτων της παγκόσμιας βιομηχανίας AI, όπως ο Σαμ Άλτμαν της OpenAI και ο Ντάριο Αμοντέι της Anthropic.

 

Η Κίνα παράγει μια νέα γενιά επιχειρηματιών

Η περίπτωση του Λιανγκ δεν είναι μεμονωμένη. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Hurun, της εταιρείας που παρακολουθεί τον πλούτο των δισεκατομμυριούχων παγκοσμίως, η Κίνα διαθέτει σήμερα 29 αυτοδημιούργητους δισεκατομμυριούχους ηλικίας έως 40 ετών. Αν προστεθεί και ο Λιανγκ, που γίνεται 41 μέσα στη χρονιά, ο αριθμός φτάνει τους 30, εννέα περισσότερους από ό,τι πέρυσι. Περισσότερους νέους δισεκατομμυριούχους δημιουργούν μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια βαθιά μεταμόρφωση της κινεζικής οικονομίας. Οι άνθρωποι που δημιουργούν σήμερα τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις της χώρας δεν ακολουθούν τον δρόμο των προηγούμενων γενεών και, σε πολλές περιπτώσεις, ούτε καν έχουν τις ίδιες φιλοδοξίες.

Από τα κρατικά εργοστάσια στους κολοσσούς της αγοράς

Η ιστορία των υπερπλούσιων στην Κίνα είναι σχετικά σύντομη και ακολουθεί την πορεία της ίδιας της κινεζικής οικονομίας.

 Τη δεκαετία του 1980, όταν η χώρα άρχισε να ανοίγει την οικονομία της, οι πρώτοι μεγάλοι επιχειρηματίες αξιοποίησαν κρατικές επιχειρήσεις που ιδιωτικοποιούνταν ή αναδιαρθρώνονταν. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Ζανγκ Ρουϊμίν, ο οποίος ανέλαβε τη Haier, μια κρατική εταιρεία παραγωγής ψυγείων, και τη μετέτρεψε σταδιακά στον μεγαλύτερο κατασκευαστή οικιακών συσκευών στον κόσμο.

Η δεκαετία του 1990 έφερε την έκρηξη της αγοράς ακινήτων και μαζί μια νέα γενιά δισεκατομμυριούχων. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Σου Τζιαγίν, ιδρυτής της Evergrande, που χρόνια αργότερα θα γινόταν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της κρίσης του κινεζικού real estate.

Η βιομηχανία και το διαδίκτυο αλλάζουν τα δεδομένα

Η ένταξη της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου στις αρχές της δεκαετίας του 2000 δημιούργησε νέες ευκαιρίες για τη βιομηχανία.

Ο Ουάνγκ Τσουανφού ξεκίνησε από την παραγωγή μπαταριών και κατάφερε να μετατρέψει τη BYD σε έναν από τους μεγαλύτερους κατασκευαστές ηλεκτρικών αυτοκινήτων παγκοσμίως.

Λίγα χρόνια αργότερα ήρθε η επανάσταση του διαδικτύου. Ο Τζακ Μα δημιούργησε την Alibaba, ο Πόνι Μα την Tencent, ενώ ακολούθησαν οι ιδρυτές της ByteDance, δημιουργού του TikTok, και της Shein, η οποία εξελίχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους παίκτες της παγκόσμιας αγοράς fast fashion.

Η νέα συνταγή του πλούτου

Η σημερινή γενιά ακολουθεί έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο.

Σύμφωνα με το The Economist, περισσότεροι από τα δύο τρίτα των νεότερων δισεκατομμυριούχων της λίστας Hurun απέκτησαν τις περιουσίες τους από καταναλωτικά προϊόντα και εταιρείες μέσων ενημέρωσης.

Επτά δημιούργησαν εταιρείες βιντεοπαιχνιδιών, τέσσερις έχτισαν επιχειρήσεις γύρω από τον καφέ ή το τσάι, ενώ μόλις τρεις δραστηριοποιούνται στην τεχνητή νοημοσύνη.

Μετά τον Λιανγκ, ο πλουσιότερος είναι ο Ουάνγκ Νινγκ, ιδρυτής της Pop Mart, της εταιρείας που δημιούργησε τις φιγούρες Labubu, οι οποίες εξελίχθηκαν σε παγκόσμιο συλλεκτικό φαινόμενο.

Στην AI ξεχωρίζει και ο 34χρονος Γιανγκ Τζιλίν της Moonshot AI, η οποία παρουσίασε πρόσφατα μοντέλο που θεωρείται ικανό να ανταγωνιστεί τα κορυφαία αμερικανικά συστήματα.

Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο, ωστόσο, είναι ότι κανένας επιχειρηματίας του real estate δεν βρίσκεται πλέον στη λίστα των νεότερων δισεκατομμυριούχων.

Επιχειρήσεις που σκέφτονται εξαρχής παγκόσμια

Ένα ακόμη στοιχείο που διαφοροποιεί τη νέα γενιά είναι η ταχύτητα με την οποία στρέφεται στις ξένες αγορές.

Στο παρελθόν χρειάζονταν χρόνια μέχρι μια κινεζική εταιρεία να κάνει το πρώτο της βήμα στο εξωτερικό. Σήμερα αυτό συμβαίνει σχεδόν αμέσως.

Η Chagee, για παράδειγμα, ιδρύθηκε το 2017 και δύο χρόνια αργότερα άνοιξε το πρώτο της κατάστημα εκτός Κίνας. Σήμερα δραστηριοποιείται σε εννέα χώρες και είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης.

Η Dreame πραγματοποιεί περίπου το 80% των πωλήσεών της εκτός Κίνας, ενώ η Insta360 εμφανίζει αντίστοιχη εξάρτηση από τις διεθνείς αγορές.

Η Pop Mart κατέγραψε πέρυσι πωλήσεις άνω των 2 δισ. δολαρίων στο εξωτερικό, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 40% του συνολικού της τζίρου.

Ακόμη και η Chagee, που αντιμετωπίζει επιβράδυνση στην εγχώρια αγορά, συνεχίζει να αναπτύσσεται δυναμικά χάρη στις διεθνείς δραστηριότητές της.

Η αλλαγή φτάνει και στον τρόπο εργασίας

Η διαφορετική φιλοσοφία των νέων επιχειρηματιών αποτυπώνεται και στον τρόπο διοίκησης των εταιρειών τους.

Για χρόνια, ο κανόνας στην κινεζική τεχνολογική βιομηχανία ήταν το περίφημο μοντέλο «996»: εργασία από τις 9 το πρωί έως τις 9 το βράδυ, έξι ημέρες την εβδομάδα.

Το μοντέλο αυτό είχε υπερασπιστεί δημόσια ο Τζακ Μα και υιοθετήθηκε από πολλές μεγάλες εταιρείες. Στην Pinduoduo μάλιστα είχαν καταγραφεί ακόμη και θάνατοι εργαζομένων από υπερκόπωση.

Η νεότερη γενιά φαίνεται να απομακρύνεται από αυτή τη λογική.

Ο Λιου Γουέι, συνιδρυτής της εταιρείας βιντεοπαιχνιδιών miHoYo, εφαρμόζει πολιτικές μεγαλύτερης ευελιξίας και έχει υιοθετήσει το σύνθημα «ευτυχισμένη εργασία, σταθερή ανάπτυξη», δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην ψυχική υγεία των εργαζομένων.

Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και εκεί εργαζόμενος έχασε πρόσφατα τη ζωή του από επιπλοκές που συνδέθηκαν με υπερκόπωση, γεγονός που δείχνει πόσο δύσκολο είναι να αλλάξει η εργασιακή κουλτούρα.

Ο ίδιος ο Λιανγκ έχει υποστηρίξει ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος μπορεί να παραμένει πραγματικά συγκεντρωμένος μόνο έξι έως οκτώ ώρες ημερησίως και ότι η υπερβολική εργασία τελικά αυξάνει τα λάθη αντί να βελτιώνει την παραγωγικότητα.

Μια γενιά που μεγάλωσε διαφορετικά

Οι νέοι δισεκατομμυριούχοι έχουν και εντελώς διαφορετικές προσωπικές εμπειρίες από τους προκατόχους τους.

Ενώ οι παλαιότεροι επιχειρηματίες συνήθιζαν να αφηγούνται ιστορίες φτώχειας και επιβίωσης μέσα στις πολιτικές και οικονομικές αναταράξεις της Κίνας, οι περισσότεροι από τους νεότερους μεγάλωσαν σε σαφώς πιο ευνοϊκές συνθήκες.

Σύμφωνα με το The Economist, μόνο ο Λιανγκ και ο ιδρυτής της Chagee προέρχονται από φτωχές οικογένειες.

Οι τρεις ιδρυτές της miHoYo γνωρίστηκαν χάρη στην κοινή τους αγάπη για τα ιαπωνικά anime και δημιούργησαν την εταιρεία ως φόρο τιμής στα videogames και τα κόμικς.

Ο ιδρυτής της MiniMax είναι τόσο παθιασμένος με το παιχνίδι Dota 2 ώστε οι εργαζόμενοί του τον αποκαλούν «IO», από έναν χαρακτήρα του παιχνιδιού.

Η επιτυχία συνοδεύεται από νέους κινδύνους

Η οικονομική επιτυχία, όμως, δεν σημαίνει απαραίτητα και ασφάλεια.

Τα τελευταία χρόνια η σχέση του κινεζικού κράτους με τους μεγαλύτερους επιχειρηματίες έχει αλλάξει αισθητά.

Η κυβέρνηση του Σι Τζινπίνγκ προώθησε την πολιτική της «κοινής ευημερίας», επιχείρησε να περιορίσει τις ανισότητες και προχώρησε σε αυστηρότερο έλεγχο μεγάλων ιδιωτικών ομίλων.

Η αγορά ακινήτων απομοχλεύθηκε, ενώ ο Τζακ Μα βρέθηκε στο στόχαστρο των αρχών μετά την κριτική που άσκησε δημόσια στους ρυθμιστικούς φορείς το 2020.

Οι συνέπειες αποτυπώθηκαν και στις προσωπικές περιουσίες των επιχειρηματιών.

Ο Ζονγκ Σανσάν, ιδρυτής της Nongfu, είχε φτάσει το 2021 να διαθέτει περιουσία σχεδόν 100 δισ. δολαρίων. Σήμερα αυτή υπολογίζεται περίπου στα 39 δισ., καθώς η μετοχή της εταιρείας του έχει υποχωρήσει σημαντικά.

Ο Τζακ Μα διαθέτει πλέον περίπου το ένα πέμπτο του πλούτου που είχε πριν από λίγα χρόνια, ενώ αρκετοί μεγιστάνες του real estate έχουν συλληφθεί ή τεθεί υπό κράτηση.

Γιατί αποφεύγουν τη δημοσιότητα

Σύμφωνα με τον Στίβεν Χάι του Πανεπιστημίου Xi’an Jiaotong-Liverpool, αρκετοί από τους νέους επιχειρηματίες θα ήθελαν να συμμετέχουν περισσότερο στη διαμόρφωση της βιομηχανικής πολιτικής της χώρας, όμως έχουν περιορισμένα περιθώρια παρέμβασης.

Την ίδια στιγμή, η ολοένα μεγαλύτερη εξάρτησή τους από τις ξένες αγορές τους καθιστά ευάλωτους στις γεωπολιτικές εντάσεις μεταξύ Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του 33χρονου Σιάο Χονγκ, ιδρυτή της Manus, ο οποίος θα είχε γίνει δισεκατομμυριούχος νωρίτερα φέτος αν οι κινεζικές αρχές δεν είχαν μπλοκάρει την πώληση της εταιρείας του στη Meta.

Όπως επισημαίνει ο ιδρυτής της Hurun, Ρούπερτ Χούγκεβερφ, οι περισσότεροι από αυτούς τους επιχειρηματίες ζουν με την αίσθηση ότι μια ξαφνική πολιτική απόφαση είτε στο Πεκίνο είτε στην Ουάσιγκτον μπορεί να ανατρέψει από τη μία στιγμή στην άλλη τα επιχειρηματικά τους σχέδια.

Ίσως γι’ αυτό αποφεύγουν τόσο έντονα τη δημοσιότητα. Οι περισσότεροι δεν έχουν μιλήσει ποτέ σε ξένα μέσα ενημέρωσης, ενώ αρκετοί αποφεύγουν ακόμη και τον κινεζικό Τύπο.

Όπως επισημαίνει το Economist, η νέα γενιά Κινέζων δισεκατομμυριούχων είναι ταυτόχρονα η πιο εξωστρεφής που γνώρισε ποτέ η χώρα και η πιο μυστηριώδης, καθώς επιλέγει να αναπτύσσει επιχειρήσεις με παγκόσμια εμβέλεια, παραμένοντας σχεδόν αόρατη από τη δημόσια σφαίρα.

«Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης» - Αποσπάσματα από το βιβλίο της Σιμόν ντε Μπoβουάρ

Η εμβληματική αυτοβιογραφία της Σιμόν ντε Μποβουάρ αναδεικνύει το προσωπικό βίωμα ως αφετηρία κάθε διεκδίκησης.

«Ένα βιβλίο που δεν θα αφήσει κανέναν αδιάφορο, αλλά δεν θα τους επηρεάσει όλους με τον ίδιο τρόπο» γράφουν οι New York Times για τις «Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης» της Σιμόν ντε Μποβουάρ, οι οποίες προσφέρουν μια ενδότερη, διεισδυτική ματιά στη ζωή της μεγάλης ιέρειας του φεμινισμού.

Μεγαλωμένη σε μια γαλλική αστική οικογένεια όπου επικρατούσαν οι αρχές του καθολικισμού και του συντηρητισμού, θα εξεγερθεί από νωρίς ενάντια στις συμβατικές προσδοκίες της τάξης της και θα αφεθεί στην υπαρξιακή και πνευματική φιλοδοξία της, ακολουθώντας μια πορεία τολμηρή για τις γυναίκες της εποχής της.

Το πάθος της για τα βιβλία και τη γνώση θα την οδηγήσει στη Σορβόννη όπου θα γνωρίσει τον συνοδοιπόρο της ζωής της, τον Ζαν-Πολ Σαρτρ. Οι «Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης» είναι μια έξοχη αυτοβιογραφία μιας από τις πιο σπουδαίες μορφές του 20ού αιώνα με φόντο το σαγηνευτικό Παρίσι των καλλιτεχνών και των διανοουμένων.

Ακολουθούν μερικά αποσπάσματα από το βιβλίο

Γεννήθηκα στις τέσσερις το πρωί, στις 9 Ιανουαρίου 1908, σε ένα δωμάτιο με λευκά λακαρισμένα έπιπλα, που έβλεπε στο μπουλβάρ Ρασπάιγ. Στις οικογενειακές φωτογραφίες του καλοκαιριού της ίδιας χρονιάς, βλέπεις νεαρές κοπέλες με μακριά φορέματα, καπέλα στολισμένα με φτερά στρουθοκαμήλου, κυρίους με ψαθάκια και παναμάδες που χαμογελούν σε ένα μωρό: είναι οι γονείς μου, ο παππούς μου, θείοι, θείες, κι εγώ.

Ο πατέρας μου ήταν τριάντα χρονών, η μητέρα μου είκοσι ένα, κι εγώ ήμουν το πρώτο τους παιδί. Γυρίζω μια σελίδα του οικογενειακού άλμπουμ· η μαμά κρατάει στην αγκαλιά της ένα μωρό που δεν είμαι εγώ· εγώ στέκω πλάι της, με πλισέ φούστα, μπερέ, είμαι δυόμισι χρονών, και το μωρό είναι η νεογέννητη αδελφή μου. Καταπώς φαίνεται, τη ζήλευα, μα όχι για πολύ. Απ’ όσο θυμάμαι, ένιωθα περήφανη επειδή ήμουν η μεγαλύτερη: η πρώτη. Όταν τις Απόκριες μ’ έντυναν Κοκκινοσκουφίτσα, με το καλαθάκι μου γεμάτο καλούδια, ένιωθα πολύ πιο σπουδαία από ένα γαλαθηνό καθηλωμένο στην κούνια του. Εγώ είχα μια μικρή αδελφούλα: αυτό το πλασματάκι που έμοιαζε με κούκλα δεν ήξερε πως είχε.

 
Μποβουάρ

Η Σιμόν ντε Μποβουάρ (1908-1986) και ο Ζαν-Πολ Σαρτρ (1905-1980) υπήρξαν ένα από τα πιο εμβληματικά πνευματικά ζευγάρια του 20ού αιώνα / Wikimedia Commons

Από τα πρώτα χρόνια της ζωής μου, μόνο μια συγκεχυμένη εντύπωση έχω κρατήσει, τίποτε άλλο: κάτι κόκκινο, μαύρο και ζεστό. Το διαμέρισμα ήτανε κόκκινο – κόκκινα τα χαλιά όπως και η τραπεζαρία στιλ Ερρίκου Β΄, κόκκινο και το γκοφρέ μεταξωτό ύφασμα που σκέπαζε τις τζαμωτές πόρτες, κόκκινες και οι βελούδινες κουρτίνες στο γραφείο του μπαμπά· τα έπιπλα αυτού του ιερού άντρου ήταν από ξύλο αχλαδιάς βαμμένο σκούρο, σχεδόν μαύρο· εγώ κούρνιαζα μες στο ανοιχτό βαθούλωμα ανάμεσα στα συρτάρια του γραφείου, όπου με τύλιγαν τα σκοτάδια· ήτανε σκοτεινά, ζεστά και το κόκκινο του χαλιού με θάμπωνε. Έτσι πέρασα τα μικράτα μου.

Κοιτούσα, ψηλαφούσα, μάθαινα τον κόσμο, προστατευμένη. Κι αυτό το αίσθημα της καθημερινής ασφάλειας μου το πρόσφερε η παρουσία της Λουίζ. Με έντυνε το πρωί, με ξέντυνε το βράδυ και κοιμόταν στο δωμάτιό μου. Μια νεαρή γυναίκα, δεν θα την έλεγες όμορφη, χωρίς κανένα μυστήριο, εφόσον ζούσε –έτσι τουλάχιστον πίστευα– μόνο και μόνο για να φροντίζει την αδελφή μου κι εμένα, δεν ύψωνε ποτέ τη φωνή της, δεν με μάλωνε δίχως λόγο.

Το γαλήνιο βλέμμα της με προστάτευε όταν έπαιζα με τα χώματα στους Κήπους του Λουξεμβούργου, όπως κι όταν νανούριζα την κούκλα μου, την Μπλοντίν, που είχε κατέβει απ’ τον ουρανό μια νύχτα Χριστουγέννων μαζί με ένα μπαουλάκι γεμάτο με όλα της τα προικιά. Σαν βράδιαζε, καθόταν πλάι μου, μου έδειχνε χρωματιστές εικόνες λέγοντάς μου ιστορίες. Η παρουσία της μου ήταν τόσο απαραίτητη και μου φαινόταν τόσο φυσική όσο και της γης κάτω απ’ τα πόδια μου.

Η μητέρα μου, πιο απόμακρη, πιο απρόβλεπτη, μου ενέπνεε τρυφερά συναισθήματα· καθόμουν στα γόνατά της, μες στην ευωδιαστή απαλότητα της αγκαλιάς της και γέμιζα με φιλιά το δροσερό, νεανικό της δέρμα

Wikimedia Commons

Η μητέρα μου, πιο απόμακρη, πιο απρόβλεπτη, μου ενέπνεε τρυφερά συναισθήματα· καθόμουν στα γόνατά της, μες στην ευωδιαστή απαλότητα της αγκαλιάς της και γέμιζα με φιλιά το δροσερό, νεανικό της δέρμα· υπήρχαν  φορές που εμφανιζόταν τη νύχτα, πλάι στο κρεβάτι μου, όμορφη σαν ζωγραφιά, άλλοτε με το πράσινο τούλινο φόρεμά της που το στόλιζε ένα μενεξεδί λουλούδι, κι άλλοτε με το μαύρο, στο χρώμα του γαγάτη, που στραφτάλιζε.

Όταν θύμωνε μαζί μου, μου έριχνε ένα ανταριασμένο βλέμμα· κι εγώ φοβόμουν πολύ αυτή την τρομερή και φοβερή λάμψη που ασχήμιζε το πρόσωπό της· ήθελα το χαμόγελό της.

Όσο για τον πατέρα μου, αυτόν λίγο τον έβλεπα. Έφευγε κάθε πρωί για το Δικαστικό Μέγαρο, κρατώντας παραμάσχαλα έναν χαρτοφύλακα γεμάτο με χαρτιά που δεν τ’ άγγιζε ποτέ κανείς, φακέλους τα λέγανε. Δεν είχε μουστάκι μήτε μούσι· τα μάτια του ήτανε γαλανά και γελαστά.

Όταν γύριζε στο σπίτι, το βράδυ, έφερνε συνήθως στη μαμά ένα μπουκετάκι βιολέτες της Πάρμας, φιλιούνταν και γελούσαν. Ο μπαμπάς γελούσε και μαζί μου βέβαια· μ’ έβαζε να τραγουδάω Το γκρίζο αυτοκινητάκι ή Την ξυλοπόδαρη και μ’ άφηνε άναυδη καθώς, με ένα κόλπο, δεν ξέρω ποιο, μάζευε απ’ την άκρη της μύτης μου πεντόφραγκα.

Τον έβρισκα διασκεδαστικό και χαιρόμουν τις στιγμές που ασχολούταν μαζί μου· όμως δεν είχε κάποιον συγκεκριμένο ρόλο στη ζωή μου.

Η βασική ασχολία της Λουίζ και της μαμάς ήτανε να με ταΐζουν· πράγμα όχι και τόσο εύκολο. Περισσότερο με το στόμα, παρά με τα μάτια ή τα χέρια μου, γνώριζα τον κόσμο. Αλλά έτσι, δεν μου ήταν απόλυτα αρεστός.

H κρέμα αραβοσίτου, το κουάκερ με γάλα, o πουρές, τόσο άνοστα όλα, μου έφερναν δάκρυα στα μάτια· το λίπος στα κρεατικά ή το γλοιώδες μυστήριο των οστρακοειδών μου προξενούσαν αηδία· κλάματα, τσιρίδες, εμετοί, η αηδία μου ήταν τέτοια που, τελικά, η Λουίζ και η μαμά εγκατέλειπαν κάθε προσπάθεια.

Απ’ την άλλη, απολάμβανα παθιασμένα το προνόμιο της παιδικής ηλικίας, όπου η ομορφιά, η αφθονία, η ευτυχία είναι πράγματα που μπορείς να τα γευτείς· στην οδό Βαβέν, στεκόμουν αποσβολωμένη μπρος στις βιτρίνες των ζαχαροπλαστείων, έκθαμβη απ’ το λαμποκόπημα των γλασαρισμένων φρούτων, την απαλή στιλπνότητα του ζελέ με φρούτα εποχής, τις υπόξινες καραμέλες σε μια καλειδοσκοπική ποικιλία· πράσινο, κόκκινο, πορτοκαλί, βιολετί: λαχταρούσα τα ίδια τα χρώματα όσο και τις χαρές που μου υπόσχονταν.

«Καημενούλι μου!» είπε κάποτε μια κυρία δίνοντάς μου μια καραμέλα. Κι εγώ την ευχαρίστησα με μια κλοτσιά

Είχα συχνά την τύχη ο θαυμασμός μου να καταλήγει σε ανείπωτη απόλαυση. Η μαμά κοπανούσε στο μικρό γουδί καραμελωμένα αμύγδαλα και ανακάτευε το κριτσανιστό μείγμα με μια κίτρινη κρέμα· το ροδόχρωμο των ζαχαρωτών έπαιρνε λίγο λίγο θεσπέσιες αποχρώσεις, κι εγώ βύθιζα το κουτάλι μου σε ένα μαγευτικό λιόγερμα. Τα βράδια που οι γονείς μου δέχονταν κόσμο, οι καθρέφτες του σαλονιού πολλαπλασίαζαν στο άπειρο τα λαμπυρίσματα του κρυστάλλινου πολυέλαιου.

Η μαμά καθόταν στο πιάνο, πιάνο με ουρά ήτανε, μια κυρία με αέρινο τούλινο φουστάνι έπαιζε βιολί κι ένας ξάδελφος βιολοντσέλο. Εγώ προσπαθούσα να σπάσω ανάμεσα στα δόντια μου το ζαχαρωμένο κέλυφος ενός αποξηραμένου φρούτου, και μια φωτεινή φυσαλίδα έσκαγε στον ουρανίσκο μου με μια γεύση φραγκοστάφυλου ή ανανά· όλα τα χρώματα, όλα τα φώτα, ήταν δικά μου, οι αραχνοΰφαντες εσάρπες, τα διαμαντικά, οι δαντέλες· ολάκερη η γιορτή δική μου, στο στόμα μου. Ποτέ δεν με σαγήνεψαν οι παράδεισοι όπου έρεε μέλι και γάλα, ζήλευα όμως τον Χάνσελ και την Γκρέτελ.

Κι αν, έλεγα συχνά μέσα μου, o κόσμος στον οποίο κατοικούμε ήταν όλος φτιαγμένος από κάτι φαγώσιμο, πόσο δικός μας θα γινόταν, πόσο θα τον απολαμβάναμε! Ακόμα κι όταν μεγάλωσα, ήθελα να μασουλήσω τις ολάνθιστες αμυγδαλιές, να δαγκώσω τα ζαχαρωτά του δειλινού που είχαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Και στον νυχτερινό ουρανό της Νέας Υόρκης, οι εντυπωσιακές επιγραφές με το νέον που κατέκλυζαν την πόλη με λιγουρευτά καλούδια μού έμοιαζαν, κι εγώ έμενα με τη στέρηση.

[…]

Ήμουν ένα πολύ χαρούμενο κοριτσάκι, που το προστάτευαν, το κανάκευαν, του πρόσφεραν διαρκώς καινούργια πράγματα και χαίρονταν να το βλέπουν να διασκεδάζει.

Κι όμως, κάτι δεν πήγαινε καλά, είχα ξεσπάσματα θυμού και τότε, με το πρόσωπο μπλαβιασμένο, έπεφτα στο πάτωμα με σπασμούς. Μια φορά –τρεισήμισι χρονών ήμουν– τρώγαμε στο ηλιόλουστο αίθριο ενός μεγάλου ξενοδοχείου στην Ντιβόν λε-Μπεν· κάποιος μου έδωσε ένα σκουροκόκκινο δαμάσκηνο κι εγώ άρχισα να το ξεφλουδίζω.

«Μη!» τσίριξε η μαμά, και να με ξαπλωμένη στο τσιμέντο ουρλιάζοντας. Μια άλλη φορά, έσκουζα διασχίζοντας όλο το μπουλβάρ Ρασπάιγ επειδή η Λουίζ με πήρε με το ζόρι απ’ την Πλας Μπουσικό όπου έπαιζα με τα χώματα. Σε τέτοιες στιγμές, μήτε οι οργισμένες ματιές της μαμάς μήτε ο αυστηρός τόνος της Λουίζ, μήτε καν οι σπάνιες παρεμβάσεις του μπαμπά είχαν αποτέλεσμα. Ούρλιαζα τόσο δυνατά, και για τόση ώρα, που, κάποιες φορές, στους Κήπους του Λουξεμβούργου, νόμιζαν ότι κάποιος με βασάνιζε.

«Καημενούλι μου!» είπε κάποτε μια κυρία δίνοντάς μου μια καραμέλα. Κι εγώ την ευχαρίστησα με μια κλοτσιά. Αυτό το συμβάν έκανε πολύ μεγάλη αίσθηση· μια χοντρή κυριούλα με μουστάκι, συγγραφέας ήτανε, το εξιστόρησε στο περιοδικό Η υποδειγματική κούκλα.*

(* La Poupée modèle: Περιοδικό της εποχής που απευθυνόταν στα κορίτσια της αστικής τάξης. Μέσα από ιστορίες και συμβουλές για κούκλες, δινόταν έμφαση στον καθωσπρεπισμό, στις χριστιανικές αρετές και στο πώς θα γίνουν υποδειγματικές σύζυγοι και μητέρες).

Μοιραζόμουν με τους γονείς μου έναν απέραντο σεβασμό για κάθε λογής έντυπο· όταν η Λουίζ μου διάβαζε μια ιστορία, ένιωθα πως είμαι κάποια άλλη, σπουδαία· λίγο λίγο όμως κάτι μ’ ενοχλούσε.

Παντού αντιμέτωπη με πειθαναγκασμούς, μα πουθενά δεν έβλεπα την αναγκαιότητά τους. Στο βάθος αυτών των αμείλικτων νόμων που πέφτουν πάνω μου και με πλακώνουν σαν βαριές πέτρες, διέκρινα ένα ιλιγγιώδες κενό

YouTube thumbnail

«Συχνά, η καημένη η Λουίζ έκλαιγε πικρά σαν νοσταλγού σε τα πρόβατά της» έγραφε η θεία μου. Η Λουίζ δεν έκλαιγε ποτέ· δεν είχε πρόβατα κι άλλωστε μ’ αγαπούσε· και πώς να συγκρίνεις ένα κοριτσάκι με ένα πρόβατο; Από κείνη τη μέρα, άρχισα να ψυλλιάζομαι ότι η λογοτεχνία δεν είχε και τόσο ξεκάθαρες σχέσεις με την αλήθεια.

Συχνά αναρωτιόμουν ποια ήταν η αιτία αυτών των ξεσπασμάτων, ποιο το νόημά τους. Πιστεύω ότι, εν μέρει, οφείλονταν σε μια παρορμητική ζωτικότητα και σε μια παντελή έλλειψη αυτοσυγκράτησης που δεν μ’ εγκατέλειψαν ποτέ εντελώς. Καθώς εξωθούσα τις απέχθειές μου μέχρι ναυτίας και τις σφοδρές επιθυμίες μου μέχρι εμμονής, μια άβυσσος χώριζε τα πράγματα που μου άρεσαν από εκείνα που μισούσα.

Δεν μπορούσα να μένω αδιάφορη στην απότομη πτώση απ’ την πλησμονή στην ένδεια, απ’ την ευδαιμονία στη φρίκη· το αποδεχόμουν μόνο αν το θεωρούσα αναπόφευκτο· ποτέ δεν ξεσπούσα την οργή μου σε κάποιο απλό αντικείμενο. Αρνιόμουν όμως να εν δώσω σε τούτη την αδιόρατη δύναμη: τις λέξεις. Κι αυτό που μ’ εξόργιζε ήταν ότι μια φράση που κάποιος πετούσε ανέμελα, «πρέπει… δεν πρέπει», γκρέμιζε σε μια στιγμή όλα μου τα σχέδια, δηλητηρίαζε όλη μου την ευτυχία.

Το αυθαίρετο των προσταγών και των απαγορεύσεων που πάνω τους προσέκρουα ήταν η απόδειξη της αντίφασής τους· χτες, ξεφλούδισα ένα ροδάκινο: και γιατί όχι εκείνο το δαμάσκηνο; Γιατί έπρεπε να σταματάω το παιχνίδι μου τη στιγμή ακριβώς που μου λένε;

Παντού αντιμέτωπη με πειθαναγκασμούς, μα πουθενά δεν έβλεπα την αναγκαιότητά τους. Στο βάθος αυτών των αμείλικτων νόμων που πέφτουν πάνω μου και με πλακώνουν σαν βαριές πέτρες, διέκρινα ένα ιλιγγιώδες κενό: ήτανε το βάραθρο μες στο οποίο καταποντιζόμουν κι όλο μου το είναι τρανταζόταν απ’ τις οργισμένες κραυγές μου.

Έπεφτα στο πάτωμα, χτυπιόμουν, αντιστεκόμουν με όλο μου το κορμί στην ανυπόστατη δύναμη που με τυραννούσε· την υποχρέωνα ν’ αποκτήσει μια υλική μορφή· με άρπαζαν από τα χέρια, μ’ έκλειναν στη σκοτεινή αποθήκη με τις σκούπες και τα ξεσκονιστήρια· εκεί, μπορούσα να κλοτσάω ή να χτυπάω πραγματικούς τοίχους αντί να παλεύω με την αδιόρατη βούληση των άλλων. Ήξερα καλά πόσο μάταιος ήταν ο αγώνας· από τη στιγμή που η μαμά μού πήρε απ’ τα χέρια το ζουμερό δαμάσκηνο, που η Λουίζ έβαζε το κουβαδάκι και τα φτυάρια μου στο καλάθι της, ήξερα πως είχα ηττηθεί· εγώ όμως δεν τα παρατούσα.

Ολοκλήρωνα την ήττα μου. Οι σπασμοί και τα δάκρυα που μου θόλωναν τα μάτια συνέτριβαν τον χρόνο, έσβηναν τον χώρο, καταστρέφοντας μεμιάς το αντικείμενο της επιθυμίας μου και τα εμπόδια που με χώριζαν απ’ αυτό. Βούλιαζα στα σκοτάδια της αδυναμίας· μονάχα ο γυμνός εαυτός μου απόμενε, που ξέσπαγε σε παρατεταμένες κραυγές και ουρλιαχτά.


* Οι «Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης» της Σιμόν Ντε Μποβουάρ σε μετάφραση: Ρίτα Κολαΐτη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

*Αρχική Φωτό: Η Σιμόν ντε Μποβουάρ (1908-1986) και ο Ζαν-Πολ Σαρτρ (1905-1980) υπήρξαν ένα από τα πιο εμβληματικά πνευματικά ζευγάρια του 20ού αιώνα.

Το Μαξίμου κάνει γαργάρα τις υποκλοπές και πανηγυρίζει που έχει μόνο 4 υπόδικους βουλευτές…

Εκεί που μας χρωστάγανε μας πήραν και το βόδι. Για δεύτερη φορά μέσα σε λίγες μέρες ο πρωθυπουργός εμφανίζεται προκλητικός για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τους κατηγορούμενους. Τι δεν είδε για τις υποκλοπές στην έκθεση της Κομισιόν.

Αγαπημένοι μου συγκάτοικοι στην τρέλα και στην παρακμή, αγαπημένα μου golden boys, αδικημένοι μου μικροαστοί, φτωχοί μου προλετάριοι, οπλιστείτε με υπομονή καθώς σήμερα κάνει πρεμιέρα ο πρώτος καύσωνας του καλοκαιριού. Τα καλά νέα είναι πως δεν θα κρατήσει πολύ και από τέλος της εβδομάδας η θερμοκρασία θα πέσει. Στο πολιτικό σκηνικό πάλι δεν ξέρω. Μου φαίνεται πως θα συνεχιστούν οι υψηλές θερμοκρασίες με… άρωμα εκλογών. Σε άλλα νέα όσοι ήταν να φύγουν από τον πάλαι πότε ισχυρό ΣΥΡΙΖΑ το έπραξαν. Τρεις και ο κούκος μείνανε στην Κουμουνδούρου, δύο τετράδες για μπιρίμπα..

Οφθαλμίατρος

Θαρρώ πως εκεί στο Μαξίμου χρειάζεται ένας οφθαλμίατρος. Να πάει ο άνθρωπος και να τους εξετάσει, πρώτον και καλύτερο τον πρωθυπουργό Κυριάκο. Το λέω αυτό μιας και φαίνεται πως τόσο από τον πρωθυπουργό όσο και από το επιτελείο του ξεφεύγουν πράγματα. Πάρτε για παράδειγμα την έκθεση για το κράτος δικαίου της Κομισιόν. Είδαμε δηλαδή την ανάρτηση του πρωθυπουργού και σ’ αυτήν όλα περί κράτους δικαίου παρουσιάζονταν όμορφα και αρμονικά. Ήταν όμως έτσι; Αμ, δε.

Τι δεν είδε ο πρωθυπουργός

Το λέω επειδή στην ίδια έκθεση η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάνει μνεία στην απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που καταδίκασε τους τέσσερις ιδιώτες επιχειρηματίες που σχετίζονται με το Predator, τους Ταλ Ντίλιαν, Γιάννη Λαβράνο, Φέλιξ Μπίτζιο, Σάρα Χάμου, καθώς και στη διαβίβαση της δικογραφίας για περαιτέρω έρευνα. Καταλήγοντας πως το αίτημα απορρίφθηκε από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκαλώντας αντιδράσεις, μεταξύ άλλων για το πιθανό κώλυμα που προέκυπτε από την προηγούμενη θητεία του Κωνσταντίνου Τζαβέλλα στην ΕΥΠ. Ε, αυτά δεν τα είδε ποτέ ο πρωθυπουργός Κυριάκος και κατά συνέπεια δεν αναφέρθηκε σε αυτά. Γι’ αυτό λέω, στο Μαξίμου χρειάζονται επειγόντως οφθαλμίατρο!

Για τα πανηγύρια

Πέραν αυτού ο πρωθυπουργός Κυριάκος θεώρησε σωστό για δεύτερη φορά μέσα στην εβδομάδα να μας πει ότι αδικήθηκε η κυβέρνησή του, επειδή αθωώθηκαν 9 στελέχη του για τα πεπραγμένα του ΟΠΕΚΕΠΕ και μόνο… 4 θα πάνε στη Δικαιοσύνη με κατηγορίες από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Μιλάμε για κατάντια, όταν ο πρωθυπουργός μιας χώρας πανηγυρίζει και προσπαθεί να βγει από πάνω επειδή οι κατηγορούμενοι συνεργάτες του είναι λιγότεροι τελικά απ’ όσους υπολογίζονταν αρχικά.

Λωτοφάγοι

Και για να σας προλάβω…. όχι, ο πρωθυπουργός Κυριάκος δεν αναφέρθηκε στον εκλεκτό της κυβέρνησής του για τη διοίκηση του ΟΠΕΚΕΠΕ για ένα φεγγάρι, τον κ. Μελά, ο οποίος πρόσφατα καταδικάστηκε πρωτόδικα για το σκάνδαλο με τις επιδοτήσεις. Μιλάμε για στέλεχος που ήταν υποψήφιος ευρωβουλευτής με τη ΝΔ και ο κ. Μητσοτάκης τον είχε παρουσιάσει με τα καλύτερα λόγια. Προφανώς νομίζει ο πρωθυπουργός ότι απευθύνεται σε λωτοφάγους που έχουν ξεχάσει ποιοι ήταν οι Φραπέδες, οι Χασάπηδες και τα στελέχη που κέρδιζαν τα Τζόκερ και οδηγούσαν Φεράρι… Η γαλάζια κουστωδία σε όλο της το μεγαλείο. Γι’ αυτό σου λέω Κυριάκο μου, μην προκαλείς!

Μασάζ

Θα μείνω στο πλευρό του πρωθυπουργού Κυριάκου μιας και σήμερα θα βρεθεί ενώπιος ενωπίω με τους βουλευτές του! Συνεδριάζει βλέπετε η κοινοβουλευτική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας. Ο κ. Μητσοτάκης θα προσπαθήσει να κάνει… ασκήσεις θάρρους στους καταπονημένους ψυχολογικά βουλευτές του – οι οποίοι εκτός των άλλων… ταλαιπωρούνται κι από ενδοκομματικες έριδες. Ξέρετε, αυτοί που έχουν εκλεγεί στα χαμηλά θεωρούν σχεδόν βέβαιο ότι θα είναι εκτός νυμφώνος και – … λογικά «μαχαιρώνουν» όπως και όπου μπορούν τους θεωρούμενους ως σίγουρους. Και να σκεφτείτε ότι ακόμη δεν έχει ανοίξει επισήμως η προεκλογική περίοδος και δεν έχουν συμπληρωθεί τα ψηφοδέλτια. Αυτό είναι το ένα ματσάκι που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Γραμμή

Όμως ένα από τα κρίσιμα θέματα συζήτησης, όπως αντιλαμβάνεστε, είναι ο χρόνος των εκλογών. Δε νομίζω ότι ο πρωθυπουργός θα διαφοροποιηθεί από ότι έχει αναφέρει ως τώρα. Δηλαδή θα επαναλάβει ότι αυτές θα γίνουν την άνοιξη του 2027. Ενδιαφέρον ακόμη θα έχει η αναφορά – έμμεση ή άμεση – σχετικά με την στάση απέναντι στο κόμμα του κ. Αντώνη Σαμαρά. Σας υπενθυμίζω ότι προ ημερών από την Βόρεια Εύβοια θυμήθηκε την … πτώση της κυβέρνησης του πατέρα του, Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Ως εκ τούτου το κλίμα θα είναι αρκούντως πολεμικό από εδώ και πέρα. Θέλω να δω τι στάση θα κρατήσει ο υπουργός Υγείας κ. Άδωνις Γεωργιάδης, μετά από τη νέα γραμμή….

Άδωνις υπέρ Πολάκη

Μιλώντας για τον υπουργό Υγείας οφείλω να πω κάτι που παρατήρησα. Τις προηγούμενες μέρες ο  κ. Γεωργιάδης μόνο καλά λόγια είχε για τον άλλοτε σύνδικο του, Παύλο Πολάκη. Μιλώντας προ ημερών στο Action24 και σχολιάζοντας τις εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ, ανέφερε χαρακτηριστικά «Ο Πολάκης είναι η μόνη τους ελπίδα να κάνουν κάτι. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρουν στη Βουλή, αλλά κάποια φασαρία θα την κάνει, θα ταράξει τα νερά, θα τσακωθεί με τον Τσίπρα, με εμένα, θα πει καμιά χοντράδα, θα γράψει κάτι τα μεσάνυχτα στο Facebook, κάτι θα κάνει. Με τη Δούρου θα είναι ψόφια τα πράγματα»! Προσέξατε την φράση «θα τσακωθεί με τον Τσίπρα». Αυτό είναι το «μυστικό». Κι αυτό είναι που τους απασχολεί στο Μέγαρο Μαξίμου, να μπορέσει να συγκροτηθεί ένας «αντιτσιπρικός» χώρος στην αριστερά – μπας και καταφέρει να συγκρατήσει κάποιες δυνάμεις, που δεν θα στηρίξουν έστω κι αρνητικά ή κριτικά την ΕΛΑΣ του κ. Τσίπρα. Γι΄ αυτό τον λόγο θα «παίξει» όσο μπορεί αυτό το σενάριο στο επόμενο διάστημα. Βέβαια, οι εξελίξεις άφησαν εκτός προεδρικού νυμφώνος τον Παύλο. Προς απογοήτευση του κ. Γεωργιάδη και του Μαξίμου…

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Μέσα στην σκοτεινή «αίρεση» του Έπσταϊν - Μαρτυρία πρώην βοηθού ξετυλίγει το νήμα του μηχανισμού κακοποίησης

Η μαρτυρία μιας πρώην βοηθού του Τζέφρι Έπσταϊν φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο, όπως καταγγέλλει, παγίδευε και κακοποιούσε γυναίκες

Δεν υπήρχαν λουκέτα, αλυσίδες ή κελιά. Ο έλεγχος που ασκούσε ο καταδικασμένος μαστροπός και παιδοβιαστής Τζέφρι Έπσταϊν στις γυναίκες του περιβάλλοντός του ήταν πολύ πιο αόρατος, αλλά εξίσου αποτελεσματικός. Μέσα από υποσχέσεις για καριέρα, οικονομική εξάρτηση, ψυχολογική πίεση και συστηματική απομόνωση, κατάφερνε να δημιουργεί έναν μηχανισμό από τον οποίο τα θύματά του δυσκολεύονταν να ξεφύγουν.

Αυτό περιγράφει στο BBC μία πρώην συνεργάτιδά του, που χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Άνια, δίνοντας μία από τις πιο αναλυτικές μαρτυρίες για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε το δίκτυο του καταδικασμένου χρηματιστή απέναντι σε ενήλικες γυναίκες. Σύμφωνα με την ίδια, ο Έπσταϊν δεν βασιζόταν μόνο στη βία ή στον εξαναγκασμό, αλλά αφιέρωνε μήνες χτίζοντας σχέσεις εμπιστοσύνης, μέχρι τα θύματά του να εξαρτώνται ολοκληρωτικά από εκείνον.

 

Η Άνια θυμάται ότι λίγο μετά τον θάνατο του Έπσταϊν, το 2019, έχασε μέσα σε λίγα λεπτά το διαμέρισμα στο οποίο ζούσε στη Νέα Υόρκη, όταν ο αδελφός του, Μαρκ Έπσταϊν, της ζήτησε να το εγκαταλείψει. Το σπίτι ήταν ένα από τα ακίνητα που χρησιμοποιούσε ο χρηματιστής για να στεγάζει γυναίκες που εργάζονταν γι’ αυτόν. Για την ίδια, όμως, εκείνη η στιγμή σήμανε ταυτόχρονα και το τέλος ενός εφιάλτη που είχε κρατήσει χρόνια. Ο Μαρκ Έπσταϊν έχει αρνηθεί ότι γνώριζε τις παράνομες δραστηριότητες του αδελφού του.

«Δεν ήμασταν δεμένες. Οι αλυσίδες ήταν αόρατες», λέει σήμερα, περιγράφοντας το κλίμα μέσα στο οποίο ζούσαν οι γυναίκες που βρίσκονταν στο στενό περιβάλλον του Έπσταϊν. Σύμφωνα με την ίδια, εκείνος χαρακτήριζε την ομάδα του «σαν αίρεση», ενώ ο ίδιος παρουσιαζόταν ως ο απόλυτος ηγέτης της.

Οι λεγόμενες «βοηθοί» του ήταν περίπου δώδεκα γυναίκες κάθε φορά. Διέμεναν σε σπίτια του, βρίσκονταν στη διάθεσή του όλο το εικοσιτετράωρο και, όπως καταγγέλλει η Άνια, υφίσταντο επανειλημμένες σεξουαλικές κακοποιήσεις. Παράλληλα, ο Έπσταϊν ήλεγχε τις οικονομικές τους δυνατότητες, τις κοινωνικές τους σχέσεις, ακόμη και την εικόνα που είχαν για τον εαυτό τους, υπονομεύοντας συστηματικά την αυτοπεποίθησή τους. Αντίστοιχη περιγραφή έδωσε πρόσφατα και η πρώην βοηθός του Σάρα Κέλεν ενώπιον της Επιτροπής Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, λέγοντας ότι ο Έπσταϊν κατέστρεφε σταδιακά την αυτονομία των γυναικών μέχρι να εξαρτώνται ολοκληρωτικά από εκείνον.

Η ψυχολόγος Τάρα Κουίν-Τσιρίλο εξηγεί στο BBC ότι η κοινή αντίληψη πως μόνο τα παιδιά μπορούν να πέσουν θύματα grooming είναι λανθασμένη. Όπως επισημαίνει, και οι ενήλικες μπορεί να γίνουν στόχος χειραγώγησης όταν βρίσκονται σε μια ευάλωτη περίοδο της ζωής τους, ιδιαίτερα όταν κάποιος παρουσιάζεται ως άνθρωπος που μπορεί να τους προσφέρει ασφάλεια ή επαγγελματική προοπτική.
 

Οι ψεύτικες υποσχέσεις που άνοιγαν την πόρτα

Η Άνια μεγάλωσε στη Ρωσία των πρώτων χρόνων μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης. Παρά το πανεπιστημιακό της πτυχίο, οι επαγγελματικές ευκαιρίες ήταν περιορισμένες και έτσι στράφηκε στο μόντελινγκ, δουλεύοντας για μεγάλους οίκους, όπως οι Fendi και Chanel.

Η ζωή της άλλαξε όταν επισκέφθηκε ένα πρακτορείο μοντέλων στο Παρίσι, όπου γνώρισε τον κυνηγό ταλέντων Ντάνιελ Σιάντ. Εκείνος την κέρδισε αμέσως, όχι μόνο επαινώντας την εμφάνισή της αλλά και την ευφυΐα της, προτείνοντάς της να γνωρίσει έναν φίλο του με ισχυρές διασυνδέσεις στον χώρο της μόδας: τον Τζέφρι Έπσταϊν.

Σήμερα η Άνια θεωρεί ότι εκείνη η γνωριμία δεν ήταν τυχαία. Όπως λέει, ήταν το πρώτο βήμα μιας καλά οργανωμένης διαδικασίας στρατολόγησης. Η πεποίθησή της ενισχύθηκε όταν δημοσιοποιήθηκαν τα αρχεία της υπόθεσης Έπσταϊν, στα οποία το όνομα του Σιάντ εμφανίζεται χιλιάδες φορές. Παρότι ο ίδιος έχει αρνηθεί ότι γνώριζε τον πραγματικό ρόλο του Έπσταϊν, η Άνια πιστεύει ότι είχε επιλεγεί εξαρχής ως πιθανό θύμα.

Η πρώτη συνάντησή της με τον Έπσταϊν έγινε στο πολυτελές διαμέρισμά του στο Παρίσι. Εκείνος της ζήτησε να γδυθεί για να αξιολογήσει το σώμα της, υποστηρίζοντας ότι θα τη βοηθούσε να εξελιχθεί επαγγελματικά. Στη συνέχεια άρχισε να σχολιάζει επικριτικά την εμφάνισή της, λέγοντάς της ότι δεν ήταν αρκετά γυμνασμένη και ότι έπρεπε να αλλάξει. Για μια νεαρή γυναίκα που εργαζόταν ήδη στον χώρο της μόδας, τέτοιες παρατηρήσεις δεν φάνταζαν ασυνήθιστες.

Παράλληλα, ο Έπσταϊν έδειχνε έντονο ενδιαφέρον για την προσωπική της ζωή. Τη ρωτούσε για την οικογένειά της, τα όνειρά της και τους στόχους της, δημιουργώντας την εντύπωση ότι ενδιαφερόταν πραγματικά για εκείνη. Σήμερα, όμως, η Άνια πιστεύει ότι αυτές οι πληροφορίες χρησιμοποιήθηκαν αργότερα ως εργαλεία χειραγώγησης.

Λίγο πριν ολοκληρωθεί εκείνη η πρώτη γνωριμία, ο Έπσταϊν της είπε κάτι που τότε τη χαλάρωσε: «Βλέπω ότι είσαι έξυπνη και καχύποπτη. Δεν θέλω να κοιμηθώ μαζί σου».

Η φράση αυτή την έκανε να πιστέψει ότι είχε απέναντί της έναν άνθρωπο που σεβόταν τα όριά της. Στην πραγματικότητα, όπως διαπίστωσε αργότερα, ήταν η αρχή μιας πολύμηνης διαδικασίας grooming, κατά την οποία ο Έπσταϊν θα της καλλιεργούσε συνεχώς την προσδοκία μιας μεγάλης καριέρας χωρίς ποτέ να πραγματοποιεί τις υποσχέσεις του.

Η κακοποίηση πίσω από την υπόσχεση μιας καριέρας

Στην αρχή, ο Τζέφρι Έπσταϊν φρόντισε να καλλιεργήσει την εμπιστοσύνη της Άνια. Της έδινε συμβουλές για το σώμα και την καριέρα της, ζητούσε να ενημερώνεται για την πρόοδό της στη γυμναστική και την έπειθε ότι εργαζόταν για να της εξασφαλίσει μια μεγάλη ευκαιρία στη διεθνή αγορά της μόδας. Μέσω της στενής συνεργάτιδάς του, Λέσλι Γκροφ, παρακολουθούσε την καθημερινότητά της, ενώ παράλληλα της ζητούσε όλο και πιο προσωπικές φωτογραφίες, πιέζοντάς τη να ξεπεράσει τα όριά της. Όπως λέει σήμερα η Άνια, τότε δεν αντιλαμβανόταν ότι όλα αυτά αποτελούσαν μέρος μιας διαδικασίας χειραγώγησης.

Στη συνέχεια, ο Έπσταϊν της κανόνισε συνάντηση με τη Φέιθ Κέιτς, συνιδρύτρια του πρακτορείου μοντέλων Next Management. Η συνάντηση κράτησε ελάχιστα και λίγο αργότερα ο ίδιος της ανακοίνωσε ότι το πρακτορείο δεν ενδιαφερόταν να συνεργαστεί μαζί της, επειδή δεν είχε το κατάλληλο σώμα για την αγορά της Νέας Υόρκης. Η απογοήτευση ήταν μεγάλη, όμως αντί να απομακρυνθεί, στράφηκε ακόμη περισσότερο στον άνθρωπο που θεωρούσε πλέον μέντορά της. Χρόνια αργότερα, όταν δημοσιοποιήθηκαν τα αρχεία της υπόθεσης, ανακάλυψε ότι η απόρριψή της είχε αποφασιστεί περίπου έναν χρόνο πριν από εκείνη τη συνάντηση. Συνειδητοποίησε έτσι ότι η υποτιθέμενη ευκαιρία δεν υπήρξε ποτέ και ότι επί μήνες κρατιόταν σκόπιμα σε αναμονή, ώστε να εξαρτηθεί ολοκληρωτικά από τον Έπσταϊν.

Λίγο αργότερα, ο χρηματιστής την κάλεσε να τον επισκεφθεί στο Παλμ Μπιτς της Φλόριντα, όπου εξέτιε την ποινή του μετά την καταδίκη του το 2008. Της είχε παρουσιάσει την υπόθεση ως μια παρεξήγηση, υποστηρίζοντας ότι είχε εξαπατηθεί από μια ανήλικη που είχε χρησιμοποιήσει πλαστή ταυτότητα. Η Άνια τον πίστεψε. Όταν έφτασε στο σπίτι, πέρασε από τον υποχρεωτικό έλεγχο της αστυνομίας και στη συνέχεια ο Έπσταϊν την οδήγησε σε ένα δωμάτιο, όπου –όπως καταγγέλλει– τη κακοποίησε σεξουαλικά για πρώτη φορά. Βγαίνοντας από το δωμάτιο, αστειεύτηκε μπροστά στις υπόλοιπες βοηθούς ότι ήταν «πολύ ντροπαλή», κάνοντάς την να αμφισβητήσει ακόμη και τη δική της αντίληψη για όσα είχαν συμβεί. Άλλες δύο γυναίκες έχουν επίσης καταθέσει ότι δέχθηκαν σεξουαλική επίθεση από τον Έπσταϊν κατά τη διάρκεια της κατ’ οίκον κράτησής του.

Παρά τη σεξουαλική κακοποίηση, ο Έπσταϊν συνέχισε να παρουσιάζεται ως ο άνθρωπος που θα άλλαζε τη ζωή της. Τη σύστησε στον Ζαν-Λικ Μπρουνέλ, ιδρυτή του πρακτορείου MC2, αποκρύπτοντας ότι χρηματοδοτούσε ο ίδιος την εταιρεία. Οι επαγγελματικές ευκαιρίες που της υποσχέθηκε δεν ήρθαν ποτέ. Αντίθετα, δεχόταν συνεχώς τηλεφωνήματα για δήθεν δουλειές στο Παλμ Μπιτς και κάθε φορά κατέληγε να συναντά μόνο τον Έπσταϊν, ο οποίος συνέχιζε να την κακοποιεί. Όταν πλέον της ανακοίνωσε ότι το μόντελινγκ δεν είχε μέλλον για εκείνη, της πρότεινε να εργαστεί αποκλειστικά ως βοηθός του, υποσχόμενος ότι θα τη μάθαινε τον κόσμο των επιχειρήσεων και θα της άνοιγε πόρτες που κανείς άλλος δεν μπορούσε.

Στην πραγματικότητα, η νέα της «δουλειά» ήταν μια ζωή απόλυτης διαθεσιμότητας. Περνούσε ατελείωτες ώρες περιμένοντας οδηγίες για ασήμαντες εργασίες, ενώ έπρεπε να βρίσκεται σε επιφυλακή όλο το εικοσιτετράωρο. Όταν μια μέρα έφυγε για μεσημεριανό χωρίς να ενημερώσει, ο Έπσταϊν άρχισε να την καλεί επίμονα και της ξεκαθάρισε ότι δεν μπορούσε να βγαίνει από το σπίτι χωρίς την άδειά του. Σταδιακά, έλεγχε ακόμη και τις πιο απλές αποφάσεις της καθημερινότητάς της.

Η εξάρτηση έγινε σύντομα ολοκληρωτική. Η Άνια δεν διέθετε τραπεζικό λογαριασμό ούτε τα απαραίτητα έγγραφα για να νοικιάσει σπίτι ή να οργανώσει τη ζωή της ανεξάρτητα. Όταν χρειαζόταν ιατρική περίθαλψη, ο Έπσταϊν τής έλεγε ότι δεν είχε ανάγκη από ασφάλιση, γιατί εκείνος θα φρόντιζε τα πάντα. Την ίδια στιγμή, όμως, τη χρησιμοποιούσε ως μέσο πίεσης, διώχνοντάς την κατά διαστήματα από το διαμέρισμα όπου έμενε και αφήνοντάς τη να αναζητήσει μόνη της κατάλυμα. Η αβεβαιότητα αποτελούσε ακόμη ένα εργαλείο ελέγχου. Όπως αναφέρει, άρχισε να λαμβάνει έναν μικρό μισθό μόνο όταν αυτό ήταν απαραίτητο για την ανανέωση της βίζας της, ενώ ο Έπσταϊν συνέχιζε να της επαναλαμβάνει ότι εκείνος ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να της εξασφαλίσει ένα ασφαλές μέλλον.

Την ίδια εικόνα περιέγραψε και η πρώην βοηθός του, Σάρα Κέλεν, καταθέτοντας ότι όταν βρισκόταν στο περιβάλλον του δεν είχε χρήματα, οικογένεια ή την αίσθηση ότι άξιζε κάτι καλύτερο. Ο Έπσταϊν, όπως είπε, φρόντιζε να επιδεικνύει διαρκώς την ισχύ και τις γνωριμίες του, δημιουργώντας την πεποίθηση ότι οποιαδήποτε προσπάθεια αντίστασης θα είχε καταστροφικές συνέπειες.

Η χειραγώγηση, όμως, δεν σταματούσε εκεί. Σύμφωνα με την Άνια, όταν μία από τις βοηθούς κατάφερε να απομακρυνθεί, ο Έπσταϊν προσέλαβε ιδιωτικό ερευνητή για να την εντοπίσει, ενώ ισχυριζόταν ότι του χρωστούσε εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια για όσα είχε ξοδέψει γι’ αυτήν. Παράλληλα, συγκέντρωνε γυμνές φωτογραφίες των γυναικών και τις πίεζε να συμμετέχουν σε φωτογραφίσεις που θα μπορούσαν αργότερα να χρησιμοποιηθούν εναντίον τους, ώστε να αποδείξει πως όλα είχαν γίνει δήθεν με τη συναίνεσή τους. Επιπλέον, καλλιεργούσε ανταγωνισμούς μεταξύ των βοηθών, μεταφέροντας ψευδείς πληροφορίες και απομονώνοντάς τες μεταξύ τους, ώστε ο ίδιος να παραμένει το μοναδικό πρόσωπο στο οποίο πίστευαν ότι μπορούσαν να στηριχθούν.

Στο τελευταίο στάδιο αυτού του μηχανισμού, όπως λέει η Άνια, ο Έπσταϊν έφτασε να ελέγχει ακόμη και το σώμα της, απαιτώντας επώδυνες επεμβάσεις, ενώ ανάγκαζε τις βοηθούς του να στρατολογούν νέες γυναίκες. Για την ίδια, εκείνη ήταν η πιο σκοτεινή πλευρά ενός «οικοσυστήματος κακοποίησης» που είχε δημιουργηθεί γύρω από τον χρηματιστή και που, όπως υποστηρίζει, δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς τον συνδυασμό ψυχολογικής εξάρτησης, φόβου και της κοινωνικής ισχύος που εξέπεμπε ο Έπσταϊν.