Η πρόβλεψη του Economist για τις ενδιάμεσες εκλογές - «Ο Τραμπ θα πονέσει»
- Κατηγορία ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ
- 0 σχόλια
Αν και ο νυν πρόεδρος των ΗΠΑ αρέσκεται να παρουσιάζεται ως πολιτικός που ανατρέπει κανόνες, σε αυτή την περίπτωση φαίνεται ότι θα ακολουθήσει την παράδοση. Σύμφωνα με τη νέα στατιστική πρόβλεψη του Economist για τις εκλογές του 2026, οι Δημοκρατικοί έχουν περίπου 95% πιθανότητα να κερδίσουν τουλάχιστον τις τρεις επιπλέον έδρες που χρειάζονται για να αποκτήσουν τον έλεγχο της Βουλής
Οι ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν διαχρονικά ένα κρίσιμο τεστ για την εκάστοτε κυβέρνηση. Καθώς πλησιάζει ο Νοέμβριος, τα πρώτα στοιχεία και οι στατιστικές προβλέψεις αποτυπώνουν ένα περιβάλλον αυξανόμενης πίεσης για τον Ντόναλντ Τραμπ, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύουν τις προκλήσεις αλλά και τις ιδιαιτερότητες του αμερικανικού εκλογικού συστήματος. Το κόμμα του εκάστοτε προέδρου χάνει τη Βουλή των Αντιπροσώπων στις ενδιάμεσες εκλογές. Πρόκειται για έναν σχεδόν «φυσικό νόμο» της αμερικανικής πολιτικής ζωής, γράφει ο Εconomist, που επιβεβαιώνεται σταθερά εδώ και δεκαετίες. Από τη σαρωτική νίκη των Δημοκρατικών κατά τη δεύτερη θητεία του Τζορτζ Μπους, μέχρι και το πιο πρόσφατο, σχετικά υποτονικό αποτέλεσμα των Ρεπουμπλικανών το 2022, το μοτίβο παραμένει αμετάβλητο: το κόμμα που βρίσκεται στον Λευκό Οίκο τιμωρείται στις κάλπες.
Αν και ο Ντόναλντ Τραμπ αρέσκεται να παρουσιάζεται ως πολιτικός που ανατρέπει κανόνες, σε αυτή την περίπτωση φαίνεται ότι θα ακολουθήσει την παράδοση. Σύμφωνα με τη νέα στατιστική πρόβλεψη του Economist για τις εκλογές του 2026, οι Δημοκρατικοί έχουν περίπου 95% πιθανότητα να κερδίσουν τουλάχιστον τις τρεις επιπλέον έδρες που χρειάζονται για να αποκτήσουν τον έλεγχο της Βουλής. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι, παρά τον δύσκολο εκλογικό χάρτη της Γερουσίας, το ίδιο μοντέλο τούς δίνει σχεδόν 46% πιθανότητα να εξασφαλίσουν και εκεί την πλειοψηφία. Η πείρα, σημειώνει ο Εconomist, δείχνει ότι, αν και οι επιμέρους εκλογικές περιφέρειες μπορεί να δώσουν εκπλήξεις, σε εθνικό επίπεδο αυτές αλληλοεξουδετερώνονται.
Οταν ένα κόμμα ξεπερνά τις προβλέψεις, συνήθως αυτό συμβαίνει επειδή συγκεντρώνει περισσότερες ψήφους συνολικά. Οι δημοσκοπήσεις «γενικής πρόθεσης ψήφου» για το Κογκρέσο, που μετρούν ποιο κόμμα προτιμούν οι ψηφοφόροι συνολικά, έχουν αποδειχθεί αρκετά αξιόπιστες. Σήμερα, μεταξύ όσων έχουν ήδη αποφασίσει, οι Δημοκρατικοί προηγούνται με περίπου 53% έναντι 47%. Βέβαια, τα λάθη στις δημοσκοπήσεις εξακολουθούν να είναι πιθανά. Το 2020, για παράδειγμα, οι Ρεπουμπλικανοί τα πήγαν καλύτερα από όσο προέβλεπαν οι έρευνες, κερδίζοντας περίπου 2,8 ποσοστιαίες μονάδες παραπάνω, κάτι που μεταφράστηκε σε σχεδόν 20 έδρες. Ωστόσο, η ενσωμάτωση και άλλων δεδομένων βοηθά στον περιορισμό αυτής της αβεβαιότητας.
Τα αποτελέσματα σε ειδικές εκλογές, όπου οι Δημοκρατικοί είχαν καλές επιδόσεις, καθώς και η δημοτικότητα του προέδρου, που βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα, ενισχύουν την εικόνα αυτού που ο Economist αποκαλεί «επερχόμενο γαλάζιο κύμα». Φυσικά, υπάρχει ακόμα χρόνος και τα πράγματα μπορεί να αλλάξουν. Παρ’ όλα αυτά, οι τάσεις στις ενδιάμεσες εκλογές συνήθως σταθεροποιούνται όσο πλησιάζει η ώρα της κάλπης και συχνά ευνοούν το κόμμα που βρίσκεται εκτός εξουσίας. Ο Economist προσθέτει ότι όσο περισσότεροι ψηφοφόροι δηλώνουν αναποφάσιστοι, τόσο πιθανότερο είναι τελικά να στραφούν κατά του κυβερνώντος κόμματος. Αν και η τελική έκβαση κρίνεται σε τοπικό επίπεδο, οι εκλογικοί χάρτες σήμερα δεν ευνοούν τόσο έντονα τους Ρεπουμπλικανούς όσο στο παρελθόν.
Η κατανομή εκλογικών περιφερειών (gerrymandering) έχει οδηγήσει σε μια σχετική ισορροπία μεταξύ των δύο κομμάτων. Σε ορισμένες πολιτείες, όπως η Βιρτζίνια, ενδεχόμενες αλλαγές θα μπορούσαν να εξαλείψουν και το μικρό πλεονέκτημα των Ρεπουμπλικανών. Το μοντέλο πρόβλεψης, βασισμένο σε δεδομένα εκλογών από το 1942, αφήνει κάποια περιθώρια αβεβαιότητας. Σε ένα εύρος που καλύπτει το 95% των πιθανών σεναρίων, οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να λάβουν από περίπου 50,7% έως 55,6%, σύμφωνα με τον Economist. Ακόμη και στο χαμηλότερο άκρο, όμως, οι πιθανότητες να κερδίσουν τη Βουλή είναι περίπου μοιρασμένες. Οι αναλυτές προειδοποιούν, παρ’ όλα αυτά, ότι δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο κανένα αποτέλεσμα.
Οι εταιρείες προβλέψεων εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές, δίνοντας μικρότερη πιθανότητα νίκης στους Δημοκρατικούς. Επιπλέον, υπάρχουν παράγοντες που το μοντέλο δεν λαμβάνει πλήρως υπόψη, όπως πιθανές αλλαγές των εκλογικών χαρτών από Ρεπουμπλικανικές πολιτείες ή δικαστικές αποφάσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν σημαντικά την εκπροσώπηση μειονοτήτων. Ενώ η μάχη για τη Βουλή φαίνεται να γέρνει προς τους Δημοκρατικούς, εκτιμά ο Εconomist, η κατάσταση στη Γερουσία είναι πολύ πιο αμφίρροπη. Εκεί, το κόμμα χρειάζεται να κερδίσει τέσσερις επιπλέον έδρες για να αποκτήσει τον έλεγχο. Ο στόχος αυτός είναι ιδιαίτερα δύσκολος, καθώς πολλές από τις κρίσιμες Πολιτείες είχαν στηρίξει τον Τραμπ με μεγάλη διαφορά το 2024.
Υπάρχουν, ωστόσο, κάποια «παράθυρα» ευκαιριών. Στη Βόρεια Καρολίνα, ο πρώην κυβερνήτης Ρόι Κούπερ προηγείται στις δημοσκοπήσεις, ενώ σε πολιτείες όπως το Οχάιο και η Αλάσκα, ισχυροί δημοκρατικοί υποψήφιοι δείχνουν να μπαίνουν αρκετά ανταγωνιστικά στην κούρσα. Επιπλέον, εσωκομματικές εντάσεις στους Ρεπουμπλικανούς, όπως στο Τέξας, θα μπορούσαν να ανοίξουν απρόσμενα παράθυρα για τους αντιπάλους τους. Το μοντέλο του Economist εξακολουθεί να θεωρεί τους Δημοκρατικούς αουτσάιντερ σε πολλές από αυτές τις μάχες, όμως εάν το κόμμα καταφέρει να αποδώσει καλύτερα σε εθνικό επίπεδο, είναι πιθανό να επικρατήσει και σε πιο δύσκολες πολιτείες, εξασφαλίζοντας την κρίσιμη 51η έδρα.
Η τελική εικόνα που διαμορφώνεται είναι η εξής: σχεδόν βέβαιη επιτυχία για τους Δημοκρατικούς στη Βουλή, αλλά σκληρή και αμφίρροπη μάχη στη Γερουσία. Εάν οι τάσεις επιβεβαιωθούν, ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με μια δυσάρεστη πολιτική πραγματικότητα: ακόμη και για έναν «αντισυμβατικό» ηγέτη, σχολιάζει ο Εconomist, ορισμένοι κανόνες της πολιτικής φαίνεται ότι παραμένουν αμείλικτοι.
