Economist - Ο Κιρ Στάρμερ απέτυχε, πρέπει να φύγει
- Κατηγορία ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ
- 0 σχόλια
Στο κύριο άρθρο της η βρετανική επιθεώρηση σημειώνει ότι ο βρετανός πρωθυπουργός δεν κατάφερε να διατυπώσει ένα πειστικό όραμα ούτε να εμπνεύσει εμπιστοσύνη. Αν οι ηγέτες χρειάζονται σαφή κατεύθυνση και ισχυρή παρουσία, ο Στάρμερ μοιάζει να στερείται και των δύο. Τώρα, μόλις το 29% των βρετανών ψηφοφόρων επιθυμούν να παραμείνει στην εξουσία
Οταν μετακόμισε στην Ντάουνινγκ Στριτ, πριν από λιγότερο από δύο χρόνια, ανάμεσα στους στόχους του σερ Κιρ Στάρμερ ήταν και να μείνει εκεί περισσότερο από τον Λάρι, τον γάτο της βρετανικής πρωθυπουργίας. Ο Λάρι, στα 19 του, έχει συγκατοικήσει με έξι πρωθυπουργούς. Ο Στάρμερ ήλπιζε να είναι ο τελευταίος. Ολα δείχνουν ότι δεν θα τα καταφέρει. Οι φωνές που ζητάνε την απομάκρυνσή του πληθαίνουν. Ανάμεσά τους και ο Economist, ο οποίος σε κεντρικό άρθρο του υποστηρίζει ξεκάθαρα ότι ο Στάρμερ πρέπει να φύγει. Και εξηγεί το γιατί. Ο Στάρμερ, γράφει ο Economist, εξελέγη με την υπόσχεση να προστατεύσει τη Βρετανία από τον λαϊκισμό. Οπως και ο Εμανουέλ Μακρόν στη Γαλλία και ο Φρίντριχ Μερτς στη Γερμανία, στόχος του ήταν να αποδείξει ότι η σοβαρή και υπεύθυνη διακυβέρνηση αποδίδει περισσότερο από τις εύκολες, αλλά κενές υποσχέσεις των δημαγωγών.
Οι εξελίξεις αυτής της εβδομάδας, όμως, κατέδειξαν πόσο αποτυχημένη υπήρξε εκ μέρους του αυτή η προσπάθεια. Η βαριά ήττα των Εργατικών στις τοπικές εκλογές στην Αγγλία και στα κοινοβούλια της Σκωτίας και της Ουαλίας στις 7 Μαΐου προκάλεσε εσωκομματική αναταραχή. Ο βρετανός πρωθυπουργός ήδη είναι αντιμέτωπος με τουλάχιστον έναν σοβαρό διεκδικητή της ηγεσίας του κόμματος. Για όλο και περισσότερους, σημειώνει ο Εconomist, θα ήταν προς όφελος της χώρας να αποχωρήσει. Ορισμένοι παρατηρητές, βλέποντας τη χαμηλή δημοτικότητα των Μακρόν, Μερτς και Στάρμερ, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι ευρωπαϊκές σοσιαλδημοκρατίες έχουν καταστεί δυσλειτουργικές. Αντιμέτωποι με χαμηλή ανάπτυξη, υψηλή φορολογία, αυξημένο δανεισμό και ταυτόχρονα πίεση για περισσότερες δημόσιες δαπάνες, οι κεντρώοι ηγέτες φαίνονται εξαντλημένοι και ανίκανοι να επιφέρουν ουσιαστικές αλλαγές ή να αντιμετωπίσουν την άνοδο του λαϊκισμού, είτε από τα δεξιά είτε από τα αριστερά.
Αυτό, σύμφωνα με τον Economist, είναι ιδιαίτερα εμφανές στη μετα-Brexit Βρετανία, όπου μέσα σε έξι χρόνια έχουν αλλάξει πέντε πρωθυπουργοί. Ο ρυθμός εναλλαγής θυμίζει περισσότερο ποδοσφαιρικό σύλλογο παρά σταθερή πολιτική ηγεσία, ενώ ο Λάρι μοιάζει να αποτελεί τη μοναδική σταθερά στην Ντάουνινγκ Στριτ. Η Βρετανία δεν είναι μη-κυβερνήσιμη, επισημαίνει παρ’ όλα αυτά ο Economist, κάνοντας μια διαπίστωση: Ο Στάρμερ τείνει να αποδίδει τις δυσκολίες του σε εξωτερικούς παράγοντες, όμως το πρόβλημα σχετίζεται περισσότερο με ένα κρίσιμο στοιχείο της πολιτικής, τον χαρακτήρα του. Η αντίληψη ότι η χώρα πρέπει να διατηρήσει στην εξουσία έναν αδύναμο ηγέτη, από φόβο για κάτι χειρότερο, ενισχύει τελικά τις λαϊκιστικές δυνάμεις που οι μετριοπαθείς θέλουν να αποφύγουν. Η κυβέρνησή του έπρεπε, πράγματι, να αντιμετωπίσει σοβαρές προκλήσεις.
Οι πραγματικοί μισθοί στη Βρετανία έχουν παραμείνει σχεδόν στάσιμοι τα τελευταία 20 χρόνια. Η αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ενωση και την τεράστια ενιαία αγορά της μείωσε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας κατά 4% έως 8%, σύμφωνα με ορισμένες μελέτες. Οι κυβερνήσεις απέτυχαν να αντιμετωπίσουν τη χαμηλή παραγωγικότητα, φοβούμενες πολιτικό κόστος. Από το 2008 έως το 2023, η παραγωγικότητα στις ΗΠΑ αυξήθηκε σημαντικά, ενώ στη Βρετανία παρέμεινε σχεδόν στάσιμη. Μετά το Brexit, τη σύντομη αλλά ταραχώδη διακυβέρνηση της Λιζ Τρας και την άνοδο των τιμών ενέργειας, τα βρετανικά ομόλογα καταγράφουν τα υψηλότερα επιτόκια μεταξύ των χωρών της G7. Η πολιτική κατάσταση, συνεχίζει ο Economist, επιδείνωσε τα προβλήματα του Στάρμερ. Παραδόξως, η μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία των Εργατικών, οι οποίοι πήραν 165 έδρες, δημιούργησε αστάθεια.
Σε ένα εκλογικό σύστημα όπου μικρές μεταβολές στην ψήφο προκαλούν μεγάλες αλλαγές στις έδρες, η πτώση της δημοτικότητας ενθαρρύνει βουλευτές να αμφισβητήσουν την ηγεσία, φοβούμενοι για την επανεκλογή τους. Ωστόσο, αυτή η ισχυρή πλειοψηφία έδινε στον Στάρμερ μια μοναδική ευκαιρία για ουσιαστική διακυβέρνηση. Οι θεσμοί της χώρας παραμένουν λειτουργικοί. Οι σχέσεις με την Ευρώπη, που επί χρόνια επιβάρυναν την οικονομία, θα μπορούσαν να μετατραπούν σε ευκαιρία ανάπτυξης. Το ίδιο ισχύει για μεταρρυθμίσεις στη γραφειοκρατία και το σύστημα πρόνοιας. Ομως, οι μεταρρυθμίσεις του υπήρξαν αποσπασματικές και ανεπαρκείς: αρκετές για να προκαλέσουν δυσαρέσκεια, αλλά όχι για να φέρουν πραγματική αλλαγή. Δεν υπήρξε καμία ουσιαστική φορολογική αναδιάρθρωση, καμία γενναία μεταρρύθμιση πρόνοιας και καμία φιλόδοξη επαναπροσέγγιση με την ΕΕ.
Οι ηγέτες χρειάζονται σαφή κατεύθυνση και ισχυρή παρουσία, τονίζει ο Economist. Ο Στάρμερ φαίνεται να στερείται και των δύο. Δεν κατάφερε να διατυπώσει ένα πειστικό όραμα ούτε να εμπνεύσει εμπιστοσύνη. Σε μια εποχή περίπλοκης πολιτικής διαχείρισης, οι πολίτες θέλουν να πιστεύουν ότι ο ηγέτης τους μπορεί να πάρει σωστές αποφάσεις και να επιλέξει ικανούς συνεργάτες. Ομως, οι ψηφοφόροι του Στάρμερ δείχνουν να έχουν ήδη σχηματίσει άποψη: μόλις το 29% επιθυμεί να παραμείνει στην εξουσία. Η κοινοβουλευτική ομάδα των Εργατικών μοιάζει ολοένα και πιο αποδιοργανωμένη. Η αντικατάσταση ενός πρωθυπουργού ενέχει κινδύνους. Οπως κατέδειξαν οι Συντηρητικοί, μπορεί να εξελιχθεί σε συνήθεια. Υπάρχει επίσης ο φόβος ότι το κόμμα θα στραφεί πιο αριστερά, προκαλώντας ανησυχία στις αγορές. Αν όμως παραμείνει ο Στάρμερ, οι κίνδυνοι ίσως είναι μεγαλύτεροι.
Ενας ηγέτης που επιβιώνει χωρίς ουσιαστική στήριξη κινδυνεύει να παρασυρθεί πολιτικά και να χάσει κάθε δυνατότητα καθοδήγησης. Οποιος κι αν είναι πρωθυπουργός, σημειώνει ο Economist, οι οικονομικοί περιορισμοί θέτουν όρια σε ακραίες πολιτικές. Οι αγορές παρακολουθούν στενά τη βρετανική οικονομία και δεν αφήνουν περιθώρια για απερίσκεπτες επιλογές. Το βασικό ζητούμενο δεν είναι μόνο η κατανόηση της ανάγκης για ανάπτυξη, αλλά η ικανότητα να τεθεί ως εθνικός στόχος και να υποστηριχθεί πολιτικά. Μια διαδικασία ανάδειξης νέας ηγεσίας ίσως αναδείξει πρόσωπα με αυτά τα χαρακτηριστικά. Η Βρετανία βρίσκεται μπροστά σε δύο πιθανά μονοπάτια: ανανέωση ή περαιτέρω παρακμή. Ο επόμενος ηγέτης θα κληρονομήσει μια ισχυρή πλειοψηφία και αρκετό χρόνο για να εφαρμόσει πολιτικές. Τα προβλήματα της χώρας είναι δύσκολα αλλά όχι άλυτα, ενώ οι πολίτες ζητούν αλλαγή.
Παρά τον κίνδυνο εσωτερικών συγκρούσεων, η παρούσα στιγμή μπορεί να αποτελέσει σημείο καμπής. Η εναλλακτική, καταλήγει ο Economist, είναι ανησυχητική. Η άνοδος ακραίων φωνών και διχαστικών κινημάτων δείχνει ότι η κοινωνική συνοχή δοκιμάζεται. Η φήμη της Βρετανίας ως ανεκτικής και πολυπολιτισμικής κοινωνίας αρχίζει να φθίνει, καθώς αυξάνονται φαινόμενα μισαλλοδοξίας. Αν το πολιτικό Κέντρο αποτύχει να σταθεί όρθιο, οι λαϊκιστές ενδέχεται να επικρατήσουν στις επόμενες εκλογές. Τότε, η Βρετανία ίσως βρεθεί πραγματικά σε κατάσταση ακυβερνησίας.
