Η Χάνα Άρεντ μας είχε προειδοποιήσει για την ίδρυση του Ισραήλ
- Κατηγορία ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ
- 0 σχόλια
Αποσπάσματα από δημοσίευση του Ρόμπερτ Μαν
Η Χάνα Άρεντ είχε προειδοποιήσει το 1948, ότι ένα εβραϊκό κράτος που θα ιδρυόταν χωρίς συμφωνία μεταξύ Εβραίων και Αράβων θα ζούσε σε κατάσταση μόνιμου πολέμου, φόβου και αποκλεισμού – μια προειδοποίηση που σήμερα μοιάζει λιγότερο με ιδεαλισμό και περισσότερο με ρεαλισμό.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της μάλλον ανορθόδοξης ακαδημαϊκής μου σταδιοδρομίας, έχω διεξάγει έρευνα και έχω γράψει βιβλία ή δοκίμια όχι σύμφωνα με κάποια ειδικότητα, αλλά πάνω σε μια ευρεία ποικιλία θεμάτων που με ενδιέφεραν ιδιαίτερα. Τα θέματα αφορούσαν κυρίως τα τρέχοντα γεγονότα είτε στη χώρα μου, την Αυστραλία, είτε σε άμεση ή έμμεση σχέση με όσα συνέβησαν στην Ευρώπη στους παππούδες μου και στον λαό μου. Λόγω της «7ης Οκτωβρίου», της βάναυσης μαζικής δολοφονίας περίπου χίλιων Ισραηλινών Εβραίων υπό την ηγεσία της Χαμάς, οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις (IDF) ξεκίνησαν την ανελέητη εξόντωση των κατοίκων της Γάζας και την καταστροφή της ίδιας της Γάζας.
Ως αποτέλεσμα αυτής της εκστρατείας του IDF, κάθε μέρα για μένα ξεκινά με την ανάγνωση των αναλύσεων για τον συνεχιζόμενο εφιάλτη των Παλαιστινίων της Γάζας, κυρίως στη μεγάλη ισραηλινή εφημερίδα, Haaretz. Σε βαθύτερο επίπεδο, όμως, αυτό που προσπαθώ να κατανοήσω, μέσω της μελέτης της ιστορίας, είναι γιατί ο εβραϊκός λαός στο Ισραήλ και στη διασπορά, ο οποίος υπέστη, κατά πάσα πιθανότητα, το χειρότερο έγκλημα στην ιστορία της ανθρωπότητας, το Ολοκαύτωμα, είναι πρόθυμος, περίπου 80 χρόνια αργότερα, να υποστηρίξει μια κυβέρνηση και τις ένοπλες δυνάμεις της που έχουν εφαρμόσει συστηματικά μια πολιτική γενοκτονίας στη Γάζα.
Πρόσφατα επανήλθα στα δοκίμια της Χάνα Άρεντ για το Ισραήλ, η οποία σήμερα θεωρείται η σημαντικότερη πολιτική συγγραφέας του 20ού αιώνα. Η Άρεντ υπήρξε για κάποιο διάστημα σιωνίστρια ενός ιδιαίτερου είδους – υποστηρίκτρια όχι ενός εβραϊκού κράτους σε τμήμα της Παλαιστίνης, αλλά του δικαιώματος των Εβραίων σε μια «πατρίδα» στην Παλαιστίνη.
Η Άρεντ, τη δεκαετία του 1940, ήταν μέλος της λεγόμενης ομάδας «Ιχούντ», διαδόχου ενός παλαιότερου κινήματος που ονομαζόταν «Μπρίθ Σαλόμ». Και οι δύο ομάδες ανήκαν στο αριθμητικά μικρό σιωνιστικό ρεύμα σκέψης, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν αρκετοί από τους εβραίους διανοούμενους που αξίζει ακόμα να διαβάσει κανείς: ο Αχάντ Χα’αμ, ο Μάρτιν Μπούμπερ και ο Γκέρσον Σόλεμ. Αυτό που ένωνε αυτούς τους ανθρώπους ήταν η αντίληψη ότι, αν οι Εβραίοι δεν έκαναν πρώτα ειρήνη με τους Άραβες, η ικανοποίηση του εβραϊκού αιτήματος για μια πατρίδα στην ιστορική Παλαιστίνη – την οποία οι εκτοπισμένοι Εβραίοι θεωρούσαν για περισσότερα από 2.000 χρόνια ως τη Γη της Επαγγελίας τους— θα κατέληγε σε καταστροφή. Στη συλλογή Hannah Arendt: The Jewish Writings, βρήκα ένα σύντομο δοκίμιο του οποίου το σκεπτικό μου φάνηκε ότι αξίζει να μοιραστώ με τους αναγνώστες. Ο τίτλος του δοκίμιου ήταν «Για τη διάσωση της εβραϊκής πατρίδας». Η ημερομηνία ήταν το 1948, το έτος κατά το οποίο, μετά από ψηφοφορία των Ηνωμένων Εθνών τον Νοέμβριο του 1947, η ιστορική Παλαιστίνη διαιρέθηκε και δημιουργήθηκε το Κράτος του Ισραήλ. Ακολουθούν μερικά από τα κεντρικά του επιχειρήματα. Για την Άρεντ, η ομοφωνία των Εβραίων σχετικά με τη δημιουργία ενός εβραϊκού κράτους πριν από την επίτευξη οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ Εβραίων και Αράβων ήταν βέβαιο ότι θα οδηγούσε σε καταστροφή στο μέλλον.
Ένας πόλεμος μεταξύ Εβραίων και Αράβων για την Παλαιστίνη έδειχνε πλέον να πλησιάζει. Αν το εβραϊκό κράτος «εξαφανιζόταν σε μια άλλη καταστροφή […] αυτό θα γινόταν το κεντρικό γεγονός της εβραϊκής ιστορίας και θα μπορούσε να αποτελέσει την αρχή της αυτοδιάλυσης του εβραϊκού λαού».
Η Άρεντ φοβόταν ότι μετά το Ολοκαύτωμα, «το παραδοσιακό σιωνιστικό αίσθημα […] έχει πλέον καταλάβει όλα τα τμήματα του εβραϊκού λαού: η κυνική και βαθιά ριζωμένη πεποίθηση ότι όλοι οι μη Εβραίοι είναι αντισημίτες [… ]». Ο παγκόσμιος αντισημιτισμός των μη Εβραίων «θεωρείται πλέον από τους σιωνιστές ως ένα αμετάβλητο, αιώνιο γεγονός της εβραϊκής ιστορίας που επαναλαμβάνεται υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμη και στην Παλαιστίνη». Αυτό οδήγησε στη μεταμόρφωση του εβραϊκού εθνικού χαρακτήρα: «Μετά από δύο χιλιάδες χρόνια “νοοτροπίας της Γαλούθ” [η ψυχολογική και πολιτισμική προσαρμογή των Εβραίων στη διασπορά στις συνθήκες ζωής σε ξένες χώρες], ο εβραϊκός λαός ξαφνικά έπαψε να πιστεύει στην επιβίωση ως απόλυτο αγαθό και μέσα σε λίγα χρόνια πέρασε στο αντίθετο άκρο. Τώρα οι Εβραίοι πιστεύουν στον αγώνα με κάθε κόστος…» Ακόμη και μέχρι τον θάνατό τους ως λαός.
Σε ακραίες περιπτώσεις, οι Εβραίοι στην Παλαιστίνη είχαν στραφεί στην τρομοκρατία. Η Άρεντ ζήτησε «την εξάλειψη όλων των [εβραϊκών] τρομοκρατικών ομάδων […] και την άμεση τιμωρία τους». Αναφερόταν στην ομάδα «Ιργκούν», ένας από τους ηγέτες της οποίας, ο Μεναχέμ Μπέγκιν, επρόκειτο να γίνει πρωθυπουργός του Ισραήλ το 1977. Όπως έγραψε η Άρεντ, η «Ιργκούν» ήταν υπεύθυνη για «τη σφαγή του Ντεΐρ Γιασίν», ενός αραβικού χωριού όπου δολοφονήθηκαν τουλάχιστον 100 άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Αυτό το γεγονός συνέβαλλε λίγο μετά στην Νάκμπα.
Η Ιργκούν ήταν επίσης υπεύθυνη για τη βόμβα που είχε τοποθετηθεί «σε μια ουρά Αράβων εργατών έξω από το διυλιστήριο της Χάιφα». «Οι πολιτικές επιπτώσεις αυτών των πράξεων […] είναι απολύτως σαφείς και στις δύο περιπτώσεις: στόχευαν σε εκείνα τα μέρη όπου οι γειτονικές σχέσεις μεταξύ Αράβων και Εβραίων δεν είχαν καταστραφεί εντελώς. Αποσκοπούσαν στο να ξεσηκώσουν την οργή του αραβικού λαού, προκειμένου να αποκόψουν την εβραϊκή ηγεσία από κάθε πειρασμό διαπραγμάτευσης.»
Αυτό που ήταν πλέον βέβαιο ήταν ένας αραβο-εβραϊκός πόλεμος. «Κάποιος μπορεί να κερδίσει πολλές μάχες χωρίς να κερδίσει τον πόλεμο… Ακόμη και αν οι Εβραίοι κέρδιζαν τον πόλεμο […] οι “νικηφόροι” Εβραίοι θα ζούσαν περικυκλωμένοι από έναν εντελώς εχθρικό αραβικό πληθυσμό, απομονωμένοι μέσα σε σύνορα που θα απειλούνταν συνεχώς, απορροφημένοι από τη φυσική αυτοάμυνα σε βαθμό που θα επισκίαζε όλα τα άλλα συμφέροντα και δραστηριότητες. Αυτή θα ήταν η μοίρα ενός έθνους που θα παρέμενε ένας πολύ μικρός λαός, αριθμητικά πολύ κατώτερος από τους εχθρικούς γείτονές του».
Επί του παρόντος, τα de facto σύνορα του Ισραήλ εκτείνονται πέρα από την περιοχή μεταξύ του ποταμού Ιορδάνη και της Μεσογείου, ώστε να περιλαμβάνουν τα συριακά Υψώματα του Γκολάν, τον νότιο Λίβανο πέρα από τον ποταμό Λιτάνη και προς τον ποταμό Ζαχράνι, καθώς και τα τρία τέταρτα της Γάζας. Οι στρατιωτικές εκστρατείες του Ισραήλ ονομάζονται πλέον συνήθως στο Ισραήλ «Ο Πόλεμος της Αναγέννησης», μια περιγραφή που χρησιμοποίησε ο Νετανιάχου ήδη από τον Μάρτιο του 2025. Η προφητική πολιτική φαντασία της Άρεντ της επέτρεψε να προβλέψει τι θα γινόταν με το Ισραήλ τα τελευταία σχεδόν 80 χρόνια.
Η εναλλακτική της πρόταση ήταν η σταδιακή μετάβαση προς μια διεθνική εβραιο-αραβική ομοσπονδία στην Παλαιστίνη, βασισμένη σε «τοπική αυτοδιοίκηση και μικτά εβραιο-αραβικά δημοτικά και αγροτικά συμβούλια, σε μικρή κλίμακα και ως […] ψευδοκυριαρχία ενός εβραϊκού κράτους» υπό την κηδεμονία των Ηνωμένων Εθνών στην Παλαιστίνη, με τη στήριξη της στρατιωτικής δύναμης των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ηνωμένου Βασιλείου. «Όσο οι Εβραίοι και οι Άραβες ηγέτες ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει «γέφυρα» μεταξύ Εβραίων και Αράβων […] το έδαφος δεν μπορεί να αφεθεί στην πολιτική σοφία των ίδιων των κατοίκων του.»
«Δυστυχώς, σε μια υστερική ατμόσφαιρα, τέτοιες προτάσεις είναι πολύ πιθανό να απορριφθούν ως “μαχαιριές στην πλάτη” ή μη ρεαλιστικές. Δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αντίθετα, είναι ο μόνος τρόπος για να σωθεί η πραγματικότητα της εβραϊκής πατρίδας.» «Δεν είναι ακόμα πολύ αργά.»
Δυστυχώς, ήταν πολύ αργά. Και η ιδέα της μαχαιριάς στην πλάτη εξακολουθεί να μας συνοδεύει μετά από 80 χρόνια.
Η Χάνα Άρεντ συνεργάστηκε στενά για αρκετά χρόνια με τον ιδρυτή του Ιχούντ, τον Γιούδα Μάγκνες, τον Αμερικανό Εβραίο που από το 1925 ήταν Πρόεδρος του Εβραϊκού Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ. Ο Μάγκνες ήταν η κορυφαία σιωνιστική φωνή, ο οποίος υποστήριζε ότι χωρίς μια εβραιο-αραβική πολιτική συμφωνία η καταστροφή ήταν αναπόφευκτη. Ήταν επίσης ο κύριος υποστηρικτής ενός πιθανού εναλλακτικού μέλλοντος για την Παλαιστίνη, το οποίο υποστήριζε και η Άρεντ: μια διεθνική αραβο-εβραϊκή ομοσπονδία που βασιζόταν σε μια περίοδο κατά την οποία η Παλαιστίνη θα τεθεί υπό κηδεμονία υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών και με την έγκριση των Ηνωμένων Εθνών. Ο Μάγκνες ήταν τόσο πεπεισμένος για την επικείμενη καταστροφή, ώστε στις 5 Μαΐου 1948, με την μεσολάβηση του Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζορτζ Μάρσαλ, του παραχωρήθηκε συνάντηση με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Χάρι Τρούμαν. Ο Τρούμαν άκουσε με συμπάθεια την έκκληση του Μάγκνες να μην αναγνωριστεί η αξίωση του Ισραήλ για κρατική υπόσταση, αλλά να υποστηριχθεί η ιδέα μιας κηδεμονίας επί της Παλαιστίνης. Λίγες ημέρες αργότερα, ωστόσο, οι Ηνωμένες Πολιτείες συμφώνησαν στη δημιουργία του εβραϊκού κράτους του Ισραήλ στην διαιρεμένη Παλαιστίνη. Ένας από τους λόγους ήταν οι επικείμενες προεδρικές εκλογές.
Το 1952, η Χάνα Άρεντ δημοσίευσε ένα άρθρο στο οποίο περιέγραφε τον Γιούδα Μάγκνες ως «τη συνείδηση του εβραϊκού λαού». «Το αραβικό πρόβλημα είναι αυτό που ήταν πάντα, δηλαδή το μοναδικό πραγματικό πολιτικό και ηθικό ζήτημα της ισραηλινής πολιτικής… Ως Εβραίος και σιωνιστής, απλώς ντρεπόταν για ό,τι έκαναν οι Εβραίοι και οι σιωνιστές.
Όπως συμβαίνει συχνά με τη συνείδηση κάποιου, ο εβραϊκός λαός τον άκουσε και επέλεξε να μην τον ακούσει […] Ένας λαός που για 2.000 χρόνια είχε κάνει τη δικαιοσύνη τον ακρογωνιαίο λίθο της πνευματικής και κοινοτικής του ύπαρξης έχει γίνει κατηγορηματικά εχθρικός προς όλα τα επιχειρήματα τέτοιας φύσης […]. Όλοι γνωρίζουμε ότι αυτή η αλλαγή επήλθε μετά το Άουσβιτς, αλλά αυτό αποτελεί μικρή παρηγοριά. Το γεγονός είναι ότι κανείς από τον εβραϊκό λαό δεν θα μπορούσε να διαδεχθεί τον Μάγκνες. Αυτό αποτελεί μέτρο της μεγαλοσύνης του. Είναι, κατά τον ίδιο τρόπο, το μέτρο της αποτυχίας μας.»
Από πολλές πλευρές – εκ των οποίων πολύ σημαντική είναι η αναγέννηση της εβραϊκής γλώσσας της Παλαιάς Διαθήκης ως εθνικής γλώσσας – η ίδρυση στο Ισραήλ, από το μηδέν, μιας ζωντανής, επιτυχημένης και (τουλάχιστον για όλους τους Εβραίους) δυναμικής δημοκρατικής χώρας, ήταν ένα θαύμα.
Το 1948 το Ισραήλ απέλασε ή σκότωσε 700.000 Παλαιστινίους εντός του ισραηλινού κράτους, σε ένα γεγονός που οι Παλαιστίνιοι και οι υποστηρικτές τους αποκαλούν «Καταστροφή» (Νακμπά). Το Ισραήλ έχει βιώσει και επιβιώσει από αρκετούς υπαρξιακούς πολέμους, κυρίως το 1948, το 1956, το 1967 και το 1973. Έχει αντιμετωπίσει τον εναπομείναντα αραβικό πληθυσμό εντός των αρχικών συνόρων του 1948 ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Έχει καταλάβει εδάφη στη Δυτική Όχθη, τη Γάζα και τα συριακά Υψώματα του Γκολάν μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών του 1967 και έχει αντιμετωπίσει τους Άραβες που ζουν εκεί ως υπηκόους χωρίς δικαιώματα. Έχει βιώσει αρκετές αιματηρές παλαιστινιακές αραβικές εξεγέρσεις εντός των συνόρων του, γνωστές ως «ιντιφάντα». Είτε έχει κάνει τα στραβά μάτια είτε έχει υποστηρίξει ανοιχτά τις εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίων που έχουν εγκατασταθεί παράνομα εντός της κατεχόμενης Δυτικής Όχθης. Έχει περάσει αρκετά χρόνια ως δύναμη κατοχής στο νότιο Λίβανο και επίσης στη Βηρυτό, χωρίς ποτέ να ξεπεράσει τη μόνιμη απειλή που αποτελούν οι πύραυλοι της αντι-ισραηλινής μαχητικής ομάδας, της Χεζμπολάχ, για τους ισραηλινούς οικισμούς στο βορρά.
Το Ισραήλ μετέτρεψε τη Γάζα, μετά την αποχώρησή του το 2005, σε αυτό που έχει περιγραφεί ως «ανοιχτή φυλακή», σκοτώνοντας τακτικά μέλη και υποστηρικτές του αντι-ισραηλινού τρομοκρατικού κινήματος αντίστασης της Γάζας, της Χαμάς, καθώς και αθώους περαστικούς. Το Ισραήλ περιέγραψε αυτές τις σύντομες στρατιωτικές επιχειρήσεις με αποκαλυπτικά σκληρή γλώσσα, ως «κούρεμα του γκαζόν». Σε απάντηση στις δολοφονίες Ισραηλινών Εβραίων που διαπράχθηκαν υπό την ηγεσία της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, το Ισραήλ έχει σφαγιάσει περίπου 100.000 Παλαιστινίους της Γάζας, έχει μετατρέψει το αστικό και αγροτικό τοπίο της Γάζας σε ερείπια και, εκμεταλλευόμενο την ευκαιρία, έχει αρχίσει να μετατρέπει την κατοχή της Δυτικής Όχθης – την οποία το Ισραήλ αποκαλεί με τα βιβλικά ονόματα Ιουδαία και Σαμαρία – από de facto σε de jure προσάρτηση.
Τέλος, στην προσπάθειά του να αποτρέψει την κατασκευή ιρανικού πυρηνικού όπλου, το Ισραήλ, ίσως μοιραία, έπεισε έναν ανίδεο και ενδεχομένως εκδικητικό Πρόεδρο των ΗΠΑ – ο οποίος πάσχει από μια εντυπωσιακή ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας και από τον οποίο το Ισραήλ εξαρτάται για πολεμικό υλικό και διπλωματική προστασία – να εμπλακεί σε έναν χαμένο πόλεμο και σε μια ταπεινωτική ειρήνη. Ένας ναρκισσιστής που αποδεικνύεται ανόητος στα μάτια του κόσμου είναι ένα πολύ επικίνδυνο θηρίο.
Οι διανοούμενοι όπως η Χάνα Άρεντ θεωρούνται συνήθως, και συχνά ορθά, ως απελπισμένοι, ιδεαλιστές ονειροπόλοι. Ωστόσο, στην περίπτωση της ίδρυσης του ισραηλινού κράτους το 1948, σε σύγκριση με τον πρώτο Πρόεδρο του Ισραήλ, Χαΐμ Βάιζμαν, ή τον πρώτο Πρωθυπουργό του, Νταβίντ Μπεν-Γκουριόν, για να μην αναφέρουμε τον ηγέτη της τρομοκρατικής οργάνωσης «Ιργκούν» και μελλοντικό Πρωθυπουργό, Μενάχεμ Μπέγκιν, η Χάνα Άρεντ ήταν τελικά αυτή που αποδείχθηκε ρεαλίστρια.
* Ο Ρόμπερτ Μαν είναι Ομότιμος Καθηγητής Πολιτικών Επιστημών και Ερευνητής του Πρύτανη στο Πανεπιστήμιο La Trobe. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του είναι το «A Political Memoir: Intellectual Combat in the Cold War and the Culture Wars» (La Trobe University Press)
Πηγή: infowar
