ενημέρωση 5:03, 9 August, 2026

Μήνυμα προς τους Ισλανδούς – «Μείνετε μακριά απ’ την ΕΕ»

του Άλφρεντ ντε Ζάγιας* | defenddemocracy.press

Τον Αύγουστο του 2026 οι Ισλανδοί θα ψηφίσουν σε δημοψήφισμα για το κατά πόσον η Ισλανδία θα πρέπει να ξεκινήσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις για να προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι Ισλανδοί θα ήταν φρόνιμο να μείνουν μακριά από την ΕΕ, η οποία έχει μεταλλαχθεί από ένα φιλειρηνικό κίνημα ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης σε μια φιλοπόλεμη μηχανή παγκοσμιοποίησης, την οποία διαχειρίζεται μια διογκωμένη γραφειοκρατία στις Βρυξέλλες, που λειτουργεί χωρίς διαφάνεια ή λογοδοσία και που υποστηρίζει τη στρατιωτικοποίηση και μια ακραία ρωσοφοβία.

Υπό το πρίσμα των αξιοσέβαστων δημοκρατικών παραδόσεων της Ισλανδίας, οι οποίες ανάγονται στο Κοινοβούλιο του Thingvellir του 10ου αιώνα, θα ήταν σκέτη παραφροσύνη για τους Ισλανδούς να εγκαταλείψουν την κυριαρχία και την ανεξαρτησία που κατέκτησαν με τόσο κόπο.

Το 1992 και το 1993 η Ισλανδία διαπραγματεύτηκε πράγματι τη συμφωνία για τον ΕΟΧ (Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο), η οποία της έδωσε πρόσβαση στην αγορά της ΕΕ χωρίς να είναι μέλος της και χωρίς πολλές από τις σχετικές υποχρεώσεις. Η συμφωνία για τον ΕΟΧ τέθηκε σε ισχύ το 1994 και αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης κατά την περίοδο μετά την υιοθέτηση της Συνθήκης του Μάαστριχτ (βλ. παρακάτω). Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι η ΕΕ την εποχή του Μάαστριχτ ήταν θεμελιωδώς διαφορετική από την ΕΕ που προέκυψε μετά την υιοθέτηση της Συνθήκης της Λισαβόνας του 2007. Η ΕΕ κινείται πλέον με ταχύτητα προς ένα συγκεντρωτικό, αυταρχικό, έως και ολοκληρωτικό μέλλον.

Υπάρχει και μία ακόμη σημαντική παράμετρος. Η Συνθήκη της Λισαβόνας είναι, από πολλές απόψεις, ασύμβατη με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Οι Ισλανδοί πρέπει στην πραγματικότητα να επιλέξουν μεταξύ των υποχρεώσεών τους βάσει του Χάρτη του ΟΗΕ και των δεσμεύσεων και των ενεργειών που απορρέουν από τη Συνθήκη της Λισαβόνας και τις αυθαίρετες αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υπό την παρούσα ηγεσία της Ούρσουλα φον Ντερ Λάιεν.

Συμμετοχή στον ΟΗΕ

Ας εξετάσουμε εν συντομία την ιστορία. Η Ισλανδία εντάχθηκε στα Ηνωμένα Έθνη το 1946. Οι σκοποί και οι αρχές του ΟΗΕ διατυπώνονται στα άρθρα 1-2 του Χάρτη, και ιδίως στην κοινή δέσμευση όλων των μελών να προάγουν την ειρήνη μέσω της συνεργασίας, της πολυμέρειας, της πρόληψης των συγκρούσεων, του σεβασμού της ισότητας των κρατών, της αυτοδιάθεσης των λαών, της προώθησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του δικαιώματος στην ανάπτυξη.

Το άρθρο 103 του Χάρτη, η ρήτρα υπεροχής, ορίζει: «Σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ των υποχρεώσεων των Μελών των Ηνωμένων Εθνών βάσει του παρόντος Χάρτη και των υποχρεώσεών τους βάσει οποιασδήποτε άλλης διεθνούς συμφωνίας, υπερισχύουν οι υποχρεώσεις τους βάσει του παρόντος Χάρτη».

Λόγω αυτής της υπέρτερης νομικής δέσμευσης, κάθε κράτος-μέλος του ΟΗΕ πρέπει, πριν συνάψει οποιαδήποτε συνθήκη ή προσχωρήσει σε οποιονδήποτε άλλο οργανισμό, να εξετάζει κατά πόσον μια τέτοια ενέργεια είναι συμβατή με την ιδιότητά του ως μέλους του ΟΗΕ. Το άρθρο 52 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών προβλέπει ότι τα μέλη του ΟΗΕ μπορούν να συμμετέχουν σε άλλους οργανισμούς «υπό την προϋπόθεση ότι οι συμφωνίες ή οι οργανισμοί αυτοί και οι δραστηριότητές τους συνάδουν με τους Σκοπούς και τις Αρχές των Ηνωμένων Εθνών.»

Το παρόν σύντομο κείμενο υποστηρίζει ότι η Ισλανδία δεν θα πρέπει να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ομολογουμένως, είχε πολύ θετικό ξεκίνημα, αλλά σταδιακά απομακρύνθηκε από τον αρχικό φιλειρηνικό προσανατολισμό της και αναδείχθηκε σε μια ανταγωνιστική υπερεθνική γεωπολιτική οντότητα, με στόχους και δραστηριότητες που συχνά συγκρούονται με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και με ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης και του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Με βάση τη Διακήρυξη Schuman (1950), τις Συνθήκες των Παρισίων (1951) και της Ρώμης (1957), δημιουργήθηκε η Ευρωπαϊκή Κοινή Αγορά με σκοπό την προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για δεκαετίες, τα ευρωπαϊκά κράτη εργάζονταν παράλληλα με τα Ηνωμένα Έθνη και συνέβαλλαν στη σταθερότητα και την ευημερία της περιοχής.

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992) δημιούργησε την Ευρωπαϊκή Ένωση και προώθησε την ειρήνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα, σεβόμενη παράλληλα την πολυμορφία και την κρατική κυριαρχία. Το άρθρο 6 της Συνθήκης του Μάαστριχτ όριζε: «Η Ένωση βασίζεται στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη μέλη. 2. Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. 3. Η Ένωση σέβεται την εθνική ταυτότητα των κρατών μελών της…».

Η διευθέτηση αυτή ήταν συμβατή με τον Χάρτη του ΟΗΕ και εγγυόταν τον σεβασμό των εθνικών ταυτοτήτων και προσεγγίσεων κατά τρόπο συμβατό με το Καταστατικό της UNESCO, το οποίο επίσης αναγνωρίζει την αξία του πλούτου των διαφορετικών πολιτισμών και οπτικών και αποθαρρύνει την άνωθεν επιβαλλόμενη ομογενοποίηση.

Δυστυχώς, το κίνημα υπέρ της παγκοσμιοποίησης στην Ευρώπη ομογενοποίησε σε μεγάλο βαθμό την εξωτερική πολιτική, τον πολιτισμό, ακόμη και την ηθική, παραμερίζοντας τις τοπικές προσεγγίσεις και παραδόσεις. Όταν το 2004 τέθηκε στο τραπέζι η ιδέα ενός ευρωπαϊκού συντάγματος, γρήγορα απορρίφθηκε στις δημοσκοπήσεις και στα δημοψηφίσματα που διεξήχθησαν στη Γαλλία και την Ολλανδία. Οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί θεωρούσαν ότι το προτεινόμενο σύνταγμα απειλούσε τις εθνικές τους ταυτότητες, οι οποίες κατοχυρώνονταν από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, και ότι άνοιγε τον δρόμο προς τον αυταρχισμό ή ακόμη και τον ολοκληρωτισμό, καθοδηγούμενο από μια γραφειοκρατία των Βρυξελλών αποκομμένη από τους λαούς των κρατών-μελών της Ένωσης.

Μπροστά στην αδυναμία υιοθέτησης του Ευρωπαϊκού Συντάγματος μέσω άμεσης δημοκρατικής ψηφοφορίας, οι γραφειοκράτες αποφάσισαν το 2007 να εγκαταλείψουν το σχέδιο ενός Ευρωπαϊκού Συντάγματος και αντ’ αυτού να ακολουθήσουν μια συντομότερη οδό, βασιζόμενοι στα κοινοβούλια των κρατών-μελών, τα οποία ήταν ευκολότερο να χειραγωγηθούν από ό,τι οι πληθυσμοί που εκπροσωπούσαν.

Η Συνθήκη της Λισαβόνας της 13ης Δεκεμβρίου 2007 προέκυψε ως Ersatz, δηλαδή ως υποκατάστατο ευρωπαϊκό σύνταγμα, το οποίο υιοθετήθηκε με αμφισβητήσιμο τρόπο και, σε κάθε περίπτωση, χωρίς να αντιπροσωπεύει τις επιθυμίες των ενδιαφερόμενων πληθυσμών.

Κατ’ επίφαση μόνο αποδόθηκε σεβασμός στην αρχή της επικουρικότητας, σύμφωνα με την οποία η ΕΕ ενεργεί (θεωρητικά) μόνο εκεί όπου τα κράτη-μέλη της συμφωνούν ομόφωνα. Αυτό αντανακλά τον νομικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο οι κυβερνητικές αποφάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο κοντά στους πολίτες, παραμένοντας παράλληλα αποτελεσματικές. Στάχτη στα μάτια.

Στην πράξη, η κυριαρχία των ευρωπαϊκών κρατών έχει περιοριστεί σημαντικά από το 2007 και μετά, και η γραφειοκρατία των Βρυξελλών έχει επιβάλει κανόνες και κανονισμούς – καθώς και μονομερή καταναγκαστικά μέτρα, τα οποία εσφαλμένα αποκαλούνται «κυρώσεις» – με ολοένα και πιο αυταρχικό τρόπο, αγνοώντας το «περιθώριο διακριτικής ευχέρειας» των υποτίθεται κυρίαρχων ευρωπαϊκών χωρών.

Ιδιαίτερα επικίνδυνο είναι το γεγονός ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Λουξεμβούργο συντάσσεται στις περισσότερες περιπτώσεις με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, παρά τις βάσιμες προσφυγές μεμονωμένων κρατών. Στην πράξη, το δίκαιο της ΕΕ υπερισχύει των νόμων των κρατών-μελών, ακόμη και σε ζητήματα πρόσβασης στην πληροφόρηση, ελευθερίας της γνώμης και της έκφρασης, ηθικής και εθνικής ασφάλειας.

Με την οργουελική απόφασή του της 2ας Ιουλίου 2026, το Δικαστήριο της ΕΕ στο Λουξεμβούργο ενέκρινε τη νομιμότητα της λογοκρισίας του διαδικτύου από την ΕΕ και της ποινικοποίησης μηνυμάτων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (Chat Control), συμπεριλαμβανομένων ηλεκτρονικών συνδέσμων προς αποστολείς που υπόκεινται σε κυρώσεις. Με αυτή την πραγματικά ολοκληρωτική απόφαση, δεν παραβιάζονται μόνο τα δικαιώματα των ειδησεογραφικών υπηρεσιών να μεταδίδουν πληροφορίες και διαφορετικές οπτικές, αλλά και το δικαίωμα κάθε πολίτη της ΕΕ να έχει πρόσβαση σε πολιτικά σημαντικές πληροφορίες και να τις συζητά δημόσια.

Η πρόσβαση στην πληροφόρηση και η ελευθερία της γνώμης και της έκφρασης βρίσκονται στον πυρήνα κάθε δημοκρατίας. Τα δικαιώματα αυτά κατοχυρώνονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο άρθρο 19 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 34 της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ.

Ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός της επιτήρησης

Αυτή και άλλες πρόσφατες αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχει πλέον αποτελεσματική δυνατότητα προσφυγής ή ένδικο μέσο, επειδή το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι σαφώς υποταγμένο στο Συμβούλιο της ΕΕ.

Ακόμη και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Στρασβούργο απέτυχε να προστατεύσει τους Ευρωπαίους πολίτες από τη δήμευση ιδιωτικής περιουσίας, για παράδειγμα στο πλαίσιο των κυρώσεων της ΕΕ κατά της Ρωσίας, κατά σαφή παραβίαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Και εδώ, το δικαίωμα στην ιδιωτική περιουσία έχει καταργηθεί μέσω της υπερεθνικής απόφασης των γραφειοκρατών της ΕΕ να επιβάλλουν «κυρώσεις» σε στοχοποιημένες χώρες ή πρόσωπα.

Λόγω της σοβαρότητας των συνεπειών αυτών των μέτρων, πολυάριθμες οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένου του Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνών για την Ειρήνη της Γενεύης (GIPRI), έχουν υποβάλει νομικά υπομνήματα στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαριθμώντας τις παραβιάσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Μέχρι στιγμής, το GIPRI και άλλες οργανώσεις δεν έχουν λάβει καμία επαρκή απάντηση, πέρα από μια γενική επαναβεβαίωση εκ μέρους των Βρυξελλών ότι τα εξωδικαστικά μέτρα που υιοθετήθηκαν στο πλαίσιο των κυρώσεων της ΕΕ είναι νόμιμα.

Μια ιδιαίτερα κατάφωρη περίπτωση του νέου ολοκληρωτισμού της ΕΕ είναι οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν σε έξι Ευρωπαίους πολίτες επειδή φέρονται να εξέφρασαν απόψεις που προσεγγίζουν τη ρωσική επιχειρηματολογία σχετικά με τα αίτια του πολέμου στην Ουκρανία, μετά το πραξικόπημα του Μαϊντάν τον Φεβρουάριο του 2014. Μεταξύ εκείνων που επηρεάστηκαν είναι ο απόστρατος Ελβετός συνταγματάρχης και αξιωματικός των υπηρεσιών πληροφοριών Ζακ Μποντ και ο Γερμανός δημοσιογράφος Χουσεϊν Ντογκρού.

Επιπλέον, όπως εξήγησα ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ στις 25 Μαρτίου 2024, οι «κυρώσεις» της ΕΕ δεν είναι συμβατές με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Εδώ και χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση παραβιάζει συστηματικά ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης (80/209 της 17ης Δεκεμβρίου 2025)και του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ (61/9 της 27ης Μαρτίου 2026), τα οποία καταδικάζουν τις «κυρώσεις» των ΗΠΑ και της ΕΕ ως ασύμβατες με τον Χάρτη του ΟΗΕ, το διεθνές δίκαιο, τους κανόνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα και το δικαίωμα στην ανάπτυξη.

Επιπλέον, τα «μονομερή καταναγκαστικά μέτρα» της ΕΕ καθιστούν σχεδόν αδύνατη την επίτευξη των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης και, μαζί με το παράνομο καθεστώς κυρώσεων των ΗΠΑ, προκαλούν εκατοντάδες χιλιάδες θανάτους παγκοσμίως, όπως έχει διαπιστώσει το βρετανικό ιατρικό περιοδικό The Lancet. Η επιβολή τέτοιων μονομερών καταναγκαστικών μέτρων συνιστά αναμφίβολα «χρήση βίας» κατά παράβαση του άρθρου 2(4) του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και δεν έχει καμία δικαιολογία στο διεθνές δίκαιο ελλείψει έγκρισης από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Οι «κυρώσεις» της ΕΕ παραβιάζουν το δικαίωμα στη ζωή, το δικαίωμα στην ανάπτυξη και την αυτοδιάθεση των λαών.

Μια άλλη ανησυχητική εξέλιξη στην Ευρώπη είναι η συστηματική πολεμική προπαγάνδα και η καλλιέργεια φόβου, η άρνηση επίλυσης των διαφορών με ειρηνικά μέσα, κατά παράβαση του άρθρου 2(3) του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, καθώς και η ακραία ρωσοφοβία που επιδεικνύει η γραφειοκρατία των Βρυξελλών, κατά κατάφωρη παραβίαση του άρθρου 20 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο ορίζει:

  1. Κάθε προπαγάνδα υπέρ του πολέμου απαγορεύεται από τον νόμο.
  1. Κάθε επίκληση εθνικού, φυλετικού ή θρησκευτικού μίσους που συνιστά υποκίνηση σε διακρίσεις, εχθρότητα ή βία απαγορεύεται από τον νόμο.

Το 2024 και ξανά το 2025, το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη της Γενεύης υπέβαλε νομικά υπομνήματα στον Εισαγγελέα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Καταστατικού της Ρώμης, καταγγέλλοντας παραβιάσεις των άρθρων 5, 6, 7 και 8 του Καταστατικού του ΔΠΔ από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και την Κάγια Κάλας. Οι πολιτικές της ΕΕ είναι αντίθετες προς το διεθνές ποινικό δίκαιο, καθότι παρείχαν και εξακολουθούν να παρέχουν στρατιωτική, πολιτική, οικονομική, διπλωματική και προπαγανδιστική υποστήριξη σε ένα κράτος που διαπράττει γενοκτονία, επιτρέποντας έτσι στο Ισραήλ να συνεχίζει τη γενοκτονία κατά των Παλαιστινίων και να προβαίνει σε πράξεις επιθετικότητας κατά του Λιβάνου, της Συρίας, του Ιράν κλπ.

Συλλογικότητες νομικών στη Γαλλία, την Ιταλία και τη Γερμανία έχουν επίσης υποβάλει νομικά υπομνήματα αμφισβητώντας τις ενέργειες κρατών-μελών της ΕΕ ως αντίθετες προς τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, το Καταστατικό της Ρώμης, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (άρθρα 6, 7, 14, 19, 21, 22, 25), την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όλες οι παραπάνω δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης τεκμηριώνουν το γεγονός ότι ο αρχικά φιλειρηνικός θεσμός έχει μεταλλαχθεί σε μια ολοκληρωτική οργάνωση, η οποία δεν συμμορφώνεται πλέον με το άρθρο 52 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, επειδή δεν προάγει τους σκοπούς και τις αρχές του ΟΗΕ αλλά, στην πραγματικότητα, εργάζεται εναντίον τους.

Η Ισλανδία πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική όταν εξετάζει οποιαδήποτε μορφή σύνδεσης με την ΕΕ. Μια συνεπής εξωτερική πολιτική της Ισλανδίας θα επανεπιβεβαίωνε τη δέσμευσή της στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και θα απέφευγε οποιεσδήποτε συνθήκες ή μορφές σύνδεσης που θα περιόριζαν την κυριαρχία και το περιθώριο διακριτικής της ευχέρειας και θα παραβίαζαν τις υποχρεώσεις της βάσει του Χάρτη του ΟΗΕ, του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα.

Η αντίληψη της ΕΕ ως προπυργίου του «κράτους δικαίου» και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν μπορεί πλέον να υποστηριχθεί εμπειρικά. Τα κατάλοιπα μιας θετικής αντίληψης για την ΕΕ αποτελούν απλώς προϊόν δημοσίων σχέσεων, κατήχησης και αδιάκοπης προπαγάνδας.

Κι όμως, στον κόσμο μας της οργουελικής «Νέας Ομιλίας» και της γνωστικής ασυμφωνίας, ορισμένοι -ακόμη και στην Ισλανδία- προσποιούνται ότι είναι απολύτως φυσιολογικό να δηλώνει κανείς προσηλωμένος στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, ενώ ταυτόχρονα ενεργεί ενάντια στους σκοπούς και τις αρχές του μέσω των επιθετικών πολιτικών που υιοθετεί η γραφειοκρατία των Βρυξελλών.

Ένας καλά ενημερωμένος Ισλανδός ψηφοφόρος θα πρέπει να απορρίψει οποιαδήποτε σύνδεση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, διότι η ΕΕ δεν είναι πλέον η φιλειρηνική Κοινή Αγορά, αλλά έχει μεταλλαχθεί σε έναν ολοκληρωτικό οργανισμό που δεν σέβεται τα δημοκρατικά δικαιώματα των ευρωπαϊκών λαών. Αντίθετα, επιδιώκει να επιβάλει σε όλους τους Ευρωπαίους πολίτες μία ενιαία λύση για όλους και μία ενιαία αφήγηση για όλους.

Όλοι οι Ισλανδοί που αγαπούν την ελευθερία, καλούνται να υπερασπιστούν την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ισλανδίας.

*Ο Άλφρεντ ντε Ζάγιας είναι καθηγητής Νομικής στη Σχολή Διπλωματίας της Γενεύης (Geneva School of Diplomacy) και διετέλεσε Ανεξάρτητος Εμπειρογνώμονας του ΟΗΕ για τη Διεθνή Τάξη κατά την περίοδο 2012–2018.

Πηγή: infowar

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.