ενημέρωση 6:52, 14 September, 2026

Ο Τσε μέσα από τα μάτια του αδελφού του

Τι σημαίνει να είσαι ο αδελφός του Τσε; «Σημαίνει ότι είσαι ο αδελφός ενός ανθρώπου που έκανε εξαιρετικά πράγματα - όχι, όμως, ενός θρύλου, απεχθάνομαι τους θρύλους. Ο Ερνέστο δεν ξεπήδησε από το πουθενά ή από κάποιον κόσμο ανώτερων ανθρώπων. Προερχόταν από μια οικογένεια με πολλές διαφορετικές πλευρές, γεμάτη προτερήματα και ελαττώματα», απαντά ο Χουάν Μαρτίν Γκεβάρα

Στο τελευταίο τραπέζι, στο βάθος της Panera Rosa, μιας μοδάτης καφετέριας στο κοσμικό Soho -όχι του Λονδίνου ή της Νέας Υόρκης αλλά του Μπουένος Αϊρες- κάθεται ένας γηραιός κύριος με άσπρα μαλλιά και παχύ άσπρο μουστάκι. Φοράει γυαλιά και είναι ντυμένος όπως θα περίμενε κανείς να ντύνεται ένας άνδρας ηλικίας άνω των ογδόντα ετών. Τον πλησιάζει μια νεαρότατη όσο και ευγενική σερβιτόρα και της παραγγέλνει ένα τσάι και δύο κρουασάν. Εκ πρώτης όψεως δείχνει να είναι έξω από τα νερά του -το μαγαζί είναι βαμμένο σε αποχρώσεις του ροζ και παίζει ποπ μουσική-ωστόσο ο ίδιος δηλώνει πως «Este lugar es perfecto!» -αυτό το μέρος είναι τέλειο- κυρίως επειδή δεν τον αναγνωρίζει κανένας.

Γιατί, όμως, ένας ηλικιωμένος κύριος που διανύει την ένατη δεκαετία της ζωής του θέλει να περνάει απαρατήρητος στην πρωτεύουσα της Αργεντινής, στην ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή της οποίας ζουν περισσότεροι από 15 εκατομμύρια άνθρωποι; Επειδή είναι ο μικρότερος αδελφός του Ερνέστο Γκεβάρα, του «Τσε», του κατεξοχήν επαναστάτη του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα ο θρύλος του οποίου εξακολουθεί να επιζεί, σχεδόν εξήντα χρόνια μετά από την εν ψυχρώ δολοφονία του σε ένα χωριό της Βολιβίας τον Οκτώβριο του 1967.

O Γκεβάρα το 1959 με στρατιωτική στολή και πούρο στο στόμα (Photo by Hulton Archive/Getty Images)

Ο Τσε είχε τέσσερα αδέλφια, δύο αδελφούς και δύο αδελφές, όμως εν ζωή βρίσκεται μόνον ο Χουάν Μαρτίν Γκεβάρα, ηλικίας 83 ετών σήμερα. Στα νιάτα του βάδισε στα ίχνη του αδελφού του, υιοθετώντας παρόμοιες επαναστατικές ιδέες. Το πλήρωσε, όμως, με οχτώ χρόνια φυλακή, την περίοδο που ήταν στέλεχος του Επαναστατικού Εργατικού Κόμματος της Αργεντινής. Τότε εκτελούσε χρέη συνδικαλιστή, ωστόσο κατά τη διάρκεια της ζωής του υπήρξε επίσης επαγγελματίας οδηγός, εκδότης, βιβλιοπώλης και έμπορος κουβανέζικων πούρων και ρουμιού. Είναι ο μοναδικός από τα αδέλφια Γκεβάρα που δεν σπούδασε, επρόκειτο, όμως, για συνειδητή επιλογή: «Ηθελα να είμαι προλετάριος και έγινα φορτηγατζής», ανέφερε ο ίδιος, συνομιλώντας με τον Αντρέα Πασκουαλέτο της Corriere della Sera, ο οποίος ταξίδεψε στο Μπουένος Αϊρες για να τον συναντήσει.

«Σε ξαφνιάζει κάπως το τελευταίο από τα αδέλφια του Ερνέστο. Είναι χειμαρρώδης και κεφάτος. Μιλάει και τρώει το κρουασάν του και μετά ξεσπάει σε γέλια ενώ η δυνατή του φωνή ακούγεται σε όλο το μαγαζί. Επειτα σταματάει και σε κοιτάζει», γράφει ο ιταλός δημοσιογράφος. «Κύριε Γκεβάρα, θα μπορούσα να σας κάνω χίλιες ερωτήσεις. Πόσο χρόνο έχουμε στη διάθεσή μας;», τον ρώτησε καταρχάς. «Hablame», «μίλα μου», τον προέτρεψε ο συνομιλητής του, οπότε εκείνος τον ρώτησε το αναμενόμενο: «τι σημαίνει να είσαι ο αδελφός του Τσε;». «Σημαίνει ότι είσαι ο αδελφός ενός ανθρώπου που έκανε εξαιρετικά πράγματα – όχι, όμως, ενός θρύλου, απεχθάνομαι τους θρύλους», απάντησε ο Χουάν Μαρτίν Γκεβάρα.

Δηλαδή; «Ο Ερνέστο δεν ξεπήδησε από το πουθενά ή από κάποιον κόσμο ανώτερων ανθρώπων. Προερχόταν από μια οικογένεια με πολλές διαφορετικές πλευρές, γεμάτη προτερήματα και ελαττώματα», εξήγησε.

Ο Τσε, η κόρη του Αλέιδα και ο Φιντέλ Κάστρο το 1963 (Photo by Imagno/Getty Images)

Παραδέχτηκε, μάλιστα, πως οι Γκεβάρα, ως οικογένεια ήταν «λίγο παλαβοί. Οι γονείς μου προέρχονταν από πλούσιες και σημαντικές οικογένειες, αλλά μαζί αποτελούσαν ένα εκκεντρικό ζευγάρι. Ο πατέρας μου ήταν ένα κολιμπρί, μία εδώ, μία εκεί, χα χα, με καταλαβαίνεις; Του άρεσαν οι γυναίκες, λάτρευε το τανγκό, ήταν απρόβλεπτος, ευφάνταστος, οπορτουνιστής, ελεύθερο πνεύμα, ένας γητευτής.

Η μητέρα μου ήταν μορφωμένη, διανοούμενη, φεμινίστρια, αντισυμβατική, αυστηρή. Εμείς, τα παιδιά, ήμασταν το αποτέλεσμα αυτού του μείγματος. Και σε εκείνο το σπίτι υπήρχε ένας θεμελιώδης κανόνας: έπρεπε να έχεις χιούμορ καθώς βασίλευε η ειρωνεία». Πώς, όμως, έβλεπε τον κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερο αδελφό του ο Χουάν Μαρτίν όταν ήταν μικρός; «Για μένα ήταν μια αχτίδα φωτός. Ηταν ο μεγάλος αδελφός που έκανε απίστευτα πράγματα – έφευγε, ταξίδευε, ζούσε περιπέτειες. Επαιζε ράγκμπι και έτρεχε σαν δαιμονισμένος, παρότι είχε άσθμα, πήγαινε για ορειβασία στα βουνά, έτρεχε με τη μηχανή, ήταν θαρραλέος, διασκεδαστικός, τρελός.

Θυμάμαι μια φορά που άρχισε να περπατάει, ισορροπώντας, πάνω στην κουπαστή ενός κιγκλιδώματος· ένα λάθος βήμα αρκούσε για να πέσει στο κενό από ύψος που δεν θα γλίτωνε. Ηταν ικανός να κάνει παιδαριώδεις τρέλες αλλά και να είναι απόλυτα σοβαρός, καταβρόχθιζε τα βιβλία, όπως άλλωστε και η μητέρα μου. Ηταν επίσης εξαιρετικός σκακιστής και μεγάλος λάτρης του ματέ [εθνικό αφέψημα της Αργεντινής]. Αλλά οι μεγαλύτερες αρετές του ήταν κυρίως η αυτοειρωνεία και η ευσυνειδησία». Ερωτηθείς για την περίφημη, πολύμηνη περιοδεία του αδελφού του στη Νότια Αμερική (το 1952 μαζί με τον φίλο του Αλμπέρτο Γκρανάδο, πάνω σε μία μοτοσικλέτα) κατά την οποία ο Ερνέστο, τότε 23χρονος φοιτητής της Ιατρικής, άρχισε να μεταμορφώνεται σταδιακά σε επαναστάτη, ο Χουάν Μαρτίν Γκεβάρα σημείωσε καταρχάς πως «δεν ήταν η πρώτη φορά που έφευγε για ένα ταξίδι.

Από πολύ μικρός είχε αρχίσει να αποστρέφεται τον πολιτισμό. Ελεγε ότι τα πλήθη στις πόλεις κινούνταν στον ρυθμό του θορύβου που είναι το αντίθετο της γαλήνης». «Αρχικά ταξίδευε με ποδήλατο, στη συνέχεια, όμως, ξεκίνησε να ταξιδεύει ολοένα πιο μακριά και άρχισε να παίρνει τη μηχανή. Εκείνη τη φορά, με τον Αλμπέρτο, ήθελαν να φτάσουν μέχρι τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ομως, όπως είναι γνωστό, η Poderosa [η μοτοσικλέτα τους] έμεινε στη Χιλή. Για μένα αυτό που έκαναν ήταν φανταστικό· για τον πατέρα μου ήταν μια αδιανόητη βλακεία. Ηταν έξω φρενών, γιατί ήθελε ο Ερνέστο να τελειώσει την ιατρική. Οταν οι δρόμοι τους χώρισαν στη Βενεζουέλα και ο αδερφός μου γύρισε πίσω, στήθηκε ολόκληρη γιορτή.

Οπως είχε υποσχεθεί στον πατέρα μου, πήρε γρήγορα το πτυχίο του, έγινε γιατρός, αλλά μετά έφυγε εκ νέου και δεν γύρισε ποτέ ξανά. Για μερικά χρόνια επικοινωνούσαμε μόνο με επιστολές. Κάθε φορά που έφτανε ένα γράμμα στο σπίτι επρόκειτο για μεγάλο γεγονός. Μαζευόμασταν όλοι κι άρχιζε η τελετουργία της ανάγνωσης, που έπαιρνε ώρα λόγω των ορνιθοσκαλισμάτων που έκανε. Ηταν γράμματα τρυφερά και ειλικρινή· έγραφε για τις άθλιες συνθήκες των μεταλλωρύχων στη Βολιβία, για τους ιθαγενείς στο Περού, για τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό στην Κόστα Ρίκα. Και, τελικά, κατέληξε στην Κούβα, να κάνει επανάσταση με τον Φιντέλ Κάστρο».

Μετά την πτώση της δικτατορίας Μπατίστα, ο Τσε υπηρέτησε μεταξύ άλλων ως υπουργός της κυβέρνησης του Φιντέλ Κάστρο. Εδώ μιλά στη Διαμερικανική Διάσκεψη για Οικονομικά και Κοινωνικά Θέματα, στις 8 Αυγούστου του 1961

Μάλιστα ο μικρότερος αδελφός του πήγε να τον βρει, μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια, στην νησιωτική χώρα μετά από την επικράτηση των «barbudos», των γενειοφόρων του Φιντέλ και του Τσε, επί της δικτατορίας του Φουλχένσιο Μπατίστα, τον Ιανουάριο του 1959. «Τον βρήκα εν μέσω χιλιάδων ανθρώπων που τον αποθέωναν: εκεί δεν ήταν πια ο Ερνέστο αλλά ο Κομαντάντε Τσε. Αλλά για μένα παρέμενε ο αδερφός μου, κι όταν καταφέρναμε να μείνουμε οι δυο μας, μακριά από όλο εκείνο το πλήθος, παίζαμε μέχρι και ξύλο μεταξύ μας, έτσι για πλάκα», θυμάται σήμερα, περισσότερο από 67 χρόνια μετά, ο Χουάν Μαρτίν Γκεβάρα.

«Μέναμε στο ξενοδοχείο Hilton, το οποίο στη συνέχεια έγινε Habana Libre. Είχα γνωρίσει τον Φιντέλ αλλά δεν μπορούσα να συζητάω μαζί του· ήμουν 16 χρονών και τον έβλεπα ως μια τεράστια προσωπικότητα. Μου προκαλούσε δέος. Ο αδερφός μου, που ήταν ήδη πολύ καλλιεργημένος, του μιλούσε πολύ», πρόσθεσε. Οσο για την εν ψυχρώ δολοφονία του Τσε στο σχολείο της Λα Ιγκέρα, ενός χωριού της Βολιβίας, την 9η Οκτωβρίου του 1967, όταν ήταν μόλις 39 ετών, σύμφωνα με τον αδελφό του «το μεγάλο του λάθος ήταν το ότι βασίστηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Βολιβίας. Η ηγεσία του πιθανότατα δεν πίστευε ότι η Κούβα θα έστελνε όντως μια ένοπλη ομάδα για να ξεκινήσει τον επαναστατικό αγώνα στη χώρα.

Οταν βρέθηκαν μπροστά στην πραγματικότητα, του αρνήθηκαν τη στήριξη κι αυτό του κόστισε τη ζωή. Από εκεί και πέρα έχω τη δική μου ακλόνητη βεβαιότητα για τους ηθικούς αυτουργούς […] η διαταγή στον υπολοχαγό που τον εκτέλεσε, δόθηκε από τον στρατό της Βολιβίας, αλλά επί τόπου βρισκόταν και ένας πράκτορας της CIA, ο Φελίξ Ροντρίγκες [ένας θείος του ήταν υπουργός του Μπατίστα]. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι πίσω από αυτό βρίσκονταν οι Ηνωμένες Πολιτείες». «Αυτό δεν είναι αποδεδειγμένη αλήθεια», αντέτεινε ο ιταλός δημοσιογράφος. «Por favor», απάντησε ο αδελφός του Τσε. 

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.