ενημέρωση 3:25, 29 September, 2026

Επιχείρηση διάσωσης του Γεν - Το τέλος του φθηνού χρήματος στην Ιαπωνία και το παρασκήνιο με τις ΗΠΑ

Με τα επιτόκια στο υψηλότερο σημείο των τελευταίων 31 ετών, η Τράπεζα της Ιαπωνίας εγκαταλείπει την χαλαρότητα υπό την πίεση της Ουάσινγκτον, ελισσόμενη ανάμεσα στο γιγαντιαίο δημόσιο χρέος και την προστασία των νοικοκυριών

Η Τράπεζα της Ιαπωνίας προχώρησε σε μια απόφαση-σταθμό, αυξάνοντας το βασικό της επιτόκιο κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες στο 1,25%. Η κίνηση αυτή, που διαμορφώνει το κόστος δανεισμού στο υψηλότερο επίπεδο από το 1995, σήμανε το επίσημο τέλος μιας πολυετούς περιόδου εξαιρετικά χαλαρής νομισματικής πολιτικής. Πίσω όμως από την τεχνοκρατική προσπάθεια συγκράτησης του πληθωρισμού και αναχαίτισης της διολίσθησης του εθνικού νομίσματος, κρύβεται ένας συντονισμένος γεωπολιτικός ελιγμός με καθοριστική αμερικανική σφραγίδα, σύμφωνα με την EL PAIS.

Η αμερικανική παρέμβαση και η εσωτερική πολιτική σκακιέρα

Η νομισματική προσαρμογή υλοποιήθηκε σε ένα περιβάλλον οξείας εσωτερικής και διεθνούς αλληλεπίδρασης. Ενώ η κυβέρνηση της Πρωθυπουργού Σαναέ Τακαΐτσι τασσόταν υπέρ των χαμηλών επιτοκίων για τη διευκόλυνση μιας επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής, ο διοικητής της Τράπεζας της Ιαπωνίας, Καζούο Ουέντα, βρήκε τον καθοριστικό σύμμαχο στο πρόσωπο του Αμερικανού Υπουργού Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ. Η δημόσια υποστήριξη της Ουάσινγκτον για ένα ισχυρότερο γεν λειτούργησε ως ο καταλύτης που ξεκλείδωσε τις εξελίξεις. Όπως παρατηρεί η Σαγιούρι Σιράι, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Κέιο και πρώην μέλος του Νομισματικού Συμβουλίου της τράπεζας, στην  «μέχρι τις δηλώσεις του Μπέσεντ, δεν υπήρχε σαφής κατεύθυνση».

Η αμερικανοϊαπωνική σύγκλιση είχε ήδη αποτυπωθεί στην κοινή παρέμβαση της 31ης Ιουλίου, όταν οι μαζικές αγορές νομίσματος υποχρέωσαν το γεν σε ανάκαμψη από το ιστορικό χαμηλό των 164 μονάδων ανά δολάριο στα 157. Επρόκειτο για την πρώτη συντονισμένη δράση στήριξης του ιαπωνικού νομίσματος από το 1998, την οποία η Ουάσινγκτον χαρακτήρισε κίνηση φιλίας, αν και ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δεν παρέλειψε να σχολιάσει καυστικά πως «η Ιαπωνία μας φέρθηκε πολύ καλά, με την εξαίρεση, φυσικά, του Περλ Χάρμπορ».
 
Το άγχος των 1,2 τρισεκατομμυρίων

Το ενδιαφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών για τη σταθεροποίηση του γεν δεν ήταν αφιλοκερδές. Ως ο μεγαλύτερος πιστωτής του αμερικανικού δημοσίου, η Ιαπωνία διακρατά κρατικούς τίτλους ύψους σχεδόν 1,2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Τυχόν ανεξέλεγκτη διολίσθηση του γεν θα ανάγκαζε το Τόκιο σε ρευστοποιήσεις αυτών των ομολόγων για την άντληση δολαρίων, προκαλώντας επικίνδυνη αύξηση στο κόστος εξυπηρέτησης του αμερικανικού χρέους. Παράλληλα, η αποδυνάμωση του ιαπωνικού νομίσματος έθετε σε κίνδυνο τη δέσμευση του Τόκιο για επενδύσεις 550 δισεκατομμυρίων δολαρίων στις ΗΠΑ έως το 2029.

Ο Ιπέι Φουτζιουάρα, καθηγητής μακροοικονομίας και πρώην αναλυτής της ιαπωνικής κεντρικής τράπεζας, συνοψίζει στην EL PAIS τη συντονισμένη δράση ως μια απόλυτη «ευθυγράμμιση συμφερόντων». Την ίδια στιγμή, η σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής ανακόπτει τις στρατηγικές «carry trade», οι οποίες από το 1999 τροφοδοτούσαν την παγκόσμια κερδοσκοπία μέσω φθηνού δανεισμού σε γεν. Από την πλευρά του, ο Τσουγιόσι Ουένο, αναλυτής του Ινστιτούτου Ερευνών NLI, τονίζει ότι «ήταν απαραίτητο να σταλεί ένα αυστηρότερο μήνυμα στους κερδοσκόπους», προσθέτοντας ωστόσο ότι από την αμερικανική συνδρομή «ενδέχεται να δημιουργήθηκε στην Ιαπωνία ένα αίσθημα υποχρέωσης και ευγνωμοσύνης».
 

Το δίκοπο μαχαίρι των εξαγωγών

Στο εγχώριο μέτωπο, η ισοτιμία του νομίσματος συνιστά εξίσωση για δυνατούς λύτες. Αν και η υποχώρηση του γεν ενισχύει λογιστικά τα λειτουργικά κέρδη εξαγωγικών κολοσσών όπως η Toyota κατά δεκάδες δισεκατομμύρια γεν, το όφελος αυτό εξανεμίζεται από την παράλληλη εκτόξευση του κόστους εισαγωγής πρώτων υλών, λιθίου και ενέργειας που τιμολογούνται σε δολάρια.

Ταυτόχρονα, τα ιαπωνικά νοικοκυριά, πιεσμένα από τη μακροχρόνια μισθολογική στασιμότητα και τον εισαγόμενο πληθωρισμό, είδαν την αγοραστική τους δύναμη να διαβρώνεται.

«Η Ιαπωνία βρίσκεται σε καμπή», προειδοποιεί ο κ. Ουένο, σκιαγραφώντας την ανάγκη για περαιτέρω αυξήσεις επιτοκίων εντός του 2027. Ωστόσο, τα περιθώρια ελιγμών της κεντρικής τράπεζας είναι στενά. Όπως υπογραμμίζει η καθηγήτρια Σιράι, προσδοκίες για επιτόκια κοντά στο 2% είναι μη ρεαλιστικές, καθώς πάνω από το 70% των στεγαστικών δανείων στη χώρα φέρει κυμαινόμενο επιτόκιο, απειλώντας τα νοικοκυριά με άμεση οικονομική ασφυξία.

Δημογραφική γήρανση και η απειλή για το δημόσιο χρέος

Ο μεγαλύτερος μακροπρόθεσμος κίνδυνος από την ομαλοποίηση των επιτοκίων εντοπίζεται στη διαχείριση του γιγαντιαίου δημόσιου χρέους της Ιαπωνίας, το οποίο, σύμφωνα με τον κ. Φουτζιουάρα, «φτάνει το 250% του ΑΕΠ». Κάθε αύξηση του κόστους δανεισμού επιβαρύνει άμεσα τον κρατικό προϋπολογισμό, τη στιγμή που η χώρα αντιμετωπίζει μια δομική δημογραφική ανατροπή.

Μέχρι σήμερα, το 90% του χρέους χρηματοδοτούνταν από τις εγχώριες αποταμιεύσεις της μεταπολεμικής γενιάς. Καθώς όμως τα μέλη αυτής της γενιάς εισέρχονται στην τρίτη ηλικία και επιβαρύνονται με αυξημένες δαπάνες υγειονομικής περίθαλψης, η αποταμιευτική τους ικανότητα εξαντλείται.

Κατά συνέπεια, η Ιαπωνία θα υποχρεωθεί σταδιακά να εξαρτάται από λιγότερο προβλέψιμους ξένους επενδυτές, καθιστώντας την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας και τη δημοσιονομική ισορροπία της χώρας μια άκρως επικίνδυνη δοκιμασία.

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.