Που βλέπει η κλειδαρότρυπα;
- Κατηγορία ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ
- 0 σχόλια
Του Χρήστου Χωμενίδη
«Χίλια διακόσια ευρώ το μήνα στην εφορία! Χθες έκανα τη ρύθμιση! Χίλια διακόσια ευρώ!» Ο οικοδεσπότης έφτυσε τις λέξεις μία-μία, κοιτάζοντάς μας με ύφος οσιομάρτυρα στα μάτια. «Πληρώνω δηλαδή από την τσέπη μου, ενάμισυ –ή μήπως δύο;- δημόσιους υπαλλήλους. Για να τα ξύνουν εις υγείαν του κορόιδου…»
Η τελευταία φράση ήταν στοχευμένη. Απευθυνόταν στον άνδρα της αδελφής του, ο οποίος εργάζεται στο εθνικό τυπογραφείο. Κρατήσαμε όλοι την ανάσα μας - αναρωτιόμασταν εάν ο τυπογράφος θα σήκωνε το γάντι. Το σήκωσε. «Ε, για να τα πληρώνεις, Στέλιο μου, θα τα’χεις…» είπε φλεγματικά. «Δεν τα’χω!» εξερράγη ο Στέλιος. «Ντουβάρια έχω! Άδεια διαμερίσματα που ρημάζουν απούλητα. Διότι τις καλές εποχές, εσείς τα τρώγατε στις κραιπάλες ή τα στέλνατε σε ξένες τράπεζες ενώ εγώ έχτιζα. Ό,τι έβγαζα, το επένδυα στην οικοδομή. Απασχολούσα κόσμο. Μαστόρια και εργάτες. Τρομάρα μου!» «Κανείς δεν ζημιώθηκε αγοράζοντας γη…» θυμήθηκε ο παππούς του τραπεζιού ένα παμπάλαιο σλόγκαν, το οποίο -ανεξάρτητα απ’τις προθέσεις του- ήχησε ειρωνικό.
«Τις καλές εποχές, αδελφούλη» παρενέβη η γυναίκα του τυπογράφου «εσύ ήσουν ο μεγαλοεργολάβος με τα τζιπ, με τα πούρα, με τους τρεις γάμους και τις διατροφές στις δύο πρώην σου. Εμείς αρκούμασταν –μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει- στους μισθούς μας. Ποιες ξένες τράπεζες και ποιες κραιπάλες; Δεν απλώσαμε τα πόδια μας ποτέ ούτε πόντο έξω απ’το πάπλωμα!» «Το ότι στείλατε την κόρη σας στην Αμερική να σπουδάσει Ιστορία Τέχνης δεν ήταν κραιπάλη; Ιστορία Τέχνης η εγγονή της κυρά-Λένας της μοδίστρας απ’τον Κολωνό! Πού ακούστηκε; Γελούσε ο κόσμος…» «Είναι κραιπάλη η μόρφωση;» «Αφού η Ελενίτσα δεν τα έπαιρνε τα γράμματα! Στουρνάρι πήγε στη Μασσαχουσέτη, στουρνάρι γύρισε. Εγώ τους γιούς μου τούς έμαθα κάτι χρήσιμο.
Ο μικρός έχει πρόταση να εργαστεί στο Ντουμπάι σε μια κατασκευαστική.» «Ε τι παραπονιέσαι λοιπόν; Θα σε ξελασπώσει με τα πετρελαιοδόλλαρα!» «Πάντα εμείς σάς ξελασπώναμε…» αναστέναξε βαθιά ο Στέλιος, απαξιώντας να διευκρινήσει ποιους περιελάμβανε στο «εμείς» του. Τους απόφοιτους του Πολυτεχνείου; Τους προκομμένους άντρες; Ή μήπως τον εαυτό του απλώς και τα παιδιά του;
Παρόμοιες λογομαχίες συμβαίνουν καθημερινά. Αλαλιασμένοι από τη φορολογία κι από την αναδουλειά, οι Έλληνες τσακώνονται πλέον μεταξύ τους. Όχι για τα πολιτικά, για τους ηγέτες και τους ηγετίσκους, για τα κόμματα. Μα σε προσωπικό επίπεδο. Ακόμα κι όταν η κουβέντα ξεκινάει από το «Σύριζα θέλατε; Λουστείτε τώρα ΄Ενφια!», σύντομα καταλήγουν να ασχολούνται ο ένας με τα άπλυτα του άλλου.
Να ανταλλάσουν κατηγορίες για το παρελθόν – «είχες πληρώσει, επί τρεις δεκαετίες, μια δραχμή στο κράτος ; Ή μίλαγε ο βουλευτής σου στον διευθυντή της ΔΟΥ κι ο φάκελός σου βρισκόταν πάντοτε στον πάτο της ντάνας;» Να υποπτεύονται το παρόν του δίπλανού τους. «Πώς και αγόρασες, μέσα στα κάπιταλ κοντρόλ, καινούργιο αυτοκίνητο; Σού σφύριξαν μήπως από το κόμμα ότι ο Τσίπρας θα έκλεινε τον Ιούλιο τις τράπεζες και σήκωσες τις καταθέσεις σου εγκαίρως;»
Το γεγονός ότι το δράμα μας είναι κοινό δίνει έναυσμα για να καταρριφθεί κάθε έννοια ιδιωτικότητας. Κάθε αίσθηση αδιακρισίας. Δεν το’χει ο άλλος σε τίποτα να σε ρωτήσει στα ίσα πόσα ακριβώς βγάζεις το μήνα. Ή να σε κόψει από κορυφής μέχρις ονύχων και να εξαγάγει τα συμπεράσματά του. Τυχόν σιωπή σου εκλαμβάνεται σαν ομολογία ενοχής.
Ανέκαθεν κουτσομπολεύαμε αρειμανίως. Οι άνδρες στα καφενεία, οι γυναίκες στα κομμωτήρια. Η διαφορά είναι ότι στα ανέμελα χρόνια η κλειδαρότρυπα είχε θέα στις κρεββατοκάμαρες. Ενώ σήμερα στις θυρίδες. Πως τότε νοιώθαμε ένας λαός ντελικάτων εραστών. Και τώρα ένας εσμός δολίων αποταμιευτών. Αλοίμονο όταν το χρήμα καταντάει πιο διεγερτικό από το σεξ.-
