FT - Οι 7 ημέρες που μπορούν να αλλάξουν τα πάντα στην αγορά πετρελαίου
- Κατηγορία ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ
- 0 σχόλια
Για τρομερά κρίσιμες μέρες για την αγορά ενέργειας κάνουν λόγο οι Financial Times.
Η Μόσχα έχει κόψει τις προμήθειες φυσικού αερίου στην Ευρώπη, ενώ πλέον μετά και τις επιθέσεις το δίκτυο ενέργειας της Ουκρανίας βρίσκεται υπό κατάρρευση. Οι χώρες ανταγωνίζονται για την εξασφάλιση προμηθειών, με τα ρήγματα στις σχέσεις Σαουδικής Αραβίας και ΗΠΑ για πολλούς να βαθαίνουν.
Οι νέες κυρώσεις θα σταματήσουν επίσης τις ευρωπαϊκές εταιρείες από το να ασφαλίζουν πλοία που μεταφέρουν ρωσικό πετρέλαιο σε τρίτες χώρες – εκτός εάν αυτές οι χώρες αποδεχτούν μια τιμή για το πετρέλαιο που υπαγορεύουν οι δυτικές δυνάμεις, κάτι δηλαδή σαν πλαφόν.
Ο αντίκτυπος που θα έχουν αυτά τα μέτρα είναι δύσκολο να υπολογιστεί, ωστόσο το γεγονός ότι η Δύση θα καθορίζει την τιμή του πετρελαίου της Ρωσίας «συνιστά ταπείνωση για ένα πετροκράτος που παράγει περισσότερο από το 10% του παγκόσμιου πετρελαίου και μοιράζεται με τη Σαουδική Αραβία την κορυφή του καρτέλ του ΟΠΕΚ+» σημειώνουν οι FT.
Αλλά και οι καταναλωτικές χώρες έχουν αλλάξει, σύμφωνα με το δημοσίευμα: από την προθυμία των ΗΠΑ να εξαντλήσουν το απόθεμα πετρελαίου έκτακτης ανάγκης για να μειώσουν τις τιμές της βενζίνης, μέχρι τις δυτικές προσπάθειες να απεξαρτηθούν από τη ρωσική ενέργεια.
«Πρόκειται για τεκτονικές μετατοπίσεις. Οι παγκόσμιες αγορές χτίστηκαν πάνω σε αυτά τα δεδομένα, στην παροχή [φυσικού αερίου] μεταξύ Ρωσίας και Ευρώπης, και την παροχή τόσο πετρελαίου όσο και φυσικού αερίου μεταξύ Μέσης Ανατολής και Ασίας», εξηγεί στους FT ο Roger Diwan, βετεράνος αναλυτής πετρελαίου στην S&P Global Commodity Insights στην Ουάσιγκτον. «Δεν ξέρουμε πώς θα λειτουργήσει αυτή η αγορά μετά από μια συγκεκριμένη ημερομηνία. Η προσαρμογή θα είναι δραματική… θα είναι συγκρουσιακό και θα είναι ασταθές» προειδοποιεί.
Την ίδια ώρα, το Brent, συμβόλαιο αναφοράς για το αργό στην παγκόσμια αγορά, δεν απογειώθηκε όπως κάποιοι προέβλεπαν, αλλά έχει υποχωρήσει από τα 120 δολάρια το βαρέλι τον Ιούνιο στα 81 δολάρια σήμερα. Η επιμονή της Κίνας σε μια πολιτική «μηδενικού Covid» περιόρισε τη ζήτηση και παρείχε μια βαλβίδα αποσυμπίεσης για ευρύτερες πιέσεις στην αγορά.
