ενημέρωση 12:15, 15 May, 2026

Ανάλυση New York Times - Γιατί ο Σι δεν χρειάζεται μια συμφωνία με τον Τραμπ - Ο νέος άσος στο μανίκι του

Ο Κινέζος πρόεδρος αγοράζει χρόνο και μπορεί να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία απέναντι σε έναν Αμερικανό πρόεδρο αποδυναμωμένο από τον πόλεμο με το Ιράν

Όταν ο Σι Τζινπίνγκ συναντήθηκε με τον Ντόναλντ Τραμπ πέρυσι, ο Κινέζος ηγέτης εστίασε στον έλεγχο της χώρας του σε κρίσιμα ορυκτά, μια ισχυρή στάση που οδήγησε τον πρόεδρο των ΗΠΑ στο να συμφωνήσει σε εμπορική εκεχειρία διάρκειας ενός έτους.

 

Σύμφωνα με ανάλυση των New York Times, αυτή την εβδομάδα που ο Σι φιλοξενεί τον Αμερικανό ομόλογό του στο Πεκίνο, θα έχει ένα ακόμα ισχυρό χαρτί να παίξει: τον πόλεμο στο Ιράν.

Και ενώ οι ΗΠΑ βρέθηκαν πρόσφατα σε πόλεμο, ο Σι καλούσε σε ειρήνη και επικοινωνούσε με ξένους αξιωματούχους τόσο από την περιοχή του Κόλπου όσο και από την Ευρώπη που ζητούσαν τη βοήθειά του για τον τερματισμό της κρίσης.

Μια...όχι και τόσο διακριτική επίσκεψη

Λίγο πριν από την επίσκεψη του προέδρου των ΗΠΑ, ταξίδεψε στο Πεκίνο και ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, σε μια... όχι και τόσο διακριτική υπενθύμιση της κινεζικής περιοχής στην Τεχεράνη.

«Το ζήτημα του Ιράν βοηθάει στην πραγματικότητα την Κίνα», δήλωσε στους NYT ο Λι Νταοκούι, εξέχων οικονομολόγος στο Πανεπιστήμιο Τσινγκχουά του Πεκίνου.

Η Κίνα, όπως είπε, έχει σημαντική οικονομική επιρροή στο Ιράν, την οποία θα μπορούσε να αξιοποιήσει για την επιδίωξη στόχων που την ενδιαφέρουν περισσότερο. Ο κυριότερος από αυτούς, σύμφωνα με τον οικονομολόγο, είναι η απομάκρυνση των ΗΠΑ  από την Ταϊβάν.

Αυτό πιθανότατα δίνει στον Σι επιπλέον αυτοπεποίθηση στο πλαίσιο της συνόδου κορυφής με τον Τραμπ που ξεκίνησε σήμερα Πέμπτη και αποτελεί την πρώτη συνάντηση των δύο ηγετών με φυσική παρουσία από τον Οκτώβριο.

Ο Λευκός Οίκος προσπαθεί, από την πλευρά του, να πιέσει την Κίνα, βασικό αγοραστή ιρανικού πετρελαίου που έχει υποστεί κυρώσεις, να μειώσει την υποστήριξή της προς την Τεχεράνη.

Η χρήσιμη επιρροή στο Ιράν

Όπως τονίζουν οι New York Times, η Κίνα έχει τους δικούς της λόγους για να βοηθήσει στον τερματισμό της σύγκρουσης, δεδομένου ότι η οικονομία της επηρεάζεται από την εκτόξευση των τιμών ενέργειας. Επιπλέον, μια παγκόσμια ύφεση θα έβλαπτε τις εξαγωγές της Κίνας, οι οποίες αποτελούν σημαντική κινητήρια δύναμη ανάπτυξης, ενώ τα στρατηγικά της αποθέματα πετρελαίου - αν και χρήσιμα - δεν είναι απεριόριστα.

Η Κίνα έχει ωθήσει Ιρανούς αξιωματούχους στο να διαπραγματευτούν με τις ΗΠΑ, αλλά εμφανίζεται επιφυλακτική στο να εμπλακεί σε έναν πόλεμο, τον οποίο θεωρεί ότι πρέπει να επιλύσει σε μεγάλο βαθμό η Ουάσιγκτον.

Ακόμη όμως και χωρίς να εμπλακεί στρατιωτικά, η Κίνα θα μπορούσε να είναι πρόθυμη να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ.

«Η κινεζική πλευρά μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμφωνία με τις ΗΠΑ λέγοντας: "Ας συνεργαστούμε για να πείσουμε το Ιράν να κρατήσει τα Στενά ανοιχτά"», δήλωσε ο Δρ. Λι, προσθέτοντας ότι το Πεκίνο πιθανότατα θα ήθελε επίσης διαβεβαιώσεις ότι οι ΗΠΑ δεν θα αποκλείσουν την πλωτή οδό.

Παράλληλα, η Κίνα θα μπορούσε να προσφέρει διάφορα κίνητρα στην Τεχεράνη για να συνεργαστεί με την Ουάσιγκτον, όπως δάνεια, επενδύσεις και προσφορές για βοήθεια στην μεταπολεμική ανοικοδόμηση, λένε οι αναλυτές.

Είναι, ωστόσο, απίθανο το Πεκίνο να πιέσει την Τεχεράνη να εγκαταλείψει το πυρηνικό της πρόγραμμα.

Το ζήτημα που δεν είναι πια ταμπού

Αυτό που θέλει όμως περισσότερο ο Σι από τον Τραμπ βρίσκεται αλλού: στην Ταϊβάν. Ο Σι επιδιώκει την άμβλυνση της αμερικανικής υποστήριξης προς τη νήσο, είτε μέσω καθυστέρησης ή μείωσης των πωλήσεων όπλων, είτε μέσω δήλωσης ότι η Ουάσιγκτον αντιτίθεται στην ανεξαρτησία της.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη καθυστερήσει την ανακοίνωση ενός πακέτου όπλων ύψους 13 δισ. δολαρίων για την Ταϊβάν, προκειμένου να αποφύγει την οργή του Σι.

Σημειώνεται ότι ο Τραμπ δήλωσε ξανά αυτή την εβδομάδα ότι προτίθετο να συζητήσει με την Κίνα το ζήτημα των πωλήσεων όπλων στην Ταϊβάν.

Αν το πράξει, ο κ. Τραμπ θα μπορούσε να παραβιάσει μια μακροχρόνια δέσμευση γνωστή ως οι «Έξι Διαβεβαιώσεις», ένας πυλώνας των σχέσεων ΗΠΑ-Ταϊβάν και ΗΠΑ-Κίνας. Οι εν λόγω Διαβεβαιώσεις της εποχής Ρίγκαν στάλθηκαν στον πρόεδρο της Ταϊβάν το 1982 και στο πλαίσιο αυτό, δεν θεωρείται αποδεκτό η αμερικανική κυβέρνηση να συμβουλευτεί το Πεκίνο πριν από μια πώληση όπλων στην Ταϊβάν.

Σημειώνεται πάντως ότι, στο πλαίσιο της συνάντησής τους στο Πεκίνο σήμερα, ο Σι προειδοποίησε τον Τραμπ ότι Πεκίνο και Ουάσιγκτον θα μπορούσαν να «έρθουν σε σύγκρουση», εάν δεν αντιμετωπιστεί σωστά το ζήτημα της Ταϊβάν.

Μεταξύ των πιο «σκληροπυρηνικών» Κινέζων ακαδημαϊκών, υπάρχει η άποψη ότι ο πόλεμος στο Ιράν έχει επίσης αποκαλύψει τη στρατιωτική αδυναμία των ΗΠΑ, δίνοντας στο Πεκίνο ακόμη μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση να προωθήσει το ζήτημα της Ταϊβάν.

«Η σύγκρουση με το Ιράν δείχνει ότι οι ΗΠΑ απλά δεν μπορούν να αντέξουν έναν μεγάλο πόλεμο με την Κίνα για την Ταϊβάν. Αυτό είναι πολύ σαφές», δήλωσε ο Γου Σίνμπο, κορυφαίος ακαδημαϊκός στον τομέα των αμερικανικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Fudan στη Σαγκάη.

Επαναπροσδιορισμός των σχέσεων

Για το Πεκίνο, η σημερινή σύνοδος κορυφής ίσως αφορά κυρίως τον επαναπροσδιορισμό των όρων για το πώς θα πρέπει να συνεργάζονται οι δύο υπερδυνάμεις.

Ειδικότερα, ο Σι στοχεύει στην επιβεβαίωση ότι η χώρα του, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, είναι πλέον ισότιμη με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Και ότι ο ίδιος, ως ηγέτης της, είναι ισότιμος του Τραμπ.

Η Κίνα είχε υποστηρίξει πρόσφατα σε κύριο άρθρο του πρακτορείου Xinhua  με τίτλο «Βρίσκοντας τον σωστό τρόπο για να τα πάνε καλά η Κίνα και οι ΗΠΑ ως μεγάλες δυνάμεις», ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρέπει να περιμένουν ότι θα παίρνουν μόνα όσα τις βολεύουν από την Κίνα.

Επέκρινε μάλιστα την Ουάσιγκτον διότι ζήτησε από το Πεκίνο να βοηθήσει σε θέματα που την ενδιαφέρουν - όπως η βοήθεια για τον περιορισμό της ροής φαιντανύλης στην Αμερική - ενώ ταυτόχρονα έβλαπτε τα κινεζικά συμφέροντα, επιβάλλοντας π.χ. κυρώσεις σε κινεζικές εταιρείες.

Αλλά αυτή η δυναμική έχει καθορίσει τη σχέση των δύο χωρών τα τελευταία οκτώ χρόνια, οδηγώντας τις δύο πλευρές σε αντιπαράθεση για τα πάντα, από την προέλευση της πανδημίας Covid-19 μέχρι την εμφάνιση ενός κινεζικού κατασκοπευτικού αερόστατου που πετούσε πάνω από τις ΗΠΑ.

Σήμερα, οι δύο πλευρές παραμένουν σε διαμάχη για την υποστήριξη της Κίνας προς το Ιράν και τη Ρωσία, καθώς και για τους ελέγχους εξαγωγών των ΗΠΑ που αποκόπτουν τις κινεζικές εταιρείες από προηγμένα τσιπ υπολογιστών και άλλη τεχνολογία.

Η Κίνα προσπαθεί να κερδίσει χρόνο

Τέλος, σύμφωνα με τους New York Times, η Κίνα επιθυμεί περισσότερη σταθερότητα και συνέχιση της εμπορικής εκεχειρίας. Αυτό σημαίνει τέλος στους δασμούς, στους ελέγχους εξαγωγών και στις κυρώσεις που επιβάλλονται στις εταιρείες της.

«Θέλουν απλώς χρόνο και χώρο για να οχυρωθούν για μελλοντικό ανταγωνισμό», δήλωσε η Αμάντα Χσιάο, διευθύντρια του China Practice στο Eurasia Group, η οποία βρέθηκε πρόσφατα στο Πεκίνο για συναντήσεις με ακαδημαϊκούς και αξιωματούχους.

Το Πεκίνο το έχει ήδη κάνει αυτό, οικοδομώντας αυτό που ο Σι αποκαλεί «εθνική αυτοδυναμία» στην τεχνολογία αλλά και στο εμπόριο και την επιστήμη. Από την τελευταία συνάντηση των δύο ηγετών πριν από έξι μήνες, η Κίνα έχει ακονίσει τα εργαλεία της για να προκαλέσει οικονομικό πόνο στους αντιπάλους της.

Μετά από χρόνια ελέγχων εξαγωγών από τις ΗΠΑ, οι κινεζικές εταιρείες κατασκευάζουν τα δικά τους τσιπ, ενώ εταιρείες όπως η DeepSeek σχεδιάζουν συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που παρακάμπτουν τους περιορισμούς.

Το Πεκίνο έχει επίσης δείξει ότι θα αντιδράσει εάν προκληθεί: Όταν η Ουάσιγκτον επέβαλε κυρώσεις σε ένα κινεζικό διυλιστήριο τον Απρίλιο για την αγορά ιρανικού πετρελαίου, η Κίνα διέταξε τις εταιρείες της να μην συμμορφωθούν.

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.