Το Qatargate του Δημήτρη Αβραμόπουλου
Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που εξέδωσαν οι βελγικές αρχές σε βάρος του Δημήτρη Αβραμόπουλου και το οποίο ο ίδιος χαρακτήρισε «μπούρδα», φέρνει ξανά στο προσκήνιο το Qatargate, αυτήν τη φορά μέσα από τη σχέση του πρώην Επιτρόπου με τη ΜΚΟ του Αντόνιο Παντσέρι.
ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΠΟΥ ΣΤΑ ΤΕΛΗ του 2022 συγκλόνισε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, αποκάλυψε ένα δίκτυο επιρροής που είχε στηθεί στις Βρυξέλλες και το οποίο, σύμφωνα με την έρευνα των βελγικών αρχών, χτίστηκε με το μεγάλο πορτοφόλι του Κατάρ. Η έρευνα έδειξε ότι το πανίσχυρο Εμιράτο φέρεται να διοχέτευε κάτω από το τραπέζι μεγάλα χρηματικά ποσά σε Ευρωπαίους πολιτικούς και αξιωματούχους, με σκοπό να επηρεάσει υπέρ των συμφερόντων του αποφάσεις των ευρωπαϊκών οργάνων.
Στο επίκεντρο του Qatargate βρέθηκε η Fight Impunity, η οργάνωση που είχε ιδρύσει ο πρώην ευρωβουλευτής Πιερ Αντόνιο Παντσέρι, ο οποίος αναδείχθηκε σε κεντρικό πρόσωπο του σκανδάλου διαφθοράς, και μάλιστα έχει ομολογήσει ότι έκανε παράνομο lobbying υπέρ του Κατάρ.
Ο Δημήτρης Αβραμόπουλος βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος με το ευρωπαϊκό ένταλμα των βελγικών αρχών λόγω της συνεργασίας του με την οργάνωση Παντσέρι.
Όταν το σκάνδαλο του Qatargate είδε το φως της δημοσιότητας, ο Δημήτρης Αβραμόπουλος παραιτήθηκε από τη Fight Impunity. Τότε, όπως και σήμερα, το βασικό του επιχείρημα ήταν ότι η συμμετοχή του στην οργάνωση δεν έγινε στο σκοτάδι, αλλά με γνώση και έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
«Το ζήτημα που επιχειρήθηκε να συνδεθεί με το όνομά μου έχει κλείσει εδώ και τρία χρόνια, με πλήρη θεσμική διαφάνεια και με τη σφραγίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κατόπιν απόφασης υπογεγραμμένης από την πρόεδρό της, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν», ανέφερε ο κ. Αβραμόπουλος στην ανακοίνωσή του.
«Πώς γίνεται ένας πρώην Ευρωπαίος Επίτροπος να αποδεχόταν αμειβόμενη θέση σε μια ΜΚΟ που δεν ήταν τότε εγγεγραμμένη στο Μητρώο Διαφάνειας της Ε.Ε., και όταν ο βασικός γνωστός δωρητής της συνδεόταν με τόσο αμφιλεγόμενο επιχειρηματικό περιβάλλον;»
Πράγματι, υπήρξε θεσμική διαδικασία έγκρισης. Το έγγραφο στο οποίο αναφέρεται ο Δημήτρης Αβραμόπουλος αφορά την αλληλογραφία του με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την ανάληψη επαγγελματικής δραστηριότητας μετά την αποχώρησή του από την Κομισιόν.
Ως πρώην Επίτροπος, βρισκόταν ακόμη στην περίοδο περιορισμών, τη λεγόμενη «cooling-off period», και όφειλε να ενημερώσει την Επιτροπή προτού αναλάβει οποιαδήποτε νέα θέση, ούτως ώστε να μην υπάρξει σύγκρουση συμφερόντων. Πράγματι, η συμμετοχή του στο τιμητικό συμβούλιο της οργάνωσης με τον βαρύγδουπο τίτλο «Ένωση κατά της Ατιμωρησίας και υπέρ της Μεταβατικής Δικαιοσύνης», γνωστής ως Fight Impunity, έγινε με όλα τα προβλεπόμενα.
Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, η Κομισιόν ζήτησε γνωμοδότηση από την Ανεξάρτητη Επιτροπή Δεοντολογίας, η οποία έδωσε το πράσινο φως για τη συμμετοχή του Αβραμόπουλου στην οργάνωση. Στη γνωμοδότηση της 10ης Δεκεμβρίου 2020 αναφέρεται ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έδωσε ο ίδιος ο πρώην Επίτροπος, όπως αυτές καταγράφονται στην αλληλογραφία που είχε με την Κομισιόν, η Fight Impunity χρηματοδοτούνταν κυρίως από δωρεές και ο σημαντικότερος δωρητής της τότε ήταν η Sekunjalo Development Foundation.
Η Sekunjalo Development Foundation συνδέεται με το δίκτυο Survé Philanthropies του Νοτιοαφρικανού επιχειρηματία Iqbal Survé, ιδρυτή του ομίλου Sekunjalo. Ο Survé είναι μια από τις πιο αμφιλεγόμενες επιχειρηματικές φυσιογνωμίες της Νότιας Αφρικής. Γύρω από το όνομά του συνυπάρχουν η εικόνα του επιτυχημένου επιχειρηματία της μετα-απαρτχάιντ εποχής και ένα φορτωμένο ιστορικό εταιρικών ερευνών, τραπεζικών ρήξεων και δικαστικών υποθέσεων.

Ο όμιλος Sekunjalo απέκτησε ιδιαίτερη επιρροή μετά την εξαγορά της Independent Media South Africa, μιας από τις μεγάλες εκδοτικές επιχειρήσεις της χώρας. Τα επόμενα χρόνια, όμως, εταιρείες που συνδέονταν με τον όμιλο βρέθηκαν στο στόχαστρο των αστυνομικών και δικαστικών αρχών. Οι εταιρείες του ομίλου Sekunjalo είχαν μπει στο μικροσκόπιο των ελεγκτικών αρχών στη Ν. Αφρική, στο πλαίσιο έρευνας για συναλλαγές και χρηματοδοτήσεις που συνδέονταν με κρατικά επενδυτικά κεφάλαια και με το συνταξιοδοτικό των δημοσίων υπαλλήλων. Στη συνέχεια, μεγάλες τράπεζες της Νότιας Αφρικής, όπως η Nedbank, η Absa και η Standard Bank, άρχισαν να κλείνουν λογαριασμούς εταιρειών του ομίλου ή συνδεδεμένων με αυτόν, επικαλούμενες ζητήματα συμμόρφωσης και κινδύνου. Ο ίδιος ο Survé υποστήριξε ότι οι κινήσεις των τραπεζών ήταν άδικες και πολιτικά υποκινούμενες.
Η Sekunjalo Development Foundation χρηματοδότησε τη Fight Impunity με περίπου 250.000 ευρώ, παρουσιάζοντας τη δωρεά ως στήριξη δράσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την κοινωνική δικαιοσύνη. Δεν έχουν απαγγελθεί κατηγορίες σε βάρος του Survé για παράνομη εμπλοκή στο Qatargate. Το ερώτημα ωστόσο για τους ανθρώπους που παρακολουθούν από κοντά την υπόθεση είναι πώς γίνεται «ένας πρώην Ευρωπαίος Επίτροπος να αποδεχόταν αμειβόμενη θέση σε μια ΜΚΟ που δεν ήταν τότε εγγεγραμμένη στο Μητρώο Διαφάνειας της Ε.Ε., και όταν ο βασικός γνωστός δωρητής της συνδεόταν με τόσο αμφιλεγόμενο επιχειρηματικό περιβάλλον», αναφέρουν στη LifΟ.
Στην ίδια γνωμοδότηση που επικαλείται ο Δ. Αβραμόπουλος, η οποία του έδωσε το πράσινο φως για την τιμητική θέση στην οργάνωση Παντσέρι, σημειωνόταν ότι η Fight Impunity δεν ήταν εγγεγραμμένη στο Μητρώο Διαφάνειας της Ε.Ε. Ένα στοιχείο κρίσιμο, γιατί το Μητρώο αφορά οργανώσεις που ασκούν επιρροή ή lobbying στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Μάλιστα, στο έγγραφο της γνωμοδότησης, καταγράφεται ότι ο ίδιος ο Δ. Αβραμόπουλος έδωσε συμπληρωματικές πληροφορίες στην Κομισιόν, δηλώνοντας ότι «η οργάνωση σκόπευε να εγγραφεί στο Μητρώο μόλις επανεκκινούσε τη λειτουργία της με φυσική παρουσία στις Βρυξέλλες μετά την πανδημία».
Σύμφωνα με τον κ. Αβραμόπουλο, η διαδικασία έγκρισης παρείχε πλήρη θεσμική κάλυψη της συμμετοχής και της αμοιβής του στη Fight Impunity. Όπως υποστήριξε, είχε απευθυνθεί ο ίδιος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να ρωτήσει αν μπορούσε να ενταχθεί στην οργάνωση του Παντσέρι και αν μπορούσε να αμείβεται γι’ αυτόν τον ρόλο. Σύμφωνα με τη δική του περιγραφή, η απάντηση που έλαβε ήταν θετική και επιβεβαίωνε ότι επρόκειτο για «καλό οργανισμό» και ότι μπορούσε να πληρώνεται. Στη συνέχεια, όπως λέει, η Επιτροπή Δεοντολογίας της Κομισιόν τού έδωσε το «πράσινο φως».
Η νέα παρέμβαση της Κομισιόν, πάντως, περιόρισε αισθητά το εύρος αυτού του επιχειρήματος. Η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε ότι είχε εγκρίνει τη συμμετοχή του στη Fight Impunity, ούτε ότι γνώριζε την αμοιβή του. Ξεκαθάρισε όμως ότι η τότε έγκριση αφορούσε μόνο το αν ένας πρώην Επίτροπος μπορούσε, υπό συγκεκριμένους όρους, να αναλάβει μια δραστηριότητα μετά τη θητεία του.
Η Κομισιόν απάντησε και στον ισχυρισμό Αβραμόπουλου ότι δεν ανταποκρίθηκε σε κλήση των βελγικών αρχών επειδή ανέμενε στήριξη και νομική εκπροσώπηση από την Επιτροπή, λόγω της προηγούμενης ιδιότητάς του. Εκπρόσωπός της ανέφερε ότι δεν είχε υποβληθεί κανένα σχετικό αίτημα από τον πρώην Επίτροπο.
Παράλληλα, μετά το ξέσπασμα του Qatargate, η Επιτροπή επανήλθε στον φάκελο Αβραμόπουλου όχι για να ερευνήσει τη Fight Impunity ή τις καταγγελίες των βελγικών αρχών, αλλά για να δει αν ο ίδιος είχε τηρήσει τους περιορισμούς που του είχαν τεθεί όταν εγκρίθηκε η συμμετοχή του. Με αυτή την έννοια, η απάντηση της Κομισιόν δεν λειτουργεί ως πιστοποιητικό καθαρότητας για τη ΜΚΟ, ούτε ως κρίση για την ποινική ουσία της υπόθεσης. Λέει μόνο ότι, στο δικό της διοικητικό πεδίο, τότε δεν είχε βρει ένδειξη παραβίασης των όρων της άδειας.

Έτσι, το «χαρτί» που επικαλείται ο πρώην Επίτροπος παραμένει υπαρκτό, αλλά δεν έχει το εύρος της αληθείας που του αποδίδει ο ίδιος. Καλύπτει την έγκριση μιας δραστηριότητας μετά τη θητεία του στην Κομισιόν, όχι τη λειτουργία της Fight Impunity, ούτε όσα διερευνά σήμερα η βελγική Δικαιοσύνη.
Σύμφωνα με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για τον Δημήτρη Αβραμόπουλο, το οποίο δημοσίευσε η «Καθημερινή», το όνομά του εμφανίζεται στο υλικό που ανακτήθηκε από κινητά τηλέφωνα και εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων. Οι βελγικές αρχές υποστηρίζουν ότι από την ανάλυση τηλεφωνικών παρακολουθήσεων και αρχείων προκύπτει πως βασικά πρόσωπα της φερόμενης εγκληματικής οργάνωσης, μεταξύ τους ο Φραντσέσκο Τζόρτζι, η Εύα Καϊλή και ο Αντόνιο Παντσέρι, εργάστηκαν ώστε ο πρώην Επίτροπος να τοποθετηθεί ως ειδικός απεσταλμένος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις χώρες του Κόλπου.
Το ένταλμα περιγράφει συνολικά μια οργάνωση που φέρεται να λειτουργούσε μέσα και γύρω από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με στόχο την άσκηση επιρροής υπέρ του Κατάρ και του Μαρόκου. Στο κέντρο του δικτύου τοποθετείται ο πρώην ευρωβουλευτής Αντόνιο Παντσέρι, ενώ η Fight Impunity εμφανίζεται ως ένας από τους μηχανισμούς μέσω των οποίων φέρεται να διακινήθηκαν χρήματα και επαφές.
Οι βελγικές αρχές σημειώνουν ότι ο πρώην Επίτροπος φέρεται να είχε «ειδικό καθεστώς» στην οργάνωση, καθώς εμφανίζεται ως το μόνο μέλος του Συμβουλίου Τιμής που αμειβόταν. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στις αναφορές περί «Greek connection», δηλαδή σε επαφές και κινήσεις που, κατά την εκτίμηση των βελγικών αρχών, συνδέονταν με τον φάκελο απαλλαγής των πολιτών του Κατάρ από την υποχρέωση θεώρησης εισόδου στην Ε.Ε.
Το ένταλμα αναφέρεται σε ταξίδι του Αβραμόπουλου στην Ντόχα τον Φεβρουάριο του 2020, σε επαφές με Καταριανούς αξιωματούχους και σε ανταλλαγές μηνυμάτων με την Εύα Καϊλή. Οι ανακριτές υποστηρίζουν ότι ο πρώην Επίτροπος φέρεται να κινήθηκε για τη διευκόλυνση της απαλλαγής από τη βίζα υπέρ του Κατάρ, ενώ ο ίδιος απορρίπτει τις κατηγορίες και αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή στο Qatargate.
Το ένταλμα επανέρχεται και σε μεταγενέστερο ταξίδι του πρώην Επιτρόπου στο Κατάρ, με αφορμή το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου του 2022. Οι βελγικές αρχές αναφέρουν ότι ο Αβραμόπουλος ταξίδεψε στο Κατάρ μαζί με τους γιους του, κατόπιν πρόσκλησης που αποδίδεται στη φερόμενη εγκληματική οργάνωση, και ότι κατά την παραμονή του εκεί συναντήθηκε με τον υπουργό Εργασίας και τον υπουργό Εξωτερικών του Κατάρ. Το οικονομικό σκέλος του εντάλματος κλείνει με την αναφορά ότι ο πρώην Επίτροπος φέρεται να έλαβε μέσω της AITJ/Fight Impunity συνολικά 76.150 ευρώ, σε 16 τραπεζικά εμβάσματα από τον Φεβρουάριο του 2021 έως τον Μάιο του 2022, με αιτιολογίες όπως «συμβουλευτικές υπηρεσίες» και «επιστροφές εξόδων».
Απαντώντας για τα χρήματα που εισέπραττε από τη Fight Impunity, ο κ. Αβραμόπουλος υποστήριξε ότι εκείνη την περίοδο δεν ήταν πλέον Επίτροπος και δεν είχε αποδοχές. «Μέχρι να διεκδικήσω και πάλι τη θητεία μου, κάτι έπρεπε να κάνω. Και δέχτηκα την πρόταση αυτή. Και δεν ήταν καν 5.000 ευρώ αλλά 3.500, που έπαιρνα για έναν χρόνο», ανέφερε.
Η εξήγηση αυτή, ωστόσο, χρειάζεται μια κρίσιμη διευκρίνιση. Οι πρώην Επίτροποι της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν συνεχίζουν να λαμβάνουν μισθό ως εν ενεργεία μέλη της Κομισιόν, δικαιούνται όμως μεταβατικό επίδομα μετά τη λήξη της θητείας τους.

Στην περίπτωση Αβραμόπουλου, ο οποίος υπηρέτησε ως Επίτροπος από την 1η Νοεμβρίου 2014 έως την 1η Δεκεμβρίου 2019, το επίδομα αυτό αντιστοιχούσε στο 55% του τελευταίου βασικού μισθού του και μπορούσε να καταβάλλεται για έως δύο χρόνια. Με δεδομένο ότι οι μισθοί των Επιτρόπων ανέρχονται σε πολλές χιλιάδες ευρώ τον μήνα, εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι το ποσό που ελάμβανε ο Δ. Αβραμόπουλος δεν ήταν αμελητέο.
Την περασμένη Πέμπτη έγινε γνωστή και η προσφυγή του Δημήτρη Αβραμόπουλου στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου κατά του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Ο πρώην Επίτροπος ζητά δημοσίως την άρση της ασυλίας του, την ίδια ώρα όμως αμφισβητεί τη νομιμότητα του εντάλματος, υποστηρίζοντας ότι δεν περιγράφει επαρκώς τον χρόνο, τον τόπο και τις συνθήκες των πράξεων που του αποδίδονται.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η δημόσια διαδρομή του Δ. Αβραμόπουλου διασταυρώνεται με έρευνες των αρχών. Ως υπουργός Υγείας, ο Δ. Αβραμόπουλος συνδέθηκε με έναν από τους πιο πολυσυζητημένους χειρισμούς της περιόδου Καραμανλή στον χώρο της Υγείας, τη διαχείριση της γρίπης Η1Ν1 το 2009. Η «γρίπη των χοίρων» είχε σημάνει παγκόσμιο υγειονομικό συναγερμό και είχε οδηγήσει πολλές κυβερνήσεις σε μεγάλες αγορές εμβολίων.
Τότε, το υπουργείο Υγείας ανακοίνωσε σχέδιο εμβολιαστικής κάλυψης του συνόλου του πληθυσμού και προχώρησε σε μεγάλη παραγγελία εμβολίων και αντιικών φαρμάκων. Ήταν μια επιλογή που, όταν η πανδημία αποδείχθηκε ηπιότερη από τους αρχικούς φόβους, μετατράπηκε σε πεδίο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης.
Το ΠΑΣΟΚ κατηγορούσε τότε την κυβέρνηση για δυσανάλογη δέσμευση δόσεων σε σχέση με τον πληθυσμό και την πραγματική εξέλιξη της πανδημίας. Ο Αβραμόπουλος απαντούσε ότι η χώρα κινήθηκε βάσει των τότε εισηγήσεων των αρμόδιων επιστημονικών επιτροπών και των οδηγιών των διεθνών και ευρωπαϊκών αρχών, υποστηρίζοντας ακόμη ότι το Δημόσιο δεν πλήρωσε το σύνολο των αρχικών παραγγελιών αλλά μόνο τις δόσεις που τελικά παραδόθηκαν. Οι χειρισμοί εκείνης της περιόδου είχαν ήδη ερευνηθεί δικαστικά και η υπόθεση των εμβολίων είχε τεθεί στο αρχείο. Επανήλθε το 2018, στο πλαίσιο της έρευνας για τη Novartis.
Παράλληλα, στη δικογραφία της ίδιας έρευνας υπήρχαν αναφορές και σε άλλες αποφάσεις της θητείας Αβραμόπουλου στο υπουργείο Υγείας, μεταξύ των οποίων και η προμήθεια τεστ μοριακού ελέγχου αίματος. Το 2022 αρχειοθετήθηκε η δικογραφία που αφορούσε τον Δημήτρη Αβραμόπουλο και τον Άδωνι Γεωργιάδη. Ήταν τα δύο τελευταία από τα δέκα πολιτικά πρόσωπα που είχαν ελεγχθεί στην υπόθεση Novartis.
Ο ίδιος είχε εξαρχής αρνηθεί οποιαδήποτε έκνομη ενέργεια, αποδίδοντας τις αναφορές στο πρόσωπό του ως αβάσιμες και πολιτικά υποκινούμενες.
Πηγή: lifo
