ΕΛΑΣ - Βιομηχανία κοροϊδίας από τον κ. Μητσοτάκη – Ξαναπαρουσιάζει ως σχέδιο τις ίδιες ανεκπλήρωτες υποσχέσεις
Πυρά από το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα για τις σημερινές εξαγγελίες της κυβέρνησης για τη βιομηχανία.
«Οκ. Μητσοτάκης ανακάλυψε ξανά τη βιομηχανία, αυτή τη φορά λίγους μήνες πριν από τις εκλογές», σχολιάζει σε ανακοίνωσή της η ΕΛΑΣ, στηλιτεύοντας πως «μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης, ανακοίνωσε ένα “νέο πλαίσιο μεταρρυθμίσεων“, μίλησε ξανά για απλούστευση των διαδικασιών, φθηνότερη ενέργεια, επενδύσεις και ευρωπαϊκούς πόρους και υποσχέθηκε – για ακόμη μία φορά – ένα νέο παραγωγικό μοντέλο».
«Το πρόβλημα είναι ότι η κυβέρνηση είχε παρουσιάσει ήδη από το 2022 την “πρώτη Εθνική Στρατηγική Βιομηχανίας”, με 43 παρεμβάσεις και συγκεκριμένους στόχους: η συμμετοχή της βιομηχανίας στο ΑΕΠ να φτάσει το 13% έως το 2027, οι εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων το 15% και η απασχόληση το 12%. Έναν χρόνο πριν από την προθεσμία, ο πρωθυπουργός δεν παρουσίασε κανέναν απολογισμό. Δεν είπε ποιοι στόχοι επιτεύχθηκαν, ποιοι απέτυχαν και γιατί. Απλώς παρουσίασε ως “νέα αρχή” όσα η κυβέρνησή του είχε ήδη δεσμευτεί να κάνει», αναφέρει η ανακοίνωση και συνεχίζει:
«Ούτε οι θετικές εξελίξεις που πράγματι υπάρχουν μπορούν να κρύψουν την πραγματική εικόνα. Οι νέες θέσεις εργασίας στη βιομηχανία είναι καλοδεχούμενες. Αλλά η χώρα εξακολουθεί να έχει παραγωγικότητα μόλις στο 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Οι επενδύσεις των επιχειρήσεων σε έρευνα και ανάπτυξη παραμένουν στο 0,9% του ΑΕΠ, έναντι 1,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η προστιθέμενη αξία της μεταποίησης μέσης και υψηλής τεχνολογίας βρίσκεται στο 2%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ξεπερνά το 5%».
«Αυτά δεν τα λέει η αντιπολίτευση. Τα καταγράφει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην έκθεσή της για την Ελλάδα», τονίζει η ΕΛΑΣ μεταξύ άλλων, ενώ καταλογίζει στον πρωθυπουργό ότι «ζητά και τρίτη τετραετία για να πετύχει όσα δεν πέτυχε σε δύο».
«Συμφωνούμε όμως σε κάτι με τον κ. Μητσοτάκη: “Μπορούμε καλύτερα”. Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη υποστηρίζει σταθερά ότι η βιομηχανική πολιτική χρειάζεται διάρκεια, σοβαρότητα και εθνική συνεννόηση», σημειώνει , υπογραμμίζοντας την ανάγκη για μια «βιομηχανική πολιτική με σχέδιο δεκαετίας, σταθερούς κανόνες, προσιτή ενέργεια, σύνδεση της έρευνας με την παραγωγή και δημόσια στήριξη που αφήνει στη χώρα επενδύσεις, τεχνολογία και ποιοτικές θέσεις εργασίας». «Όλα τα υπόλοιπα είναι βιομηχανία… κοροϊδίας», καταλήγει η ανακοίνωση.
Η αποτυχία της κυβερνητικής πολιτικής για τη βιομηχανία σε αριθμούς
Η κυβέρνηση ζητά να κριθεί από τις καινούργιες εξαγγελίες της, χωρίς να δίνει λογαριασμό για τους στόχους που η ίδια έθεσε πριν από τέσσερα χρόνια.
• Δεν πρόκειται για «νέο» παραγωγικό σχέδιο. Το 2022 η κυβέρνηση παρουσίασε την πρώτη Εθνική Στρατηγική Βιομηχανίας με 43 παρεμβάσεις και δεσμεύσεις: συμμετοχή της βιομηχανίας στο 13% του ΑΕΠ εντός πενταετίας, βιομηχανικές εξαγωγές στο 15% του ΑΕΠ και απασχόληση στο 12% έως το 2027. Στη σημερινή ομιλία δεν παρουσιάστηκε η πρόοδος σε κανέναν από αυτούς τους στόχους.
• Η οικονομία αναπτύσσεται, αλλά η χώρα συγκλίνει πολύ αργά. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει ότι το κατά κεφαλήν εισόδημα της Ελλάδας ήταν το 2025 μόλις στο 68,4% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και ότι η μακροχρόνια ανάπτυξη οδηγεί μόνο σε αργή σύγκλιση. Αυτό απέχει πολύ από το «αναπτυξιακό άλμα» που περιγράφει η κυβέρνηση.
• Η μεγάλη αδυναμία παραμένει η παραγωγικότητα. Βρίσκεται μόλις στο 54,6% του μέσου όρου της ΕΕ, παρότι οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα καταγράφουν τις περισσότερες ώρες εργασίας. Το πρόβλημα επομένως δεν είναι ότι οι άνθρωποι δεν δουλεύουν αρκετά, αλλά ότι η οικονομία δεν επενδύει αρκετά σε τεχνολογία, γνώση και καλύτερη οργάνωση της παραγωγής.
• Οι επενδύσεις αυξήθηκαν, αλλά ο παραγωγικός μετασχηματισμός παραμένει ρηχός. Η επενδυτική δαπάνη έφτασε στο 16,9% του ΑΕΠ το 2025, όμως η Επιτροπή επισημαίνει επίμονη υστέρηση στις επενδύσεις πνευματικής ιδιοκτησίας. Οι επιχειρηματικές δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη είναι 0,85% του ΑΕΠ, έναντι 1,49% στην ΕΕ, ενώ η μεταποίηση μέσης και υψηλής τεχνολογίας παράγει μόλις το 2% της συνολικής προστιθέμενης αξίας, έναντι 5,21% στην ΕΕ.
• Η επίκληση της τεχνητής νοημοσύνης απέχει από την πραγματικότητα των επιχειρήσεων. Το 2025 χρησιμοποιούσε τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης μόλις το 8,93% των ελληνικών επιχειρήσεων, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 19,95%. Η κυβέρνηση μιλά για την «επανάσταση της ΤΝ», αλλά η διάχυσή της στην παραγωγή παραμένει περιορισμένη.
• Η γραφειοκρατία δεν έχει λυθεί. Το 89% των ελληνικών επιχειρήσεων θεωρεί τις ρυθμίσεις και τις κανονιστικές απαιτήσεις εμπόδιο στις επενδύσεις, έναντι 69% στην ΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει ότι οι αδειοδοτήσεις παραμένουν σύνθετες και χρονοβόρες σε αρκετούς κλάδους και ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί στη λειτουργική αποτελεσματικότητα των δημόσιων υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις.
• Το ειδικό χωροταξικό πλαίσιο εμφανίζεται ως επίτευγμα, ενώ ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί. Το προηγούμενο πλαίσιο ισχύει από το 2008. Το νέο σχέδιο τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση μόλις στις 4 Ιουνίου 2026, με προθεσμία σχολίων έως τις 10 Ιουλίου. Επτά χρόνια μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης, ο βασικός χωρικός κανόνας της βιομηχανικής ανάπτυξης παραμένει υπό διαμόρφωση.
• Στην ενέργεια υπήρξαν ενισχύσεις, όχι ολοκληρωμένη βιομηχανική πολιτική. Η Επιτροπή χαρακτηρίζει σχετικά περιορισμένα τα στοχευμένα μέτρα για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες και σημειώνει ότι επικεντρώνονται κυρίως στη διαχείριση του κόστους και στην έμμεση στήριξη, αντί να αποτελούν συνολικό πλαίσιο απανθρακοποίησης. Επισημαίνει επίσης την ανάγκη για δίκτυα, αποθήκευση, ενεργειακή αποδοτικότητα και εξηλεκτρισμό.
• Η ελληνική βιομηχανία πλήρωσε το 2025 ηλεκτρικό ρεύμα 115 ευρώ/MWh, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ ήταν 83 ευρώ/MWh. Απόκλιση 39,5%.
• Το μερίδιο του κόστους ενέργειας της ελληνικής βιομηχανίας είναι 3,8% (2021-2023), έναντι 2,3% μέσου όρου ΕΕ. (πηγή, ΙΟΒΕ)
• Η έλλειψη δεξιοτήτων παραμένει βασικό εμπόδιο. Το 80% των επιχειρήσεων αναφέρει ότι η αδυναμία εύρεσης κατάλληλου προσωπικού εμποδίζει τις επενδύσεις. Χωρίς τεχνική εκπαίδευση, επανακατάρτιση και ουσιαστική σύνδεση πανεπιστημίων και παραγωγής, οι εξαγγελίες για προηγμένη βιομηχανία μένουν χωρίς ανθρώπους που θα τις υλοποιήσουν.
• Η οικονομία παραμένει ιδιαίτερα εξαρτημένη από εισαγωγές. Οι εισαγόμενες πρώτες ύλες αντιστοιχούν στο 49% των άμεσων υλικών εισροών της Ελλάδας, έναντι 22,4% στην ΕΕ. Παράλληλα, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών παρέμενε στο 5,7% του ΑΕΠ το 2025. Αυτά δεν συνάδουν με την εικόνα μιας ήδη ανθεκτικής και παραγωγικά αυτοδύναμης οικονομίας.
• Το κρίσιμο τεστ αρχίζει όταν ολοκληρωθεί το Ταμείο Ανάκαμψης. Η Επιτροπή προβλέπει επιβράδυνση της ανάπτυξης από 1,8% το 2026 σε 1,6% το 2027, καθώς λήγει η εφαρμογή του RRF. Το ερώτημα είναι τι μόνιμη παραγωγική δυναμικότητα, τεχνολογία και εξαγωγική βάση θα έχουν μείνει μετά την ολοκλήρωση των έκτακτων ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων.
• Οι 60.000 νέες θέσεις εργασίας χρειάζονται πλήρη τεκμηρίωση. Η αύξηση της απασχόλησης στη μεταποίηση είναι πραγματική και δεν πρέπει να αμφισβητείται χωρίς στοιχεία. Πρέπει όμως να διευκρινιστούν η ακριβής περίοδος, η στατιστική βάση, αν αφορά καθαρή ή συνολική μεταβολή, το ποσοστό πλήρους απασχόλησης, η μισθολογική κατανομή και οι κλάδοι στους οποίους δημιουργήθηκαν οι θέσεις. Ο αριθμός των θέσεων από μόνος του δεν αποδεικνύει αλλαγή παραγωγικού μοντέλου.
Δηλώσεις στελεχών της βιομηχανίας για το ενεργειακό κόστος
• Σπύρος Θεοδωρόπουλος, πρόεδρος ΣΕΒ, 7 Οκτωβρίου 2025, Ανοιχτή Γενική Συνέλευση ΣΕΒ: Η Ελλάδα παραμένει ανάμεσα στις χώρες με το υψηλότερο ενεργειακό κόστος στην ΕΕ, κάτι που διαβρώνει οριζόντια την ανταγωνιστικότητα όλων των κλάδων και επιβαρύνει τον πληθωρισμό. Για την ενεργοβόρο βιομηχανία, είπε ότι η πρόσβαση σε ανταγωνιστική ενέργεια αποτελεί «όρο επιβίωσης».
• Σπύρος Θεοδωρόπουλος, πρόεδρος ΣΕΒ, 5 Ιουνίου 2026: «Είμαστε απογοητευμένοι από το πώς βλέπει η ελληνική κυβέρνηση τη βιομηχανία». Ανέφερε επίσης ότι το ενεργειακό κόστος της ελληνικής βιομηχανίας είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη και ότι, παρά τον πολύμηνο διάλογο, δεν είχε προκύψει ουσιαστική λύση.
• Λουκία Σαράντη, πρόεδρος ΣΒΕ, 17 Μαρτίου 2026: Δήλωσε ότι η ελληνική βιομηχανία «ματώνει» από το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και ότι «χωρίς καλής ποιότητας και χαμηλού κόστους ενέργεια δεν μπορεί να αναπτυχθεί».
• Σύνδεσμος Βιομηχανιών Ελλάδος, 6 Απριλίου 2026: Τα κυβερνητικά μέτρα χαρακτηρίστηκαν βραχυπρόθεσμα και ανεπαρκή, καθώς «δεν αντιμετωπίζουν το βασικό πρόβλημα», δηλαδή το διαρθρωτικά υψηλό ενεργειακό κόστος έναντι άλλων ευρωπαϊκών οικονομιών.
• Αντώνης Κοντολέων, πρόεδρος ΕΒΙΚΕΝ, 12 Φεβρουαρίου 2026: «Μας χρωστάνε μια απάντηση. Υπάρχει πολιτική βούληση να στηριχθεί η βιομηχανία, ναι ή όχι;». Η ΕΒΙΚΕΝ προειδοποίησε ότι οι καθυστερήσεις αυξάνουν το επενδυτικό ρίσκο και αφήνουν την ελληνική παραγωγή χωρίς εργαλεία αντίστοιχα άλλων κρατών-μελών.
• Ράνια Αικατερινάρη, πρόεδρος Εκτελεστικής Επιτροπής ΣΕΒ, 19 Δεκεμβρίου 2025: Χαρακτήρισε το υψηλό ενεργειακό κόστος και την αδυναμία πρόβλεψής του «ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση για τη βιομηχανία», μαζί με τις τεχνολογικές αλλαγές και την έλλειψη δεξιοτήτων.
• Ευάγγελος Μυτιληναίος, Εκτελεστικός Πρόεδρος METLEN, 2 Ιουλίου 2026: Προειδοποίησε ότι, όσο η ευρωπαϊκή βιομηχανία πληρώνει ακριβότερη ηλεκτρική ενέργεια, «το κεφάλαιο, η παραγωγή, οι θέσεις εργασίας και η καινοτομία» θα μετακινούνται σε άλλες αγορές.
• Σπύρος Θεοδωρόπουλος, πρόεδρος ΣΕΒ — 3 Ιουνίου 2026: Επισήμανε ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία πληρώνει ενέργεια «τρεις έως έξι φορές ακριβότερα» από τους μεγάλους διεθνείς ανταγωνιστές της και συνέδεσε το κόστος με την αποβιομηχάνιση της Ευρώπης.
.
