Stop στο ξεπούλημα
Σχεδόν 13,2 εκατ. εκτάρια γης στην Αργεντινή ανήκουν σε ξένους – Στο επίκεντρο η διαμάχη για την αλλαγή του νόμου - Η συζήτηση για την άρση των περιορισμών στην αγορά αγροτικής γης από αλλοδαπούς
Έντονη πολιτική αντιπαράθεση έχει προκαλέσει στην Αργεντινή η πρόθεση της κυβέρνησης του Χαβιέρ Μιλέι να τροποποιήσει το καθεστώς που διέπει την αγορά αγροτικής γης από ξένους επενδυτές. Αν και η κυβέρνηση αποφάσισε τελικά να αποσύρει από τη σχετική μεταρρύθμιση τις πιο αμφιλεγόμενες διατάξεις, η δημόσια συζήτηση ανέδειξε το μέγεθος της ξένης ιδιοκτησίας γης στη χώρα.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, περίπου 13,2 εκατομμύρια εκτάρια αγροτικής γης βρίσκονται σήμερα στα χέρια ξένων φυσικών ή νομικών προσώπων, έκταση που αντιστοιχεί σχεδόν στο 5% της ηπειρωτικής επιφάνειας της Αργεντινής. Ωστόσο, η κατανομή αυτών των εκτάσεων δεν είναι ομοιόμορφη, καθώς συγκεντρώνονται κυρίως σε περιοχές με ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, όπου υπάρχουν αποθέματα γλυκού νερού, κρίσιμα ορυκτά, δάση, λιμάνια, ενεργειακές υποδομές και συνοριακά περάσματα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περιοχές κατά μήκος της οροσειράς των Άνδεων, όπου η ξένη ιδιοκτησία συμπίπτει με σημαντικά κοιτάσματα χαλκού, λιθίου και χρυσού, αλλά και με παγετώνες και πολύτιμους υδάτινους πόρους. Αντίστοιχα, στη βόρεια και βορειοανατολική Αργεντινή η συγκέντρωση ξένων επενδύσεων αφορά κυρίως δασικές εκτάσεις, υγροτόπους και περιοχές κατά μήκος του ποταμού Παρανά, ενώ στην Παταγονία η ξένη παρουσία εντοπίζεται κυρίως γύρω από λίμνες, ποτάμια και λεκάνες γλυκού νερού.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελεί η επαρχία Μισιόνες, όπου μεγάλα τμήματα δασικών εκτάσεων ανήκουν στην εταιρεία Arauco, η οποία δραστηριοποιείται στον κλάδο της δασοκομίας και της παραγωγής ξυλείας. Η περιοχή φιλοξενεί επίσης σημαντικούς υδάτινους πόρους και συνορεύει με τη Βραζιλία και την Παραγουάη, γεγονός που ενισχύει τη στρατηγική της σημασία.
Αντίστοιχα, στην επαρχία Κοριέντες η συζήτηση παραμένει έντονη γύρω από τις εκτάσεις που είχαν αποκτηθεί στο παρελθόν από τον Αμερικανό επιχειρηματία και περιβαλλοντικό ακτιβιστή Ντάγκλας Τόμπκινς, μέρος των οποίων μεταβιβάστηκε αργότερα στο κράτος για τη δημιουργία προστατευόμενων περιοχών.
Η ισχύουσα νομοθεσία, που θεσπίστηκε το 2011, περιορίζει τη συνολική ξένη ιδιοκτησία αγροτικής γης στο 15%, ενώ απαγορεύει την αγορά εκτάσεων που βρίσκονται κοντά σε υδάτινους πόρους ή σε ζώνες εθνικής ασφάλειας στα σύνορα. Το αρχικό σχέδιο της κυβέρνησης Μιλέι προέβλεπε την αύξηση του ορίου στο 25%, την κατάργηση αρκετών περιορισμών και τη χαλάρωση των ελέγχων, με στόχο –όπως υποστήριζε– την προσέλκυση νέων επενδύσεων.
Ωστόσο, η έντονη αντίδραση από πολιτικά κόμματα, ειδικούς και περιφερειακές αρχές οδήγησε τελικά την κυβέρνηση στην απόσυρση του σχετικού κεφαλαίου από το νομοσχέδιο. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η γη δεν αποτελεί απλώς επενδυτικό αγαθό, αλλά στρατηγικό φυσικό πόρο που συνδέεται με την επισιτιστική ασφάλεια, τη διαχείριση των υδάτων, τα κρίσιμα ορυκτά και την εθνική κυριαρχία. Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές της μεταρρύθμισης εκτιμούν ότι η χαλάρωση των περιορισμών θα ενισχύσει τις επενδύσεις σε τομείς όπως η εξόρυξη, η δασοκομία, η γεωργία και οι υποδομές, συμβάλλοντας στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας.
