ενημέρωση 12:33, 11 August, 2026

Ακρίβεια - Κι όμως, οι Βούλγαροι ζουν καλύτερα από εμάς

Οι εργαζόμενοι στη γειτονική χώρα με μέσο μισθό στο 80% του ελληνικού διαβιούν καλύτερα, αφού στην Eλλάδα η αύξηση της ακρίβειας κατά 40% κατατρώει τους μισθούς

Το βιοτικό επίπεδο των εργαζόμενων βυθίζεται μήνα με τον μήνα, με την ακρίβεια να κατατρώει το εισόδημά τους. Είναι χαρακτηριστικά τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat καθώς οι χαμηλοί μισθοί συνδυάζονται με επίπεδο τιμών πολύ υψηλότερο από εκείνο άλλων χωρών της Ανατολικής Ευρώπης. Αποτέλεσμα, σε επίπεδο διαβίωσης των εργαζόμενων η χώρα μας είναι στην τελευταία θέση, καθώς την προσπέρασε η Βουλγαρία παρά το γεγονός ότι στη γειτονική χώρα το ετήσιο εισόδημα με βάση τον μέσο μισθό υπολείπεται σχεδόν κατά 2.500 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ ο μέσος ονομαστικός μισθός στην Ελλάδα παραμένει υψηλότερος από τον αντίστοιχο στη Βουλγαρία, η διαφορά εξανεμίζεται όταν συνυπολογιστεί το κόστος διαβίωσης. Το αποτέλεσμα είναι η πραγματική αγοραστική δύναμη του Έλληνα εργαζόμενου να υποχωρεί χαμηλότερα από εκείνη του Βούλγαρου εργαζόμενου.

Σύμφωνα με τη Eurostat, ο μέσος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης, προσαρμοσμένος ώστε να είναι συγκρίσιμος μεταξύ των εργαζομένων, διαμορφώθηκε το 2024 στα 39.800 ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην Ελλάδα περιορίστηκε στα 18.000 ευρώ, καταγράφοντας τη δεύτερη χαμηλότερη επίδοση μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. Χαμηλότερα σε καθαρά ονομαστικούς όρους βρέθηκε μόνο η Βουλγαρία με 15.400 ευρώ, ενώ ακολούθησε η Ουγγαρία με 18.500 ευρώ. Όμως η εξέλιξη των μισθών δείχνει ότι η απόσταση της Βουλγαρίας από την Ελλάδα κλείνει με μεγάλη ταχύτητα. Το 2023 ο αντίστοιχος μέσος μισθός ήταν 17.000 ευρώ στην Ελλάδα και 13.500 ευρώ στη Βουλγαρία. Μέσα σε έναν χρόνο, επομένως, ο ελληνικός μέσος μισθός αυξήθηκε κατά περίπου 5,9%, ενώ ο βουλγαρικός κατά περισσότερο από 14%.
 

Αφόρητη πίεση λόγω ακρίβειας

Η σύγκριση αλλάζει δραματικά όταν τα εισοδήματα εξεταστούν μαζί με τις τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών. Ο δείκτης τιμών για την τελική καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών διαμορφώθηκε το 2025 στις 87,2 μονάδες για την Ελλάδα, με τον μέσο όρο της Ε.Ε. να ορίζεται στις 100 μονάδες. Στη Βουλγαρία ο αντίστοιχος δείκτης βρισκόταν μόλις στις 62,5 μονάδες, το χαμηλότερο επίπεδο στην Ε.Ε. Αυτό σημαίνει ότι ένα αντίστοιχο καλάθι αγαθών και υπηρεσιών κόστιζε στην Ελλάδα περίπου 40% περισσότερο σε σχέση με τη Βουλγαρία. Η Eurostat επισημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι δείκτες αποτυπώνουν τις διαφορές στα επίπεδα τιμών και δεν λαμβάνουν από μόνοι τους υπόψη το ύψος των μισθών ή των εισοδημάτων. Όταν, όμως, συνδυαστούν με τα μισθολογικά δεδομένα, αναδεικνύουν το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος.

Ο μέσος ετήσιος μισθός στην Ελλάδα είναι ονομαστικά περίπου 17% υψηλότερος από εκείνον της Βουλγαρίας. Το γενικό επίπεδο τιμών, όμως, είναι σχεδόν 40% υψηλότερο. Με άλλα λόγια, το μικρό εισοδηματικό πλεονέκτημα του Έλληνα εργαζόμενου δεν επαρκεί για να καλύψει τη μεγάλη διαφορά στο κόστος των βασικών αγαθών και υπηρεσιών. Όταν οι μισθοί εκφράζονται σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης, ώστε να αποτυπώνεται τι μπορεί πραγματικά να αγοράσει ένας εργαζόμενος στη χώρα όπου ζει, η θέση των δύο χωρών αντιστρέφεται. Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει ότι η Βουλγαρία διαθέτει υψηλότερους ονομαστικούς μισθούς. Σημαίνει ότι οι χαμηλότερες τιμές επιτρέπουν στον μέσο μισθό να εξασφαλίζει μεγαλύτερο πραγματικό όγκο αγαθών και υπηρεσιών.

Ουραγοί στην αγοραστική δύναμη

Η αρνητική εικόνα επιβεβαιώνεται και από έναν ευρύτερο δείκτη της οικονομικής δραστηριότητας. Το 2025 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης διαμορφώθηκε τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Βουλγαρία στο 68% του μέσου όρου της Ε.Ε. Οι δύο χώρες μοιράστηκαν έτσι την τελευταία θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών, με απόσταση 32% από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Πρόκειται για σημαντική υποχώρηση της Ελλάδας. Το 2023 η Βουλγαρία βρισκόταν στο 64% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ η Ελλάδα στο 67%. Μέσα σε δύο χρόνια η Βουλγαρία έφτασε στο ίδιο επίπεδο με την ελληνική οικονομία σε όρους κατά κεφαλήν παραγωγής και αγοραστικής δύναμης.

Τα στοιχεία εξηγούν γιατί οι ονομαστικές αυξήσεις στους μισθούς δεν μεταφράζονται αυτομάτως σε αντίστοιχη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Όταν οι αμοιβές αυξάνονται με χαμηλότερη ταχύτητα από τις τιμές της στέγασης, των τροφίμων, της ενέργειας και των υπηρεσιών, ο εργαζόμενος μπορεί να λαμβάνει περισσότερα ευρώ, αλλά να αγοράζει λιγότερα. Το ελληνικό πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο ότι οι μισθοί παραμένουν από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη. Είναι ότι αυτοί οι μισθοί πρέπει να καλύψουν ένα κόστος καθημερινής ζωής που προσεγγίζει περισσότερο τα επίπεδα της Δυτικής Ευρώπης παρά εκείνα των χωρών με αντίστοιχα εισοδήματα.

Η σύγκριση με τη Βουλγαρία αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο αυτή την αναντιστοιχία: Η Ελλάδα εξακολουθεί να πληρώνει ονομαστικά λίγο περισσότερο τους εργαζομένους της, αλλά τους υποχρεώνει να ζουν σε μια αισθητά ακριβότερη αγορά. Το τελικό αποτέλεσμα δεν κρίνεται από τον αριθμό που αναγράφεται στον μισθό, αλλά από όσα μπορούν να αγοραστούν με αυτόν.

Η ακρίβεια «έφαγε» και τις διακοπές

Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες (όπως του ΙΕΛΚΑ και της Alco), περίπου 1 στους 2 Έλληνες (50%) δεν καταφέρνει να πάει διακοπές. Βασική αιτία είναι η μεγάλη ακρίβεια και το υψηλό κόστος σε διαμονή και μεταφορικά, ζήτημα που επιβεβαιώνουν διαχρονικά και τα στοιχεία της Eurostat.

Αναλυτικά, οι καλοκαιρινές διακοπές έχουν μετατραπεί σε είδος πολυτελείας για την πολύ μεγάλη πλειονότητα. Σύμφωνα με έρευνα του ΙΕΛΚΑ στις αρχές της καλοκαιρινής περιόδου, 1 στους 2 πολίτες δήλωσε ότι δεν προγραμματίζει καθόλου διακοπές για το φετινό καλοκαίρι. Επίσης, ένα ποσοστό που θα μπορέσει να φύγει έως μια εβδομάδα επιλέγει πιο προσιτές και φθηνές λύσεις, ενώ αρκετοί «τυχεροί» από την ίδια κατηγορία θα φιλοξενηθούν από φίλους.

Στην τελευταία έρευνα της Eurostat η Ελλάδα καταγράφει τη δεύτερη χειρότερη επίδοση στην Ε.Ε., καθώς το 46,6% των πολιτών δηλώνει ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να κάνει μία εβδομάδα διακοπές μακριά από το σπίτι. Η χώρα μας κατατάσσεται στη δεύτερη δυσμενέστερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. Υψηλότερο ποσοστό καταγράφηκε μόνο στη Ρουμανία, όπου το 61,4% του πληθυσμού δήλωσε ότι δεν είχε τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει μία εβδομάδα διακοπών. Η ελληνική επίδοση απέχει σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, καθώς συνολικά στην Ε.Ε. το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώθηκε στο 27,5%.

Τα στοιχεία αποτυπώνουν τη μεγάλη απόσταση που χωρίζει την Ελλάδα από αρκετές χώρες της Ε.Ε. ως προς τη δυνατότητα των νοικοκυριών να διαθέσουν χρήματα για ολιγοήμερες διακοπές. Μετά τη Ρουμανία και την Ελλάδα ακολουθούν η Βουλγαρία και η Ουγγαρία, όπου το 39,1% των πολιτών δεν μπορούσε να αντέξει οικονομικά διακοπές για μία εβδομάδα.

Πηγή: Αυγή

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.