ενημέρωση 6:58, 17 August, 2026

To τίμημα της απόλαυσης για τους ευρωπαίους αποικιοκράτες - Ήθελαν καπνό και ζάχαρη, πήραν καρκίνο και τερηδόνα

Τα λάφυρα της αποικιοκρατίας και του δουλεμπορίου διαμόρφωσαν τη νέα καταναλωτική εποχή της Ευρώπης.

Οι κουρσάροι της είχαν κυριαρχήσει στις θάλασσες και οι αποστολές της άρχισαν να εξερευνούν τον Νέο Κόσμο και να στήνουν αποικίες. Από τα βασικότερα όμως εξωτικά αγαθά που θα απολάμβανε η ίδια, θα ήταν και εκείνο που θα την έκανε να υποφέρει: Η Ελισάβετ Α’ της Αγγλίας, ζούσε με αφόρητους πονόδοντους εξαιτίας της αδυναμίας της στη ζάχαρη. Ήταν από τους πρώτους Ευρωπαίους που γεύτηκαν και τις συνέπειες της πολυτέλειας που έφερναν οι αποικίες και η επέκταση.

Μετά το 1492 οι ευρωπαϊκές δυνάμεις άρχισαν να οικοδομούν αποικιακές αυτοκρατορίες στην Αμερική, ενώ από τον 16ο αιώνα ενίσχυσαν την παρουσία τους και στις αφρικανικές ακτές μέσω του δουλεμπορίου.

Από την Αμερική έφταναν κυρίως ζάχαρη, καπνός και πολύτιμα μέταλλα, ενώ από την Ασία τσάι, καφές, μπαχαρικά και άλλα πολυτελή προϊόντα.

Φυσικά για να αποδώσουν οι φυτείες τις απαιτούμενες ποσότητες, οι Ευρωπαίοι βασίστηκαν κυρίως στους μαύρους δούλους.

Ειδικά η ζάχαρη όμως ήταν μια πολύ ακριβή συνήθεια και συνεπώς ήταν προσβάσιμη μόνο σε πολύ πλούσιους.

«Η μόνη ομάδα που αποκόμισε σαφές όφελος από το βρετανικό διατλαντικό δουλεμπόριο -και ακόμη και αυτό το όφελος ήταν μικρό- ήταν οι Ευρωπαίοι καταναλωτές ζάχαρης, καπνού και άλλων προϊόντων των φυτειών. Τους δόθηκε η δυνατότητα να αγοράσουν τερηδόνα και καρκίνο του πνεύμονα σε κάπως χαμηλότερες τιμές από ό,τι θα συνέβαινε εάν δεν υπήρχε το δουλεμπόριο» σημείωναν οι Ρόμπερτ Πωλ Τόμας και Ρίτσαρντ Νέλσον Μπιν σε άρθρο τους στο περιοδικό, The Journal of Economic History, το 1974.

Η βασίλισσα Ελισάβετ Α΄ αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας σχέσης των Ευρωπαίων με τη ζάχαρη.

Η Βασίλισσα Ελισάβετ δεν μπορούσε να αποχωριστεί τα γλυκά της και αυτό οδήγησε σε μια πολύ κακή στοματική υγιεινή που ήταν πολύ εμφανής σε όσους βρίσκονταν κοντά της. Η εξαγωγή όμως χαλασμένων δοντιών ήταν ένα μαρτύριο εκείνη την εποχή, λόγω των πρωτόγονων οδοντιατρικών πρακτικών.

Γύρω στο 1700 το τσάι με ζάχαρη -όπως και ο καφές με ζάχαρη- είχε πλέον ενταχθεί στην καθημερινή ζωή ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού Ευρωπαίων, ιδιαίτερα στη Βρετανία, όπως ανέφεραν οι Ραλφ Όστεν και  Γούντρουφ Σμιθ σε βιβλίο τους το 1992.

«Μέχρι τότε, η κατανάλωση εξωτικών ροφημάτων, συνήθως χωρίς ζάχαρη, πραγματοποιούνταν κυρίως σε αριστοκρατικές συναθροίσεις ή σε καφενεία και αίθουσες τσαγιού. Μεγάλο μέρος της αύξησης της κατανάλωσης καφέ στην Αγγλία μεταξύ 1660 και 1700 οφειλόταν στον κεντρικό ρόλο που είχαν αποκτήσει τα καφενεία στην αστική κοινωνική, εμπορική και πολιτική ζωή. Γύρω στο 1700, όμως, η κατανάλωση τσαγιού με ζάχαρη, συνοδευόμενη από άλλα τρόφιμα, το πρωί και αργά το απόγευμα, είχε μετατραπεί σε κεντρική οικιακή τελετουργία στη Βρετανία και σε ορισμένες ακόμη περιοχές της Δυτικής Ευρώπης».

Όταν λοιπόν άρχισε να γενικεύεται αυτή η καθημερινή “τελετουργία”, τότε αυξήθηκε η ζήτηση για τσάι και ζάχαρη σε ολόκληρο τον 18ο αιώνα. «Παράλληλα, δημιούργησε το θεσμικό και πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η συνήθεια της κατανάλωσης τσαγιού με ζάχαρη εξελίχθηκε, έως τα τέλη του αιώνα, σε πραγματικά μαζική καταναλωτική πρακτική, καθώς οι τιμές του τσαγιού συνέχισαν να μειώνονται και τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα υιοθέτησαν σταδιακά τη συνήθεια αυτή» αναφέρουν οι Όστεν και Σμιθ.

Συνέχιζαν να κάνουν θραύση

Ωστόσο, ήδη από τα τέλη του 17ου αιώνα είχαν αρχίσει να διατυπώνονται δημόσια προειδοποιήσεις ότι η ζάχαρη προκαλεί βλάβες στα δόντια.

Οι πρώτες δημόσιες προειδοποιήσεις που συνέδεσαν τον ταμπάκο σε μορφή σκόνης (snuff) με καρκινικές αλλοιώσεις εμφανίστηκαν στα μέσα του 18ου αιώνα, δηλαδή σχεδόν 200 χρόνια μετά την ελισαβετιανή εποχή. Ο δρ. Τζον Χιλ από το Λονδίνο, ιατρός, βοτανολόγος και πολυγραφότατος συγγραφέας, ήταν ο πρώτος που υπέδειξε αυτή τη σχέση, το 1761. Στο έργο του Cautions against the Immoderate Use of Snuff («Προειδοποιήσεις κατά της υπερβολικής χρήσης ταμπάκου»), παρουσίασε έξι περιπτώσεις «πολύποδων», τις οποίες συνέδεσε με την υπερβολική χρήση ταμπάκου.

Παρά τις προειδοποιήσεις αυτές, ούτε η ζάχαρη ούτε ο καπνός έχασαν τη δημοτικότητά τους. Η κατανάλωση της ζάχαρης εκτοξεύθηκε τον 18ο αιώνα και έγινε βασικό στοιχείο της ευρωπαϊκής καταναλωτικής κουλτούρας, η οποία, κατά ορισμένους ιστορικούς και ανθρωπολόγους, συνέβαλε ακόμη και στη διαμόρφωση μιας νέας εργατικής κουλτούρας κατανάλωσης.

O ανθρωπολόγος Σίντνει Μίντζ πίστευε ότι ήταν ακριβώς μέσω αυτών των αρνητικών διατροφικών τους ιδιοτήτων που η «ζάχαρη και άλλες ναρκωτικές τροφές» συνέβαλαν στην εκβιομηχάνιση. «Τρέφοντας, χορταίνοντας -και, πράγματι, ναρκώνοντας- τους εργάτες της γεωργίας και των εργοστασίων, [τα προϊόντα αυτά] μείωσαν δραστικά το συνολικό κόστος δημιουργίας και αναπαραγωγής του μητροπολιτικού προλεταριάτου».

*Στην κύρια φωτογραφία: Ψηφιακή σύνθεση βασισμένη στο «Darnley Portrait» της Ελισάβετ Α΄ (περ. 1575), στον πίνακα The Ricotta Eaters του Vincenzo Campi (περ. 1580–1585) και σε χαρακτική που απεικονίζει Αφρικανούς σκλάβους να επιβιβάζονται σε πλοίο δουλεμπόρων (Πηγή: Wikimedia Commons)

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.