Εκλογές στη Βραζιλία - Λούλα, Μπολσονάρου και η μάχη για το μέλλον
της Μέντια Μπέντζαμιν* | Common Dreams
Οι προεδρικές εκλογές της 4ης Οκτωβρίου στη μεγαλύτερη χώρα της Λατινικής Αμερικής είτε θα αποτελέσουν μια σημαντική παγκόσμια οπισθοδρόμηση για την τραμπική Δεξιά είτε ένα ακόμη ορόσημο στην προέλασή της.
Αυτή την εβδομάδα ξεκινά η προεκλογική εκστρατεία για την προεδρία της Βραζιλίας, με τους δύο επικρατέστερους υποψηφίους -τον νυν πρόεδρο Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα και τον γερουσιαστή Φλάβιο Μπολσονάρου- να εγκαινιάζουν επισήμως τις εκστρατείες τους. Μετά την επίσκεψή μου στη Βραζιλία και τις συνομιλίες που είχα με πολιτικούς, ακτιβιστές, δημοσιογράφους και απλούς πολίτες, κατέληξα στην πεποίθηση ότι πρόκειται για μία από τις κρισιμότερες προεδρικές εκλογές στην πρόσφατη ιστορία της χώρας. Το αποτέλεσμα της 4ης Οκτωβρίου θα διαμορφώσει όχι μόνο το μέλλον της Βραζιλίας, αλλά και την πολιτική κατεύθυνση της Λατινικής Αμερικής.
Ο πρόεδρος Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, σήμερα 80 ετών, διεκδικεί μια τέταρτη προεδρική θητεία. Το Σύνταγμα της Βραζιλίας επιτρέπει στους προέδρους να υπηρετούν δύο μόνο συνεχόμενες θητείες, μπορούν όμως να είναι ξανά υποψήφιοι εφόσον μεσολαβήσει τουλάχιστον μία θητεία εκτός προεδρίας. Έτσι επέστρεψε ο Λούλα στην εξουσία το 2023, έχοντας προηγουμένως κυβερνήσει από το 2003 έως το 2010.
Μετά την τετραετή προεδρία του ακροδεξιού Ζαΐρ Μπολσονάρου, οι υποστηρικτές του Λούλα υποστηρίζουν ότι αποκατέστησε πολλούς από τους θεσμούς και τις πολιτικές που είχαν αποδυναμωθεί επί Μπολσονάρου. Η κυβέρνησή του περιόρισε την πείνα, διεύρυνε τα κοινωνικά προγράμματα, ενίσχυσε την περιβαλλοντική προστασία του Αμαζονίου και ακολούθησε μια πιο ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, αντί να ευθυγραμμίζεται απλώς με τις επιταγές της Ουάσιγκτον. Η Βραζιλία επανεδραιώθηκε ως σημαντική φωνή του Παγκόσμιου Νότου, υποστηρίζοντας έναν περισσότερο πολυπολικό κόσμο και ενισχύοντας τους δεσμούς της με χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής.
Παρότι ο Λούλα παραμένει δημοφιλής και έχει καλές πιθανότητες να κερδίσει τις εκλογές, πολλοί Βραζιλιάνοι είναι απογοητευμένοι από την υποτονική οικονομική ανάπτυξη, τις επίμονες ανησυχίες για την εγκληματικότητα και την πολιτική κόπωση ύστερα από χρόνια σκληρής πόλωσης. Οι πιο ένθερμοι επικριτές του υποστηρίζουν ότι ο Λούλα είναι ένας διεφθαρμένος αριστερός πολιτικός, που παραμένει στη δημόσια ζωή εδώ και υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ο Λούλα έχει, ωστόσο, επικριτές και στην Αριστερά, οι οποίοι τον κατηγορούν ότι είναι υπερβολικά κεντρώος. Επισημαίνουν την αδυναμία του να υλοποιήσει πολλές από τις προεκλογικές του υποσχέσεις, τα σκληρά μέτρα λιτότητας που εφαρμόστηκαν επί κυβέρνησής του, τις πολιτικές που διευρύνουν τις ιδιωτικοποιήσεις και την απροθυμία του να ανατρέψει αρκετές από τις οπισθοδρομικές πολιτικές της εποχής Μπολσονάρου. Τον επικρίνουν επειδή προχωρά πολύ αργά στην αγροτική μεταρρύθμιση και επειδή συμβιβάζεται με τα ισχυρά συμφέροντα της αγροτοβιομηχανίας και των ορυκτών καυσίμων. Ορισμένοι τον καλούν επίσης να προχωρήσει πολύ περισσότερο στην αμφισβήτηση της αμερικανικής επιρροής στη Λατινική Αμερική, μεταξύ άλλων στέλνοντας πετρέλαιο στην Κούβα, η οποία υποφέρει από τον σκληρό, πολυετή αποκλεισμό των ΗΠΑ.
Ωστόσο, παρά τις επικρίσεις αυτές, τα περισσότερα προοδευτικά κινήματα της Βραζιλίας παραμένουν ενωμένα στο πλευρό του Λούλα. Όποιες κι αν είναι οι απογοητεύσεις τους από την κυβέρνησή του, θεωρούν ότι η ήττα της Ακροδεξιάς αποτελεί την υπέρτατη προτεραιότητα. Αναγνωρίζουν επίσης ότι η βραζιλιάνικη Ακροδεξιά είναι ισχυρότερη, καλύτερα οργανωμένη και βαθύτερα ριζωμένη απ’ ό,τι πριν από μία δεκαετία. Πιστεύουν ότι η επιφυλακτική προσέγγιση του Λούλα αντανακλά όχι μόνο πολιτικό πραγματισμό, αλλά και την επιθυμία να αποφύγει να προκαλέσει δυνάμεις που έχουν ήδη αποδείξει ότι είναι πρόθυμες να αμφισβητήσουν τους δημοκρατικούς θεσμούς ακόμη και με τη χρήση βίας.
Αυτό έγινε σαφές όταν η Δεξιά, υπό την ηγεσία του προέδρου Ζαΐρ Μπολσονάρου, αρνήθηκε να αποδεχθεί τη νίκη του Λούλα στις εκλογές του 2022. Στις 8 Ιανουαρίου 2023, υποστηρικτές του Μπολσονάρου εισέβαλαν στο Κογκρέσο της Βραζιλίας, στο Ανώτατο Δικαστήριο και στο προεδρικό μέγαρο, επιχειρώντας να ανατρέψουν το εκλογικό αποτέλεσμα. Οι ομοιότητες με την εξέγερση της 6ης Ιανουαρίου από υποστηρικτές του Τραμπ στις ΗΠΑ είναι εντυπωσιακές.
Στη Βραζιλία, όμως, ο Μπολσονάρου καταδικάστηκε για τον ρόλο του στη συνωμοσία. Σήμερα εκτίει την ποινή του σε κατ’ οίκον περιορισμό και δεν μπορεί να θέσει υποψηφιότητα για την προεδρία. Έτσι, το κίνημά του εκπροσωπείται από τον γιο του, τον 45χρονο γερουσιαστή Φλάβιο Μπολσονάρου.
Ο Φλάβιο κουβαλά το δικό του πολιτικό φορτίο. Η φήμη του επλήγη από καταγγελίες σύμφωνα με τις οποίες, μέλη του κοινοβουλευτικού προσωπικού του υποχρεώνονταν να επιστρέφουν μέρος των μισθών τους, που καταβάλλονταν από τους φορολογούμενους, στο πλαίσιο ενός συστήματος που είχε σκοπό τον προσωπικό του πλουτισμό. Η εκστρατεία του κλονίστηκε επίσης από αποκαλύψεις ότι ζήτησε εκατομμύρια δολάρια από έναν φυλακισμένο τραπεζίτη για τη χρηματοδότηση μιας ταινίας που θα εξυμνούσε την προεδρία του πατέρα του, με την ελπίδα να ενισχύσει τη δική του προεδρική υποψηφιότητα. Ακόμη και η ίδια του η οικογένεια έχει εξελιχθεί σε πολιτικό βάρος. Μια σφοδρή δημόσια αντιπαράθεση με τη μητριά του, την πρώην πρώτη κυρία Μισέλ Μπολσονάρου, αποκάλυψε βαθιές διαιρέσεις στο κίνημα Μπολσονάρου και του στέρησε μία από τις πιο επιδραστικές φωνές της βραζιλιάνικης Δεξιάς μεταξύ των γυναικών ψηφοφόρων.
Καθώς ο Φλάβιο δυσκολεύεται να διευρύνει την υποστήριξή του στο εσωτερικό, αναζήτησε βοήθεια στο εξωτερικό. Ο πρόεδρος της Αργεντινής Χαβιέρ Μιλέι ταξίδεψε στη Βραζιλία για να συμμετάσχει στην προεκλογική του εκστρατεία. Ο Ντόναλντ Τραμπ και μέλη της κυβέρνησής του έχουν υποστηρίξει ανοιχτά τον Φλάβιο, επιδεινώνοντας τις εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Βραζιλίας. Οι εντάσεις αυτές κορυφώθηκαν πρόσφατα, όταν η κυβέρνηση Λούλα αρνήθηκε να χορηγήσει βίζα σε δύο αξιωματούχους του αμερικανικού Στέιτ Ντιπάρτμεντ, με το αιτιολογικό ότι σκόπευαν να παρέμβουν στη δημοκρατική διαδικασία της Βραζιλίας. Η κυβέρνηση Τραμπ απάντησε ανακαλώντας την αμερικανική βίζα του πρεσβευτή της Βραζιλίας στην Ουάσιγκτον. Το επεισόδιο αντανακλά την αυξανόμενη ανησυχία για τις προσπάθειες των ΗΠΑ να επηρεάσουν τις εκλογές στη Βραζιλία.
Ίσως το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα ξένης επιρροής να προέρχεται από το Ισραήλ. Αντί να ανακοινώσει τις προεδρικές του φιλοδοξίες στον βραζιλιάνικο λαό, στην ίδια του τη χώρα, ο Φλάβιο επέλεξε να το κάνει για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στο Ισραήλ, όπου κατηγόρησε τον Λούλα για αντισημιτισμό και δεσμεύτηκε να μεταφέρει την πρεσβεία της Βραζιλίας στην Ιερουσαλήμ. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου εξέφρασε αργότερα δημόσια την υποστήριξή του προς αυτόν.
Σε μια περίοδο κατά την οποία τόσες κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής έχουν στραφεί προς τα δεξιά -ή ακόμη και προς την Ακροδεξιά- όλα τα βλέμματα είναι στραμμένα στη Βραζιλία. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη χώρα της Λατινικής Αμερικής, τη μεγαλύτερη οικονομία της και μία από τις φωνές με τη μεγαλύτερη επιρροή στον Παγκόσμιο Νότο.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν τον Λούλα να προηγείται οριακά του Φλάβιο. Εάν, όμως, κανένας υποψήφιος δεν εξασφαλίσει περισσότερο από το 50% των ψήφων στον πρώτο γύρο της 4ης Οκτωβρίου, οι δύο επικρατέστεροι θα αναμετρηθούν σε δεύτερο γύρο στις 25 Οκτωβρίου.
Εάν ο Λούλα επανεκλεγεί, η Βραζιλία αναμένεται να συνεχίσει να ακολουθεί ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, ενισχύοντας τη συνεργασία Νότου-Νότου, εμβαθύνοντας τη συμμετοχή της στους BRICS και αντιστεκόμενη στις προσπάθειες επαναφοράς της Λατινικής Αμερικής στη γεωπολιτική τροχιά της Ουάσιγκτον. Αντίθετα, μια νίκη του Φλάβιο Μπολσονάρου πιθανότατα θα οδηγούσε τη Βραζιλία σε πολύ στενότερη ευθυγράμμιση με την κυβέρνηση Τραμπ και θα αναβίωνε την εθνικιστική και αυταρχική πολιτική που συνδέθηκε με την προεδρία του πατέρα του.
Γι’ αυτό και τόσο πολλοί Βραζιλιάνοι θεωρούν αυτές τις εκλογές κάτι πολύ περισσότερο από μια αναμέτρηση μεταξύ δύο πολιτικών αντιπάλων. Για εκείνους, πρόκειται για μια επιλογή ανάμεσα σε δύο θεμελιωδώς διαφορετικά οράματα για το μέλλον της Βραζιλίας και για τη θέση της στον κόσμο.
*Η Μίντια Μπέντζαμιν είναι συνιδρύτρια των Global Exchange και CODEPINK: Women for Peace. Είναι συν-συγγραφέας, μαζί με τον Νίκολας Τζ. Σ. Ντέιβις, του βιβλίου War in Ukraine: Making Sense of a Senseless Conflict, που κυκλοφόρησε από τις OR Books τον Νοέμβριο του 2022. Άλλα βιβλία της είναι τα Inside Iran: The Real History and Politics of the Islamic Republic of Iran (2018), Kingdom of the Unjust: Behind the U.S.-Saudi Connection (2016), Drone Warfare: Killing by Remote Control (2013), Don’t Be Afraid Gringo: A Honduran Woman Speaks from the Heart (1989) και, μαζί με την Τζόντι Έβανς, Stop the Next War Now (2005).
Πηγή: infowar
