Το Χόλυγουντ αναμασά τις σάρκες του
του Άρη Χατζηστεφάνου
Οι κριτικοί κινηματογράφου και τηλεόρασης αλλά και οι θεατές αισθάνονται όλο και συχνότερα ότι παρακολουθούν την επανάληψη παλιών ιδεών στη μικρή και τη μεγάλη οθόνη. Δεν πρόκειται για αποτυχία των δημιουργών αλλά για συνειδητή επιλογή μιας ομάδας ελάχιστων εταιρειών που ελέγχουν πλέον κάθε στάδιο παραγωγής και διανομής μιας ταινίας.
«Aλγόριθμος της κοινοτοπίας». Οι τελευταίες λέξεις στην κριτική του Guardian για την τέταρτη συνέχεια της κινηματογραφικής παραγωγής «Matrix», με τον Κίανου Ριβς, αποτέλεσαν τη χαριστική βολή μετά από μια ομοβροντία πολύ κακών κριτικών που στιγμάτισαν την ταινία στα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Το σχόλιο όμως δεν αφορούσε μόνο το «Matrix».
Κανένας βέβαια δεν έχει αμφιβολίες ότι το Χόλιγουντ γεννήθηκε σαν μια καπιταλιστική μηχανή με πρωταρχικό στόχο τη συσσώρευση κέρδους. Ολο και περισσότεροι όμως φαίνεται να συνειδητοποιούν ότι η νέα πολιτική οικονομία του κινηματογράφου αλλά και των παραγωγών που διανέμονται αποκλειστικά από πλατφόρμες όπως το Netflix βλάπτει σοβαρά (αν και με διαφορετικούς μηχανισμούς) την καινοτομία. Από το «Sex and the City» μέχρι τους «Simpsons» και από τον «Τζέιμς Μποντ» μέχρι το «Star Wars», οι κριτικοί δυσκολεύονται όλο και συχνότερα να εντοπίσουν μια μεγάλη παραγωγή που θα τους κρατήσει όρθιους στην καρέκλα τους.
Οπως εξηγούσε στο περιοδικό Jacobin ο κινηματογραφιστής Τζέικ Ούρες, στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται η αλλαγή του μοντέλου χρηματοδότησης των ταινιών, το οποίο με τη σειρά του καθορίστηκε τις τελευταίες δεκαετίες από σειρά συγχωνεύσεων και επιθετικών εξαγορών μικρότερων στούντιο. Ενώ στις αρχές της δεκαετίας του ’80 το 90% των εταιρειών παραγωγής οπτικοακουστικού υλικού στις ΗΠΑ ελεγχόταν από περίπου 50 εταιρείες, μέχρι το 2011 το ίδιο ποσοστό πέρασε στα χέρια μόλις έξι επιχειρήσεων.
Οι εταιρείες, που ελέγχουν πλέον όλα τα στάδια παραγωγής και διανομής, θέτουν ως απόλυτο στόχο τη μείωση του επενδυτικού ρίσκου, ενώ προτιμούν να λειτουργούν όσο το δυνατόν περισσότερο σαν ραντιέρηδες, δηλαδή να συσσωρεύουν κέρδη από υπάρχουσες παραγωγές «ξαναζεσταίνοντας» το υλικό που έχουν στη διάθεσή τους. Η νέα πραγματικότητα δεν χαρακτηρίζεται πλέον από τη διαρκή (αν και άνιση) σύγκρουση μεταξύ των δημιουργών και των παραγωγών, όπως συνέβαινε πριν από τη δεκαετία του ’70, αλλά από την απόλυτη κυριαρχία μιας τραπεζικής λογικής.
Η πρώτη σημαντική επίπτωση είναι ότι οι νέοι χρηματοδότες προτιμούν τα σίκουελ γνωστών ταινιών («Star Wars» κτλ.) ή τη μεταφορά στη μεγάλη οθόνη παλαιότερων επιτυχημένων βιβλίων («Dune»). Ο,τι κινηματογραφείται πρέπει να έχει δοκιμαστεί. Παράλληλα, οι ταινίες γίνονται όλο και συχνότερα μια «σούπα» που πρέπει να αρέσει σε όλους αλλά και να περνά με άνεση από τους μηχανισμούς λογοκρισίας χωρών με μεγάλο πληθυσμό (κυρίως την Κίνα).
Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση όμως ο αλγόριθμος της πλατφόρμας (ο οποίος συλλέγει καθημερινά πληροφορίες, ακόμη και για το ποιο δευτερόλεπτο κάθε τηλεσειράς προκαλεί το ενδιαφέρον των θεατών ή σε ποιο κάνει «κοιλιά») ανατροφοδοτεί τους παραγωγούς με παλιές, δοκιμασμένες ιδέες. Ο αλγόριθμος, δηλαδή, τον οποίο χρησιμοποιούν τα στελέχη των εταιρειών για τις παραγγελίες νέων παραγωγών δεν μπορεί να γνωρίζει τι θα εκπλήξει ευχάριστα τον θεατή, αλλά μόνο τι του αρέσει ήδη. Για άλλη μια φορά λοιπόν η ασφαλέστερη λύση για τους μετόχους είναι να ξανατυλίξουν τις ίδιες ιδέες με νέο περιτύλιγμα.
Η παγκόσμια βιομηχανία του θεάματος δεν υπήρξε ποτέ ένας υγιής τόπος ελευθερίας και δημιουργικότητας. Στο παρελθόν όμως αποτελούσε, αν μη τι άλλο, μια αρένα όπου συγκρούονταν τα επιχειρηματικά συμφέροντα των παραγωγών με τις καλλιτεχνικές ανησυχίες των δημιουργών. Οι δεύτεροι συνήθως συνθλίβονταν. Αλλά τουλάχιστον συμμετείχαν στη μάχη. Σήμερα καλούνται να λειτουργήσουν σαν τους γελωτοποιούς ή τους ζωγράφους του Μεσαίωνα, που γνώριζαν ότι μπορούν να επιβιώσουν μόνο εάν ευχαριστήσουν τον ηγεμόνα ή αν αναλάβουν κάποια εργολαβία από το παλάτι ή την Εκκλησία. Προφανώς, ακόμη και τότε προέκυπταν πραγματικά αριστουργήματα. Το ερώτημα είναι τι παραπάνω μας πρόσφερε ο καπιταλισμός από τη φεουδαρχία.
Πηγή: efsyn via infowar
