Η μεσαία τάξη το μεσαίο δάχτυλο και η νίκη Τραμπ
Του Πέτρου Παπακωνσταντίνου
Η νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στις εκλογές της περασμένης Τρίτης συνιστά μια από τις πιο εντυπωσιακές περιπτώσεις πολιτικής νεκρανάστασης στη σύγχρονη εποχή. Αναρίθμητες πολιτικές νεκρολογίες του γράφτηκαν την επαύριον της 6ης Ιανουαρίου του 2021, όταν ο απερχόμενος πρόεδρος που δεν αναγνώριζε την ήττα του από τον Τζο Μπάιντεν κηλιδώθηκε ανεξίτηλα από την αιματηρή έφοδο των φασιστοειδών τύπου Proud Boys και Oath Keepers στο Καπιτώλιο, την οποία ο ίδιος είχε υποκινήσει. Κάτι λιγότερο από τέσσερα χρόνια αργότερα, είναι έτοιμος να επιστρέψει στην εξουσία ύστερα από μια πολύ καθαρή νίκη, που ξεπέρασε όλες τις προβλέψεις.
Σε αντίθεση με το 2016, όπου, παρά τη δύσκολη νίκη του στο Κολλέγιο των Εκλεκτόρων που αναδεικνύει τον πρόεδρο, είχε υστερήσει της Χίλαρι Κλίντον στη λαϊκή ψήφο κατά τρία εκατομμύρια, αυτή τη φορά εξασφάλισε 4,5 εκατομμύρια ψήφους περισσότερους από την Κάμαλα Χάρις. Επωφελούμενοι από το ρεύμα Τραμπ, οι Ρεπουμπλικανοί πήραν τη Γερουσία από τους Δημοκρατικούς και κατά πάσα πιθανότητα θα διατηρήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων. Έχοντας ήδη, από την πρώτη θητεία Τραμπ, εξασφαλίσει μια συντηρητική πλειοψηφία και στο Ανώτατο Δικαστήριο, η παράταξη του 45ου και 47ου προέδρου θα έχει, τουλάχιστον για τα επόμενα δύο χρόνια, στα χέρια της όλους τους ανώτατους θεσμούς της πολιτικής και δικαστικής εξουσίας.
Το σοκ της περασμένης Τρίτης άνοιξε, όπως ήταν φυσικό, ζωηρές συζητήσεις στον χώρο των Δημοκρατικών, αλλά και ανάμεσα στους προοδευτικούς ανθρώπους όλου του κόσμου για τα αίτια και τους υπαιτίους. Η πιο απλή και πιο ανώδυνη, για το κατεστημένο του φιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού, απάντηση ήταν εκείνη που έδωσε η πρώην πρόεδρος της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων, Νάνσι Πελόζι, κατά την οποία έφταιξε η ισχυρογνωμοσύνη του Μπάιντεν, ο οποίος έπρεπε να έχει αποσυρθεί πολύ νωρίτερα από την κούρσα, αφού ήταν φανερό ότι λόγω βιολογικής φθοράς δεν τράβαγε. Αλλά η Χάρις δεν χαντακώθηκε επειδή «δεν είχε πολύ χρόνο» να δείξει την αξία της στους ψηφοφόρους- αντίθετα, όσο πέρναγε ο χρόνος από τη στιγμή που παρέλαβε τη σκυτάλη, δηλαδή όσο περισσότερο την έβλεπε, την άκουγε και την αξιολογούσε ο κόσμος, τα ποσοστά της έπεφταν.
Οι έρευνες που έκαναν οι εταιρείες δημοσκοπήσεων παράλληλα με τα exit polls έδειξαν ότι τα δύο τρίτα των Αμερικανών και των Αμερικανίδων τάσσονταν υπέρ της νομιμότητας των αμβλώσεων σε ομοσπονδιακό επίπεδο, αλλά μόνο το 10-15% από αυτούς και από αυτές το αναδείκνυαν ως βασικό κριτήριο της ψήφου τους. Με άλλα λόγια, σκέφτονταν με έναν τρόπο που αδυνατούν να καταλάβουν οι μεταμοντέρνοι αριστεροί της εποχής μας: ότι ναι, θέλουν ατομικά δικαιώματα, αλλά θέλουν και τα οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα που τους στέρησαν, ότι σκέφτονται, ψηφίζουν και δρουν όχι μόνο ως γυναίκα, μετανάστης, ΛΟΑΤΚΙ ή οτιδήποτε άλλο, αλλά και ως εργαζόμενοι, άνθρωποι που πασχίζουν σκληρά να εξοφλήσουν τους λογαριασμούς, να σπουδάσουν τα παιδιά τους, να πληρώσουν το νοίκι ή το στεγαστικό δάνειο, να εξασφαλίσουν σύνταξη και περίθαλψη στα γεράματα.
Υπό το ίδιο πρίσμα πρέπει να εξηγήσουμε και έναν άλλο γρίφο αυτών των εκλογών, το γεγονός δηλαδή ότι ο ρατσιστής Τραμπ, που υποσχέθηκε ότι θα διώξει όλους τους παράτυπους μετανάστες με στρατιωτικού τύπου επιχειρήσεις, κατηγορώντας τους ότι τρώνε τους σκύλους και τις γάτες των νοικοκυραίων γιατί έχουν κακά γονίδια, σημείωσε σημαντικά κέρδη στις κοινότητες των μαύρων και των ισπανόφωνων. Στους μαύρους η διείσδυσή του ήταν μικρή (έχασε με 85%-13% από τη Χάρις, ενώ είχε χάσει με 87% έναντι 12% από τον Μπάιντεν), αλλά στους ισπανόφωνους η πρόοδός του ήταν εντυπωσιακή: από το 65%-32% του 2020, πήγε φέτος στο 52%- 46%, ένα βήμα δηλαδή πριν από την ισοδυναμία. Οδυνηρή ψυχρολουσία για τους Δημοκρατικούς που είχαν πιστέψει ότι οι δημογραφικές αλλαγές που πάνε να κάνουν μειοψηφία τους WASP (Λευκοί- Αγγλοσάξωνες- Προτεστάντες) θα τους εξασφάλιζαν αιώνια ηγεμονία.
Μαζί με την επαγγελία ενός «ρατσιστικού κοινωνικού κράτους», όπου η απαλλαγή από το βάρος των παράτυπων μεταναστών θα απελευθερώσει, υποτίθεται, κοινωνικούς πόρους για τους μη προνομιούχους, η ρητορική του Τραμπ εναντίον της Κίνας, της παγκοσμιοποίησης και των θέσεων εργασίας που χάνονται εξαιτίας τους, τον βοήθησε να κερδίσει εργατικά στρώματα στις βιομηχανικές Πολιτείες των Μεγάλων Λιμνών (Πενσιλβάνια, Ουισκόνσιν, Μίσιγκαν) που ήταν καθοριστικές για την έκβαση της αναμέτρησης. Στους Αμερικανούς και τις Αμερικανίδες χωρίς πτυχίο, οι οποίοι κατά κανόνα ανήκουν σε εργατικά ή άλλα λαϊκά στρώματα, ο Τραμπ υπερίσχυσε με 55%-42%. Αντίθετα, η Χάρις νίκησε τον Τραμπ με 51%-46% στους ψηφοφόρους με ατομικό εισόδημα άνω των 100.000 δολαρίων και στους πτυχιούχους ΑΕΙ με ποσοστό 55%-42%. Άλλη μια θεαματική επιβεβαίωση της τάσης να μετατρέπεται η Κεντροαριστερά (και μια ορισμένη Αριστερά) σε παράταξη των πτυχιούχων και των βολεμένων, εισπράττοντας την τιμωρία της από τις λαϊκές τάξεις που η ίδια εγκατέλειψε.
Έχοντας περιβάλει τη σκληρά αντιδραστική πολιτική του με λαϊκό προσωπείο, ο δισεκατομμυριούχος Τραμπ, που ευνόησε στην πρώτη τετραετία τους ομοίους του με φοροαπαλλαγές, πρόβαλλε ως εχθρός του κατεστημένου σε μια Αμερική όπου μεγάλο μέρος του πληθυσμού μισεί το κατεστημένο και ποθεί την ανατροπή, με όποιο τρόπο κι αν τη φαντασιώνεται, προοδευτικό ή αντιδραστικό. Αυτό έδειξαν η νίκη του μαύρου Ομπάμα, από τους πρώτους αντιπάλους του πολέμου στο Ιράκ, το 2002, η παρολίγον επικράτηση του αριστερού Σάντερς εναντίον της Κλίντον το 2016 κι αυτό δείχνει, από διαμετρικά αντίθετη σκοπιά, η νίκη του Τραμπ εναντίον της Χάρις τώρα. Κάθε φορά που τον κατακεραύνωναν τα μίντια, ακόμη κι αν είχαν δίκιο, ο Τραμπ έβγαινε ενισχυμένος γιατί οι λαϊκές τάξεις έχουν μάθει να βλέπουν τους ολιγάρχες του Τύπου ως εχθρούς τους. Επιδεικνύοντας άριστα πολιτικά αντανακλαστικά στην πρώτη απόπειρα δολοφονίας του, στην Πενσυλβάνια, όταν σηκώθηκε ματωμένος με υψωμένη γροθιά και φώναξε στους οπαδούς του «Παλέψτε, Παλέψτε», ταυτίστηκε με ένα μεγάλο μέρος των λαϊκών στρωμάτων που αισθάνονται ότι υποχρεούνται να παλεύουν ολοένα και πιο σκληρά για να μη συνθλιβούν από αυτούς που ελέγχουν το παιχνίδι.
Τέλος ο Τραμπ ωφελήθηκε από το γεγονός ότι πρόβαλλε ως ο υποψήφιος που θα τελειώσει τον πόλεμο στην Ουκρανία και γενικότερα ως εκείνος που θα μειώσει την ανάμιξη των ΗΠΑ σε πολέμους που κοστίζουν πολύ σε χρήμα και ζωές. Από αυτή τη σκοπιά αντανακλά έναν ευρύτερο διχασμό των αμερικανικών ελίτ για τη διεθνή θέση της χώρας τους, που σιγοβράζει από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την προσωρινή ανάδειξη των ΗΠΑ στη μοναδική υπερδύναμη. Η βαθμιαία ανάδειξη νέων ανταγωνιστών, με την ανόρθωση της Ρωσίας επί Πούτιν και την αλματώδη οικονομική άνοδο της Κίνας, η σχετική υποχώρηση της αμερικανικής οικονομικής και πολιτικής ισχύος διεθνώς και η εκτόξευση του αμερικανικού χρέους σε αστρονομικά ύψη έκαναν φανερό ότι οι ΗΠΑ υποφέρουν από την «ιμπεριαλιστική υπερεπέκταση» που έχει ιστορικά αποβεί μοιραία για όλες τις υπερδυνάμεις, από τη Ρώμη μέχρι τη Βρετανία. Ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος, η Κλίντον και ο Μπάιντεν επέμειναν να διατηρήσουν την παγκόσμια αμερικανική ηγεμονία και να επιχειρήσουν δυναμικές αντεπιθέσεις εναντίον των ανταγωνιστών τους, με αμφίβολα αποτελέσματα. Αντίθετα, ο Ομπάμα, ο Σάντερς και ο Τραμπ, καθένας από πολύ διαφορετικά σκοπιά, προσπάθησαν να βρουν δρόμους για μια ομαλή προσγείωση του αμερικανικού αητού σε χαμηλότερα ύψη και να περιορίσουν τα πολεμικά μέτωπα, εστιάζοντας (ο πρώτος και ο τρίτος) στην αντιμετώπιση της Κίνας. Οι υποσχέσεις για απόσυρση από τους επικίνδυνους πολέμους στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή έχουν μεγάλη απήχηση στα λαϊκά στρώματα, αν και ο εθνοκεντρικός ιμπεριαλισμός του Τραμπ συναντά ισχυρή αντίσταση από το βαθύ κράτος, που συνεχίζει να επενδύει στον κοσμοπολίτικο, διατλαντικό ατλαντισμό, ως πρώτη επιλογή των ΗΠΑ.
Θα ήταν μεγάλη αφέλεια να πιστέψει κανείς ότι ο Τραμπ είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποσχέσεις που τον έκαναν δημοφιλή. Οι ψηφοφόροι του από τις λαϊκές τάξεις και οι ηγέτες ανταγωνιστικών προς τις ΗΠΑ χωρών που περιμένουν, ίσως, ότι θα επωφεληθούν από την εκλογή του είναι καταδικασμένου να υποστούν οδυνηρές διαψεύσεις. Όπως και στην πρώτη τετραετία του, ο Τραμπ δεν πρόκειται να ωφελήσει τις λαϊκές τάξεις αλλά τη δική του, μεγαλοαστική τάξη- ήδη ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου, ο Έλον Μασκ, ετοιμάζεται να αναλάβει κατ’ εντολήν του Τραμπ κυβερνητικό πόστο με αποστολή τη δραστική περικοπή κρατικών δαπανών, κάτι που θα πλήξει κοινωνικές υποδομές και υπηρεσίες. Στο Ουκρανικό, το πολύ να οδηγηθεί όχι σε ειρήνευση, αλλά σε μια εκεχειρία που θα αφήνει άλυτα όλα τα θεμελιώδη προβλήματα με τη Ρωσία και θα εγκυμονεί τις επόμενες κρίσεις. Ο Τραμπ ενδέχεται να αποδειχθεί ακόμη πιο επικίνδυνος από τον Μπάιντεν απέναντι στην Κίνα και ακόμη πιο αφοσιωμένος στο Ισραήλ του Μπέντζαμιν Νετανιάχου, σε βάρος των Παλαιστινίων και του Ιράν- ήδη οι τελευταίες εικασίες περί απόπειρας δολοφονίας τους από Ιρανούς δεν προοιωνίζονται τίποτα το καθησυχαστικό.
Η νίκη του Τραμπ προσέφερε τον αδιαμφισβήτητο ηγέτη που αναζητούσε η «Διεθνής των εθνικιστών», οι ανερχόμενες σε διεθνή κλίμακα και ιδιαίτερα στην Ευρώπη δυνάμεις της Ακροδεξιάς. Τις συνέπειες θα τις δούμε σύντομα. Σε κάθε περίπτωση, η επικράτηση αυτού του ρεύματος καταδεικνύει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τις τραγικές συνέπειες που έχει για τις κοινωνίες και τον πολιτισμό μας η έκλειψη της Αριστεράς ως πολιτικού εκπροσώπου των λαϊκών τάξεων και του αντιιμπεριαλιστικύ αγώνα. Όσο δεν αρχίζουν σοβαρές προσπάθειες για να ξεπεραστεί αυτό το ιστορικό κενό, ο Τραμπ και οι όμοιοί του θα παίζουν χωρίς αντίπαλο.
