Βυθίζεται στην ύφεση η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης
Τα σύννεφα της ύφεσης σκεπάζουν τη Γερμανία, καθώς η γερμανική οικονομία συρρικνώθηκε για δεύτερο συνεχόμενο έτος.
Η γερμανική οικονομία, εξήγησε η κυρία Μπραντ, δέχεται πίεση και από το γεγονός ότι η Κίνα έχει χάσει την δυναμική της στις διεθνείς αγορές ως μοχλός ανάπτυξης, ενώ αυξάνεται και ο αριθμός των πτωχεύσεων γερμανικών επιχειρήσεων, με τις εξαγωγικές προοπτικές να συρρικνώνονται διαρκώς. Ταυτόχρονα, οι υψηλές τιμές ενέργειας και η πολλή γραφειοκρατία επιβαρύνουν την Γερμανία ως τόπο επιχειρήσεων. Επιπλέον, είναι πλέον σημαντικό το θέμα των υποδομών, οι οποίες χρειάζονται συντήρηση.
Οι καταναλωτές από την άλλη πλευρά εμφανίζονται αβέβαιοι για το μέλλον, στοιχείο που αποτυπώνεται στην μόλις κατά 0,3% αύξηση των καταναλωτικών δαπανών για το 2024. Τα υψηλότερα έξοδα αφορούσαν την υγεία (+2,8%) και τις μεταφορές (+2,1%). Οι Γερμανοί ξόδεψαν ωστόσο σε σχέση με το 2023 κατά 4,4% λιγότερα στην εστίαση και σε τουριστικά καταλύματα και κατά 2,8% λιγότερα σε είδη ένδυσης και υπόδησης.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση πάντως παρέμεινε δαπανηρή, ξοδεύοντας περισσότερα από τα έσοδά της. Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία, το κοινό έλλειμμα ομοσπονδιακής κυβέρνησης, κρατιδιακών κυβερνήσεων, δήμων και κοινοτήτων ανήλθε σε 113 δισεκατομμύρια ευρώ, έναντι 107,5% για το 2023. Το έλλειμμα για το 2023 έφθασε το 2,6%, σαφώς κάτω από το όριο του 3% που θέτει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ούτε όμως το νέο έτος φαίνεται να επιφυλάσσει ιδιαίτερα θετικές προοπτικές για την γερμανική οικονομία, ειδικά μετά και την επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ και τις απειλές του για επιβολή αυξημένων δασμών στα ευρωπαϊκά προϊόντα.
Σύμφωνα με σημερινή ανακοίνωση του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών Ifo του Μονάχου, για το 2025 αναμένεται «ελάχιστα αισθητή» ανάπτυξη της τάξεως του 0,4%. «Η Γερμανία διέρχεται την μακράν μεγαλύτερης διάρκειας φάση στασιμότητας στην μεταπολεμική ιστορία της. Υστερεί επίσης σημαντικά και στην διεθνή σύγκριση», δήλωσε ο επικεφαλής οικονομικών προβλέψεων του Ινστιτούτου Τίμο Βολμερχόιζερ.
Εάν δεν ληφθούν μέτρα, προειδοποίησε, οι κατασκευαστικές εταιρίες θα συνεχίσουν να μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους στο εξωτερικό, η αύξηση της παραγωγικότητας θα παραμείνει ασθενής και η προστιθέμενη αξία και η απασχόληση θα μεταφερθούν από τους τομείς υψηλής παραγωγικότητας σε αυτούς της χαμηλότερης. «Εάν καθοριστεί όμως γρήγορα και αξιόπιστα η σωστή πορεία οικονομικής πολιτικής, η επένδυση και η εργασία στην Γερμανία θα αποκτούσαν και πάλι αξία», επισήμανε και εξήγησε ότι «σε σύγκριση με άλλες τοποθεσίες σε όλο τον κόσμο, η φορολογική επιβάρυνση, η γραφειοκρατία και το ενεργειακό κόστος επιβαρύνουν ιδιαίτερα τις επιχειρήσεις στην Γερμανία», ενώ ταυτόχρονα είναι επείγουσα η ανάγκη για ανανέωση της ψηφιακής υποδομής, της ενέργειας και των μεταφορών και για προσέλκυση εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού.
