ενημέρωση 7:09, 15 August, 2026

Ο μεγαλύτερος ποταμός της Κίνας ανακάμπτει

Ο Γιανγκτσέ, «μητέρα των ποταμών», όπως τον αποκαλούν οι Κινέζοι, έμοιαζε να οδεύει προς οικολογική κατάρρευση. Η ρύπανση και η υπεραλίευση είχαν αποδεκατίσει την άγρια ζωή του. Σήμερα, παρουσιάζει εντυπωσιακά σημεία ανάκαμψης χάρη στην πολιτική βούληση. H κινεζική συνταγή, όμως, έχει και σημαντικό κοινωνικό κόστος

Ο ποταμός Γιανγκτσέ εκτείνεται σε μήκος περίπου 6.300 χιλιομέτρων, από το οροπέδιο του Θιβέτ έως τη Σαγκάη, αποτελώντας ζωτική αρτηρία για εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους. Επί δεκαετίες, όμως, αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως εργαλείο οικονομικής ανάπτυξης παρά ως φυσικός θησαυρός. Βιομηχανικά απόβλητα και λύματα κατέληγαν στα νερά του, εκατομμύρια τόνοι ψαριών αλιεύονταν κάθε χρόνο, ενώ η κατασκευή γιγαντιαίων φραγμάτων άλλαξε ριζικά τη φυσική του ροή.

Οι συνέπειες υπήρξαν δραματικές. Το περίφημο δελφίνι μπαϊτζί, με τη λευκή κοιλιά και την εξαιρετικά περιορισμένη όραση, θεωρείται πλέον ουσιαστικά εξαφανισμένο, ενώ την ίδια μοίρα είχε και το εντυπωσιακό κινεζικό ψάρι-κουπί, ένα από τα μεγαλύτερα ψάρια του γλυκού νερού στον κόσμο. Παρ’ όλα αυτά, οι επιστήμονες διαπιστώνουν ότι η καταστροφή δεν ήταν ολοκληρωτική. Σήμερα, γράφει ο Economist, ο ποταμός παρουσιάζει εντυπωσιακά σημεία ανάκαμψης, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και ένα σοβαρά υποβαθμισμένο οικοσύστημα μπορεί να αναγεννηθεί, εφόσον υπάρξει πολιτική βούληση και συστηματική παρέμβαση.

H κινεζική συνταγή, όμως, συνοδεύεται και από σημαντικό κοινωνικό κόστος, καθώς και από επιλογές που προκαλούν έντονο προβληματισμό. Από το 2021, όταν τέθηκε σε εφαρμογή ένα ευρύ πρόγραμμα προστασίας του ποταμού, τα πρώτα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά. Σύμφωνα με διεθνή επιστημονική έρευνα που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο από ερευνητές της Κίνας, του Καναδά, των ΗΠΑ και της Γαλλίας, η συνολική βιομάζα των ψαριών έχει αυξηθεί κατά περισσότερο από 200%, ανατρέποντας μια πτωτική πορεία που διαρκούσε σχεδόν επτά δεκαετίες.

Τον Απρίλιο, σύμφωνα με τον Economist, επιστήμονες κατέγραψαν για πρώτη φορά μετά από είκοσι χρόνια την αναπαραγωγή ενός σπάνιου είδους οξύρρυγχου στο φυσικό του περιβάλλον. Νεότερη μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο έδειξε ότι πολύ μεγαλύτερο ποσοστό των ψαριών φτάνει πλέον σε ηλικία αναπαραγωγής, γεγονός που ενισχύει τις προοπτικές για τη μακροπρόθεσμη αποκατάσταση του οικοσυστήματος. Εξίσου ενθαρρυντικά είναι και τα στοιχεία για τη φώκαινα χωρίς ραχιαίο πτερύγιο, ένα μικρό συγγενικό είδος του εξαφανισμένου δελφινιού, που οι κάτοικοι αποκαλούν «γουρούνι του ποταμού».

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα κυβερνητικά στοιχεία, περισσότεροι από 1.400 τέτοιοι πληθυσμοί ζουν σήμερα στη λεκάνη του Γιανγκτσέ, έναντι περίπου 1.000 που είχαν απομείνει το 2017. Η ανάκαμψη αυτή, παρατηρεί ο Economist, αντανακλά μια εντυπωσιακή αλλαγή προτεραιοτήτων από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας. Ενα κράτος που επί δεκαετίες ταύτιζε την ανάπτυξη με την αδιάκοπη εκμετάλλευση της φύσης, προβάλλει πλέον τον εαυτό του ως παγκόσμιο υπερασπιστή της βιοποικιλότητας.

Στην περίπτωση του Γιανγκτσέ, τα αποτελέσματα είναι όντως αξιοσημείωτα και ίσως αποτελέσουν παράδειγμα για άλλους μεγάλους ποταμούς, όπως ο Μεκόνγκ στη Νοτιοανατολική Ασία. Η σημαντικότερη παρέμβαση ήταν η επιβολή δεκαετούς απαγόρευσης της επαγγελματικής αλιείας σε ολόκληρο τον ποταμό, στους βασικούς παραποτάμους και στις μεγάλες λίμνες της λεκάνης του. Τη δεκαετία του 1950 οι ετήσιες αλιεύσεις ξεπερνούσαν τους 400.000 τόνους, γράφει ο Economist, όμως μέχρι το 2021 είχαν περιοριστεί σε λιγότερους από 100.000.

Η εφαρμογή της απαγόρευσης στηρίζεται σε συνεχείς περιπολίες, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, κάμερες επιτήρησης και αυστηρά πρόστιμα. Η συγκεκριμένη πολιτική υποστηρίζεται προσωπικά από τον πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, ενώ η αξιολόγηση των τοπικών αξιωματούχων συνδέεται πλέον και με περιβαλλοντικούς δείκτες. Σταδιακά, η ποιότητα των υδάτων βελτιώθηκε αισθητά. Χιλιάδες χημικά εργοστάσια έκλεισαν ή μεταφέρθηκαν μακριά από τις όχθες, πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες αναδασώσεις στις πηγές του ποταμού, ενώ πολλές πόλεις μετατράπηκαν σε «πόλεις-σφουγγάρια», με τεχνητούς υγροτόπους, διαπερατά υλικά και περισσότερο πράσινο, ώστε να απορροφούν τα νερά της βροχής και να περιορίζουν τόσο τις πλημμύρες όσο και τη ρύπανση.

Ο κινέζος περιβαλλοντολόγος Ουάνγκ Λιμίν θεωρεί ότι η ανάκαμψη αποδεικνύει την εξαιρετική ικανότητα του κινεζικού κράτους να κινητοποιεί τεράστιους πόρους όταν θέτει έναν στόχο. Θεωρεί ιδιαίτερα σημαντική την αύξηση των φώκαινων, επειδή πρόκειται για είδος-δείκτη: η κατάσταση του πληθυσμού τους, όπως λέει στον Economist, αντικατοπτρίζει τη συνολική υγεία του οικοσυστήματος. Παρ’ όλα αυτά, η επιτυχία είχε βαρύ κοινωνικό τίμημα. Περίπου 230.000 αλιείς έχασαν τη δουλειά τους, ενώ τα σκάφη τους κατασχέθηκαν ή καταστράφηκαν. Παρότι τα κρατικά ΜΜΕ υποστηρίζουν ότι δόθηκαν αποζημιώσεις και προσφέρθηκαν νέες θέσεις εργασίας, η εικόνα στις τοπικές κοινωνίες είναι αρκετά διαφορετική.

Στην επαρχία Τζινσιάν, στις όχθες της λίμνης Τζουνσάν, πολλοί πρώην ψαράδες υποστηρίζουν ότι μόνο ένας στους πέντε αποζημιώθηκε, ενώ τα ποσά δεν κάλυψαν ούτε κατά διάνοια το χαμένο εισόδημα. Οι περισσότεροι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα χωριά τους και να αναζητήσουν εργασία στις μεγάλες πόλεις. «Η κυβέρνηση αποφασίζει τα πάντα. Κανείς δεν ακούει τους απλούς ανθρώπους», λέει στον Economist μια γυναίκα που ζούσε από το ψάρεμα, ενώ σήμερα διατηρεί ένα μικρό εστιατόριο. Παρόμοια είναι και η εμπειρία του κυρίου Τζανγκ, ο οποίος εγκατέλειψε την αλιεία και στράφηκε, μετά από παρότρυνση των αρχών, στην εκτροφή χελιών.

Οπως εξηγεί στον Economist, όμως, οι επενδύσεις είναι μεγάλες και η ζήτηση ασταθής, με αποτέλεσμα φέτος σχεδόν όλοι οι παραγωγοί να καταγράφουν ζημιές. Αρκετοί επιστήμονες επισημαίνουν ότι η κινεζική περιβαλλοντική πολιτική παρουσιάζει σημαντικές αντιφάσεις: Ενώ περιορίζεται η αλιεία, η κατασκευή φραγμάτων συνεχίζεται αδιάκοπα. Στον Γιανγκτσέ λειτουργούν ήδη δώδεκα γιγαντιαία φράγματα, ανάμεσά τους και το περίφημο φράγμα των Τριών Φαραγγιών, καθώς και χιλιάδες μικρότερα έργα. Τα φράγματα εμποδίζουν τη φυσική μετανάστευση των ψαριών προς τις περιοχές αναπαραγωγής, προκαλώντας σοβαρές οικολογικές επιπτώσεις.

Παρά τις προειδοποιήσεις των ειδικών, η Κίνα εξακολουθεί να σχεδιάζει νέα υδροηλεκτρικά έργα. Ο καθηγητής Στίβεν Κουκ, από το Πανεπιστήμιο Κάρλετον του Καναδά, εξηγεί στον Economist ότι χωρίς την τροποποίηση ή την απομάκρυνση ορισμένων φραγμάτων, η περαιτέρω ανάκαμψη του ποταμού θα έχει φυσικά όρια. Τελευταίο παράδειγμα αποτελεί η έγκριση της κατασκευής νέου φράγματος μήκους τριών χιλιομέτρων ανάμεσα στη λίμνη Πογιάνγκ και τον Γιανγκτσέ. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι θα βοηθήσει στη διαχείριση της στάθμης των υδάτων κατά την ξηρή περίοδο. Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις, όμως, φοβούνται ότι θα απειλήσει τους μεταναστευτικούς πληθυσμούς πτηνών και τις φώκαινες χωρίς ραχιαίο πτερύγιο.

Για πολλούς οικολόγους, όπως και για τους πρώην ψαράδες, το κινεζικό κράτος παραμένει ένας σύμμαχος που μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε αντίπαλο. 

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.