ενημέρωση 2:47, 11 October, 2026

Reuters - Ο Τραμπ χωρίς έλεγχο στον πόλεμο με το Ιράν – Τα λάθη, τα όρια και οι επιλογές που έμειναν

Η απουσία σαφούς στρατηγικής εξόδου από τον πόλεμο προκαλεί ανησυχία

Τρεις εβδομάδες έχουν περάσει από την έναρξη του πολέμου που ξεκίνησαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν, με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με μια κρίση που φαίνεται να ξεφεύγει από τον έλεγχό του.

Οι τιμές ενέργειας στην παγκόσμια αγορά αυξάνονται, οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται απομονωμένες από τους συμμάχους τους – ιδιαίτερα στο NATO – ενώ ταυτόχρονα ετοιμάζουν νέες στρατιωτικές δυνάμεις για επιχειρησιακή ανάπτυξη, παρά τη δέσμευση του Τραμπ ότι ο πόλεμος θα είναι «περίπατος».

Ο Αμερικανός πρόεδρος αποκάλεσε «δειλά» τα υπόλοιπα κράτη – μέλη του NATO επειδή αρνήθηκαν να συμβάλουν στην ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ, επιμένοντας ότι η εκστρατεία προχωρά σύμφωνα με το σχέδιο. Ωστόσο, η δήλωσή του πως η μάχη «κερδήθηκε στρατιωτικά» δεν ανταποκρίνεται στα δεδομένα, καθώς το Ιράν εξακολουθεί να αντιστέκεται με επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές και επιδρομές με drones στην περιοχή.

Δεν ελέγχει ούτε το… πολιτικό μήνυμα της σύγκρουσης

Ο Τραμπ, ο οποίος ανέλαβε για δεύτερη φορά την προεδρία των ΗΠΑ υποσχόμενος να αποφύγει «ηλίθιες» στρατιωτικές επεμβάσεις, φαίνεται τώρα να μην ελέγχει ούτε το αποτέλεσμα ούτε το πολιτικό μήνυμα της σύγκρουσης που ο ίδιος προκάλεσε.

Η απουσία σαφούς στρατηγικής εξόδου από τον πόλεμο προκαλεί ανησυχία για την πολιτική του κληρονομιά και τις προοπτικές του κόμματός του, καθώς οι Ρεπουμπλικάνοι προσπαθούν να διατηρήσουν τις μικρές πλειοψηφίες τους στο Κογκρέσο ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου 2026.

«Ο Τραμπ έχει φτιάξει για τον εαυτό του ένα κουτί που ονομάζεται πόλεμος του Ιράν και δεν μπορεί να βρει τρόπο να βγει από αυτό», σχολίασε ο Άαρον Ντέιβιντ Μίλερ, πρώην αξιωματούχος αμερικανικών κυβερνήσεων με εμπειρία στη Μέση Ανατολή.

Από την πλευρά του, στέλεχος του Λευκού Οίκου απάντησε ότι οι «επιθέσεις αποκεφαλισμού» της ιρανικής ηγεσίας και η καταστροφή μεγάλου μέρους του ιρανικού ναυτικού συνιστούν αδιαμφισβήτητη στρατιωτική επιτυχία.

Τα όρια της προεδρικής εξουσίας

Τα όρια της επιρροής του Τραμπ – διπλωματικά, στρατιωτικά και πολιτικά – έγιναν εμφανή την περασμένη εβδομάδα. Η άρνηση των συμμάχων του να αναπτύξουν ναυτικές δυνάμεις στα Στενά του Ορμούζ τον αιφνιδίασε, ενώ ορισμένοι σύμβουλοι πρότειναν να περιορίσει το εύρος της επιχείρησης, κάτι που δεν έχει υλοποιηθεί μέχρι στιγμής.

Αναλυτές εκτιμούν ότι η στάση των συμμάχων αντικατοπτρίζει την απροθυμία τους να εμπλακούν σε έναν πόλεμο για τον οποίο «δεν ερωτήθηκαν», αλλά και την αντίδραση τους απέναντι στην υποτίμηση των παραδοσιακών συμμαχιών των ΗΠΑ μετά την επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία.

Παράλληλα, ήρθαν στην επιφάνεια διαφορές με το Ισραήλ σχετικά με στρατιωτικές επιχειρήσεις, με τον Τραμπ να «αδειάζει» τον Νετανιάχου επειδή δεν είχε ενημερωθεί για τα ισραηλινά πλήγματα στο κοίτασμα South Pars του Ιράν.

Υπάρχουν εναλλακτικές επιλογές;

Αναλυτές που μίλησαν στο πρακτορείο Reuters υποστηρίζουν ότι ο Τραμπ βρίσκεται σε ένα «σταυροδρόμι» για την πορεία της επιχείρησης «Επική Οργή», χωρίς ξεκάθαρο σχέδιο για την επόμενη φάση.

Θα μπορούσε να κλιμακώσει την αμερικανική επίθεση καταλαμβάνοντας τον πετρελαϊκό κόμβο του Ιράν στο νησί Χαργκ ή αναπτύσσοντας στρατεύματα κατά μήκος των ακτών του, επιλογές όμως που ενέχουν τον κίνδυνο μιας μακροχρόνιας εμπλοκής, την οποία απορρίπτει η πλειοψηφία των Αμερικανών.

Μια άλλη επιλογή θα ήταν να κηρύξει τη νίκη και να αποχωρήσει, γεγονός που θα μπορούσε να απογοητεύσει τις συμμαχικές χώρες του Κόλπου και να αφήσει πίσω ένα Ιράν διψασμένο για εκδίκηση, με πιθανές συνέπειες για τη σταθερότητα της περιοχής.

Οι λανθασμένοι υπολογισμοί

Από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου 2026, η αμερικανική κυβέρνηση φαίνεται να υποτίμησε τις συνέπειες μιας σύγκρουσης με το Ιράν. Η Τεχεράνη απάντησε εξαπολύοντας πυραύλους και drones, πλήττοντας γειτονικές χώρες του Κόλπου και περιορίζοντας τη λειτουργία των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται το 20% της παγκόσμιας μεταφοράς πετρελαίου.

«Απέτυχαν να σκεφτούν ένα εφεδρικό πλάνο σε περίπτωση που ο πόλεμος δεν εξελισσόταν όπως θα ήθελαν», δήλωσε ο Τζον Μπας, πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν και την Τουρκία.

Καθώς η σύγκρουση συνεχίζεται, ο Τραμπ δείχνει ολοένα πιο απογοητευμένος από την αδυναμία του να ελέγξει το «αφήγημα» της πολεμικής εκστρατείας, επιτιθέμενος στα μέσα ενημέρωσης και κάνοντας λόγο για «προδοσία» απέναντι στις επιλογές του.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Παιχνίδι της μοίρας – Η τραγική συνάντηση της Νταϊάνα και της Κάρολιν Μπεσέτ πριν τα θανατηφόρα ατυχήματα

Συναντήθηκαν πραγματικά η Κάρολιν Μπεσέτ Κένεντι και η πριγκίπισσα Νταϊάνα λίγες εβδομάδες πριν από το θάνατο της Νταϊάνα;

Και οι δύο ήταν μεταξύ των διασημοτήτων που παρευρέθηκαν στην κηδεία του Τζιάνι Βερσάτσε, και αμφότερες θα έχαναν αργότερα τη ζωή τους σε νεαρή ηλικία σε τραγικά ατυχήματα. Το καλοκαίρι του 1997, η πριγκίπισσα Νταϊάνα, ο Τζον Φ. Κένεντι Τζούνιορ και η Κάρολιν Μπεσέτ ήταν τρία από τα πιο διάσημα πρόσωπα στον κόσμο. Όταν η Νταϊάνα έχασε τη ζωή της σε τροχαίο ατύχημα στο Παρίσι, ενώ την καταδίωκαν παπαράτσι τις πρώτες πρωινές ώρες της 31ης Αυγούστου εκείνης της χρονιάς, το γεγονός αυτό είχε βαθιά επίδραση στο ζευγάρι.

Το 8ο επεισόδιο της μίνι σειράς του FX «Love Story: John F. Kennedy Jr. & Carolyn Bessette» — στο οποίο η Σάρα Πίτζον και ο Πολ Άντονι Κέλι υποδύονται το εκλιπόν ζευγάρι — εξερευνά τις αντιδράσεις τους στον τραγικό θάνατο της Νταϊάνα, ενσωματώνοντας κάποια πραγματικά γεγονότα στη δραματοποίηση.

Το επεισόδιο ξεκινά με την Κάρολιν να λαμβάνει τα νέα μέσω ενός πανικόβλητου τηλεφωνήματος από την αδελφή της, Λόρεν, η οποία ήταν το τρίτο θύμα στην αεροπορική συντριβή που σκότωσε τον Τζον και την Κάρολιν λιγότερο από δύο χρόνια αργότερα.

Η μία δίπλα στην άλλη

Το «Love Story» δείχνει την Κάρολιν να ανοίγει την τηλεόραση για να παρακολουθήσει την κάλυψη, αλλά η Νταϊάνα δεν έχει ακόμη κηρυχθεί νεκρή. «Μόλις την είδα», λέει στον Τζον. «Στην κηδεία του Τζιάνι, καθόμουν ακριβώς πίσω της».

Είναι αλήθεια ότι η Κάρολιν, η οποία εργαζόταν ως υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων μόδας για τον Calvin Klein, και η Νταϊάνα ήταν και οι δύο μεταξύ των 2.000 παρευρισκομένων στην πολύκροτη κηδεία του Τζιάνι Βερσάτσε στον καθεδρικό ναό του Μιλάνου στην Ιταλία, στις 22 Ιουλίου 1997.

Ωστόσο, δεν είναι σαφές αν κάθονταν η μία δίπλα στην άλλη ή αν ανταλλάξανε έστω και μια ματιά. Η Κάρολιν δεν μίλησε ποτέ δημόσια για κάποια προσωπική σχέση με την εκλιπούσα πριγκίπισσα.

Το «Love Story» δείχνει την Κάρολιν να ανοίγει την τηλεόραση για να παρακολουθήσει την κάλυψη, αλλά η Νταϊάνα δεν έχει ακόμη κηρυχθεί νεκρή. «Μόλις την είδα», λέει στον Τζον. «Στην κηδεία του Τζιάνι, καθόμουν ακριβώς πίσω της»

Τη σκότωσαν

Η εκδοχή της Κάρολιν που παρουσιάζεται στη σειρά αντιδρά έντονα στην είδηση του θανάτου της Νταϊάνα, πιθανώς με βάση την ομολογία της πραγματικής Κάρολιν στους πιο στενούς της ανθρώπους ότι «τρομοκρατούνταν» από τους παπαράτσι.

«Η Κάρολιν ήταν τρομοκρατημένη από τον θάνατο της Νταϊάνα», δήλωσε το 2017 στο People η Ρόουζ Μαρί Τερένζιο, η οποία ήταν βοηθός του Τζον Φ. Κένεντι Τζούνιορ και συν-συγγραφέας του βιβλίου «JFK Jr: An Intimate Oral Biography» μαζί με τη Λιζ Μακ Νιλ του People. «Φοβόταν ότι “τώρα θα επικεντρωθούν ακόμη περισσότερο σε εμάς, επειδή δεν έχουν πια εκείνη”».

Στην σειρά, η Κάρολιν της Πίτζον μένει άναυδη από φρίκη όταν μαθαίνει τα νέα. «Την σκότωσαν», λέει. «Έκανε τα πάντα σωστά, πόζαρε σε κάθε φωτογραφία, τους έδωσε ό,τι ήθελαν και παρόλα αυτά τη σκότωσαν».

«Είναι φρικτό», προσθέτει. «Ήταν η πριγκίπισσά τους, και την αντιμετώπισαν σαν θήραμα».

Κάποιος ξυπνάει τα παιδιά του

Ωστόσο, σύντομα γίνεται σαφές ότι ο θάνατος έχει επηρεάσει την Κάρολιν και τον Τζον με πολύ διαφορετικό τρόπο. Ενώ η Κάρολιν κάθεται σε κατάσταση σοκ, παρακολουθώντας την κάλυψη και αναρωτιέται τι θα ακολουθήσει στη δική της ιστορία με τον αρπακτικό Τύπο, ο Τζον πηγαίνει για τρέξιμο, επιπλήττοντας την Κάρολιν που έχει ακόμα ανοιχτή την ειδησεογραφία όταν επιστρέφει.

«Νομίζω ότι υπάρχει κάτι πραγματικά μακάβριο στο να παρακολουθείς αυτές τις μαλακίες, όταν αυτή τη στιγμή, στην άλλη άκρη του κόσμου, κάποιος ξυπνάει τα παιδιά του πριν μάθουν από την τηλεόραση ότι ο γονιός τους είναι νεκρός», λέει, αποκαλύπτοντας ότι οι τραυματικές αναμνήσεις από τη δολοφονία του πατέρα του τον έχουν κάνει να εμμένει στο μέλλον του πρίγκιπα Γουίλιαμ και του πρίγκιπα Χάρι και στο πώς αυτό μπορεί να αντικατοπτρίζει το δικό του.

Αν και η Κάρολιν και η Νταϊάνα δεν φαίνεται να είχαν κάποια πραγματική σχέση, η πριγκίπισσα είχε συναντήσει τον Τζον Φ. Κένεντι Τζούνιορ μία φορά, πριν και οι δύο χάσουν τη ζωή τους τραγικά και πρόωρα.

Αντικείμενο ενδιαφέροντος

Οι δύο είχαν μια ιδιωτική συνάντηση σε ένα ρετιρέ στη Νέα Υόρκη τον Δεκέμβριο του 1995, ώστε ο Τζον να ζητήσει από τη Νταϊάνα να ποζάρει για το εξώφυλλο του πολιτικού του περιοδικού, George. Ο προσωπικός γραμματέας της Νταϊάνα, Πάτρικ Τζέφσον, είπε στην προφορική βιογραφία ότι η Νταϊάνα «ενδιαφερόταν» για τον Τζον, αλλά ήθελε να είναι διακριτική, καθώς ήταν χωρισμένη από τον τότε πρίγκιπα Κάρολο, και αυτός ήταν ο «πιο περιζήτητος εργένης του κόσμου» εκείνη την εποχή.

Μετά τη συνάντηση, ο Τζέφσον θυμήθηκε ότι σκέφτηκε ότι, αν και δεν φαινόταν να υπάρχει κάτι ρομαντικό μεταξύ των δύο, υπήρχε μια αμοιβαία κατανόηση.

«Νομίζω ότι ίσως να αναφέρθηκε στη διάσημη φωτογραφία του όταν ήταν μικρός. Και ένιωθε συμπάθεια γι’ αυτόν που μεγάλωνε με αυτό το όνομα και ήταν αντικείμενο του ενδιαφέροντος του κοινού», είπε. «Αυτά ήταν πράγματα με τα οποία μπορούσε να ταυτιστεί. Σίγουρα διέκρινα μια αίσθηση συμπάθειας, ανησυχίας, γι’ αυτόν».

 

Τον Φεβρουάριο του 1997, θυμήθηκε η Τερένζιο, λίγους μόνο μήνες πριν από το θάνατό της, η Νταϊάνα έγραψε στον JFK Jr. ένα γράμμα που θα αποδεικνυόταν μια σημαντική χειρονομία και μια ανατριχιαστική προφητεία.

«Τον ευχαρίστησε για το γράμμα του και για τα λίγα αντίτυπα του George που του είχε στείλει», θυμήθηκε η Τερένζιο. «Είπε ότι “δυστυχώς” πρέπει να απορρίψει την προσφορά του και ότι θα επανέλθει όταν θα είναι η κατάλληλη στιγμή. Στο τέλος, έγραψε: «Ελπίζω» —και υπογράμμισε τη λέξη “ελπίζω”— «τα ΜΜΕ να αφήσουν ήσυχους τόσο εσένα όσο και την Κάρολιν. Ξέρω πόσο δύσκολο είναι, αλλά είτε το πιστεύεις είτε όχι, οι χειρότεροι παπαράτσι βρίσκονται εδώ στην Ευρώπη!».

*Με στοιχεία από people.com

Η χώρα χρειάζεται εθνική στρατηγική στην εξωτερική πολιτική και όχι απλώς να προσπαθεί να καταλάβει προς τα πού φυσάει ο άνεμος

Η κυβέρνηση θεωρεί ότι η εξωτερική πολιτική είναι το ισχυρό σημείο της. Στην πραγματικότητα απλώς σωρεύονται κίνδυνοι

Στην κυβέρνηση ορισμένοι πανηγυρίζουν με την όλη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με τον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν. Θεωρούν, δηλαδή, ότι μπορούν να εκμεταλλευτούν τη συσπείρωση, που συνήθως καταγράφεται, γύρω από τον κυβερνήτη σε περιόδους κρίσης. Άλλωστε, το είδαν και στην πανδημία. Γι’ αυτόν τον λόγο έχουν επιλέξει μια υποτίθεται προσεκτική ρητορική, δεν έχουν ταυτιστεί με τον πόλεμο (βεβαίως ορισμένοι υπουργοί τύπου Άδωνι Γεωργιάδη πανηγυρίζουν για τα πλήγματα στο Ιράν), αναπαράγουν τη ρητορική Ευρωπαίων ηγετών (όχι βεβαίως του Πέδρο Σάντσεθ), δηλώνουν ότι η Ελλάδα δεν εμπλέκεται και ακόμη και την πρώτη πραγματική εμπλοκή, με τη χρήση της συστοιχίας Patriot, την παρουσίασαν σαν αμυντική ενέργεια και όχι συμμετοχή.

Βεβαίως, στην πραγματικότητα είναι ιδιαιτέρως ανασφαλείς, γιατί δεν ξέρουν πόσο μεγάλο θα είναι το οικονομικό κόστος – ποια συσπείρωση θα υπάρχει, εάν η βενζίνη φτάσει στα 2,5 ευρώ; –, ούτε πόσο μεγάλη θα είναι η γεωπολιτική αναστάτωση.

Ακόμη και έτσι όμως, η ρητορική που παίζει η κυβέρνηση και το φιλοκυβερνητικό μηντιακό οικοσύστημα είναι ότι «δεν υπάρχει κάτι άλλο που θα μπορούσαμε να κάνουμε».

Μόνο που εδώ είναι η ουσία. Γιατί η κυβέρνηση θα μπορούσε να κάνει πολύ περισσότερα. Και το γεγονός ότι δεν τα κάνει εκθέτει τη χώρα σε μεγαλύτερους κινδύνους και τον λαό σε υψηλότερο κόστος.

Γιατί η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν επεξεργάστηκε μια εξωτερική πολιτική άλλη, από το να συντάσσεται με ό,τι φάνταζε η «σωστή πλευρά της ιστορίας». Θεώρησε ότι η πλήρης στήριξη σε όλες τις επιλογές του Ισραήλ θα ενίσχυε τη θέση της χώρας έναντι της Τουρκίας, παραβλέποντας πόσο έχαναν οι κυβερνήσεις που έδειχναν να ταυτίζονται με τους βομβαρδισμούς στη Γάζα. Αναζήτησε εναγωνίως ταύτιση με όλες τις επιλογές των ΗΠΑ, πρώτα σε σχέση με την Ουκρανία και στη συνέχεια στη Μέση Ανατολή. Στην Ευρώπη επένδυσε κυρίως στην «εξοπλιστική διπλωματία», αλλά όχι στο να έχει η Ευρώπη μια δική της αυτόνομη στρατηγική με γνώμονα την ειρήνη. Στα ελληνοτουρκικά κινήθηκε περισσότερο με τη λογική του κατευνασμού, παρά με μια μακροπρόθεσμη στρατηγική. Στα ζητήματα του προσφυγικού και του μεταναστευτικού οι επιλογές έχουν περισσότερο να κάνουν με την άγρα ακροδεξιών ψήφων παρά με το πρόβλημα.

Όλα αυτά φαίνονται και τώρα σε σχέση με τον πόλεμο στο Ιράν, όπου η αυτονόητη μη συμμετοχή στις πολεμικές επιχειρήσεις έχει συνδυαστεί απλώς με την αναμονή πότε θα τελειώσει, χωρίς καμία σκέψη για το ποιες πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να ληφθούν ώστε να υπάρξει κατάπαυση του πυρός, επιστροφή στη διπλωματία, αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας, και προστασία εγκαταστάσεων από τις οποίες εξαρτάται η παγκόσμια ενεργειακή αγορά. Στην πραγματικότητα είναι ως κάθε πρωί να προσπαθεί η κυβέρνηση να δει προς τα πού φυσάει ο άνεμος, τι δηλώνουν άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και μετά τοποθετείται, με όρους τελικά επικοινωνιακής διαχείρισης και όχι στρατηγικής.

Το πρώτο πράγμα που θα μπορούσε να κάνει η χώρα θα ήταν ακριβώς να πρωτοστατήσει σε πρωτοβουλίες για να σταματήσει ο πόλεμος. Αυτό θα μπορούσε να είναι μια πρωτοβουλία σε συντονισμό και με την ΕΕ και με άλλες χώρες της περιοχής, που θα έθεταν το αίτημα της άμεσης κατάπαυσης πυρός και της επιστροφής στις διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, με ταυτόχρονη εξασφάλιση ομαλής ναυσιπλοΐας.

Και εδώ πρέπει να πούμε ότι είναι στιγμή τεράστιας υποχώρησης της Ευρώπης ότι μπορεί να μην συμμετέχει στον πόλεμο, αλλά οι ηγέτες δεν τολμούν να πουν το αυτονόητο: κατάπαυση του πυρός τώρα και επιστροφή στις διαπραγματεύσεις. Διότι εάν θεωρείς έναν πόλεμο εσφαλμένο και καταστροφικό, τότε δεν λες απλώς «δεν συμμετέχω», λες «πρέπει να σταματήσει αυτός ο πόλεμος».

Η Ευρώπη θα μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα και η χώρα μας να συμβάλει σε αυτά. Θα μπορούσε να ζητήσει η Ελλάδα οι χώρες της ΕΕ, ξεκινώντας από τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου να συντονιστούν και με άλλες χώρες της Μεσογείου και του αραβικού κόσμου για μια μεγάλη πρωτοβουλία για την κατάπαυση του πυρός.

Η χώρα μας ειδικά, που είναι και η πρώτη ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο, θα πρέπει να απαιτήσει την επιστροφή στη διπλωματία ως προϋπόθεση για την ασφάλεια στη ναυσιπλοΐα. Γιατί ασφάλεια για τη ναυσιπλοΐα δεν είναι η διαρκής στρατιωτική συνοδεία, αλλά μια νέα συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν που θα οδηγούσε σε ειρήνευση, σε άρση των κυρώσεων, και ασφαλή διέλευση των πλοίων.

Όπως υπογράμμισε πρόσφατα και ο Αλέξης Τσίπρας, «θεωρώ απαραίτητο ο Έλληνας πρωθυπουργός να ζητήσει τη σύγκληση των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου στην Κρήτη, ενδεχομένως και με εκπροσώπους από τις αραβικές χώρες και με εκπροσώπους της ναυτιλίας, να μιλήσει για τις επιπτώσεις του πολέμου στην Ευρώπη και στην Μεσόγειο και να ζητήσει άμεση κατάπαυση πυρός. Αυτό πρέπει να κάνει ο κ. Μητσοτάκης, αν θέλει πραγματικά να προστατέψει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα».

Όλα αυτά θα απαιτούσαν και μια πραγματική κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας της ΕΕ. Όχι απλώς ως προέκταση του ΝΑΤΟ, ούτε αναλαμβάνοντας το κόστος που οι ΗΠΑ δεν θέλουν να αναλάβουν. Αλλά ως μια ικανότητα της Ευρώπης να διαθέτει μεν αποτρεπτική ισχύ, αλλά πρωτίστως να προωθεί τη διπλωματία και την ειρήνη, ξεκινώντας από το να τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία, μέσα από διαπραγματεύσεις για μια ειρήνη μακροπρόθεσμη, με εγγυήσεις ασφάλειας προς όλες τις πλευρές. Η χώρα μας θα έπρεπε να πρωτοστατεί σε όλα αυτά.

Αυτό σημαίνει και ένα ξεκαθάρισμα της αναγκαίας συμμαχικής σχέσης με τις ΗΠΑ. Σε μια εποχή που οι αμερικανικές βάσεις που βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια με βάση το πλαίσιο αμυντικής συνεργασίας δεν είναι για όποτε χρειαστεί, όπως στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, αλλά χρησιμοποιούνται σε πολεμικές επιχειρήσεις, η Ελλάδα θα πρέπει να απαιτήσει να κατοχυρωθεί ότι θα απορρίπτει τη χρήση τους όταν αυτή θέτει τη χώρα σε κίνδυνο ή λειτουργεί σε βάρος εθνικών συμφερόντων. Αυτό σημαίνει επίσης και ότι η ανανέωση της συμφωνίας θα πρέπει να γίνεται κάθε χρόνο, ακριβώς για να μπορούν να εξετάζονται τέτοια ζητήματα, κάτι που ίσχυσε επί διακυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα.

Προφανώς και οι ΗΠΑ παραμένουν σύμμαχος, αλλά συμμαχία χωρίς όρους, δεν είναι συμμαχία αλλά εξάρτηση. Και βέβαια η άρνηση διευκόλυνσης σε επικίνδυνες πολεμικές κλιμακώσεις είναι ακριβώς ένας από τους τρόπους με τους οποίους μια χώρα μπορεί να συμβάλει στο να επιστρέψουν τα πράγματα σε ειρηνικές λύσεις. Όπως υπενθύμισε και ο Αλέξης Τσίπρας, «εθνική πυξίδα σημαίνει να έχεις το σθένος να πεις “όχι” στις ΗΠΑ και στη χρήση των στρατιωτικών μας εγκαταστάσεων, όταν οι ενέργειές τους θέτουν σε κίνδυνο τη χώρα και τα εθνικά της συμφέροντα. Όπως έκανε ο πρωθυπουργός της Ισπανίας».

Με τον ίδιο τρόπο πρέπει να ξεκαθαριστεί και η σχέση με το Ισραήλ, που αυτή τη στιγμή, με την ακροδεξιά κυβέρνηση που έχει, λειτουργεί ως δύναμη αποσταθεροποίησης στην περιοχή. Η συνεργασία δεν μπορεί να σημαίνει ταύτιση ή στήριξη στη γενοκτονική βία σε βάρος των Παλαιστινίων, ούτε σε επιθετικές πολεμικές ενέργειες, όπως αυτές σε βάρος του Ιράν και του Λιβάνου.

Σε αυτή τη βάση η χώρα πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλίες για λύση στο Κυπριακό, ακριβώς για να μπορέσει να εξασφαλιστεί η άμυνα του νησιού, η οποία υπονομεύεται από το γεγονός ότι ένα τμήμα του νησιού είναι υπό τουρκική κατοχή. Και βέβαια η λύση δεν είναι να μετατραπεί όλο το νησί σε μια μεγάλη βάση, ούτε να μπει στο ΝΑΤΟ γιατί αυτό το κάνει και στόχο σε συγκυρίες εντάσεων, αλλά και δίνει πάτημα στην Τουρκία να εκβιάσει για διχοτόμηση.

Αποτελεσματική με βάση το εθνικό συμφέρον στρατηγική χρειάζεται η χώρα και για τα ελληνοτουρκικά. Ελλάδα και Τουρκία είναι δυο χώρες καταδικασμένες να συνυπάρχουν και όντως θα έπρεπε να οικοδομήσουν τη μεταξύ τους συνεργασία. Όμως, αυτό απαιτεί να αντιμετωπιστεί η αναθεωρητική πολιτική της Άγκυρας. Αυτό προφανώς σημαίνει διάλογο, αλλά και αποφασιστικότητα και σαφείς κόκκινες γραμμές. Και σίγουρα δεν χρειάζεται επιλεκτικές πατριδοκαπηλίες ή παιχνίδια σε περιοχές κρίσιμες, όπως η Θράκη, όπου πυξίδα θα πρέπει να παραμείνει ότι όσο βελτιώνεται η θέση και εξασφαλίζεται η ισονομία και ισοπολιτεία της μειονότητας, τόσο θα πέφτει στο κενό η όποια προσπάθεια της Τουρκίας να εκμεταλλευτεί καταστάσεις και να δημιουργήσει ζητήματα.

Σε ένα τέτοιο φόντο η χώρα μας χρειάζεται και μια διαφορετική πολιτική για το προσφυγικό και το μεταναστευτικό. Η προστασία των συνόρων δεν μπορεί να σημαίνει πρακτικές επικίνδυνες και στο όριό τους δολοφονικές. Η νομοθεσία για το άσυλο πρέπει να τηρείται και όχι να αναστέλλεται όταν θέλει να ενισχύσει το ακροδεξιό προφίλ της η κυβέρνηση. Και βέβαια, ναι, η χώρα μας αυτή τη στιγμή έχει ανάγκη νόμιμης ένταξης και συμπερίληψης μεταναστών και προσφύγων και γιατί αυτό το χρειάζεται η οικονομία και γιατί μόνο έτσι εξασφαλίζεις ότι η κακομεταχείριση δεν θα γίνει βασιλική οδός για τη στρατολόγηση από τρομοκρατικά δίκτυα.

Όλα αυτά θα σήμαιναν ότι η χώρα θα αποκτούσε ξανά δική της εξωτερική πολιτική, δική της φωνή. Γιατί σε έναν πολυπολικό κόσμο δεν γίνεται να μην συζητάς και με την Κίνα κόντρα στη λογική των εμπορικών πολέμων, δε γίνεται να μην αναβαθμίζεις τη σχέση της χώρας με αναδυόμενες δυνάμεις όπως η Βραζιλία και η Ινδία, δεν γίνεται να μην οικοδομείς ξανά σχέσεις με τη Ρωσία, δεν γίνεται να μην έχεις αυτοτελή μεσογειακή και ευρωμεσογειακή πολιτική.

Όλα αυτά δεν συνιστούν ούτε επανάσταση, ούτε τεράστια ρήξη. Είναι πράγματα που συζητιούνται εκεί όπου αυτά τα ζητήματα δεν κουβεντιάζονται με το βλέμμα στα γκάλοπ ή, ακόμη χειρότερα, στο πόσα λάικ θα δώσουν τα ακροδεξιά τρολ. Είναι κατευθύνσεις που θα μπορούσε να τις έχει η χώρα μας, αλλά αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση επιλέγει τον ίδιο αδιέξοδο δρόμο της άρνησης χάραξης σοβαρής πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής. Είναι βήματα, πάνω από όλα, για να είναι η χώρα και οι άνθρωποι που ζουν σε αυτή πιο ασφαλείς.

Πηγή: in

Μια αμήχανη κυβέρνηση παρακολουθεί την οικονομική κρίση να έρχεται χωρίς να κάνει τίποτα γι’ αυτό

Ο πόλεμος στο Ιράν προκαλεί σοβαρά προβλήματα στην παγκόσμια οικονομία, όμως η κυβέρνηση παρακολουθεί αμήχανη τις εξελίξεις

Όλα δείχνουν ότι δεν θα αποφύγουμε ούτε την παράταση του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, ούτε τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αυτός θα προκαλέσει.

Ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, Φατίχ Μπιρόλ, ήταν απολύτως σαφής: ο πόλεμος έχει ήδη προκαλέσει τη μεγαλύτερη διαταραχή στην προσφορά πετρελαίου στην ιστορία της παγκόσμιας αγοράς.

Πράγμα λογικό εάν αναλογιστούμε τις εγκαταστάσεις που τίθενται εκτός λειτουργίας στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου, τη διατάραξη στη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου, το γεγονός ότι χώρες όπως η Κίνα κρατούν τα δικά τους αποθέματα για λογαριασμό τους.

Και μπορεί η μερική μετάβαση σε άλλες μορφές ενέργειας να σημαίνει ότι μια ενεργειακή κρίση σήμερα δεν έχει τις ίδιες επιπτώσεις που είχαν τα ενεργειακά σοκ της δεκαετίας του 1970, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει σοβαρότατο πρόβλημα παγκοσμίως.

Αρκεί να σκεφτούμε ότι ήδη οι τιμές του πετρελαίου και της βενζίνης έχουν πάρει την ανηφόρα, ενώ κλάδοι όπως των αεροπορικών εταιριών ήδη αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα. Για να μην αναφερθούμε στο ότι αύξηση των τιμών των καυσίμων σημαίνει αύξηση των μεταφορικών άρα και του κόστους όλων των προϊόντων που καταναλώνουμε.

Η χώρα μας αυτή τη στιγμή κινδυνεύει να έχει μεγάλο κόστος από αυτές τις εξελίξεις. Τα ακριβά καύσιμα θα είναι ένα πλήγμα για τα νοικοκυριά, το ίδιο και ευρύτερες τάσεις αύξησης της τιμής προϊόντων. Η χώρα μας είναι αρκετά μακριά από το πεδίο των πολεμικών επιχειρήσεων για να θεωρείται ότι κινδυνεύει άμεσα, όμως ο τρόπος που αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι τη «ζώνη κινδύνου» μπορεί να οδηγήσει κάποιους να προτιμήσουν άλλους προορισμούς. Και βέβαια, ακόμη και εάν επιλέξουν να έρθουν, μπορεί να τους αποθαρρύνουν τυχόν αυξήσεις των αεροπορικών εισιτηρίων.

Προσθέστε σε όλα αυτά τις «αλυσιδωτές» επιπτώσεις που έχουν οι αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων σε ένα φάσμα προϊόντων, αλλά και το οικονομικό κόστος της ίδιας της ανασφάλειας που δημιουργείται και έχετε στην πραγματικότητα τη συνταγή μιας σοβαρής οικονομικής κρίσης.

Στη χώρα μας όλα αυτά έρχονται ακριβώς στη στιγμή που βαίνουμε προς την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης που αποτέλεσε μια σημαντική οικονομική ώθηση. Δηλαδή, εκεί όπου ούτως ή άλλως συζητούσαμε για την οικονομική επιβράδυνση από το 2027 και μετά, έρχεται και προστίθεται ένας ακόμη παράγοντας σοβαρής οικονομικής αβεβαιότητας.

Για όλα αυτά θα περίμενε κανείς η κυβέρνηση να έχει ήδη προχωρήσει σε αποφασιστικές ενέργειες, να είχε κάνει παρεμβάσεις, να έχει εξαγγείλει έκτακτα μέτρα, και γενικώς να έχει καθησυχάσει, κατά το δυνατόν, τους παράγοντες της οικονομίας.

Και μένω σε αυτό το επίπεδο, γιατί κανονικά η κυβέρνηση θα έπρεπε από την πρώτη στιγμή να ξεσήκωνε τους υπόλοιπους Ευρωπαίους για μια αποφασιστική πρωτοβουλία για την άμεση κατάπαυση του πυρός, ακριβώς γιατί πληρώνουμε μεγάλο κόστος.

Όμως, η κυβέρνηση επί της ουσίας παρακολουθεί αμήχανη τις εξελίξεις. Έκανε κάποιες παρεμβάσεις κατά της αισχροκέρδειας παραβλέποντας ότι το πρόβλημα δεν θα είναι απλώς ότι κάποιοι θα πάνε να κερδοσκοπήσουν αλλά ότι θα φτάνει το πετρέλαιο εξαρχής σε πολύ υψηλές τιμές. Δηλαδή, επρόκειτο για παρεμβάσεις καταδικασμένες εξαρχής σε αποτυχία ως προς τον πυρήνα του προβλήματος.

Στη συνέχεια η κυβέρνηση έστρεψε την προσοχή της στην Ευρώπη ελπίζοντας ότι εκεί θα υπήρχε μια συναίνεση στη δημοσιονομική χαλάρωση. Βεβαίως, αυτό δεν ήρθε, και γιατί στην Ευρώπη ακόμη δεν έχει διαμορφωθεί συσχετισμός υπέρ μιας τέτοιας πολιτικής και γιατί ούτως ή άλλως στην Ευρώπη αποφάσεις σε κεντρικό επίπεδο ποτέ δεν έρχονται γρήγορα.

Μόνο που αυτή η προσπάθεια της κυβέρνησης να πει ουσιαστικά ότι «εμείς θέλουμε, αλλά δεν μας αφήνει η Ευρώπη» φαίνεται κάπως ως «προφάσεις εν αμαρτίαις», εάν δούμε ότι τόσο η Ισπανία όσο και η Ιταλία έχουν προχωρήσει στα πρώτα μέτρα με δική τους πρωτοβουλία.

Και πρωτίστως αυτό που έχουν κάνει είναι να χρησιμοποιήσουν το βασικό εργαλείο που έχουν για να αποτρέψουν τη μεταφορά του κόστους του πολέμου στην οικονομία μέσω υπέρογκων αυξήσεων στις τιμές του πετρελαίου. Και αυτό δεν είναι άλλο από τη μείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα καύσιμα.

Γιατί γενναίες μειώσεις εκεί θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν σημαντική συγκράτηση των τιμών των καυσίμων και θα απέτρεπαν επιπλέον πληθωριστικές πιέσεις. Ούτως ή άλλως, η μείωση των εμμέσων φόρων – που είναι οι πιο ταξικοί και άδικοι – είναι κάτι που επίμονα αρνείται να κάνει η κυβέρνηση, φτάνοντας μέχρι του σημείου να διατυπώνει καινοφανείς θεωρίες όπως ότι δήθεν τυχόν μείωση των έμμεσων φόρων θα ήταν κοινωνικά άδικη για τα πιο φτωχά στρώματα της κοινωνίας.

Βεβαίως αυτό θα σήμαινε έναν διαφορετικό τρόπο διακυβέρνησης από αυτόν που έχει υιοθετήσει μέχρι τώρα η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και που κυρίως επενδύει στα υψηλά πλεονάσματα, γιατί αυτά θα επιτρέψουν επιλεκτικές προεκλογικές «παροχές» στοχευμένες σε κοινωνικά στρώματα που η ΝΔ θεωρεί κορμό της εκλογικής της βάσης, παρά σε μια προσπάθεια συνολικής θωράκισης της κοινωνίας απέναντι στην επερχόμενη κρίση.

Ούτως ή άλλως αυτή η κυβέρνηση δεν είναι φτιαγμένη για δύσκολες οικονομικές καταστάσεις. Στην περίοδο της πανδημίας εκμεταλλεύτηκε την αυξημένη δαπάνη και τη δημοσιονομική χαλάρωση για να ενισχύσει πρωτίστως ένα τμήμα της εκλογικής της βάσης, παρά ως μηχανισμό ανασυγκρότησης. Σχέδιο για την ανάπτυξη με όρους κλάδων, παραγωγικής διάρθρωσης, ποιότητας εργατικού δυναμικού, δεν έχει πέραν της γενικής προσπάθειας προσέλκυσης επενδυτών, που ενίοτε καταλήγει και στο «επένδυση να’ ναι κι ας είναι ό,τι θέλει ο επενδυτής». Η προετοιμασία της για έκτακτες καταστάσεις περνάει κυρίως μέσα από αιτήματα προς την Ευρώπη, υποτιμώντας την ανάγκη αυτοτελώς να αναμετριέται με κρίσιμα προβλήματα. Ουσιαστικά, ό,τι είναι «εντός σεναρίου», δηλαδή εντός ονομαστικής μεγέθυνσης, αύξησης των πλεονασμάτων, διαρκούς παραχώρησης χώρου στον ιδιωτικό τομέα μπορεί να το διαχειριστεί. Ό,τι είναι «εκτός σεναρίου», δηλαδή μια μείζονα αναστάτωση και οικονομική κρίση, η ανάγκη πρόκρισης της κοινωνικής συνοχής απέναντι στα πλεονάσματα και τους δημοσιονομικούς στόχους, η αναδιανομή, η αποφασιστική παρέμβαση του κράτους στην οικονομία, είναι στην πραγματικότητα εκτός του διανοητικού της ορίζοντα. Και αυτό κάνει αυτή την κυβέρνηση «δομικά» αδύναμη να αναμετρηθεί με μια μεγάλη οικονομική κρίση.

Προσθέστε σε αυτό και το γεγονός ότι ανεξαρτήτως ρητορικής, αυτή η κυβέρνηση κυρίως ασχολήθηκε με συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα που αποτελούν τον κορμό της εκλογικής της βάσης. Αυτό τη δυσκολεύει να σκεφτεί τι μπορεί να γίνει με άλλα στρώματα (γι’ αυτό και τα στελέχη της κάποιες φορές μοιάζουν να αναρωτιούνται «μα γιατί δεν τρώνε παντεσπάνι;»). Μόνο που τώρα έχει μπροστά της μια κρίση απέναντι στην οποία δεν μπορεί να προστατεύσει ούτε τη «στενή» της βάση (φανταστείτε απλώς τι θα σημαίνει για αυτήν ακριβώς τη βάση η βενζίνη να φτάσει στο 2,5 ευρώ / λίτρο), ούτε προφανώς την κοινωνία.

Πράγμα που σημαίνει ότι όσο και εάν επικαλείται τη σταθερότητα και την αποφυγή περιττών αναστατώσεων, θέλοντας έτσι να υπογραμμίσει ότι αυτή είναι «πυλώνας της σταθερότητας», στην πραγματικότητα η «σταθερότητα» περισσότερο παρά ποτέ προϋποθέτει πολιτική αλλαγή.

Πηγή: in