ενημέρωση 7:15, 15 October, 2026

Η Ιζαμπέλ Ιπέρ έπαιξε σε 120 ταινίες. Σε αυτές τις 10 ξεπέρασε τον εαυτό της

10 ταινίες της, στις οποίες έχει αποτυπωθεί η τεράστια υποκριτική της δυναμική και η ικανότητά της να μεταμορφώνεται εσωτερικά με κάθε ρόλο.

Η Ιζαμπέλ Ιπέρ έχει στο ενεργητικό της περισσότερες από 120 ταινίες, κυρίως γαλλόφωνες αλλά και αγγλόφωνες, έχοντας διαγράψει μια εντυπωσιακή διεθνή καριέρα, ενώ παράλληλα δεν έχει πάψει να δίνει το «παρών» στη θεατρική σκηνή του Παρισιού.

Αδιαμφισβήτητη ιέρεια του γαλλικού κινηματογράφου, έχει συνεργαστεί με εμβληματικούς δημιουργούς απ' όλο τον κόσμο, ανάμεσά τους ο Μίκαελ Χάνεκε, ο Κλοντ Σαμπρόλ, ο Μπερτράν Ταβερνιέ, ο Μπενουά Ζακό, ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ, η Κλερ Ντενί, ο Αντρέ Τεσινέ, ο Κλοντ Σοτέ, ο Φρανσουά Οζόν, ο Ολιβιέ Ασαγιάς, οι αδελφοί Ταβιάνι, ο Αντρέι Βάιντα, ο Μάρκο Μπελόκιο, ο Πολ Βερχόβεν, ο Μάρκο Φερέρι, ο Ντέιβιντ Ο. Ράσελ, ο Χαλ Χάρτλεϊ και ο Χονγκ Σανγκ-σου, επιλογές που αποδεικνύουν την ακτινοβολία της και την υποκριτική της γκάμα.

Στην ιλιγγιώδη κινηματογραφική της διαδρομή έχει βρεθεί 15 φορές υποψήφια στα βραβεία Σεζάρ, κατέχοντας το απόλυτο ρεκόρ στην ιστορία του θεσμού, ενώ κέρδισε το βραβείο για τις ερμηνείες της δύο φορές, για τις ταινίες «Η τελετή» του Κλοντ Σαμπρόλ και «Εκείνη» του Πολ Βερχόβεν. Ωστόσο, έχει βραβευτεί και στα τρία κορυφαία κινηματογραφικά φεστιβάλ, των Καννών, της Βενετίας και του Βερολίνου.

Στην ιλιγγιώδη κινηματογραφική της διαδρομή η Ιπέρ έχει βρεθεί δεκαπέντε φορές υποψήφια στα βραβεία Σεζάρ, κατέχοντας το απόλυτο ρεκόρ στην ιστορία του θεσμού.

Η πύλη της Δύσης, του Μάικλ Τσιμίνο

(Heaven’s Gate, 1980)

Heaven's Gate (1980) - IMDb

Το 1978, ο «Ελαφοκυνηγός» θριάμβευσε κερδίζοντας 5 Όσκαρ, συμπεριλαμβανομένων αυτών της Καλύτερης Ταινίας και Καλύτερης Σκηνοθεσίας για τον Μάικλ Τσιμίνο. Ο νεαρός τότε, αλλά πιο πολυσυζητημένος σκηνοθέτης της εποχής επανέφερε, με τον αέρα του νικητή, μια παλιότερή του πρόταση του 1971, πείθοντας εν τέλει τη United Artists να αναλάβει την «Πύλη της Δύσης», ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο στο οποίο η παντοδύναμη εταιρεία πίστεψε, επενδύοντας τεράστια ποσά για να το στηρίξει.

Επρόκειτο για ένα γουέστερν επικών διαστάσεων ιδωμένο με νέα ματιά, εμπνευσμένο από τις συγκρούσεις που ξέσπασαν το 1892 στην κομητεία Τζόνσον του Ουαϊόμινγκ μεταξύ αδίστακτων πλούσιων γελαδάρηδων της Ένωσης Κτηνοτρόφων και φτωχών Ευρωπαίων μεταναστών, με πρωταγωνιστές τους Κρις Κριστόφερσον, Κρίστοφερ Γουόκεν, Τζεφ Μπρίτζες, Τζον Χαρτ και την Ιζαμπέλ Ιπέρ ως ιδιοκτήτρια σαλούν.

Από πολύ νωρίς φάνηκαν τα προβλήματα, κυρίως λόγω της τελειομανίας του Τσιμίνο, ο οποίος απαιτούσε επαναλαμβανόμενες λήψεις και ακύρωνε ολόκληρα γυρίσματα για λόγους στους οποίους το Χόλιγουντ δεν έδινε ακόμα τότε σημασία, όπως η ιστορική αληθοφάνεια. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο να καθυστερεί σοβαρά η ολοκλήρωση της ταινίας αλλά και να εκτινάσσεται ο προϋπολογισμός σε δυσθεώρητα ύψη. Η πρώτη εκδοχή που κυκλοφόρησε στις αμερικανικές αίθουσες τον Νοέμβριο του 1980 διαρκούσε 3 ώρες και 40 λεπτά και δέχτηκε καταιγισμό αρνητικών κριτικών από εφημερίδες μεγάλης επιρροής, αναγκάζοντας την παραγωγή να αποσύρει τη διανομή της. Ακολούθησαν άλλες δύο εκδοχές, με νέο μοντάζ, που όμως δεν έπεισαν κανέναν. Όλοι επέμεναν ότι επρόκειτο για μία από τις χειρότερες ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ, οδηγώντας σε οικονομική κατάρρευση τη United Artists, η οποία κατέληξε να πουληθεί στην MGM.

Είχαν περάσει 25 χρόνια όταν παρουσιάστηκε το 2005 μια αποκατεστημένη κόπια στο ΜοΜΑ της Νέας Υόρκης, σε μια κατάμεστη αίθουσα, με την Ιζαμπέλ Ιπέρ να προλογίζει. Η πλήρης επανεκτίμηση της ταινίας ωστόσο ήρθε το 2012, όταν το Φεστιβάλ της Βενετίας πρόβαλε το director’s cut, μια εκδοχή 216 λεπτών, παρουσία του Τσιμίνο, με τον καλλιτεχνικό διευθυντή Αλμπέρτο Μπαρμπέρα να τη χαρακτηρίζει ως το «απόλυτο αριστούργημα». Η νέα γενιά κριτικών ανακάλυψε αξεπέραστα χαρίσματα (όπως η εκστατική φωτογραφία του Βίλμος Ζίγκμοντ) και το BBC την ενέταξε στις 100 καλύτερες αμερικανικές ταινίες. Η Ιπέρ θυμάται ακόμα τις περιπέτειες των γυρισμάτων στη Μοντάνα, όπου πήγε για δύο μήνες και χρειάστηκε να μείνει επτά, αλλά δεν παύει, όπως έχει δηλώσει, να τη θεωρεί μια αριστουργηματική ταινία και την πιο αγαπημένη της.

H πέστροφα, του Τζόζεφ Λόουζι

(La Truite, 1982)  

Η Ιζαμπέλ Ιπέρ στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης
 O Τζόζεφ Λόουζι οραματιζόταν ήδη από τη δεκαετία του ’60 την Μπριζίτ Μπαρντό για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς είχε ανάγκη από μια γυναίκα που να μαγνητίζει ερωτικά τους πάντες γύρω της, αλλά όταν πια έφτασε στο 1982 ο ρόλος δικαιωματικά ανήκε στην Ιζαμπέλ Ιπέρ.

Η αλήθεια είναι ότι ο Τζόζεφ Λόουζι οραματιζόταν ήδη από τη δεκαετία του ’60 την Μπριζίτ Μπαρντό για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς είχε ανάγκη από μια γυναίκα που να μαγνητίζει ερωτικά τους πάντες γύρω της, αλλά όταν πια έφτασε στο 1982 ο ρόλος δικαιωματικά ανήκε στην Ιζαμπέλ Ιπέρ. «Πέστροφα» είναι το παρατσούκλι της Φρεντερίκ, που μεγάλωσε στη γαλλική επαρχία και ο πατέρας της εξέτρεφε πέστροφες. Παντρεμένη με ομοφυλόφιλο, ψυχρή και αναποφάσιστη, φλερτάρει συνεχώς άλλους άντρες, τους οποίους εν τέλει αφήνει στα κρύα του λουτρού. Ένα βράδυ γνωρίζεται σε μια αίθουσα μπόουλινγκ με δύο πετυχημένους επιχειρηματίες, και ο ένας από τους δύο τής προτείνει να τον ακολουθήσει σε επαγγελματικό ταξίδι στην Ιαπωνία. Δέχεται, αλλά όλα πάνε στραβά.

Αυτός όμως είναι και ο στόχος του σκηνοθέτη, που είχε διασκευάσει το μυθιστόρημα του Ροζέ Βαγιάν που είχε κυκλοφορήσει το 1964, ένα σκληρό παιχνίδι εξουσίας και βίας, χειραγώγησης και αποξένωσης για όλα όσα κρύβονται πίσω από κομψά περιβάλλοντα όπου κυριαρχεί η γοητεία της αποπλάνησης και της ερωτικής έλξης. Εκτός του ομώνυμου ρόλου που ενσαρκώνει η Ιπέρ, συμπρωταγωνιστούν σημαντικοί ηθοποιοί του κινηματογράφου όπως η Ζαν Μορό, ο Ζαν-Πιερ Κασέλ, ο Ντανιέλ Ολμπρίσκι (στις δόξες του εκείνη την εποχή, με ταινίες του Βάιντα, του Ζανούσι και του Σλέντορφ), ο Ισάο Γιαγκαμάτα (πρωταγωνιστής του Κουροσάβα), ενώ cameo εμφανίσεις κάνουν η Άλεξ Σμιθ και ο Ρουτζέρο Ραϊμόντι. Για τον Αμερικανό σκηνοθέτη Τζόζεφ Λόουζι, ο οποίος μεγαλούργησε στην Αγγλία και τη Γαλλία, έχοντας «αποταχθεί» από το Χόλιγουντ την περίοδο του μακαρθισμού, ήταν η προτελευταία ταινία που σκηνοθέτησε αλλά και η τελευταία που πρόλαβε να δει ολοκληρωμένη στη μεγάλη οθόνη, καθώς πέθανε από καρκίνο δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία της, σε ηλικία 75 ετών.  

Μια υπόθεση γυναικών, του Κλοντ Σαμπρόλ

(Une affaire de femmes, 1988)

Η Ιζαμπέλ Ιπέρ στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

 Η αυστηρή, διεισδυτική σκηνοθεσία του Σαμπρόλ και η ατρόμητη, λεπτή ερμηνεία της Ιπέρ μετατρέπουν την τραγική ιστορία της Μαρί σε μια αμείλικτη κριτική της υποκρισίας, της ηθικής και της εξουσίας. Φωτ.: Getty Images/ Ideal Image

Εμπνευσμένη από το ομότιτλο βιβλίο του Φρανσίς Σπινέρ, που με τη σειρά του βασίστηκε στην πραγματική ιστορία της Μαρί Λουίζ Ζιρό, η οποία την περίοδο της γερμανικής κατοχής στη Γαλλία πραγματοποίησε 27 αμβλώσεις για να μπορέσει να συντηρήσει την οικογένειά της, με αποτέλεσμα να καταδικαστεί σε εκτέλεση προς παραδειγματισμό. Στην ταινία του Κλοντ Σαμπρόλ με πρωταγωνίστρια την Ιζαμπέλ Ιπέρ η ηρωίδα ονομάζεται Μαρί Λατούρ. Ο άντρας της, που έχει επιστρέψει τραυματισμένος και τσακισμένος ψυχικά από τις γερμανικές φυλακές όπου κρατούνταν ως αιχμάλωτος πολέμου, αδυνατεί να βρει δουλειά.

Η σχέση τους βρίσκεται σε πολύ άσχημη καμπή, καθώς εκείνη απωθεί τις βίαιες σεξουαλικές του απαιτήσεις, διατηρώντας παράλληλα εξωσυζυγική σχέση. Η ανεξαρτησία της Μαρί τον εξοργίζει σε τέτοιο βαθμό που φτάνει να την καταδώσει στις αρχές, ξέροντας ότι κάνει παράνομες αμβλώσεις. Συλλαμβάνεται από το καθεστώς του Βισί, δικάζεται για «εγκλήματα κατά του κράτους» και τον Ιούλιο του 1943 οδηγείται στην γκιλοτίνα. Η αυστηρή, διεισδυτική σκηνοθεσία του Σαμπρόλ και η ατρόμητη, λεπτή ερμηνεία της Ιπέρ μετατρέπουν την τραγική ιστορία της Μαρί σε μια αμείλικτη κριτική της υποκρισίας, της ηθικής και της εξουσίας. Η ταινία κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ της Βενετίας και το βραβείο Volpi Cup Καλύτερης Ηθοποιού.

Amateur, του Χαλ Χάρτλεϊ

(1994)

Amateur πληροφορίες για την ταινία - Athinorama.gr

Κωμωδία του Αμερικανού κινηματογραφιστή Χαλ Χάρτλεϊ με φιλοσοφική διάθεση και στοιχεία νουάρ, που ωστόσο μιμείται το σύμπαν του Ζαν-Λικ Γκοντάρ, μεταφέροντάς το στη Νέα Υόρκη και στα αγγλικά. Έκανε πρεμιέρα στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών του Φεστιβάλ Καννών το 1994 και θεωρείται από τις ταινίες που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην αναγέννηση του αμερικανικού ανεξάρτητου κινηματογράφου της δεκαετίας του 1990. Η Ιπέρ υποδύεται την Ιζαμπέλ, μια πρώην καλόγρια που μετά από δεκαπέντε χρόνια μοναστικής ζωής παραμένει παρθένα, ωστόσο βιοπορίζεται γράφοντας βιβλία πορνό, αντλώντας ιδέες από περιοδικά και βίντεο πορνό.

Διατείνεται μάλιστα ότι η ίδια η Παναγία τής έδωσε εντολή να αλλάξει τη μοίρα των ανθρώπων γύρω της. Γνωρίζεται με τον Τόμας, ο οποίος έχει πάθει αμνησία μετά την πτώση του από παράθυρο, από το οποίο τον έσπρωξε η πορνοστάρ Σοφία γιατί, όπως λέει, εκείνος την είχε σπρώξει στα δώδεκα της στα ναρκωτικά. Η Ιζαμπέλ μπλέκεται εξαιτίας τους σε μια ιστορία εκδίκησης και βίας, ηθικών διλημμάτων και επιθυμίας. Η σκηνοθετική ματιά του Χάρτλεϊ ισορροπεί μεταξύ ειρωνείας και συμπόνιας σε μια ξεκαρδιστική και ταυτόχρονα μελαγχολική κωμωδία, η οποία στοχάζεται επάνω στις έννοιες της αμαρτίας και της λύτρωσης.

Η τελετή, του Κλοντ Σαμπρόλ

(La Cérémonie, 1995)

Η Ιζαμπέλ Ιπέρ στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης
 Πρωταγωνιστεί η Ιζαμπέλ Ιπέρ, έχοντας στο πλευρό της τη Σαντρίν Μπονέρ, με την οποία μοιράστηκε το βραβείο Volpi Cup Καλύτερης Γυναικείας Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Βενετίας το 1995.

Ο Κλοντ Σαμπρόλ διασκευάζει για τη μεγάλη οθόνη το μυθιστόρημα «A judgement in stone» (1977) της Ρουθ Ρέντελ, που είναι βασισμένο στην πραγματική ιστορία των αδελφών Παπέν, η οποία είχε προκαλέσει σάλο στη Γαλλία τη δεκαετία του 1930 καθώς οι δυο αδελφές, που εργάζονταν ως οικιακές βοηθοί σε μια αγροικία στην επαρχία, δολοφόνησαν με τρομερή αγριότητα την εργοδότριά τους και την κόρη της. Πρόκειται για το ίδιο ακριβώς γεγονός που ενέπνευσε τον Ζαν Ζενέ να γράψει το θεατρικό του έργο «Οι δούλες» (1947) και τον Νίκο Παπατάκη να γυρίσει τις «Αβύσσους» (1963). Πρόκειται για μια ταινία αριστουργηματική για πολλούς και αμφιλεγόμενη για άλλους, κυρίως σε σχέση με τις ταξικές και πνευματικές ανισότητες που θίγει, ενώ ο σκηνοθέτης της τη χαρακτήρισε με χιούμορ ως την «τελευταία μαρξιστική ταινία».

Δύο νέες γυναίκες, η Σοφί και η Ζαν, ύποπτες και οι δυο για παλιότερους φόνους, γνωρίζονται σε ένα χωριό όπου η πρώτη δουλεύει ως οικιακή βοηθός σε ένα αρχοντικό και η δεύτερη στο ταχυδρομείο. Η εργοδότρια της Σοφί (Ζακλίν Μπισέ) προσπαθεί να τη χειραγωγήσει, την ώρα που ο προκλητικός τρόπος ζωής της εύπορης οικογένειας ενοχλεί και τις δύο. Όταν ο σύζυγος της εργοδότριάς της (Ζαν Πιερ Κασέλ) ανακαλύπτει ότι είναι αναλφάβητη, την απολύει. Οι δύο φίλες παίρνουν την απόφαση να δολοφονήσουν ολόκληρη την οικογένεια, αδειάζοντας τα όπλα του σπιτιού επάνω τους. Το κρεσέντο βίας του φινάλε μοιάζει να επηρέασε καταλυτικά τον Μπονγκ Τζουν-χο στη δημιουργία των «Παράσιτων». Πρωταγωνιστεί η Ιζαμπέλ Ιπέρ, έχοντας στο πλευρό της τη Σαντρίν Μπονέρ, με την οποία μοιράστηκε το βραβείο Volpi Cup Καλύτερης Γυναικείας Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Βενετίας το 1995 (για δεύτερη φορά σε ταινία του Σαμπρόλ), ενώ κέρδισε το βραβείο Σεζάρ Καλύτερης Γυναικείας Ερμηνείας.

H δασκάλα του πιάνου, του Μίχαελ Χάνεκε

(La Pianiste, 2001)

The Piano Teacher (2001) summary & plot - Spoiler Town

Μία από τις πιο ώριμες στιγμές τόσο της Ιζαμπέλ Ιπέρ όσο και του σκηνοθέτη Μίχαελ Χάνεκε – προτού μας δώσει τα συνταρακτικά φιλμ «Κρυμμένος», «Λευκή Κορδέλα», «Αγάπη». Η μεταφορά στην οθόνη του ομώνυμου μυθιστορήματός της Ελφρίντε Γέλινεκ (1983) σόκαρε και ενθουσίασε εξίσου με την αποκαλυπτική σκιαγράφηση του πορτρέτου μιας γυναίκας μέσης ηλικίας που δημοσίως συμπεριφέρεται ως ένα πρόσωπο που εμπνέει δέος και απόλυτο σεβασμό, ενώ αποδεικνύεται ότι είναι θωρακισμένη με μια πανοπλία κοινωνικής ακαμψίας. Συγκατοικώντας με τη δεσποτική μητέρα της (Ανί Ζιραρντό), η Έρικα, καθηγήτρια πιάνου στο διακεκριμένο Ωδείο της Βιέννης, κρύβει την καταπιεσμένη της σεξουαλικότητα, η οποία εκφράζεται μέσα από μια σειρά ανομολόγητων παρεκκλίσεων όπως η ηδονοβλεψία και οι αυτοτραυματισμοί.

Ο νεαρός μαθητής της, Βάλτερ, αποπειράται να την αποπλανήσει χωρίς να ξέρει ότι θα ξεκλειδώσει κρυμμένες επιθυμίες και αυτοκαταστροφικές τάσεις – την κρυφή πραγματικότητα μιας γυναίκας που ασφυκτιά μέσα στο πλαίσιο της αρρωστημένης σχέσης της με τη μητέρα της. Ο νέος άντρας πρέπει να ακολουθήσει μη συμβατικές μεθόδους στο ερωτικό παιχνίδι και παρόλο που εν τέλει δέχεται, εκείνη αδυνατεί να ανταποκριθεί ικανοποιητικά. Η ταινία θεωρείται μια ευφυής μετα-φροϊδική μελέτη πάνω στη σεξουαλικότητα, την καταπίεση και την εξουσία, όπως και στη σχέση μιας ιδιοφυούς καλλιτέχνιδας με τα ερωτικά της απωθημένα και βιώματα. Έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Καννών τον Μάιο του 2001, όπου απέσπασε το Μεγάλο Βραβείο και τα βραβεία Καλύτερης Γυναικείας και Ανδρικής Ερμηνείας για την Ιζαμπέλ Ιπέρ και τον Μπενουά Μαζιμέλ. Η Ιπέρ τιμήθηκε και με το Α’ βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου.

8 γυναίκες, του Φρανσουά Οζόν

(8 Femmes, 2002)

Η Ιζαμπέλ Ιπέρ στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης
 Η Ιζαμπέλ Ιπέρ στον ρόλο της σοβαρής, μελοδραματικής, διοπτροφόρουι θείας Ογκουστίν.

Βασιζόμενος στο χιλιοπαιγμένο θεατρικό έργο του Ρομπέρ Τομά, αλλά με διάθεση απόδοσης φόρου τιμής στους μεγάλους μάστορες του αμερικανικού κινηματογράφου, όπως ο Ντάγκλας Σερκ, ο Άλφρεντ Χίτσκοκ και ο Τζορτζ Κιούκορ, ο δεξιοτέχνης Φρανσουά Οζόν αγκαζάρισε οκτώ από τις πιο διάσημες Γαλλίδες ηθοποιούς του κινηματογράφου διεθνώς για να δώσουν ζωή στη διάσημη μαύρη κωμωδία του 1958. Ανάμεσα τους η Κατρίν Ντενέβ, η Φανί Αρντάν, η Εμανουέλ Μπεάρ και η Ιζαμπέλ Ιπέρ. Όλα ξεκινάνε όταν 8 γυναίκες παγιδεύονται εξαιτίας μιας χιονοθύελλας σε μια πολυτελή έπαυλη στην εξοχή όπου έχουν πάει για να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα. Ο μοναδικός άντρας και οικοδεσπότης βρίσκεται στο δωμάτιό του νεκρός, με ένα μαχαίρι καρφωμένο στην πλάτη. Σύντομα αποδεικνύεται ότι όλες είναι ύποπτες για τον φόνο, καθώς όλες έχουν λόγους να τον μισούν. Πεθερά, σύζυγος, μικρή κόρη, μεγάλη κόρη, αδελφή, κουνιάδα, οικονόμος, μαγείρισσα, όλες συνδέονταν μαζί του με μια μυστική σχέση.

Ένα απολαυστικό technicolor whodunit, εν μέρει μιούζικαλ και παράλληλα homage στον λαμπερό κόσμο της μόδας με αναφορές στο New Look του Κριστιάν Ντιορ και στη θρυλική ενδυματολόγο του Χόλιγουντ, Ίντιθ Χεντ, στο οποίο κάθε χαρακτήρας τραγουδάει και ένα από τα οκτώ τραγούδια που έγραψε για την ταινία ο Κρίσνα Λεβί. Η Ιζαμπέλ Ιπέρ στον ρόλο της σοβαρής, μελοδραματικής, διοπτροφόρου θείας Ογκουστίν μάς δείχνει ότι όχι μόνο διαθέτει τη σκηνική ευφυΐα να παίξει με επιτυχία σε κωμωδία αλλά και ότι μπορεί να ερμηνεύσει εξαιρετικά στο πιάνο το τραγούδι της με τίτλο «Message Personnel». Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Παρίσι στις 8 Ιανουαρίου 2002, ενώ λίγο μετά συμμετείχε στην 52η Μπερλινάλε, όπου οι οκτώ πρωταγωνίστριες κέρδισαν συλλογικά την Αργυρή Άρκτο για Εξαιρετική Καλλιτεχνική Επίδοση. Απέσπασε επίσης πολλαπλές υποψηφιότητες τόσο στα γαλλικά βραβεία Σεζάρ όσο και στα βραβεία της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου.

Λευκή υπεροχή, της Κλερ Ντενί

(White Material, 2009)

White Material (2009) | MUBI

Το πολιτικό θρίλερ της ιδιοσυγκρασιακής Κλερ Ντενί, τοποθετημένο σε μια γαλλόφωνη αφρικανική χώρα όπου έχει ξεσπάσει εμφύλιος, δεν μένει αποκλειστικά στα σαρωτικά γεγονότα αλλά μελετά και τις ισορροπίες ανάμεσα σε μια μικρή ομάδα ανθρώπων που βρέθηκαν μετέωροι, πιασμένοι στα γρανάζια της Ιστορίας. Η Ιζαμπέλ Ιπέρ υποδύεται μια Γαλλίδα ιδιοκτήτρια φυτείας καφέ που την πιο κρίσιμη ώρα διχάζεται μεταξύ αποφασιστικότητας και αυταπάτης. Η ηθοποιός βάζει την προσωπική της σφραγίδα με μια εσωτερική και συγχρόνως εκρηκτική ερμηνεία, ενώ δίπλα της ο Κριστόφ Λαμπέρ εντυπωσιάζει σε μία από τις πιο αξιομνημόνευτες και εύθραυστες στιγμές του. Η Ντενί αποδεικνύει για μια ακόμα φορά την ικανότητά της να συνδυάζει τη βία με την ομορφιά, όπως τη μάθαμε χάρη στο αριστουργηματικό «Beau Travail» (1999), πλαισιώνοντας την ταινία με ονειρικές εικόνες, ηθική αμφισημία και την παραδοχή της κατάρρευσης των αποικιακών βεβαιοτήτων, αποτυπώνοντας παράλληλα με την ιδιαίτερη κινηματογραφική της οπτική τις μετα-αποικιακές εντάσεις και την ανθρώπινη ανθεκτικότητα. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ της Βενετίας.

Η κοιλάδα της αγάπης, του Γκιγιόμ Νικλού

(Valley of Love, 2015)

Valley of Love (2015) - IMDb


 Η Ιπέρ, σε μια βαθιά συγκινητική ερμηνεία, αποδίδει με ακατέργαστη ευαισθησία και αποφασιστικότητα τον ρόλο της μητέρας που προσπαθεί να αντιμετωπίσει το αδιανόητο.

Πρωτοσυναντήθηκαν το 1974 στο προκλητικό για την εποχή «Les Valseuses» («Ο χορός των διεφθαρμένων») του Μπερτράν Μπλιέ. Ξανασυναντήθηκαν ακριβώς σαράντα χρόνια μετά στην Καλιφόρνια για να γυρίσουν μαζί αυτό το μεταφυσικό road movie του Γκιγιόμ Νικλού, δημιουργού του απολαυστικού «Η απαγωγή του Μισέλ Ουελμπέκ» (2013). Εκείνη παραμένει όμορφη και λαμπερή, εκείνος είναι πια υπέρβαρος και «ακυρωμένος». Αν υπάρχει κάποιος λόγος για να δει κανείς αυτή την ταινία, είναι ακριβώς γι’ αυτή την επανασύνδεση των δύο «ιερών τεράτων» του γαλλικού και του διεθνούς σινεμά, της Ιζαμπέλ Ιπέρ και του Ζεράρ Ντεπαρντιέ.

Πρόκειται για μια ταινία καθηλωτική, που καταπιάνεται με τον θρήνο και λειτουργεί ως ελεγεία για τη μνήμη και τη συμφιλίωση. Αναφέρεται στην επανένωση δύο αποξενωμένων γονιών στα τοπία της Κοιλάδας του Θανάτου στην Καλιφόρνια μετά την αινιγματική επιστολή του γιου τους Μάικλ που έφτασε στα χέρια της μητέρας του έξι μήνες μετά την αυτοκτονία του. Παρασυρμένοι σε ένα παράξενο ταξίδι μύησης που έχει σχεδιάσει ο γιος τους για εκείνους, αντιμετωπίζουν όχι μόνο τον απόηχο της απώλειάς του αλλά και τα κενά της δικής τους διαλυμένης σχέσης. «Κάποτε σε χαστούκισα», λέει ο άντρας και η γυναίκα απαντάει: «Μάλλον ήταν κάποιος άλλος». Η Ιπέρ, σε μια βαθιά συγκινητική ερμηνεία, αποδίδει με ακατέργαστη ευαισθησία και αποφασιστικότητα τον ρόλο της μητέρας που προσπαθεί να αντιμετωπίσει το αδιανόητο. Η αυστηρή, απόκοσμη ομορφιά της Κοιλάδας του Θανάτου αποτυπώνεται σε μια σειρά από συναρπαστικές εικόνες, χαρίζοντας στην ταινία και στον Κριστόφ Οφενστάιν το βραβείο Σεζάρ Καλύτερης Φωτογραφίας. 

Εκείνη, του Πολ Βερχόβεν

(Elle, 2016)

Elle - Ταινίες στο Google Play

Για μεγάλο διάστημα στάθηκε αδύνατο για τον Πολ Βερχόβεν να βρει όχι μόνο χρηματοδότηση αλλά και πρωταγωνίστρια. Δεν ήταν καθόλου εύκολο να υλοποιήσει ένα τέτοιο θέμα σεξουαλικής τοξικότητας και αμφιβόλου ηθικής αξιών στην Αμερική, τη χώρα των αντιφάσεων, όπου ωστόσο είχε γυρίσει το «Βασικό ένστικτο». Μέχρι που βρέθηκε η Γαλλία και η Ιζαμπέλ Ιπέρ, η οποία είχε δείξει ενδιαφέρον για τη μεταφορά του βιβλίου «Oh…» του Γαλλο-αρμένιου Philippe Djian (συγγραφέα επίσης του «37° 2 le matin» στο οποίο βασίστηκε το «Μπέτι Μπλου» του Ζαν-Ζακ Μπενέξ) πολύ πριν της έρθει η πρόταση του Ολλανδού σκηνοθέτη, ο οποίος αφιέρωσε μάλιστα χρόνο για να μάθει γαλλικά ώστε να μπορεί να τη σκηνοθετήσει και να επικοινωνεί με το συνεργείο του.

Η κεντρική ηρωίδα, Μισέλ Λεμπλάν, είναι διευθύντρια μιας εταιρείας βιντεοπαιχνιδιών στο Παρίσι. Μια νύχτα εισβάλλει στο σπίτι της ένας μασκοφόρος και τη βιάζει άγρια. Η Μισέλ αρνείται να γίνει θύμα και αρχίζει να καταδιώκει τον βιαστή της. Όσο πλησιάζει τον θύτη, τα όρια μεταξύ εκδίκησης, εμμονής και ελέγχου μπλέκονται. Ο Βερχόβεν αρνείται ότι είναι ερωτικό θρίλερ, αλλά ισχυρίζεται ότι πρόκειται σαφώς για μια ταινία για τον βιασμό. Εν τέλει η ταινία κυριαρχείται από την τολμηρή ερμηνεία της Ιζαμπέλ Ιπέρ, η οποία αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη δημιουργία του χαρακτήρα της Μισέλ. Γενικότερα, η ταινία δεν κατηγοριοποιείται εύκολα, καθώς συνδυάζει στοιχεία θρίλερ, σάτιρας και ψυχογραφήματος. Έκανε πρεμιέρα στις Κάννες, ήταν υποψήφια για 11 βραβεία Σεζάρ, κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας αλλά και Καλύτερης Ηθοποιού σε Δραματική Ταινία για την Ιπέρ, εξασφαλίζοντάς της μια υποψηφιότητα για το Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου.

Πηγή: lifo

Οι κόρες της Meryl Streep εντυπωσίασαν στο Vanity Fair Oscar Party- Διαφορετικές, αλλά όλες stylish

Η κοινή εμφάνιση των τριών στο Vanity Fair Oscar Party επιβεβαίωσε τελικά κάτι που πολλοί υποψιάζονταν: ότι στην οικογένεια της Meryl Streep, το ταλέντο αλλά και η αίσθηση του στιλ περνούν ξεκάθαρα από γενιά σε γενιά.


Μετά την τελετή των Academy Awards, η κινηματογραφική βραδιά συνεχίστηκε με το πιο λαμπερό after party της χρονιάς: το διάσημο Vanity Fair Oscar Party. Το event που διοργανώνει κάθε χρόνο το Vanity Fair αποτελεί πλέον θεσμό για τη βιομηχανία του Hollywood, καθώς συγκεντρώνει τους μεγαλύτερους αστέρες του κινηματογράφου, της μόδας και της μουσικής σε ένα κόκκινο χαλί εξίσου εντυπωσιακό με εκείνο των Όσκαρ.

Ανάμεσα στις εμφανίσεις που ξεχώρισαν φέτος, ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε η κοινή παρουσία των τριών κορών της θρυλικής ηθοποιού Meryl Streep. Οι Mamie Gummer, Grace Gummer και Louisa Jacobson περπάτησαν στο κόκκινο χαλί του πάρτι που πραγματοποιήθηκε στο Los Angeles County Museum of Art, δημιουργώντας μία από τις πιο κομψές οικογενειακές στιγμές της βραδιάς.

Η εμφάνισή τους θύμιζε ένα σπάνιο οικογενειακό reunion για την οικογένεια της Meryl Streep και του γλύπτη Don Gummer. Παρότι οι τρεις αδελφές ακολουθούν διαφορετικές πορείες στην καλλιτεχνική τους ζωή, μοιράζονται την ίδια φυσική κομψότητα αλλά και μια έντονη σχέση με τη μόδα, η οποία φάνηκε ξεκάθαρα στις επιλογές τους για τη συγκεκριμένη βραδιά.

Grace Gummer: Λάμψη με minimal αισθητική
Οι κόρες της Meryl Streep εντυπωσίασαν στο Vanity Fair Oscar Party- Διαφορετικές, αλλά όλες stylish 2

Photo by Christopher Polk/Variety via Getty Images

 Η Grace Gummer πραγματοποίησε μία από τις πιο κομψές εμφανίσεις της βραδιάς, επιλέγοντας ένα ασημί φόρεμα με παγιέτες από τον οίκο Balenciaga. Το σχέδιο σε oversized γραμμή έδινε μια μοντέρνα εκδοχή της minimal αισθητικής των 90s, συνδυάζοντας τη λάμψη με μια χαλαρή, σχεδόν ανεπιτήδευτη κομψότητα.

Η ηθοποιός, που πρωταγωνιστεί στη σειρά Love Story υποδυόμενη την Caroline Kennedy, κινείται συχνά στον καλλιτεχνικό κύκλο της Νέας Υόρκης. Στην προσωπική της ζωή είναι παντρεμένη με τον διάσημο μουσικό παραγωγό Mark Ronson, με τον οποίο έχουν αποκτήσει δύο παιδιά. Στο πάρτι των Όσκαρ μάλιστα παρευρέθηκαν και αρκετοί συνεργάτες της από τη σειρά, δίνοντας στη βραδιά μια πιο εορταστική διάσταση.

Mamie Gummer: Μια τολμηρή εκδοχή του «naked dress»

Οι κόρες της Meryl Streep εντυπωσίασαν στο Vanity Fair Oscar Party- Διαφορετικές, αλλά όλες stylish 3

Photo by Dia Dipasupil/FilmMagic

Η μεγαλύτερη αδελφή της οικογένειας, η Mamie Gummer, επέλεξε ένα look που κινήθηκε σε πιο τολμηρή αισθητική. Το μακρύ φόρεμά της, με διάφανο δίχτυ και μακριά μανίκια, ακολουθούσε την τάση του λεγόμενου “naked dress”, η οποία εμφανίστηκε έντονα τόσο στην τελετή των Όσκαρ όσο και στα after parties.

Παρά τον πιο αποκαλυπτικό χαρακτήρα του σχεδίου, η συνολική εμφάνιση διατηρούσε μια ισορροπία ανάμεσα στη θηλυκότητα και την κομψότητα. Η Mamie Gummer κατάφερε να ενσωματώσει την τάση με έναν τρόπο σύγχρονο αλλά και εκλεπτυσμένο, αποδεικνύοντας ότι το fashion-forward στιλ μπορεί να είναι ταυτόχρονα και elegant.

Louisa Jacobson: Μοντέρνα αισθητική με fashion χαρακτήρα

Οι κόρες της Meryl Streep εντυπωσίασαν στο Vanity Fair Oscar Party- Διαφορετικές, αλλά όλες stylish 4

Photo by Amy Sussman/Getty Images for Vanity Fair

Η μικρότερη από τις τρεις αδελφές, η Louisa Jacobson, έφερε μια πιο σύγχρονη και δυναμική προσέγγιση στη μόδα. Η ηθοποιός, γνωστή από τη σειρά του HBO The Gilded Age, επέλεξε ένα ιδιαίτερο δερμάτινο σύνολο από το brand Khaite.

Το look της ολοκληρώθηκε με κοντό ξανθό καρέ, γυαλιά ηλίου και ασορτί γάντια, δημιουργώντας μια εμφάνιση με έντονο fashion χαρακτήρα που ξεχώρισε στο κόκκινο χαλί. Η επιλογή της έδειξε μια πιο τολμηρή πλευρά του στιλ της, συνδυάζοντας τη σύγχρονη αισθητική με στοιχεία high fashion.

Οι τρεις αδελφές έχουν συχνά τραβήξει το ενδιαφέρον των media, όχι μόνο λόγω της διάσημης μητέρας τους αλλά και για τη δική τους πορεία στον χώρο της υποκριτικής. Παρά την αναγνωρισιμότητα της οικογένειας, διατηρούν ένα σχετικά χαμηλών τόνων προφίλ και επιλέγουν προσεκτικά τις δημόσιες εμφανίσεις τους.

Η Louisa Jacobson έχει αναφέρει σε παλαιότερη συνέντευξή της ότι από μικρή αγαπούσε να πειραματίζεται με τα ρούχα, δημιουργώντας διαφορετικούς συνδυασμούς και ανακαλύπτοντας τη δική της αισθητική. Συχνά μάλιστα δανειζόταν κομμάτια από την ντουλάπα της Grace Gummer, την οποία θεωρεί μέχρι σήμερα μία από τις μεγαλύτερες στιλιστικές της επιρροές.

Η κοινή εμφάνιση των τριών στο Vanity Fair Oscar Party επιβεβαίωσε τελικά κάτι που πολλοί υποψιάζονταν: ότι στην οικογένεια της Meryl Streep, το ταλέντο αλλά και η αίσθηση του στιλ περνούν ξεκάθαρα από γενιά σε γενιά.

Πηγή: Grace

Κινέζοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι δημιούργησαν το περιβόητο «εξαγωνικό διαμάντι»

Το εξαγωγικό διαμάντι, το οποίο πιστεύεται ότι σχηματίζεται από προσκρούσεις μετεωριτών, εκτιμάται ότι είναι ακόμα πιο σκληρό από το συνηθισμένο «κυβικό διαμάντι».

Ερευνητική ομάδα στην Κίνα υποστηρίζει ότι απέδειξε την ύπαρξη του «εξαγωνικού διαμαντιού», μιας εξωτικής παραλλαγής των συνηθισμένων διαμαντιών που ορισμένοι επιστήμονες θεωρούν μύθο.

Το διαμάντι, το σκληρότερο φυσικό υλικό, αποτελείται από άτομα άνθρακα που διατάσσονται σε κύβους. Το εξαγωνικό διαμάντι αποτελείται κι αυτό από καθαρό άνθρακα, όμως τα άτομά του διατάσσονται σε εξάγωνα, σαν κηρύθρα κυψέλης.

Θεωρητικοί υπολογισμοί υποδεικνύουν ότι το υλικό αυτό, εφόσον όντως υπάρχει, θα ήταν ακόμα πιο σκληρό από τα συνηθισμένα «κυβικά διαμάντια».

H ύπαρξη του εξαγωνικού διαμαντιού προβλέφθηκε αρχικά το 1962 από αμερικανούς φυσικούς, οι οποίοι υπολόγιζαν ότι το θεωρητικό υλικό θα ήταν περισσότερο από 50% σκληρότερο από τα απλά διαμάντια.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1967, ερευνητές του Χάρβαρντ υποστήριξαν ότι εντόπισαν μικροσκοπικά διαμάντια στην περιοχή του Κρατήρα του Μετεώρου στην Αριζόνα, έναν από τους διασημότερους κρατήρες πρόσκρουσης στον κόσμο. Το σκεπτικό ήταν ότι η δύναμη της πρόσκρουσης μετέτρεψε σε εξαγωνικά διαμάντια τον γραφίτη –μια άλλη μορφή καθαρού άνθρακα- που κρυβόταν μέσα στον μετεωρίτη.

Οι ερευνητές βάφτισαν το περίεργο ορυκτό «λονστεϊλίτη», προς τιμήν της βρετανίδας κρυσταλλογράφου Κάθλιν Λόνστεϊλ, της πρώτης γυναίκας μέλους της Βασιλικής Εταιρείας Επιστημών της Βρετανίας.

Έκτοτε, λονστεϊλίτες φέρονται να ανιχνεύθηκαν και σε άλλους μετεωρίτες, ή ακόμα και να δημιουργήθηκαν στο εργαστήριο. Στα περισσότερα όμως δείγματα υπήρχαν και μικρές ποσότητες γραφίτη και κυβικών διαμαντιών, κάτι που δημιούργησε αβεβαιότητα για την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων (ο χαρακτηρισμός του υλικού γίνεται συνήθως με την τεχνική της περίθλασης ακτίνων Χ.

Έπειτα από δεκαετίες διαφωνίας, ορισμένοι φυσικοί συνεχίζουν μέχρι και σήμερα να αμφιβάλλουν ότι το εξαγωνικό διαμάντι όντως υπάρχει.

Η νέα μελέτη, η οποία δημοσιεύεται στο Nature, ερευνητές του Πανεπιστημίου του Τσεντσόου στην Κίνα αναφέρουν ότι παρήγαγαν κρυστάλλους λονστεϊλίτη, μεγέθους έως 1,5 χιλιοστών, χρησιμοποιώντας ένα αμόνι από καρβίδιο του βολφραμίου –ένα εξαιρετικά σκληρό υλικό- για να εκθέσουν δείγματα γραφίτη σε πίεση 200.000 ατμοσφαιρών σε θερμοκρασίες 1.300-1.900 βαθμών Κελσίου.

Τα ευρήματα δείχνουν να επιβεβαιώνουν μελέτη του 2025, επίσης στο Nature, η οποία υποστήριζε ότι δημιούργησε εξαγωνικά διαμάντια με παρόμοιες τεχνικές.

Οι συντάκτες της νέας δημοσίευσης γράφουν ότι «δομικές και φασματοσκοπικές αναλύσεις, οι οποίες υποστηρίζονται από μεγάλης κλίμακας προσομοιώσεις μοριακής δυναμικής, επιβεβαιώνουν χωρίς αμφιβολία την ταυτότητα του HD (εξαγωνικού διαμαντιού)».

Τα ευρήματα, προσθέτουν οι ερευνητές, ίσως ανοίγουν το δρόμο για μαζική παραγωγή εξαγωνικών διαμαντιών, τα οποία θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τα κυβικά διαμάντια σε εργαλεία κοπής και να χρησιμοποιηθούν σε συστήματα ψύξης και κβαντικούς αισθητήρες, μεταξύ άλλων πιθανών εφαρμογών.

Φτερά και πούπουλα στα Όσκαρ – Σαλαμέ, Μουρ στις χειρότερες εμφανίσεις

Οι πολλές στιλιστικές αστοχίες στο κόκκινο χαλί των Όσκαρ πρόδωσαν τις προσδοκίες όπως ο Τιμοτέ Σαλαμέ πρόδωσε το μπαλέτο και την όπερα λίγες μέρες πριν

Ο Τιμοτέ Σαλαμέ προδόθηκε στην τοποθεσία Όσκαρ αλλά αυτή δεν ήταν η μόνη ήττα της βραδιάς. Σαλαμέ, Αν Χάθαγουεϊ και Ντέμι Μουρ είναι ανάμεσα στις εμφανίσεις-φιάσκο στο κόκκινο χαλί που ήταν γεμάτο υπερβολή -και όμως βαρετό σαν τρίωρη ταινία χωρίς plot που σε αλυσοδένουν για να παρακολουθήσεις σε σκοτεινές αίθουσες με πολύ κακό ήχο -ίσως και υγρασία.

Οι πολλές ατυχείς επιλογές μονοπώλησαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με emoji αποδοκιμασίας και τα (ελάχιστα) ενδυματολογικά ρίσκα δίχασαν.

Σε αυτό το χρονικό των fashion flops, οι σταρ που έχασαν το στοίχημα της κομψότητας στο Ντόλμπι του Λος Άντζελες έφεραν υπερβολή, κακή εφαρμογή και άστοχα αξεσουάρ στην πιο μελετημένη βραδιά της βιομηχανίας τους.

Αν και η 98η τελετή απονομής των βραβείων Όσκαρ στο Λος Άντζελες τίμησε τις «καλύτερες κινηματογραφικές στιγμές της χρονιάς», στο κόκκινο χαλί έγινε σφαγή.

Η Αν Χάθαγουεϊ, η οποία συμμετείχε στην τελετή ως παρουσιάστρια, επέλεξε μια στράπλες δημιουργία του οίκου Valentino που αγκάλιαζε τη σιλουέτα της και κατέληγε σε μια εντυπωσιακή ουρά.

Το μαύρο φόρεμα, διακοσμημένο με απαλά ροζ λουλούδια, θα μπορούσε να είναι μια από τις κορυφαίες στιγμές της βραδιάς -αν δεν είχε φορτώσει την εμφάνιση της με τόσα αξεσουάρ.

 

Τα μαύρα γάντια μέχρι τον αγκώνα και η σκουρόχρωμη ζώνη «βάρυναν» το look και ήταν κόντρα στη δροσιά του φλοράλ σχεδίου, αποσπώντας την προσοχή από το ίδιο το ρούχο. Τα σχόλια πολλά, εκτίμησα ιδιαίτερα ένα που το όρισε ως ωραία ταπετσαρία για μπερζέρα.

Ο Τιμοτέ Σαλαμέ, υποψήφιος για την ερμηνεία του στην ταινία Marty Supreme και μεγάλος χαμένος της βραδιάς, εμφανίστηκε με ένα ολόλευκο σύνολο του οίκου Givenchy.

Παρά τη ρετρό γοητεία του σταυρωτού σακακιού και του φαρδιού παντελονιού, η επιλογή των υποδημάτων αποδείχθηκε μοιραία. O ηθοποιός και toy boy της Κένταλ Τζένερ, επέλεξε μπότες (επίσης λευκές) που κράτησαν την εμφάνιση αφόρητα μονότονη και υπερβολική -μια αστοχία που ίσως ήθελε τη μαεστρία του Σαλαμέ για να συμβεί και μπράβο του.

Τα μικροσκοπικά μαύρα γυαλιά ηλίου και τα πολλά ασημένια δαχτυλίδια του μαρτύρησαν πως το «προσπαθεί πολύ» ενώ ορισμένα έντυπα σχολίασαν σκωπτικά ότι το μονόχρωμο σύνολο στερούνταν οπτικού ενδιαφέροντος και έδινε την εντύπωση πως ο Σαλαμέ είχε δανειστεί το κοστούμι του πατέρα του.

Το goatee και οι τουφίτσες που πλασίωσαν τα ζυγωματικά δεν βοήθησαν τον Σαλαμέ που λοιδωρεί την όπερα και το μπαλέτο. Βέβαια ήταν μια εμφάνιση από κάποιον που μάλλον ήδη γνώριζε πως η βραδιά μύριζε ήττα. Από όλους ήταν όχι, thank you next.

 

Η Ρενάτε Ράινσβε, υποψήφια για το βραβείο Πρώτου Γυναικείου Ρόλου, περπάτησε στο χαλί με μια δημιουργία Louis Vuitton που προκάλεσε ερωτηματικά.

Ενώ το επάνω μέρος ήταν κλασικό και κομψό, η φούστα με το ασύμμετρο σκίσιμο και την ουρά δημιούργησε ένα οπτικό αποτέλεσμα που «στερούνταν ισορροπίας».

Οι κριτικοί σημείωσαν ότι ένας πιο συμμετρικός σχεδιασμός θα αναδείκνυε καλύτερα την εμφάνιση της ηθοποιού που ωστόσο τόλμησε να φέρει ένα κόκκινο γεμάτο θράσος.

Παρόμοια τύχη είχε και η εμφάνιση της Ρετζίνα Χολ, όπου η ογκώδης μαύρη λεπτομέρεια στο ντεκολτέ («Σαν σκάλα μπρουταλιστικού μουσείου» έγραψαν) και η μεταλλική (χρυσή στην απόχρωση του θείου Όσκαρ) μέση φάνηκαν να την «πνίγουν», κάνοντας τη σιλουέτα της να δείχνει δυσανάλογη.

Μια από τις πιο συζητημένες εμφανίσεις ήταν αυτή του Κέβιν Ο’ Λίρι, ο οποίος επέλεξε ένα σακάκι Dolce & Gabbana που θύμιζε ρόμπα από νονό της σισιλιάνικης μαφίας ή συνταξιοδοτημένου Ρόκι, το διαδίκτυο δεν αποοφάσισε.

Το ρούχο από μόνο του ήταν εξαιρετικά φλύαρο και έντονο. Η ενδυματολογική του ομάδα φόρτωσε τον Ο’ Λίρι με απαγορευτικά πολλά αξεσουάρ, συμπεριλαμβανομένου ενός διαμαντένιου περιδεραίου άνω των 100 καρατίων, δύο ρολογιών, ακόμη και μιας συλλεκτικής κάρτας NBA. Η εμφάνιση του βαφτίστηκε ως «χάος» της βραδιάς, καθώς τα πάντα επάνω του ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για την προσοχή του κοινού με τον ίδιο να χάνεται στη φασαρία.

Στην ίδια κατηγορία βρέθηκε και ο Ντάμσον Ίντρις, του οποίου το μπλε σατέν σακάκι με τις γούνινες λεπτομέρειες από τον οίκο Prada θύμισε περισσότερο κοστούμι για θεατρική παράσταση εποχής.

Η Κρίστεν Γουίγκ με το σύνολο του Christian Cowan έκανε το ίδιο λάθος με τον Ο’ Λίρι (πολλά κοσμήματα με μπόνους το λάθος χτένισμα), η Πριγιάνκα Τσόπρα Τζόνας ήταν ένα «τραγικό κονσέρτο λευκής αστοχίας με μαύρες κουτσουλιές» φορώντας Dior ενώ το διαδίκτυο δεν χαρίστηκε στην αγαπημένη της περσινής χρονιάς Ντέμι Μουρ.

Η Ντέμι Μουρ φόρεσε μια δημιουργία του οίκου Gucci που τελικά δεν απέφερε τα αναμενόμενα εύσημα. Το φόρεμα, διακοσμημένο με ιριδίζοντα φτερά σε μαύρες και πράσινες αποχρώσεις, θα μπορούσε να ήταν νίκη στο κόκκινο χαλί. Ωστόσο, παρά την αδιαμφισβήτητη τεχνική αρτιότητα της δημιουργίας, η πυκνή στρώση των φτερών «έπνιξε» τη σιλουέτα της ηθοποιού.

Το στράπλες σχέδιο και το βαρύ οπτικό αποτέλεσμα παρέπεμπαν περισσότερο σε κοστούμι παρά σε εκλεπτυσμένη βραδινή τουαλέτα με την 63χρονη ηθοποιό να φέρνει θεατρική υπερβολή και όχι τον πολυπόθητο σοφιστικέ αέρα στο κόκκινο χαλί,

Πολλά σχόλια και αναρτήσεις από συντάκτες μόδας και μέσα ενημέρωσης είδαν στη Μουρ κάτι από παγώνι ή καλλιτέχνιδα μπουρλέσκ, σίγουρα όχι μια σταρ των Όσκαρ.

–

Διάλειμμα για trend alert: Τα φτερά

Η Μουρ δεν ήταν μόνη στην τάση των φτερών. Ο Πέδρο Πασκάλ και η μεγάλη, φτερωτή καρφίτσα που συμπλήρωσε τη Chanel εμφάνιση του δεν ενόχλησε. Η τολμηρή στις εμφανίσεις της Τεγιάνα Τέιλορ φόρεσε ένα εφαρμοστό φτερωτό λευκό και μαύρο διαφανές φόρεμα στο χαλί από τον ίδιο οίκο, όπως και η Νικόλ Κίντμαν που είναι και μια από τη στρατιά των σταρ που υποκλίνονται στον νέο σχεδιαστή του οίκου, Matthieu Blazy.

–

Άλλες εμφανίσεις που δεν ενθουσίασαν ήταν αυτές των Κλόε Ζάο (Gabriella Hearst) και Οντέσα Άζιον (Valentino) που θεωρήθηκαν είτε υπερβολικά σκοτεινές είτε πιο κατάλληλες για ένα πάρτι μετά την τελετή παρά για το επίσημο κόκκινο χαλί των Όσκαρ που είχε βαριές στιλιστικά εμφανίσεις, πάρα μα πάρα πολλά αξεσουάρ και ελάχιστη φαντασία και κομψότητα.

Οι άνδρες έμειναν στις tailored, δειλές και χωρίς ρίσκο, εμφανίσεις τους (όταν δεν θύμιζαν κοστούμι) και η ετυμηγορία για το red carpet της πιο ακριβής βραδιάς στην αμερικανική σόου μπιζ ήταν απογοητευτική.

Αν και η φιλοδοξία πίσω από κάθε εμφάνιση ήταν προφανής, η κομψότητα έχασε στο κόκκινο χαλί, όπως ο Σαλαμέ στην αίθουσα.