ενημέρωση 1:59, 2 November, 2026

Τσουχτή, η μανιάτικη μακαρονάδα με αυγό μάτι

«Στη Μάνη τα λόγια είναι λίγα και τα υλικά λιγότερα» και η μακαρονάδα αυτή είναι η απόδειξη.

Υλικά
Μερίδες: 4-5
 1 πακέτο (500 γρ.) σπαγγέτι ή σπαγγετίνι
 100 γρ. βούτυρο πρόβειο
 200 γρ. μυζήθρα ξερή, τριμμένη
 4-8 αυγά (ανάλογα αν θέλουμε ένα ή δύο αυγά ανά μερίδα)
 100 γρ. σύγκλινο ψιλοκομμένο (προαιρετικά)
 40 ml ελαιόλαδο
 αλάτι, πιπέρι φρεσκοτριμμένο
επι το έργον
  1. Για να ετοιμάσουμε την τσουχτή, την μανιάτικη μακαρονάδα με αυγό μάτι βράζουμε τα σπαγγέτι σε άφθονο αλατισμένο νερό που κοχλάζει, για 1-2 λεπτά λιγότερο από τον χρόνο που αναγράφεται στις οδηγίες της συσκευασίας.
  2. Παράλληλα, σε μια άλλη κατσαρόλα καίμε το βούτυρο σε δυνατή φωτιά, μέχρι να αρχίσει να αφρίζει έντονα.
  3. Αν θέλουμε, ρίχνουμε τώρα εκεί και τη μυζήθρα και την αφήνουμε να ξανθύνει και να γίνει τραγανή, όπως γίνεται στην αυθε- ντική μανιάτικη συνταγή. Διαφορετικά, την αφήνουμε για το σερβίρισμα.
  4. Μόλις είναι έτοιμα τα ζυμαρικά, τα στραγγίζουμε και τα ρίχνουμε στο καυτό βούτυρο. Τα τσιγαρίζουμε για 1⁄2 λεπτό, ανακατεύοντας συνεχώς. Αποσύρουμε από τη φωτιά.
  5. Σε αντικολλητικό τηγάνι ζεσταίνουμε το ελαιόλαδο σε δυνατή φωτιά και τηγανίζουμε το σύγκλινο (αν το χρησιμοποιήσουμε) για 5-6 λεπτά μέχρι να γίνει τραγανό.
  6. Με τρυπητή κουτάλα το μεταφέρουμε σε ένα πιάτο.
  7. Στο ίδιο τηγάνι με το ίδιο μείγμα λαδιού-λίπους τηγανίζουμε τα αυγά μάτια, αφήνοντας τον κρόκο τους να μείνει μελάτος - θα είναι η σάλτσα του φαγητού.
  8. Μοιράζουμε τα μακαρόνια σε πιάτα και πάνω σε κάθε μερίδα τακτοποιούμε από ένα ή δύο αυγά.
  9. Σκορπίζουμε και το σύγκλινο. Αν δεν έχουμε τσιγαρίσει το τυρί στο βούτυρο, το πασπαλίζουμε τώρα πάνω σε κάθε μερίδα.
  10. Σπάμε τον κρόκο κάθε αυγού με το πιρούνι για να χυθεί και τον ανακατεύουμε με τα μακαρόνια.

Aγορά Αυτοκινήτου - Ένας στους δύο Ελληνες αγόρασε το 2025 υβριδικό αυτοκίνητο

Το υβριδικό αυτοκίνητο (HEV) είναι το μοντέλο που κερδίζει το στέμμα, αφού το 2025 πήρε 50,7% μερίδιο.

Στις 144.200 ανήλθαν οι πωλήσεις καινούργιων αυτοκινήτων το 2025 στην Ελλάδα, καταγράφοντας αύξηση της τάξης του 5,2% συγκριτικά με το 2024 όταν και είχαν ταξινομηθεί 137.075 καινούργια ΙΧ.

Στα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα ο Σύνδεσμος Εισαγωγέων Αντιπροσώπων Αυτοκινήτων (ΣΕΑΑ) αυξήθηκαν οι πωλήσεις και των plug in hybrid (PHEV) οχημάτων, και μάλιστα σημαντικά (+41,1% στο σύνολο της χρονιάς), αλλά και των πλήρως ηλεκτρικών (BEV) κατά 2,1%.

Το υβριδικό αυτοκίνητο (HEV) είναι το μοντέλο που κερδίζει το στέμμα, αφού το 2025 πήρε 50,7% μερίδιο, συγκρινόμενο με το 42,3% του 2024. Μάλιστα, στις ταξινομήσεις του Δεκεμβρίου τα HEV  ξεπερνούν το 52% (+6,6% σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο 2024) .

Πτώση σημείωσαν τα μοντέλα με κύριο καύσιμο την βενζίνη (χωρίς κάποια υβριδική τεχνολογία, -7,2%) και τα πετρελαιοκίνητα μοντέλα (-0,8%). Επίσης πτωτική ήταν και η πορεία των μοντέλων με διπλό καύσιμο (-1,1%).
  • Κατηγορία AUTO-MOTO
  • 0

Για τον Καντίνσκι κάθε ήχος είχε άλλο χρώμα

Στην έκθεση «Η μουσική των χρωμάτων» στη Philharmonie, στο Παρίσι, παρουσιάζεται εκτενώς η σχέση του καλλιτέχνη με τη μουσική μέσα από 100 και πλέον έργα του, αλλά και αντικείμενα από το στούντιό του.

πορεί το Κέντρο Ζορζ Πομπιντού στο Παρίσι, ένα από τα πιο αγαπητά μουσεία σύγχρονης τέχνης στον κόσμο, να έκλεισε για ανακαίνιση, αλλά, όπως φαίνεται, θα δηλώνει την παρουσία του με συνδιοργανώσεις εκθέσεων, όπως αυτή για τον Βασίλι Καντίνσκι και τη σχέση του με τη μουσική, η οποία θα διαρκέσει μέχρι τον Φεβρουάριο και θα πραγματοποιηθεί στη Philharmonie, ένα συγκρότημα με αίθουσες συναυλιών και εκθέσεων στο Parc de la Villette, που αποτελεί μουσικό τοπόσημο του Παρισιού.

Η «Μουσική των χρωμάτων» («La musique des couleurs»), όπως λέγεται αυτή η μεγάλη έκθεση, σχεδιάστηκε για να προβάλει στο κοινό τον ρόλο που έπαιξε η μουσική στο έργο του Βασίλι Καντίνσκι. Η έκθεση συγκεντρώνει παρτιτούρες, βιβλία, δίσκους και περισσότερα από 100 έργα του μαζί με αντικείμενα από το στούντιό του, τα οποία αντανακλούν τη θεμελιώδη θέση της μουσικής στην καθημερινότητά του και στην εξέλιξη της πρακτικής του προς την αφαίρεση. Σπάνια η μουσική έπαιξε τόσο σημαντικό ρόλο στο έργο ενός ζωγράφου όσο του Καντίνσκι.

Ο Καντίνσκι πίστευε ότι η μουσική είναι η πιο αφηρημένη και πνευματική από όλες τις τέχνες επειδή δεν αναπαριστά τον υλικό κόσμο αλλά δρα άμεσα στην ψυχή. Ήθελε η ζωγραφική να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο: όχι να «απεικονίζει» αλλά να συγκινεί. Για εκείνον, η μουσική και το χρώμα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Τόσο σαφής ήταν αυτή η σχέση, που ο Καντίνσκι συνέδεσε κάθε νότα με μια ακριβή απόχρωση.

«Οι αποχρώσεις των χρωμάτων, όπως και οι αποχρώσεις των ήχων, έχουν τόσο λεπτή υφή ώστε μπορούν να ξυπνούν στην ανθρώπινη ψυχή συναισθήματα υπερβολικά όμορφα για να εκφραστούν με λέξεις», έλεγε ο Καντίνσκι.

Στην πραγματικότητα, μετά από μια ασυνήθιστη αντίδραση σε μια παράσταση του «Λόενγκριν» του Βάγκνερ το 1896 στο θέατρο Μπαλσόι, εγκατέλειψε τη νομική του καριέρα για να σπουδάσει ζωγραφική στην περίφημη Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου. Αργότερα περιέγραψε την εμπειρία που του άλλαξε τη ζωή: «Είδα όλα τα χρώματα πνευματικά. Άγριες, σχεδόν τρελές γραμμές σκιαγραφήθηκαν μπροστά στα μάτια μου».

 
Ο Καντίνσκι και η μουσική των χρωμάτων σε μια μεγάλη έκθεση
 Ο Καντίνσκι υποστήριζε ότι τα χρώματα έχουν «ήχο» και «ψυχική δόνηση». Φωτ.: Getty Images/ Ideal Image

Το φαινόμενο που βίωσε ο Καντίνσκι ονομάζεται συναισθησία, μια νευρολογική πάθηση κατά την οποία η διέγερση μιας αίσθησης (π.χ. ακοή) προκαλεί αυτόματα και ακούσια εμπειρίες σε μια άλλη αίσθηση (π.χ. όραση), δημιουργώντας μια «μείξη» των αισθήσεων, με συνέπεια να βλέπεις χρώματα όταν ακούς μουσική ή να γεύεσαι κάτι όταν ακούς λέξεις. Ο Καντίνσκι έβλεπε κυριολεκτικά χρώματα όταν άκουγε μουσική και άκουγε μουσική όταν ζωγράφιζε.

Ο καλλιτέχνης εξερεύνησε αυτές τις αισθήσεις με αντισυμβατικό, καλλιτεχνικό τρόπο. Δημιούργησε πειραματικές εκφράσεις συναισθησίας σχεδιασμένες για το θέατρο, με πιο διάσημο το πειραματικό θεατρικό κομμάτι του «The Yellow Sound» που γράφτηκε το 1909.

Σε αυτό χρησιμοποίησε πρωτότυπες μουσικές παρτιτούρες, φωτισμό και διάφορα μέσα για να εξερευνήσει τις επικρατούσες στην εποχή του θεωρίες για το χρώμα, ενώ ζητούσε από το κοινό, όπως και σε άλλα κομμάτια του, να «ακούσει» τους πίνακές του: «Οι αποχρώσεις των χρωμάτων, όπως και οι αποχρώσεις των ήχων, έχουν τόσο λεπτή υφή ώστε μπορούν να ξυπνούν στην ανθρώπινη ψυχή συναισθήματα υπερβολικά όμορφα για να εκφραστούν με λέξεις», έλεγε.

Σύγχρονος του καινοτόμου της εθνικής μουσικής της Ρωσίας, κατά τη ρομαντική περίοδο, Μοντέστ Μουσόργκσκι και των νέων μουσικών σχολών, εμπνεόμενος από τη ρωσική λαογραφία, ο Καντίνσκι μεγάλωσε στη Μόσχα και την Οδησσό, και η οικογένειά του ήταν καλλιεργημένη. Ως ερασιτέχνης τσελίστας και οργανίστας, γρήγορα γοητεύτηκε από τον Βάγκνερ. Πέρα από τις προσδοκίες της αστικής του ανατροφής, η μουσική έπαιξε κομβικό ρόλο, θρέφοντας και ορίζοντας την καλλιτεχνική του κλίση.

Πάνω απ’ όλα, η αφηρημένη γλώσσα της έδωσε στον ζωγράφο την ευκαιρία να αμφισβητήσει την αρχή της μίμησης της φύσης, σε σημείο που να επιφέρει τη διάλυσή της. Ακούγοντας πρωτοποριακούς μουσικούς όπως οι Νικολάι Κούλμπιν, Σεργκέι Τανέγιεφ και Τόμας ντε Χάρτμαν, επανεφηύρε τη γλώσσα της ζωγραφικής με βάση το αφηρημένο μοντέλο της μουσικής, όπως αποδείχθηκε πιο καθαρά στη σειρά του «Αυτοσχεδιασμοί και Συνθέσεις».

Μια έκθεση για όλες τις αισθήσεις

Μέχρι σήμερα, καμία έκθεση δεν έχει τοποθετήσει το έργο του ζωγράφου, από τα ρωσικά τοπία μέχρι τις τελευταίες του συνθέσεις, στο πλαίσιο της ζωντανής μουσικής σκηνής της εποχής του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι συνθέσεις των Αλεξάντερ Σκριάμπιν, Άρνολντ Σένμπεργκ και Ιγκόρ Στραβίνσκι όρισαν την εικονική νεωτερικότητα και την αφαίρεση.

Από το «σοκ του Βάγκνερ» που βίωσε ο Καντίνσκι στη Μόσχα μέχρι τα θεατρικά και χορογραφικά του πειράματα στο Μπάουχαους, όπου δίδαξε από το 1922, η έκθεση προσφέρει μια νέα οπτική στα έργα του ζωγράφου μέσα από την ανεπαίσθητη αλληλεπίδραση ανάμεσα στη μουσική, στις μορφές και στα χρώματα, την οποία ο επισκέπτης εισπράττει κατά τη διάρκεια του καθηλωτικού ταξιδιού του στα έργα, φορώντας ακουστικά.

Ο Καντίνσκι και η μουσική των χρωμάτων σε μια μεγάλη έκθεση
 Βασίλι Καντίνσκι, «Αυτοσχεδιασμός 3», 1909 Φωτ.: © Kέντρο Πομπιντού, Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Παρίσι, Δωρεά Nίνα Καντίνσκι, 1976

Εκτός από έργα και σχέδια του Καντίνσκι από τις συλλογές του Κέντρου Πομπιντού και σημαντικών διεθνών ιδρυμάτων, η έκθεση περιλαμβάνει ένα φανταστικό στούντιο που παρουσιάζει τη «μελομανία» του καλλιτέχνη. Οι παρτιτούρες που απέκτησε, τα βιβλία και ειδικά οι τόμοι για τη μουσική λογοτεχνία που συνέλεξε, οι φωτογραφίες των φίλων του των μουσικών και η συλλογή δίσκων του, συμπεριλαμβανομένων των δημοφιλών τραγουδιών που αγαπούσε, ήταν βασικά μέρη της καλλιτεχνικής του κουλτούρας.

Η εικαστική παραγωγή του Καντίνσκι δεν μπορεί να διαχωριστεί από τον στοχασμό και τις εμπειρίες του γύρω από τη σύνθεση των τεχνών. Με έναν μοναδικό τρόπο, η έκθεση φέρνει πίνακες και σχέδια σε διάλογο με τα διάφορα έργα του για τη σκηνή και με ποιήματα που εξερευνούν τον «καθαρό ήχο» των λέξεων.

Δεν θα μπορούσε να λείπει το «Ημερολόγιο του Γαλάζιου Καβαλάρη» («Almanach du Blaue Reiter»), το θεμελιώδες έντυπο του γερμανικού εξπρεσιονιστικού κινήματος «Ο Γαλάζιος Καβαλάρης» (Der Blaue Reiter), που ιδρύθηκε από τον Καντίνσκι και τον Φραντς Μαρκ γύρω στο 1911, το οποίο λειτούργησε ως μανιφέστο και έκθεση ιδεών ενάντια στην παραδοσιακή τέχνη, προωθώντας την πνευματικότητα, την αφαιρετικότητα, την πρωτόγονη τέχνη και την ελευθερία της έκφρασης, και επηρέασε βαθιά τον κόσμο της τέχνης.

Όλα αυτά δημιουργούν μια θεμελιώδη σύνδεση οπτικών και ακουστικών τεχνών. Επειδή στα μάτια του Καντίνσκι η μουσική είναι επίσης μια παραστατική τέχνη, η έκθεση περιλαμβάνει μια αναπαράσταση πολλαπλών συναισθητικών έργων μέσω διαδραστικών οπτικοακουστικών εγκαταστάσεων, όπως η παρουσίαση του έργου «Tableaux d’une exposition» του Μουσόργκσκι το 1928 ή το «Salon de musique» που σχεδίασε για την Έκθεση Κτιρίων του Βερολίνου το 1931.

Ο Καντίνσκι και η μουσική των χρωμάτων σε μια μεγάλη έκθεση
 Βασίλι Καντίνσκι, «Προπαρασκευαστικά σχέδια για την τοποθέτηση των πινάκων μιας έκθεσης, Bild II. Gnomus / Tableau II. Gnomus», 1928. Φωτ.: Kέντρο Πομπιντού, Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Παρίσι, Δωρεά Nίνα Καντίνσκι, 1976

Απελευθερώνοντας την τέχνη

Η μουσική έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των αφηρημένων ζωγραφικών έργων του Καντίνσκι. Όπως ο διάσημος Βιεννέζος συνθέτης Άρνολντ Σένμπεργκ εγκατέλειψε τις τονικές και αρμονικές συμβάσεις στις συνθέσεις του, ο Καντίνσκι απέρριψε τη μορφή ή το αναγνωρίσιμο αντικείμενο υπέρ των σχημάτων, των γραμμών και των ασύμφωνων χρωμάτων στο έργο του.

Χρησιμοποίησε το χρώμα, τη γραμμή, το σχήμα και την υφή για να δημιουργήσει μια ρυθμική οπτική εμπειρία που προκαλούσε μια συναισθηματική αντίδραση. Για τον Καντίνσκι, το χρώμα είχε επίσης την ικανότητα να φέρνει τους θεατές σε επαφή με τον πνευματικό τους εαυτό.

Πίστευε ότι το κίτρινο μπορούσε να προκαλέσει ταραχή, ενώ το μπλε να ξυπνήσει τις υψηλότερες πνευματικές φιλοδοξίες. Μόλις έναν χρόνο πριν ζωγραφίσει το «Απόσπασμα 2» για τη «Σύνθεση VII», έγραψε το σημαντικό μανιφέστο «Για το πνευματικό στην τέχνη» (1911), που περιλαμβάνει τις θεωρίες του σχετικά με τη δυνατότητα της τέχνης να προκαλεί ψυχολογικές, σωματικές και συναισθηματικές αντιδράσεις.

Η πραγματεία αυτή θεωρείται η πρώτη θεωρητική βάση της αφαίρεσης. Όταν ο Καντίνσκι λέει ότι η φόρμα πρέπει να εκφράσει το εσωτερικό της περιεχόμενο, πρόκειται ουσιαστικά για το «ασύλληπτο» πέρασμά του απ’ τον εξπρεσιονισμό στην αφαίρεση. Ο ιστορικός τέχνης Τζούλιο Κάρλο Αργκάν σημειώνει ότι ο Καντίνσκι «υποχρεώνεται ταπεινά να αναθεωρήσει ολόκληρο το πρόβλημα της ζωγραφικής του για να φτάσει σ’ έναν πιο φωτεινό ορισμό γύρω απ’ την αξία των σημείων, της στοιχειώδους γεωμετρικής φόρμας και των χρωμάτων» [...].

Ο Καντίνσκι υποστήριζε ότι τα χρώματα έχουν «ήχο» και «ψυχική δόνηση», ότι οι μορφές λειτουργούν όπως οι ρυθμοί στη μουσική και ότι ένας πίνακας μπορεί να είναι σαν συμφωνία ή αυτοσχεδιασμός. Γι’ αυτό έδωσε σε πολλά έργα του μουσικούς τίτλους («Αυτοσχεδιασμός», «Σύνθεση», «Εντύπωση»), υποστηρίζοντας παράλληλα ότι όλες οι τέχνες οφείλουν να επιδιώκουν την πνευματική έκφραση.

Ο Καντίνσκι και η μουσική των χρωμάτων σε μια μεγάλη έκθεση

 Βασίλι Καντίνσκι, «Ανάπτυξη (Entwicklung/Développement)», 1926. Φωτ.: © Κέντρο Πομπιντού © Grand Palais © Βασίλι Καντίνσκι

Στο βιβλίο του «Για το πνευματικό στην τέχνη» γράφει ότι «η μουσική είναι η τέχνη που ανέκαθεν απέφευγε την εξωτερική μίμηση της φύσης και στρεφόταν στην έκφραση της εσωτερικής ζωής του καλλιτέχνη», εξηγώντας γιατί η μουσική είναι για εκείνον το ιδανικό πρότυπο: δεν αναπαριστά αντικείμενα αλλά εσωτερικές καταστάσεις.

«Το χρώμα είναι το πλήκτρο. Το μάτι είναι το σφυρί. Η ψυχή είναι ένα πιάνο με πολλές χορδές. Ο καλλιτέχνης είναι το χέρι που, αγγίζοντας το κατάλληλο πλήκτρο, προκαλεί δονήσεις στην ψυχή. Οι διάφορες τέχνες έρχονται σε επαφή. Βρίσκουν στη μουσική τον καλύτερο δάσκαλο», έγραφε, επειδή πίστευε ότι η μουσική μπορούσε να αποκαλύψει τον δρόμο προς μια νέα τέχνη, μια τέχνη που θα απέβαλε την υλική φαινομενικότητα των πραγμάτων υπέρ μιας μυστηριώδους εσωτερικής πραγματικότητας.

Η ιδέα της μουσικής εμφανίζεται παντού στους πίνακες του Καντίνσκι. Πίστευε ότι οι αποχρώσεις «αντηχούσαν» μεταξύ τους για να παράγουν οπτικές «συγχορδίες» και ότι είχαν επίδραση στην ψυχή, ένα παλιό παιχνίδι που, όπως γράφει σε ένα άρθρο του ο συνθέτης Τζέραρντ ΜακΜπάρνεϊ, το έκαναν πρώτοι οι Πυθαγόρειοι όταν δήλωσαν: «Τα μάτια είναι φτιαγμένα για την αστρονομία, τα αυτιά για την αρμονία, και αυτές είναι αδελφές επιστήμες». Αυτή η σχετικά απλή πρόταση υιοθετήθηκε από τους σοφούς του Μεσαίωνα και των μεταγενέστερων εποχών, οι οποίοι ανέπτυξαν ένα τεράστιο πνευματικό υπόστρωμα από απόκρυφες και περίπλοκες θεωρίες για το πώς η μουσική και οι μαθηματικές αναλογίες της δημιουργίας ήταν ένα και το αυτό.

Ο Καντίνσκι και η μουσική των χρωμάτων σε μια μεγάλη έκθεση
 Βασίλι Καντίνσκι, Άτιτλο (Σπουδή στον αυτοσχεδιασμό I), 1908-1909

Οι ρομαντικοί είχαν τις δικές τους παρόμοιες σκέψεις: ο Γκαίτε είχε δηλώσει ότι η αρχιτεκτονική ήταν «παγωμένη μουσική» και ο «υπερ-εστέτ» της μέσης βικτοριανής εποχήςWalter Horatio Pater έλεγε ότι «όλη η τέχνη επιδιώκει την κατάσταση της μουσικής». Μέχρι τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, τα θολά όρια μεταξύ της μουσικής και των άλλων τεχνών είχαν γίνει μια ευρέως διαδεδομένη εμμονή. Η ιδέα ταίριαζε με το πνεύμα μιας εποχής κατά την οποία καλλιτέχνες και θεωρητικοί από τη Ρωσία μέχρι την Αμερική ασπάζονταν ψευδοθρησκείες, ασχολούνταν με τις ψευδοεπιστήμες των ονείρων και των συμβόλων και φλυαρούσαν με ενθουσιασμό για τις προοπτικές μιας νέας συνθετικής εμπειρίας της τέχνης, όπου οι υλικές διακρίσεις ανάμεσα στη λέξη, την εικόνα και τον ήχο θα διαλύονταν σε μια πνευματική και κάπως ερωτική έκσταση που θα συγκλόνιζε το σώμα και τον κόσμο.

Τα ποιήματα και οι πίνακες έγιναν μουσική και η μουσική έγινε πίνακες και ποιήματα. Τότε ξεπήδησαν από τα μπουμπούκια τους τα φανταχτερά άνθη των πινάκων του Καντίνσκι και άρχισε να ξετυλίγεται η ιστορία των έργων του, ενώ το θεωρητικό του έργο ξεχειλίζει από τους «πνευματικούς» ενθουσιασμούς της εποχής. «Είναι εκθαμβωτικά εμφανής από την τέχνη που δημιούργησε εκείνη την περίοδο η θεμελιώδης ιδέα του Καντίνσκι για μια ενοποιητική θεωρία των χρωμάτων. Όσο αλλόκοτη ή ιδιότροπη κι αν φαίνεται, έπαιξε μεγάλο ρόλο στο να επιτρέψει το εκπληκτικό, ευφάνταστο άλμα του στην αφαίρεση», γράφει ο ΜακΜπάρνεϊ.

Πηγή: lifo

48 ώρες στα Καλάβρυτα

Στη «μαρτυρική πόλη» επισκεπτόμαστε την ιστορική Μονή Αγίας Λαύρας, το Μέγα Σπήλαιο, αλλά και των Λιμνών, κάνουμε σκι -τον χειμώνα- και βόλτα με τον οδοντωτό, και παίρνουμε τα βουνά μέσα από τα μονοπάτια της.

Στα Καλάβρυτα πηγαίναμε κατά καιρούς με το σχολείο, καθώς ήταν από τους κλασικούς προορισμούς για μονοήμερη εκδρομή, παρότι με την παλιά εθνική οδό, όσο να ’ναι, μια ταλαιπωρία την περνούσαμε.

Από αυτές τις εποχές ομολογώ ότι δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα, οπότε θεωρώ ως πρώτη μου επαφή με την ιστορική κωμόπολη τη φορά που φτάσαμε εκεί χρησιμοποιώντας μόνο τρένο: φτάσαμε από τον Πειραιά στο Διακοπτό και στη συνέχεια πήραμε τον περίφημο οδοντωτό.

Η εξόρμηση αυτή ήταν επική: είχε πολύ περπάτημα, οτοστόπ σε πολυτελές αυτοκίνητο με το οποίο επιστρέψαμε από το Μέγα Σπήλαιο, συναπάντημα στο βουνό με ένα κοπάδι κατσίκια που έβοσκε χαλαρό, έχοντας επικεφαλής έναν νταβραντισμένο τράγο που μας τρόμαξε για τα καλά, αλλά και τα ωραιότερα μελάτα αυγά που έχω φάει, συνοδευόμενα από φοβερές τηγανητές πατάτες, χόρτα του βουνού και Μαυροδάφνη. Έκτοτε βρεθήκαμε πολλές φορές εκεί, πρώτα με δανεικό και μετά με δικό μας αυτοκίνητο.

Τα Καλάβρυτα, αντίθετα απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς, κατάφεραν να αναγεννηθούν από τις στάχτες τους και αποτελούν δημοφιλή τουριστικό προορισμό, χάρη και στο χιονοδρομικό τους κέντρο.

Πρώτη ημέρα

48 ώρες στα Καλάβρυτα
 Η Μονή της Αγίας Λαύρας

Δεν νομίζω ότι υπάρχει Έλληνας, Ελληνίδα ή οποιοσδήποτε μετέχει «της ημετέρας παιδείας» που το μυαλό του, όταν ακούει τη λέξη «Καλάβρυτα», δεν πηγαίνει σε δύο κομβικές στιγμές της ελληνικής Ιστορίας: την κήρυξη της Επανάστασης και τη σφαγή των Καλαβρύτων.

Σύμφωνα λοιπόν με τη σχολική ιστορία –τη σχολική, επαναλαμβάνω–, η Επανάσταση κηρύχτηκε στα Καλάβρυτα και συγκεκριμένα στη Μονή της Αγίας Λαύρας από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και τους οπλαρχηγούς της Πελοποννήσου∙ κάθε χρόνο μάλιστα πραγματοποιείται και η σχετική αναπαράσταση.

Το μοναστήρι, που βρίσκεται λίγο έξω από τα Καλάβρυτα, ιδρύθηκε τον 10ο αιώνα, κάηκε όμως ολοσχερώς τόσο από τους Τούρκους –και μάλιστα δύο φορές– όσο και από τους Γερμανούς το 1943.

Ανοικοδομήθηκε το 1950 και είναι επισκέψιμο, φιλοξενώντας μια σειρά από εμβληματικά κειμήλια, με πρώτο το περίφημο Λάβαρο της Επανάστασης αλλά και την ποιμενική ράβδο του Παλαιών Πατρών Γερμανού. Ακόμα πιο σημαντική, κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι η βιβλιοθήκη της Μονής.

Για την κήρυξη ή όχι της Επανάστασης από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό μπορεί να ερίζουν μέχρι σήμερα ιστορικοί και Εκκλησία, η σφαγή των Καλαβρύτων, ωστόσο, παραμένει αδιαμφισβήτητα μία από τις πιο μελανές σελίδες της νεότερης ελληνικής Ιστορίας.

Στις 13 Δεκεμβρίου 1943, ο γερμανικός στρατός κατοχής εκτέλεσε σχεδόν όλους τους άνδρες άνω των 13 ετών και πυρπόλησε την πόλη, ως αντίποινα για την εκτέλεση 77 Γερμανών αιχμαλώτων από τον ΕΛΑΣ, μετά τη νικηφόρα Μάχη της Κερπινής στις 20 Οκτωβρίου του 1943 – έκτοτε τα Καλάβρυτα αναφέρονται ως «μαρτυρική πόλη». 

48 ώρες στα Καλάβρυτα
Έκθεμα στο συγκλονιστικό Μουσείο του Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος. Φωτ.: Eurokinissi

Στον τόπο του εγκλήματος, στον λόφο του Καπή, δεσπόζει ένας μεγάλος λευκός σταυρός και το μνημείο με τα ονόματα των εκτελεσθέντων, που πέθαναν βλέποντας την πόλη τους να καίγεται από άκρη σ' άκρη.

Στο δημοτικό σχολείο –που είναι χαρακτηρισμένο ως έργο τέχνης και ιστορικό διατηρητέο μνημείο–, απέναντι από τον σταθμό του οδοντωτού, στεγάζεται το συγκλονιστικό Μουσείο του Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος.

Η επιλογή του χώρου δεν έγινε τυχαία, καθώς εκεί έγινε ο διαχωρισμός των κατοίκων αλλά και εκεί κλειδώθηκαν τα γυναικόπαιδα με τους ηλικιωμένους, που βρήκαν τελικά τρόπο να αποδράσουν λίγο πριν τους καταπιούν οι φλόγες.

Τα Καλάβρυτα, αντίθετα απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς, κατάφεραν να αναγεννηθούν από τις στάχτες τους και αποτελούν δημοφιλή τουριστικό προορισμό, χάρη και στο χιονοδρομικό τους κέντρο.

Περπατήστε στον κεντρικό πεζόδρομο, προμηθευτείτε τοπικά παραδοσιακά προϊόντα και κατευθυνθείτε προς την κεντρική πλατεία Πετμεζαίων με τις προτομές των ηρώων του 1821, όπου θα δείτε το ρολόι στο αριστερό καμπαναριό της αναστηλωμένης μητρόπολης να είναι σταματημένο στην ώρα του ολοκαυτώματος.

48 ώρες στα Καλάβρυτα
 Πεζόδρομος στα Καλάβρυτα

Στην πλατεία Ελευθερίας ή Χελμού ορθώνεται ο αιωνόβιος «πλάτανος των τριών γερόντων», που έγινε δημοτικό τραγούδι: «Στη μέση στα Καλάβρυτα στον πλάτανο απουκάτου, τρεις γέροντες καθόσαντε κι οι τρεις καπεταναίοι, Ζαΐμης και Πετιμεζάς κι ο καπετάν Φωτήλας, συμβούλιο εκάνανε ν’ αρχίσουν το σεφέρι».

Το περίφημο Αρχοντικό της Παλαιολογίνας (χτισμένο γύρω στα 1430) είναι το ομορφότερο κτίριο των Καλαβρύτων, ανάγεται στους βυζαντινούς χρόνους και θεωρείται ότι το έχτισε ο Θωμάς Παλαιολόγος. Το αρχοντικό πέρασε στα χέρια του αδελφού του, Κωνσταντίνου, για να το δωρίσει εκείνος στη συνέχεια στη σύζυγο του Θωμά και πριγκίπισσα της Αχαΐας, Αικατερίνη Παλαιολογίνα.

Στο πυργόσπιτο, στο οποίο κατέφυγαν περίπου σαράντα οικογένειες μετά το ολοκαύτωμα, σήμερα φιλοξενείται η Δημοτική Πινακοθήκη του Καλαβρυτινού (εξ Αροανίας) ζωγράφου Κωνσταντίνου Φάσσου, καθώς και η ιδιωτική συλλογή αρχαίων αντικειμένων και βυζαντινών εικόνων του Ιωάννη Αγαπητού.

Έχοντας πάρει μια καλή γεύση από τα Καλάβρυτα, ήρθε η ώρα να απολαύσετε και τις γεύσεις της περιοχής. Ό,τι και να τραβάει η όρεξή σας, μην παραλείψετε να παραγγείλετε την πεντανόστιμη βαρελίσια φέτα ΠΟΠ του Συνεταιρισμού Καλαβρύτων, τον πιπεράτο θησαυρό του τόπου.

Δεύτερη ημέρα

48 ώρες στα Καλάβρυτα
 Η μονή του Μέγα Σπήλαιου. Φωτ.: Eurokinissi

Αν αγαπάτε το σκι και ο καιρός σάς έχει κάνει τη χάρη, υποθέτω ότι θα ξεκινήσετε για το χιονοδρομικό, οπότε οποιαδήποτε άλλη πρόταση περισσεύει. Σε κάθε άλλη περίπτωση, η επίσκεψη στο Μέγα Σπήλαιο είναι σχεδόν αυτονόητη.

Χτισμένο σε υψόμετρο περίπου 900 μέτρων, στο άνοιγμα ενός σπηλαίου όπου βρέθηκε η Βρεφοκρατούσα, που αποδίδεται στον Ευαγγελιστή Λουκά, το μοναστήρι –που σύμφωνα με την παράδοση ιδρύθηκε το 362 μ.Χ. από τους μοναχούς Συμεών και Θεόδωρο– βρίσκεται σε ένα εκπληκτικής ομορφιάς φυσικό τοπίο.

Στο καθολικό, το οποίο είναι σκαμμένο στον βράχο, σώζονται νωπογραφίες του 1653, ενώ εκεί φυλάσσεται και η εικόνα της Παναγίας, που είναι φτιαγμένη από κερί και μαστίχα και θεωρείται θαυματουργή.

Πλήθος κειμηλίων, θρησκευτικών αλλά και εθνικών, παρουσιάζονται στη μονή, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι δεν κατακτήθηκε ποτέ και κατάφερε, τον Ιούνιο του 1827, να αποκρούσει ακόμα και τον Ιμπραήμ – η απότομη ανηφόρα που οδηγεί στο Μέγα Σπήλαιο θα μπορούσε να είναι μία από τις αιτίες που είναι απόρθητο και εξηγεί τον λόγο που έχω παιδική φωτογραφία μου πάνω σε ένα γαϊδουράκι.

48 ώρες στα Καλάβρυτα
 Αν αγαπάτε το σκι και ο καιρός σάς έχει κάνει τη χάρη, υποθέτω ότι θα ξεκινήσετε για το χιονοδρομικό. Φωτ.: ΑΠΕ

Ένα ακόμα σπήλαιο, εντελώς διαφορετικό αυτήν τη φορά, αξίζει κάθε λεπτό που θα του αφιερώσετε. Το Σπήλαιο των Λιμνών έχει σπάνια ομορφιά, μήκος περίπου δύο χιλιομέτρων, σταλακτίτες, σταλαγμίτες, στοές και δεκατρείς(!) αλλεπάλληλες λίμνες που εκτείνονται σε τρία επίπεδα. Το επισκέψιμο τμήμα του σπηλαίου είναι 500 μέτρα, που αρκούν για να σας προσφέρουν μια ξεχωριστή εμπειρία που θα σας μείνει αξέχαστη.

Μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω θα συναντήσετε το φωτογενές και πολυφωτογραφημένο Πλανητέρο, ένα πανέμορφο πλατανόδασος, που ανήκει στην περιοχή Natura 2000 Όρος Χελμός και Ύδατα Στυγός και το διασχίζει ο ποταμός Αροάνιος.

Αφού περπατήσετε στο δάσος και θαυμάσετε τους αιωνόβιους νερόμυλους και τις νεροτριβές κατά μήκος του ποταμού, σας περιμένουν οι παρακείμενες ταβέρνες/ιχθυοτροφεία που προσφέρουν σπαρταριστές πέστροφες αλλά και σολομούς δικής τους εκτροφής, μαγειρεμένα με κάθε πιθανό τρόπο.

Για τους αθλητικούς τύπους, να πω ότι από εδώ ξεκινούν ενδιαφέροντα ορειβατικά μονοπάτια και μπορείτε ακόμα και να επιστρέψετε πίσω στα Καλάβρυτα, παίρνοντας το ευρωπαϊκό μονοπάτι Ε4 – θα χρειαστείτε μόνο 6,5 ωρίτσες.

48 ώρες στα Καλάβρυτα
 Το Φαράγγι του Βουραϊκού είναι, επίσης, πολύ δημοφιλές στους πεζοπόρους, οι οποίοι συχνά το διασχίζουν περπατώντας κατά μήκος των γραμμών του οδοντωτού.
48 ώρες στα Καλάβρυτα
 Ο σιδηροδρομικός σταθμός των Καλαβρύτων

Το Φαράγγι του Βουραϊκού είναι, επίσης, πολύ δημοφιλές στους πεζοπόρους, οι οποίοι συχνά το διασχίζουν περπατώντας κατά μήκος των γραμμών του οδοντωτού. Το φαράγγι το διασχίζει και ο ομώνυμος ποταμός, συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός μαγικού τοπίου με τρεχούμενα νερά, οργιώδη βλάστηση και απόκρημνους βράχους.

Οι τεμπέληδες, όπως η αφεντιά μου, επιβιβαστείτε στον οδοντωτό, τον ορεινότερο σιδηρόδρομο στην Ελλάδα, που συνδέει το Διακοπτό με τα Καλάβρυτα και χρησιμοποιεί τα «δόντια» του κάθε φορά που η κλίση του εδάφους ξεπερνά το 10%.

Έργο του Χαρίλαου Τρικούπη και κατασκευαστικός άθλος ακόμα και σήμερα, ο οδοντωτός φτιάχτηκε με απόλυτο σεβασμό στο οικοσύστημα και μοιάζει να είναι κομμάτι του. Η απόσταση των 22 χιλιομέτρων που καλύπτει πιστεύω ότι είναι από τις μαγικότερες σιδηροδρομικές διαδρομές στον πλανήτη και θα μπορούσα να οδηγήσω μέχρι το Διακοπτό μόνο και μόνο για να ξανανέβω στον πάλαι ποτέ «Μουτζούρη». Αδυναμίες είναι αυτές.

Πηγή: lifo