ενημέρωση 3:52, 9 August, 2026

Αβραμόπουλος, «ο κύριος τίποτα» και τα αδιευκρίνιστα

Πέρα από την ενοχή ή την αθωότητα του Δ. Αβραμόπουλου επ’ αυτών που του χρεώνουν οι βελγικές αρχές σχετικά με την εμπλοκή του στο Qatar-gate, υπάρχουν και κάποιες φαρμακερές συμπτώσεις.

«Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Την αποτίµηση αυτή για τους αστυνοµικούς ακούσαµε από τον πρώην υπουργό, πρώην επίτροπο της Ευρωπαϊκής Ενωσης και νυν βουλευτή της Ν∆ ∆ηµήτρη Αβραµόπουλο. Ο κ. επίτροπος δεν χρησιµοποίησε αυτό το λεκτικό (πώς θα µπορούσε άλλωστε ένας δανδής όπως ο Αβραµόπουλος), αλλά ήταν ακόµη πιο απαξιωτικός. Με πλήρη πεποίθηση όσων έλεγε, µε όλο το κύρος µε το οποίο τα έλεγε και µε σκοπό να γίνει πιστευτός για όσα έλεγε, κατηγόρησε τους αστυνοµικούς του Βελγίου για την έρευνα και το ένταλµα σύλληψης εναντίον του. Ο ∆ηµήτρης Αβραµόπουλος ρωτήθηκε σε συνέντευξη γιατί δεν παρουσιάστηκε στις βελγικές αρχές τις δύο φορές που τον κάλεσαν να δώσει εξηγήσεις για τις κατηγορίες εναντίον του που τον εµφάνιζαν να προωθεί παρανόµως συµφέροντα Καταριανών στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ο ∆. Αβραµόπουλος απάντησε (αυτολεξεί): «Θα ασχοληθώ µε τον κάθε αστυνοµικό στο Βέλγιο και τον κάθε χωροφύλακα εκεί πέρα;».

Εν ολίγοις, ο πρώην επίτροπος της Κοµισιόν λοιδορεί και απαξιώνει τις ευρωπαϊκές αρχές µόνο και µόνο γιατί τον έχουν καταστήσει υπό κατηγορία και σύλληψη. Μπορεί ως κατηγορούµενος να υπερασπιστεί µε κάθε µέσο τον εαυτό του, αλλά υπηρέτησε σε θέση µε ευθύνη την προστασία των ευρωπαϊκών θεσµών και όχι του Κατάρ. Επιπλέον το τµήµα της βελγικής αστυνοµίας που έκανε την έρευνα δεν είναι ούτε τροχονόµοι ούτε χωροφύλακες, αλλά ερευνητές µε καθήκοντα ανακριτή. ∆εν συνέλεξαν δηλαδή στοιχεία από τον κουβά για να οργανώσουν µια δεύτερη «σκευωρία» κατά του Αβραµόπουλου µετά τη Novartis. Εχουν στην κατοχή τους µηνύµατα, ηχογραφηµένες συνοµιλίες και τραπεζικούς λογαριασµούς. Σε κάθε περίπτωση ο τελευταίος που θα µπορούσε να απαξιώσει ακόµη και τους χωροφύλακες είναι ο ∆. Αβραµόπουλος, του οποίου ο πατέρας υπήρξε επί δεκαετίες αξιωµατικός της Χωροφυλακής.

Ο ∆. Αβραµόπουλος θα µπορούσε να αντικρούσει τις κατηγορίες στη βελγική ανάκριση αλλά δεν το έκανε. Αντιθέτως προσφεύγει στον ελληνικό Αρειο Πάγο για να ακυρώσει το ένταλµα της σύλληψής του χαρακτηρίζοντας το κατηγορητήριο αβάσιµο. Γιατί; Ακόµη και να τον δικαιώσει η ελληνική ∆ικαιοσύνη, το ευρωπαϊκό ένταλµα εναντίον του δεν ακυρώνεται, πράγµα που σηµαίνει ότι θα παραµείνει καταζητούµενος και δεν θα µπορεί να ταξιδέψει. Τι πρακτική σηµασία έχει το να µην καταθέσει στο Βέλγιο, αφού δεν αναιρεί κάτι στην ουσία της υπόθεσης; Τι είναι αυτό που τελικώς περιµένει;

Είναι προφανές πως ο πρώην επίτροπος έχει κάθε λόγο να εµπιστεύεται την ελληνική ∆ικαιοσύνη απ’ ό,τι τη βελγική, η οποία δεν αστειεύεται και µάλιστα προφυλακίζει. Αντιλαµβάνεται το ελληνικό περιβάλλον παρ’ Αρείω Πάγω φιλικό και φιλότιµο. Εχει προσωπική εµπειρία. Οταν ο Αβραµόπουλος βρέθηκε ελεγχόµενος για το σκάνδαλο της Novartis ξεκίνησε έρευνα εναντίον του. Κατά την έρευνα προέκυψαν σοβαρά στοιχεία που αφορούσαν τους τραπεζικούς του λογαριασµούς. Η συµπαθής πεθερά Αβραµόπουλου φερόταν να έχει καταθέσει 200 κολλαριστά 500ευρα στον λογαριασµό του. Ουδείς την κάλεσε να τη ρωτήσει πού τα βρήκε και γιατί τα κατέθεσε. Επίσης υπήρχε µηνιαία κατάθεση στον λογαριασµό του που συνέπιπτε µε την αποπληρωµή της δόσης του δανείου µε το οποίο πήρε το εξοχικό του στην Πάρο. Κανένας δεν κάλεσε τον καταθέτη να τον ρωτήσει για ποιον λόγο κατέθετε λεφτά στον λογαριασµό ενός υπουργού. Συνολικά στον λογαριασµό του ∆ηµήτρη Αβραµόπουλου και της συζύγου του βρέθηκαν 908.165 ευρώ, των οποίων δεν µπορούσε να διευκρινιστεί η προέλευση. Η Εισαγγελία του Οικονοµικού Εγκλήµατος, µε επικεφαλής τον Χρήστο Μπαρδάκη, αντί να διευκρινίσει τη νόµιµη ή παράνοµη προέλευση των χρηµάτων, τα χαρακτήρισε πρωτοφανώς «αδιευκρίνιστα» και αρχειοθέτησε την υπόθεση. Λίγο αργότερα, από την αποκάλυψη της λίστας του Predator από το Documento, προέκυψε ότι ο συγκεκριµένος εισαγγελέας ήταν υπό παρακολούθηση όταν χειριζόταν αυτή και άλλες υποθέσεις πολιτικής βαρύτητας.

Η επιχειρηµατολογία του πρώην επιτρόπου περιστρέφεται γύρω από το επιχείρηµα ότι οι επισκέψεις του στο Κατάρ για λογαριασµό της αµαρτωλής ΜΚΟ µέσω της οποίας φέρεται να χρηµατιζόταν ήταν αποστολή της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Χρησιµοποιεί µάλιστα τη σικάτη ή αν θέλετε παπατζίδικη, κατά το πιο λαϊκό, έκφραση «έχω πάει πολλές φορές στο Κατάρ ως προσωπικότητα που προέρχεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή». Το κατηγορητήριο ωστόσο είναι σαφές. Πήγαινε στο Κατάρ χρησιµοποιώντας τη θέση που είχε ως πρώην επίτροπος, χωρίς να έχει καµία αποστολή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κι έπαιρνε µίζες ακριβώς για να χρησιµοποιεί την ιδιότητά του προς όφελος αυτών που τον δωροδοκούσαν.
∆εν υπάρχει καµία αµφιβολία ότι στο νοµικό στάδιο της σύλληψης και της έκδοσης ο Αβραµόπουλος θα χρησιµοποιήσει κάθε µέσο και νοµική τρύπα για να µην παραδοθεί και πολύ περισσότερο να µη δικαστεί στο Βέλγιο. Πρώτη προσπάθεια θα είναι αυτή της ακύρωσης του εντάλµατος σύλληψης ως αόριστο και παράτυπο, ώστε να προσθέσει ακόµη ένα ανάχωµα σε όσα φοβάται ότι θα συµβούν.

Ας αφήσουµε όµως την ενοχή ή την αθωότητα του ∆ηµήτρη Αβραµόπουλου επ’ αυτών που του χρεώνουν οι βελγικές αρχές και ας πάµε στις συµπτώσεις, οι οποίες µοιάζουν πολύ µε τη σύµπτωση να βρεθούν «αδιευκρίνιστα» ποσά στον λογαριασµό του.

Μετά την έναρξη της επίµαχης σχέσης του πρώην επιτρόπου µε το Κατάρ, ο γιος του Ιάσονας προσλαµβάνεται (να η πρώτη σύµπτωση) από την κρατική εταιρεία Qatar Energy. Πρόκειται για έναν από τους µεγαλύτερους ενεργειακούς κολοσσούς στον κόσµο και τον κυρίαρχο παίκτη στο υγροποιηµένο φυσικό αέριο. Η Qatar Energy έχει τη δεύτερη θέση παγκοσµίως αλλά κυρίως στρατηγική θέση, αφού εκτός των άλλων διαχειρίζεται το µεγαλύτερο µέρος του κοιτάσµατος North Field. Ο Ιάσονας ή Jason Αβραµόπουλος προσλαµβάνεται στην εταιρεία ως senior shipping analyst. Σε θέση που απαιτεί τουλάχιστον δέκα χρόνια σκληρής εµπειρίας και επαγγελµατική αναγνώριση. Ο υιός Αβραµόπουλος ωστόσο ως προϋπηρεσία έχει για µόλις ενάµιση χρόνο τη θέση του «assistant operation and marine department» στην εταιρεία Alpha Gas της οικογένειας Αγγελικούση και εργασία σε κάποια ξενοδοχεία. Ξαφνικά από ένα τµήµα που κανονίζει το πρόγραµµα ταξιδιών των πλοίων βρίσκεται στη θέση του ανώτερου αναλυτή της παγκόσµιας αγοράς δεξαµενόπλοιων, στη δεύτερη µεγαλύτερη εταιρεία του κόσµου σε ηλικία µόλις 28 ετών. Μετά την αποκάλυψη του Qatar-gate ο Ιάσονας Αβραµόπουλος έσβησε από το βιογραφικό του και το Linkedin ότι εργάζεται στην κρατική Qatar Energy (δεύτερη σύµπτωση). Ωστόσο τα ψηφιακά ίχνη δεν έχουν σβηστεί και εντοπίστηκαν στην έρευνά µας.

Η σχέση του Αβραµόπουλου µε τους Καταριανούς και τα «επενδυτικά» τους συµφέροντα ξεκινάει από το 2014 (πρόκειται για την τρίτη σύµπτωση). Το σύνολο τότε των ΜΜΕ διαφηµίζει τη µεγάλη επένδυση δισεκατοµµυρίων στο Ναυάγιο της Ζακύνθου. Η επένδυση αποδείχθηκε µια απάτη αφού οι ιδιωτικές εκτάσεις ήταν δηµόσιες. Πριν από έναν χρόνο το Documento αποκάλυψε ότι οι εµπλεκόµενοι είχαν σχέση µε τζιχαντιστές. Την περίοδο εκείνη λοιπόν ο ∆. Αβραµόπουλος αποφασίζει ως υπουργός Αµυνας, παρά τις διαµαρτυρίες των κατοίκων της περιοχής, ότι η αγορά µπορεί να γίνει ενώ δεν έχει διαβεβαίωση από την Κτηµατική Εταιρεία του ∆ηµοσίου ότι η έκταση δεν είναι δηµόσια. Οι λεπτοµέρειες, όπως και η παραπλανητική µέθοδος που χρησιµοποιήθηκε υπάρχουν στο ρεπορτάζ στο Documento.

Το 1994 ο Θόδωρος Πάγκαλος είχε αποκαλέσει τον ∆ηµήτρη Αβραµόπουλο «κύριο τίποτα» για να δείξει ότι ασχολείται µε την επιφάνεια και την προσωπική επικοινωνία. Σήµερα ο Αβραµόπουλος υπεραµύνεται του χαρακτηρισµού ότι είναι ο κύριος τίποτα αφού «δεν έχει κάνει τίποτα». Μόνο που δεν φτάνει να το λέει στην τηλεόραση.

Πηγή: Documento

Στο μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς - Χιούμορ, τραύματα και μια ζωή χωρίς συμβιβασμούς

Είναι εστέτ και αρνείται να βγάλει selfies με τους θαυμαστές του. Και όμως στα 72 του ο αμερικανός σταρ είναι περιζήτητος σε όλο τον κόσμο. Πολύπλευρος και ταλαντούχος ηθοποιός είναι επίσης σκηνοθέτης, παραγωγός σεναριογράφος αλλά και designer

Ηθοποιός με ευρύ φάσμα υποκριτικής, σκηνοθέτης, παραγωγός και σεναριογράφος, ο γοητευτικός Τζον Μάλκοβιτς έχει παίξει σε περισσότερες από 70 ταινίες, μεταξύ των οποίων οι «Μια θέση στην καρδιά» του Ρόμπερτ Μπέντον και «Killing Fields» του Ρόλαντ Τζόφι (1984), «Αυτοκρατορία του Ηλιου» (1987) του Στίβεν Σπίλμπεργκ, «Επικίνδυνες σχέσεις» (1988) του Στίβεν Φρίαρς, «Τσάι στη Σαχάρα» (1990) του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, «Σκιές και Ομίχλη» (1991) του Γούντι Αλεν, «Η Δεύτερη Ευκαιρία» (1993) του Βόλφγκανγκ Πέτερσεν, «Μαίρη Ράιλι» (1996) επίσης του Φρίαρς, «Το Σιδηρούν Προσωπείο» (1998), του Ράνταλ Γουάλας, «Ο Αγγελιοφόρος:

Η ιστορία της Ιωάννας της Λορένης» (1999) του Λυκ Μπεσόν, ενώ την ίδια χρονιά έπαιξε τον ομώνυμο ρόλο στο «Μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς» του Σπάικ Τζόουνζ, «Καυτό απόρρητο» των αδελφών Κοέν και «Η ανταλλαγή» του Κλιντ Ιστγουντ (2008). Ακόμη, πρωταγωνίστησε στη σειρά του HBO «The New Pope» (2020) του Πάολο Σορεντίνο και τη βιογραφική σειρά της AppleTV+ για τον Κριστιάν Ντιόρ «The New Look» (2024). Εχει, δε, αποκτήσει διεθνή φήμη και τιμηθεί με δεκάδες βραβεία και αρκετές υποψηφιότητες για Οσκαρ. Συγχρόνως, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, εμφανίζεται διαρκώς στις θεατρικές σκηνές του Μπρόντγουεϊ, του Λονδίνου, του Παρισιού και άλλων θεατρικών μητροπόλεων, ως ηθοποιός και σκηνοθέτης, και έχει τιμηθεί με το Εθνικό Θεατρικό Βραβείο Μολιέρου της Γαλλίας και με το βρετανικό βραβείο Milton Schulman.

Στην Αθήνα, μας είναι επίσης γνώριμος. Τον Οκτώβριο του 2022, ο Τζον Μάλκοβιτς εμφανίστηκε στο Ηρώδειο με το έργο «The Music Critic» του διάσημου βιολιστή, συνθέτη, παραγωγού και ηθοποιού Αλεξέι Ιγκούντεσμαν και στην συνέχεια, τον Φεβρουάριο του 2023 έδωσε ένα θεατρικό ρεσιτάλ στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, πρωταγωνιστώντας στη «Μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι» σε σκηνοθεσία Τιμοφέι Κουλιάμπιν. Πρόσφατα η δημοσιογράφος της βρετανικής εφημερίδας The Times Μελίσα Ντένες, συνάντησε τον Τζον Μάλκοβιτς στο Λονδίνο, όπου βρέθηκε για να προωθήσει το λεύκωμα «Malkovich Malkovich Malkovich: Homage to Photographic Masters» (Skira Editore), αποτέλεσμα της συνεργασίας του με τον Σάντρο Μίλερ,  που κυκλοφορεί (πάλι) τον ερχόμενο Σεπτέμβριο σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων.  

Πρόκειται για ένα πρωτοποριακό project του Μίλερ ο οποίος  χαρακτηρίζει τον Μάλκοβιτς «το όνειρο κάθε φωτογράφου». Πριν από δώδεκα χρόνια, ο Μίλερ  ρώτησε τον Μάλκοβιτς αν θα ήθελε να αναδημιουργήσει μια σειρά από εμβληματικές φωτογραφίες του 20ού αιώνα, όπως του Αντι Γουόρχολ με την τρομακτική περούκα του, της Κρίστι Τέρλινγκτον στο πορτρέτο του Πατρίκ Ντεμαρσελιέ και του γυμνού μελισσοκόμου του Ρίτσαρντ Αβεντον. Και ο θρυλικός ηθοποιός έγινε η μούσα του. Το έργο επεκτάθηκε σε εκατοντάδες πορτρέτα, το καθένα από τα οποία απαιτούσε ώρες μακιγιάζ, αλλά ο Μάλκοβιτς ήταν πρόθυμος. Θέλεις να φορέσω κορσέ, να ποζάρω γυμνός, να γίνω ο Αβραάμ Λίνκολν;Φυσικά, γιατί όχι;

Η Μπέτι Ντέιβις ήταν μια πρόκληση. «Κάποτε ταξιδέψαμε με το ίδιο αεροπλάνο για το φεστιβάλ κινηματογράφου της Ντοβίλ και η σωματική της διάπλαση είναι δύσκολο να αναπαραχθεί — αυτό το μικροσκοπικό σώμα με το τεράστιο κεφάλι και τα γιγάντια μάτια. Eχω μεγάλο κεφάλι, αλλά το δικό της είναι τριπλάσιο σε μέγεθος», λέει ο αμερικανός ηθοποιός στους Times. Παράλληλα με τις εκθέσεις φωτογραφιών και την προώθηση του εκπληκτικού λευκώματος, ο 72χρονος ηθοποιός συνεχίζει να κάνει ταινίες και τηλεοπτικές σειρές: Στην πολυαναμενόμενη μαύρη κωμωδία «Wild Horse Nine» του Μάρτιν ΜακΝτόνα (την πρώτη του παραγωγή μετά τα «Πνεύματα του Ινισέριν» του 2023) που διαδραματίζεται λίγο πριν από το πραξικόπημα της Χιλής το 1973, ο Μάλκοβιτς υποδύεται έναν πράκτορα της CIA που στάλθηκε στο Νησί του Πάσχα.

Ακόμη, πρόκειται να πρωταγωνιστήσει – μαζί με τον Τζόελ Κίναμαν και την Τζένιφερ Τζέισον Λι – στη σειρά θρίλερ «Bishop» της Prime Video. Ποια είναι η βασική του αρχή όταν αναλαμβάνει μια νέα δουλειά; Να είναι ενδιαφέρουσα;  Να είναι ξεκαρδιστική; Ο χαρακτηρισμός «ξεκαρδιστική» είναι το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που μπορεί να κάνει, γράφει η Ντένες στους Times. O Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, για παράδειγμα, ήταν ξεκαρδιστικός στα γυρίσματα της ταινίας «Τσάι στη Σαχάρα», ενώ στις «Σκιές και Ομίχλη» ο Γούντι Αλεν δεν ήταν: «Νομίζεις ότι αν γυρίσεις μια ταινία με τον Γούντι Αλεν θα γελάς όλη μέρα. Αλλά δεν θα γελάσεις καθόλου, γιατί είναι ένας βαθιά σοβαρός άνθρωπος», της λέει ο Μάλκοβιτς.

Ο ίδιος μπορεί να ακούγεται επιτηδευμένος ή ντιλετάντης, όπως οι χαρακτήρες που υποδύθηκε στις ταινίες «Επικίνδυνες Σχέσεις» και «Το Πορτρέτο μιας Κυρίας», ένας άνδρας όλο στυλ και καθόλου καρδιά: πρόσφατα είπε στο podcast της Μπέλα Φρόιντ ότι η αντικατάσταση μερικών πολύ μικρών κουμπιών στην Πολωνία ήταν εξίσου σημαντική υπόθεση με οποιαδήποτε ταινία. Η διαφορά, όμως, είναι ότι ο Μάλκοβιτς είναι ειλικρινής και ξέρει καλά τη δουλειά του. Δεν ασχολείται με τη μόδα, αλλά έχει σχεδιάσει 24 σειρές ρούχων. Δεν φλερτάρει με την κλασική μουσική, αλλά συνεργάζεται με τους ίδιους μουσικούς εδώ και χρόνια.

Μια «ξεκαρδιστική» παιδική ηλικία

«Ξεκαρδιστική» ήταν εξάλλου και η παιδική του ηλικία στο Μπέντον του Ιλινόις όπου μεγάλωσε: «Λες και είναι το τέλος του κόσμου.

Είναι τόσο μοναχικό όσο το Νησί του Πάσχα, όπου απλά πρέπει να είσαι αυτοδημιούργητος. Υπήρχαν δύο οικογένειες που ήταν γνωστές στις αρχές. Η μία οικογένεια κατούρησε τη μηχανή του γκαζόν και η άλλη προσπάθησε να κάψει την εκκλησία», λέει ο Μάλκοβιτς. Η αγαπημένη του ιστορία, δε, αφορά κάποιον που «ήρθε στο “Zodiac Lounge” με έναν (παπαγάλο) μακάο στον ώμο του και η σερβιτόρα του είπε: “Δεν μπορείς να μπεις εδώ μέσα με ένα ζώο”. Της είπε: “Δεν είναι ζώο, είναι πουλί” . Κι εκείνη του απάντησε: “Δεν με νοιάζει, δεν μπορείς να μπεις”. Ο άντρας άρχισε να χτυπάει το κεφάλι του μέχρι θανάτου. Και ξέρεις τι ούρλιαζε; “Κοίτα τι με ανάγκασες να κάνω!” Αληθινή ιστορία», λέει ο Μάλκοβιτς χαμογελώντας.

Στο Λονδίνο, του αρέσει να περπατάει και να σκέφτεται. Οι Λονδρέζοι δεν ζητούν selfies. «Μπορεί να είναι πολύ αστείοι ή να σου πουν κάτι, αλλά είναι περαστικοί. Με τους τουρίστες, είναι απλώς selfies και κανείς δεν θέλει να σου μιλήσει». Βγάζει selfies; «Οχι, αλλιώς ξεκινάει μια ολόκληρη σειρά από ανοησίες. Τις περισσότερες φορές, όταν περιπλανιέμαι, προσπαθώ να θυμηθώ το κείμενο κάποιου έργου». Να σημειωθεί ότι αυτή τη στιγμή, ο Μάλκοβιτς διασκευάζει για το Tokyo Metropolitan Theatre το ιαπωνικό μυθιστόρημα «Real World » της Νατσούο Κιρίνο, για τέσσερις έφηβες που προσφέρουν καταφύγιο σε έναν δολοφόνο. Φυσικά θα τον υποδυθεί ο ίδιος.

Βασανιστήρια και ξυλοδαρμοί

Πολλά από όσα γνωρίζει για τη βία και τη σκληρότητα, ο Μάλκοβιτς τα έμαθε από τον μεγαλύτερο αδερφό του, τον Ντάνι, και, σε μικρότερο βαθμό, από τον πατέρα του, έναν εκδότη περιοδικών. «Ο αδερφός μου ήταν μεγάλος καλλιτέχνης βασανιστηρίων και δυστυχώς ταυτόχρονα ήταν πολύ αστείος, κάτι που είναι ένα είδος τέχνης», λέει. Πιστεύει ότι «ένας στους πέντε» ξυλοδαρμούς του πατέρα του τού άξιζαν, αλλά δεν του κρατάει κακία. «Επιπλέον, ο αδερφός μου κι εγώ ήμασταν και οι δύο τεράστιοι», αποκαλύπτει μιλώντας στους Times. Στην εφηβεία του, ο Μάλκοβιτς έχασε περισσότερα από 10 κιλά τρώγοντας μόνο ζελέ για τέσσερις μήνες.

Αλλά δεν θέλει να δώσει λανθασμένη εντύπωση. «Είχα υπέροχα παιδικά χρόνια, με φίλους με τους οποίους μιλάω ακόμα». Είχε τρεις μικρότερες αδερφές και στο σπίτι επικρατούσε χάος. «Δεν υπήρχαν ποτέ λιγότερα από δέκα παιδιά εκεί, που έκαναν ανοησίες, και η μητέρα μου διάβαζε συνέχεια. Δεν το είχε με το νοικοκυριό, το μάζεμα και το καθάρισμα». Τον πείραζε η ακαταστασία; «Απίστευτα, αλλά απλά τα έκανα όλα εγώ. Τα χρώματα της ποδοσφαιρικής μας ομάδας ήταν το καφέ κι το άσπρο … Οταν βλέπεις τη μητέρα σου να τα πλένει μαζί, μην την αφήσεις να το κάνει δεύτερη φορά. Η μητέρα μου ήταν συναρπαστική, αστεία, έξυπνη, αλλά δεν ήταν αυτό που την ενδιέφερε στη ζωή», λέει.

Η οικογένειά της είχε την τοπική εφημερίδα και όλα τα αδέρφια του Μάλκοβιτς έγιναν δημοσιογράφοι. Σοκαριστικά, τρία από αυτά πέθαναν στα πενήντα τους, ο Ντάνι και η Ρεβέκκα από καρδιακές προσβολές, η Αμάντα από καρκίνο. Ενιωσε ενοχές επιζώντος; «Λοιπόν, δεν είναι ευχάριστο. Δύο από αυτούς δεν φρόντισαν τον εαυτό τους. Μία έπαθε καρκίνο όταν ήταν πολύ νέα και φρόντιζε τον εαυτό της», παραδέχεται. Αν ο Μάλκοβιτς ακούγεται Ζεν στα όρια της απάθειας, από κοντά φαίνεται καθαρά ρεαλιστής, σχολιάζει η Μελίσα Ντένες στους Times. Μεγάλο μέρος της ζωής του, τελικά, ήταν μια αντίδραση στο γεγονός ότι μεγάλωσε στο Μπέντον, από το να μιλάει αρκετές γλώσσες μέχρι την υποκριτική και την εξέλιξή του ως εστέτ (ο Μάλκοβιτς σχεδιάζει τους δικούς του διακόπτες φωτισμού).

Μα… ο Τομ Κρουζ;

Ολα αυτά τα πράγματα είναι τόσο πολύ «Στο Μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς» – στο οποίο ο Τζον Κιούζακ ανακαλύπτει ένα τούνελ που οδηγεί στον εγκέφαλο του ηθοποιού – ώστε είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί πάντα έλεγε ο ίδιος ότι το σενάριο του Τσάρλι Κάουφμαν δεν είχε καμία σχέση με την πραγματικότητα. Αρχικά ήθελε να σκηνοθετήσει την ταινία με κάποιον άλλον στον ομώνυμο ρόλο. Ποιον θα διάλεγε; «Ημουν μεγάλος θαυμαστής του Γουίλιαμ Χαρτ. Ο Τομ Κρουζ είχε μόλις παίξει στις “Σκοτεινές Μπίζνες ενός Πρωτάρη”(1983) και μου άρεσε πολύ. Ο Σον Πεν. Θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε, αλλά ο Τσάρλι δεν συμφώνησε», απαντάει.

Οταν, δε, ο Κέβιν Μπέικον απέρριψε τον ρόλο του καλύτερού του φίλου, ο Μάλκοβιτς πρότεινε τον Τσάρλι Σιν, ο οποίος τότε βρισκόταν σε κέντρο αποτοξίνωσης μετά από υπερβολική δόση κοκαΐνης. Κάπως έτσι προέκυψε ο Τζον Κιούζακ και ήταν πολύ καλός διεισδύοντας στο μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς. 

“Αιώνες φαρμάκι, γενιές φαρμάκι” – Η αποφυλάκιση και ο επανεγκλεισμός του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου

"Αιώνες φαρμάκι, γενιές φαρμάκι", λέει ο ποιητής, που έμαθε τα περισσότερα. Και με όλα αυτά, θυμήθηκα τον Ρημαγμένο Απρίλη του Ισμαήλ Κανταρέ και το Κανούν, μια κωδικοποίηση του εθιμικού δικαίου στα οροπέδια της βόρειας Αλβανίας. Από το Κανούν, ξέρουμε καλύτερα τις αναφορές στη βεντέτα (Gjakmarrja) που σημαίνει“πάρσιμο αίματος(;)” Ο Ασδραχάς μου υπέδειξε ως κατάλληλη απόδοση το “τίμημα του αίματος”, επειδή θεωρούσε ότι δεν πρόκειται για σημαίνον αλλά σύμβολο, που λειτουργεί ως “γενικό ισοδύναμο” σε συνθήκες αρνητικής αμοιβαιότητας: φαντασιακή συμμετρία θυμάτων-θυτών, σαν να ήταν απείκασμα ισοδύναμων “σκοτωμών” και με το “αίμα” ανεξάντλητο, εκατέρωθεν. Έτσι, “πήρε το αίμα του πίσω” σημαίνει, περίπου, αλλά όχι και κυριολεκτικά “ανάκτησε την τιμή της η φάρας”.

Με όλους τους άντρες ήδη στη γραμμή “από κούνια”, από τη στιγμή που γεννήθηκαν και κληρονόμησαν ένα ματωμένο πουκάμισο, μέχρι που το δικό τους πουκάμισο θα κρέμεται ματωμένο στη σκεπή. Έτσι πορεύεται η βεντέτα, η πρώτη ύλη της πατριαρχίας στα οροπέδια χωρίς κράτος. Αυτή η προβληματική του Ασδραχά, μπορεί να στεγάσει τόσο τη διαιώνιση της απόλυτης αρνητικότητας με τη μορφή της αμοιβαίας ανταπόδοσης, όσο και την κοινωνική της πλαισίωση, με τη μορφή ελέγχου, αναστολής ή κατάλυσης της ροής των αντεκδικήσεων. Με άλλα λόγια, στην βεντέτα εντάσσεται  και η διευθέτηση της “τελευταίας εκκρεμότητας” αντί  ισοσθενούς συμβολικού τιμήματος.

Η βεντέτα φαίνεται να καταπίνει ζωές, αλλά μονάχα στη ελάσσονα κλίμακα του Ρημαγμένου Απρίλη. Ο Κανταρέ επανεισάγει τις μεγάλες διάρκειες του Κανούν, χωρίς να αφήνει χώρο στη διαστρέβλωση του “οφθαλμόν αντί οφθαλμού”. Ούτε παραλείπει την αναγκαστική συμμόρφωση στη φάρα, που λειτουργεί, ανάλογα προς το ταμπού της ανθρωποκτονίας, ως εξορκισμός του μιάσματος έξω από την επικράτεια της εστίας και ως αποτροπή της ενδοοικογενειακής βίας,  που απειλεί με κατάρρευση εκ των ένδον την συγγένεια. Πολύ συνοπτικά, προηγείται ο κώδικας του Χαμουραμπί που επιτάσσει “οφθαλμόν αντί οφθαλμού” μεταξύ ισότιμων και “οφθαλμόν αντί αποζημίωσης” μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών θέσεων. Ο Μωσαϊκός Νόμος δεν εγγράφει τις ιεραρχήσεις ούτε ενθαρρύνει την εκδίκηση. Ο “[ένας] οφθαλμός αντί [ενός] οφθαλμού” συνιστά ποινή, τιμωρεί τον θύτη και υποχρεώνει το θύμα να συμμορφωθεί.  Έτσι τελειώνει η διαμάχη. Στην βεντέτα, όμως, ευδοκιμεί η τιμή και συμβολοποιείται το αίμα, οπότε το χτύπημα δεν εγκαλεί το περατό υποκείμενο αλλά μιαίνει, με το “άπλυτο κάθε λίγο και λιγάκι πουκάμισο στη σκεπή, την αιώνια συγγένειά του. Η αρνητική αμοιβαιότητα μεταπίπτει σε ροή διαδοχικών χτυπημάτων “τιμής”. “Σκότωσε τον σκοτωμένο που θα τον σκοτώσει”. Η φράση σημαίνει το  λογικά αδύνατο, χωρίς τη διαμεσολάβηση  της συμβολικής λειτουργίας του αίματος  εγκαθιστά την εκδίκηση στο διηνεκές.

Ο εκάστοτε τελευταίος φονιάς, πρέπει να έρθει στα συγκαλά του από το πένθος, να μη χτυπήσει “μπαμπέσικα” και παραβιάσει την ασυλία (μπέσα), να μην πυροβολήσει ούτε πισώπλατα ούτε στο πρόσωπο. Πρέπει να γυρίσει προσεκτικά το άψυχο σώμα ανάσκελα και να βάλει ευλαβικά στο πλάι το όπλο, να παραδώσει μια εικόνα έντιμου θανάτου σε μάχη ισότιμων εταίρων. Με την ανάλογη ψυχραιμία, πρέπει να κρύψει τον δικό του, εξατομικευμένο τρόμο μπροστά στο αναπόφευκτο, να αποδώσει τα σέβη του στην οικογένεια και να παραστεί στην κηδεία. Θα μπορούσε να κλειδαμπαρωθεί, αλλά ο εγκλεισμός είναι ο απόλυτος περιορισμός,   ο μη-θάνατος αφαιρεί κάτι από την ανθρωπινότητα,  η απόκοσμη φιγούρα του “ζωντανού έγκλειστου” ακυρώνει τη δυνατότητα να ¨ξεπλυθεί η ντροπή” και αφαιρεί κάτι από την αίγλη της εκδίκησης. Αν δεν διαλέξει τον εγκλεισμό, θα αρχίσει να μετράει τις μέρες ανάποδα, μέχρι να πάει στον Πύργο του άρχοντα και να πληρώσει τον φόρο, ώστε να “πάρει ”, να “ξεπλύνει το αίμα” από το πουκάμισο και έτσι να “καθαρίσει” η φάρα.

Όμως, μόνο με τη μεσολάβηση του νόμου μπορεί να διαχωρίζεται η “στιγμή του οικείου αίματος”, η  διάρκεια του πένθους, η επόμενη “στιγμή αίματος του άλλου”… Είναι το διάστημα με το τραύμα ενεργό και εκεί εμφιλοχωρεί το ρήγμα στην φαντασιακά ατέρμονη επανάληψη, με τα συμβολικά “πάρε-δώσε κηλίδες αίματος”. Τότε επιζητούν οι γέροντες το ισοσθενές τίμημα του “τελευταίου αίματος”, που μπορεί να είναι, κυριολεκτικά, η εξαγορά του, ακόμα και η εκδίωξη ολόκληρης της φάρας. Η βεντέτα δεν είναι απροϋπόθετη, άτακτη και χαώδης αντεκδίκηση, που αναβλύζει από το χυμένο αίμα.

Το αίμα που δεν “καθάρισε” φαίνεται ανεξίτηλο και  ο άρχοντας φαίνεται ότι δεν μπορεί να σταματήσει τη βεντέτα. Αλλά σε αυτό έγκειται, παραδόξως, η εξουσία του, δηλαδή στο ότι  την ποδηγετεί ως ελεγχόμενη τελετουργικά και απαραβίαστη χρονική σειρά διαντιδράσεων. Ο φόρος είναι το αναγκαίο τίμημα για την πρόσβαση στο δικαίωμα της εκδίκησης αλλά η ίδια η βεντέτα παραμένει ακμαία στα οροπέδια, λόγω της υποταγής όλων στο νόμο. Αυτό σημαίνει, παραδόξως, ότι με την υποταγή στον νόμο εξαγοράζουν το δικαίωμα καταβολής φόρου για την ανταπόδοση, ιδίως για τη μπέσα, δηλαδή την αναστολή της εκδίκησης για όσο χρειάζεται να τιμήσει ο φονιάς το θύμα και την οικογένειά του, μέχρι να   πάει στον Πύργο για να πληρώσει τον φόρο. Έπειτα, μπορεί να συμφιλιωθεί ή να αποτρελαθεί με την επερχόμενη έξοδό του από τον, τάχατες, απαράλλαχτο κόσμο της βεντέτας και να εγκαταλείψει τα επίγεια. Έτσι ήταν ο κόσμος τα παλιά τα χρόνια. Κι ο άρχοντας, μπορεί να μην είχε άλλον τρόπο να αποτρέψει το χάος της απογυμνωμένης βίας, τον εκτραχηλισμό της εκδικητικής μανίας, τον απάνθρωπο θάνατο. “Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα/ για να πεθαίνουν κι αλλού και την απληστία/ για να μένουν νεκροί για πάντα”, λέει ο ποιητής που ξέρει τα περισσότερα.

Β. Έτσι έγινε…

 “Τι να πούμε τώρα, τι θέλετε να πω; έχω εξήντα άτομα σκοτωμένα και έξι παιδάκια δικά μου. Πήγα… τα βρήκα όλα κομμάτια. Έπεσα ‘δω, έπεσα ‘κει, το ένα από ‘δω μάζεψα, το άλλο από ‘κει… ελιγοθυμίασα έπεσα κάτω… δεν μπόρεσα τίποτα άλλο να κάνω. Η καμονή δεν βγαίνει από εδώ μέσα… δεν βγαίνει… Δεν μπορείς αυτό να… Να ψοφάω να ησυχάσω”. Γυναίκα, ευγενικής (ποντιακής) καταγωγής σε ένα από τα μαρτυρικά χωριά.

Μια γυναίκα βυθίζεται στο κέντρο της σκηνής, ανάμεσα σε άμορφα “κομμάτια”. Δεν υπάρχει θύτης, δεν φαίνεται δράστης, δεν έχει όνομα ο εγκληματίας ούτε το έγκλημα και πότε έγινε. Μια σχεδόν βιβλική απώλεια, μια ζωντανή εικόνα νεκρών, ένα ανεπούλωτο τραύμα που δεν το φρόντισε ποτέ κανείς. “Η καμονή δεν βγαίνει…” Κάτι από το έγκλημα καθηλώνει τη ζωή σε μια πράξη που τέλειωσε άπαξ και δεν χωράει στις επόμενες μέρες. Ή πρόκειται για τον εφιάλτη του ανείπωτου: “Τί θέλετε να πω;” Το βίωμα αρχίζει και κλείνει εκεί που “μάζευε” τα κομμάτια των δικών της… (πως μαζεύει κανείς ανθρώπινα κομμάτια;) Μετά αγκυρώθηκε η ζωή σε ένα σχεδόν καταγωγικό, ταυτοτικό συμβάν, το ίδιο άχρονο με τον τότε θάνατο.

Η φράση να “ψοφήσω [μόνον εγώ]” σημαίνει “να μπορέσετε να πεθάνετε εσείς”, απεγγραφή από τον κόσμο που ανακαλείται και μνημονεύεται, έκλειψη του ιστορικού πλάσματος που έζησε μια ολόκληρη ζωή με έναν “τότε θάνατο”. Δεν ήθελε να γίνει μνημείο ούτε των ηρώων που μεγαλούργησαν ούτε των εγκληματιών που… Όταν δεν φτάνει ο χρόνος και τα χρόνια για να “μαζέψεις τα κομμάτια”, ποιoς ασχολείται με το πολυβόλο στην είσοδο μιας χαράδρας και τον αποτρελαμένο μεθύστακα που έριχνε. Αρκεί που, η γυναίκα αυτή, με την ευγένεια και την πολιτική της αγωγή, έδωσε πάλι στους νεκρούς την ανθρώπινη μορφή τους, εκείνη τη στιγμή που μάζεψε τα κομμάτια τους. Αυτό είναι όλο.

Να “ησυχάσει”, σημαίνει να απενεργοποιηθεί το κακό, χωρίς ίχνος μίσους, φθόνου, εκδίκησης, όπως γίνεται σε κάθε μικρή αφήγηση από τις χιλιάδες των μαρτυρικών χωριών. Θα πέθαναν οι περισσότερες τώρα. Αλλά τα λόγια τους δεν είναι συμφιλίωση με το έγκλημα ούτε απαλλοτρίωση της μνήμης, αλλά ύψιστη χειρονομία δικαιοσύνης: πήραν μαζί τους τον πόνο του εγκλήματος, αφήνοντας πίσω τους ανεξίτηλη την κοινοτική εντολή: “έργω και διανοία”, να μην διανοηθεί κανείς ποτέ ότι μπορεί να επιστρέψει τον πόνο στις γενιές των Γερμανών. Τι καλά θα ήταν αν υπήρχε ένας δίκαιος νόμος και λίγος χώρος για τον πόνο των μαρτυρικών χωριών. Ας είναι μικρότερος από αυτόν που τόσο γενναιόδωρα έδωσε η ιστορία στους νικητές. Και η δικαιοσύνη; Άφησε τους ανθρώπους αυτούς με τον πόνο τους, όταν δεν έξυνε κάθε λίγο και λιγάκι τις πληγές τους. Και οι ηγεσίες; Έκαναν αυτό που ζητούσε ο “λαός”, οι αμέτρητoι ανταρτόπληκτοι μάρτυρες και οι παρακρατικές ελληνοχριστιανικές ορδές στα στρατοδικεία.

Γ. Απορία: Πότε πεθαίνει ο ηττημένος;”

Μέχρι που έπεσε σε οικογενειακές δηλώσεις, όπως Αλεξία, «Περπατάω στο δρόμο και βλέπω τον Γιωτόπουλο… τι θα πρέπει να κάνω;», Ντόρα, «Σκέφτηκα ότι δεν θα είναι πάρα πολύ ωραίο να συναντήσει τα παιδιά μου κάποια στιγμή στον δρόμο ο Γιωτόπουλος». Είναι οικογενειακή γραμμή ή περιφρόνηση των “απλών”; Πόσοι αποφυλακισμένοι (για φόνο εκ προμελέτης, εξ αμελείας, συνέργεια και ηθική αυτουργία) κυκλοφορούν ανεμπόδιστα ανάμεσά μας. Είδατε πουθενά ανθρώπους να συγχρονίζονται με τα ρήματα των αρχαϊσμών ή την ξέχειλη αλαζονεία των ισχυρών; Στα χωριά της Ντόρας και στα μυαλά της Αλεξίας  τιμωρείται η ταυτότητα. Και τι να κάνουμε τώρα; Στις δημοκρατίες, αξιολογείται η πράξη. Ο δημόσιος χώρος δεν είναι σαλόνι των ισχυρών αλλά πεδίο απρόσκοπτης πρόσβασης όλων. Και αν οι νομοταγείς πολίτες συναντήσουν ποτέ αποφυλακισμένο και δεν το αντέχουν,  στρίβουν γωνία και πάνε πιο πέρα.

Τα ίδια, όχι ακριβώς αλλά στο περίπου: «Ξύπνησα… και σκεφτόμουν, αν εγώ τον πετύχω στο δρόμο, τι θα κάνω; Κι αν τον δουν τα παιδιά μας τι θα κάνουμε;», είπε ο Κ. Μπακογιάννης για την αποφυλάκιση του Γιωτόπουλου. Δεν εκτιμώ καθόλου την πολιτεία του Κ. Μπακογιάννη, μα καθόλου. Όμως, αντιλαμβάνομαι απολύτως την Απορία “τί θα κάνω;” και την καθήλωσή του στο ανυπόφορο ερώτημα “αν τον δουν τα παιδιά μας, τι θα κάνουμε;” Μεγάλωσε με τον θάνατο του πατέρα του (ελπίζω όχι για …) και, τώρα, πρέπει να αποδεχτεί ότι δεν υπάρχει διαθέσιμη απάντηση ούτε ισοδύναμο τίμημα.

Πάντως, ο Κ. Μπακογιάννης που θέλει πολιτικές καριέρες, ας βυθιστεί στην ιστορία.  Θα του έρθει η σύνεση που θα εξανθρωπίσει την αρχετυπική, ακατέργαστη και σκοτεινή αίσθηση “σκότωσε τον πατέρα μου, τί πρέπει να κάνω;”. Θα ήταν καλύτερα να πάει πίσω ολοταχώς, στα ενδότερα της Κρήτης και τα παλαιότερα και της Ευρυτανίας; Πως τα κατάφεραν  οι άνθρωποι που αλλησκοτώθηκαν στην Κατοχή και τον Εμφύλιο; Πέρασαν τα χρόνια και ειρήνευσε η πλάση, με αμοιβαία καχυποψία, με ενεργή την αντιπαλότητα αλλά αναίμακτη τη διαπραγμάτευση για την ενάρετη πολιτική ζωή. Έζησαν με τα πάθη τους σιωπηλά και καταλαγιασμένα, δεν αλληλοεξοντώθηκαν ούτε ακύρωσαν τη ζωή τους περιμένοντας  την καταστροφή των απέναντι. Περίπου…

Αντί να αγωνιά για το “τί θα κάνω;” μήπως να αφιερωνόταν σε ένα “δέον”. Οποιοδήποτε. Ας πούμε, πώς θα ήταν ένας κόσμος, όπου η ζωντανή μνήμη του πατέρα θα ενέπνεε τα παιδιά, χωρίς ολισθήματα προς την εκδίκηση ή την διαστροφική απόλαυση του πόνου των “κακών”. Μήπως να συμφιλιωθεί και με το “αδιανόητο”, την επιστροφή των φυλακισμένων στη γειτονιά, χωρίς ανεξίτηλο το στίγμα του “άξιου να σαπίσει” στη φυλακή. Και όταν προκόψει, ας φτιάξει ένα καλό νόμο χωρίς την απανθρωπιά των νόμων, που θα κατισχύσει απέναντι στα μικρόπνοα ετοιματζίδικα οράματα της  παραδειγματικής τιμωρίας, της  φαντασιακής εκδίκησης, του ανελέητου λόγου των “αμέτρητων”. Του το εύχομαι, αν και με την Ντόρα δεν το βλέπω. Μπορεί, όμως, να κρυφακούει με την άνεσή του τον ποιητή που ξέρει καλύτερα: Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη/ μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί/ σαν ένα τραγούδι, που καθώς βρέχει/ παίρνει το μέρος των φτωχών”.

Δ. “Η Ευρώπη της ανθρωπιάς και η διαφωτισμένη μας παιδεία”

“Τον πιάσανε και καταδικάστηκε για 17 δολοφονίες σε 17 φορές ισόβια. Τα ισόβια στην Ευρώπη της ανθρωπιάς σημαίνουν 25 χρόνια φυλακή. Ο Γιωτόπουλος Έχει εκτίσει σχεδόν 24 χρόνια, γι’ αυτό ξαναμπήκε μέσα μέχρι τις αρχές του 2027, για να ολοκληρώσει. Δεκαεφτά ανθρώπους έστειλε στον τάφο, να μην εκτίσει 25 χρόνια ποινή; Όχι λέει η “αριστερά”. Είναι γέρος άνθρωπος. Είμαστε ακροδεξιοί και φασίστες όσοι θέλουμε να βγει από την φυλακή την μέρα που θα #συμπληρώσει τα 25 χρόνια που λέει ο νόμος, και όχι νωρίτερα. Πόσες οικογένειες έζησαν τα εγκλήματα του Γιωτόπουλου; Πόσοι γονείς, πόσα ανήλικα, πόσοι αγαπημένοι, πόσοι φίλοι κι’ αδέλφια; Είμαστε αμέτρητοι. Και θέλουμε το νόμιμο: 25 χρόνια φυλακή συμπληρωμένα. Όπως λέει η διαφωτισμένη μας παιδεία. Όχι θανατική ποινή. Όχι στα απόλυτα ισόβια. #25χρόνια. Ούτε μια μέρα λιγότερη όμως.”

Ελπίζω, τώρα, να συμφωνήσει τώρα ο Κ. Μπακογιάννης ότι η αλληλεγγύη έρχεται από το βάθος του πόνου και όχι από το άχτι των μαυροφορεμένων. Γι’ αυτό δεν μπορεί να αρθρωθεί σε ρήματα. Και η πομπώδης συμπόνια δεν έρχεται από τον πόνο αλλά από το “κοινόν περί του δικαίου αίσθημα”. Έτσι βαλτώνει η δικαιοσύνη σε ένα σκοτεινό σημείο, προτερόχρονο της “ανθρωπιάς” και ενεργοποιούνται αρχαϊσμοί που παγιδεύουν την πολιτική διαχείριση των τραυμάτων. Η δικαιοσύνη δεν απονέμεται για χάρη κανενός θύματος και, μόνο στην  κανονική βεντέτα, ο άρχοντας δεν ξεχώριζε την πράξη από την ταυτότητα του δράστη. Η συμφιλίωση του Κ. Μπακογιάννη με την ελάσσονα αυτή διαφορά είναι η μοναδική του οφειλή στην μνήμη του πατέρα του. Για να γίνει τη δικαιοσύνη κοινό αγαθό, άντε και “διαφωτισμένη”.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Λάμπρος Κωνσταντάρας - Η τελευταία έξοδος

Μια σπάνια λήψη που τραβήχτηκε προτού μια σειρά από προβλήματα υγείας τον περιορίσουν στο σπίτι του στη Βάρκιζα. Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας θα έφευγε από τη ζωή στις 28 Ιουνίου του 1985 σε ηλικία 72 ετών.

Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας καταγράφεται σε ένα σπάνιο στιγμιότυπο από το αρχείο του Elena's Diary, σε μία από τις τελευταίες του εξόδους στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 μαζί με τη Σούλη Σαμπάχ, πριν μια σειρά από προβλήματα υγείας τον περιορίσουν στο σπίτι του στη Βάρκιζα.

Λάμπρος Κωνσταντάρας: Η τελευταία έξοδος 2

Ο ρεπόρτερ Δημήτρης Λυμπερόπουλος είχε γράψει τότε στο περιοδικό “Εικόνες” με τίτλο “Ο έγκλειστος της Βάρκιζας”:

«Εδώ και δυο χρόνια ένας άνθρωπος μένει έγκλειστος στον ίδιο τον εαυτό του… Έγκλειστος ποιος; Ο Λάμπρος που όταν βρισκότανε σε αέναη κίνηση, έσφυζε από ζωή πάνω στη σκηνή του θεάτρου, μπροστά στα φώτα και τις κάμερες, ανάμεσα στους φίλους και τις θαυμάστριες, στον ανώνυμο κόσμο που τον λάτρευε… Τώρα δεν μιλάει σε κανένα, παρά μόνο στη γυναίκα του Φιλιώ και στο γιό του Δημήτρη, όταν έρχεται να τον δει… Οι κουβέντες του οι απαραίτητες, συνοδευόμενες από νοήματα…Ναι – Όχι – Νερό… Λέξεις συντήρησης, απομόνωσης και γαλήνης, της σιωπής…».

Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας θα έφευγε από τη ζωή τον Ιούνιο του 1985 σε ηλικία 72 ετών.