Στο μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς - Χιούμορ, τραύματα και μια ζωή χωρίς συμβιβασμούς
- Κατηγορία ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
- 0 σχόλια
Είναι εστέτ και αρνείται να βγάλει selfies με τους θαυμαστές του. Και όμως στα 72 του ο αμερικανός σταρ είναι περιζήτητος σε όλο τον κόσμο. Πολύπλευρος και ταλαντούχος ηθοποιός είναι επίσης σκηνοθέτης, παραγωγός σεναριογράφος αλλά και designer
Ηθοποιός με ευρύ φάσμα υποκριτικής, σκηνοθέτης, παραγωγός και σεναριογράφος, ο γοητευτικός Τζον Μάλκοβιτς έχει παίξει σε περισσότερες από 70 ταινίες, μεταξύ των οποίων οι «Μια θέση στην καρδιά» του Ρόμπερτ Μπέντον και «Killing Fields» του Ρόλαντ Τζόφι (1984), «Αυτοκρατορία του Ηλιου» (1987) του Στίβεν Σπίλμπεργκ, «Επικίνδυνες σχέσεις» (1988) του Στίβεν Φρίαρς, «Τσάι στη Σαχάρα» (1990) του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, «Σκιές και Ομίχλη» (1991) του Γούντι Αλεν, «Η Δεύτερη Ευκαιρία» (1993) του Βόλφγκανγκ Πέτερσεν, «Μαίρη Ράιλι» (1996) επίσης του Φρίαρς, «Το Σιδηρούν Προσωπείο» (1998), του Ράνταλ Γουάλας, «Ο Αγγελιοφόρος:
Η ιστορία της Ιωάννας της Λορένης» (1999) του Λυκ Μπεσόν, ενώ την ίδια χρονιά έπαιξε τον ομώνυμο ρόλο στο «Μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς» του Σπάικ Τζόουνζ, «Καυτό απόρρητο» των αδελφών Κοέν και «Η ανταλλαγή» του Κλιντ Ιστγουντ (2008). Ακόμη, πρωταγωνίστησε στη σειρά του HBO «The New Pope» (2020) του Πάολο Σορεντίνο και τη βιογραφική σειρά της AppleTV+ για τον Κριστιάν Ντιόρ «The New Look» (2024). Εχει, δε, αποκτήσει διεθνή φήμη και τιμηθεί με δεκάδες βραβεία και αρκετές υποψηφιότητες για Οσκαρ. Συγχρόνως, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, εμφανίζεται διαρκώς στις θεατρικές σκηνές του Μπρόντγουεϊ, του Λονδίνου, του Παρισιού και άλλων θεατρικών μητροπόλεων, ως ηθοποιός και σκηνοθέτης, και έχει τιμηθεί με το Εθνικό Θεατρικό Βραβείο Μολιέρου της Γαλλίας και με το βρετανικό βραβείο Milton Schulman.
Στην Αθήνα, μας είναι επίσης γνώριμος. Τον Οκτώβριο του 2022, ο Τζον Μάλκοβιτς εμφανίστηκε στο Ηρώδειο με το έργο «The Music Critic» του διάσημου βιολιστή, συνθέτη, παραγωγού και ηθοποιού Αλεξέι Ιγκούντεσμαν και στην συνέχεια, τον Φεβρουάριο του 2023 έδωσε ένα θεατρικό ρεσιτάλ στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, πρωταγωνιστώντας στη «Μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι» σε σκηνοθεσία Τιμοφέι Κουλιάμπιν. Πρόσφατα η δημοσιογράφος της βρετανικής εφημερίδας The Times Μελίσα Ντένες, συνάντησε τον Τζον Μάλκοβιτς στο Λονδίνο, όπου βρέθηκε για να προωθήσει το λεύκωμα «Malkovich Malkovich Malkovich: Homage to Photographic Masters» (Skira Editore), αποτέλεσμα της συνεργασίας του με τον Σάντρο Μίλερ, που κυκλοφορεί (πάλι) τον ερχόμενο Σεπτέμβριο σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων.
Πρόκειται για ένα πρωτοποριακό project του Μίλερ ο οποίος χαρακτηρίζει τον Μάλκοβιτς «το όνειρο κάθε φωτογράφου». Πριν από δώδεκα χρόνια, ο Μίλερ ρώτησε τον Μάλκοβιτς αν θα ήθελε να αναδημιουργήσει μια σειρά από εμβληματικές φωτογραφίες του 20ού αιώνα, όπως του Αντι Γουόρχολ με την τρομακτική περούκα του, της Κρίστι Τέρλινγκτον στο πορτρέτο του Πατρίκ Ντεμαρσελιέ και του γυμνού μελισσοκόμου του Ρίτσαρντ Αβεντον. Και ο θρυλικός ηθοποιός έγινε η μούσα του. Το έργο επεκτάθηκε σε εκατοντάδες πορτρέτα, το καθένα από τα οποία απαιτούσε ώρες μακιγιάζ, αλλά ο Μάλκοβιτς ήταν πρόθυμος. Θέλεις να φορέσω κορσέ, να ποζάρω γυμνός, να γίνω ο Αβραάμ Λίνκολν;Φυσικά, γιατί όχι;
Η Μπέτι Ντέιβις ήταν μια πρόκληση. «Κάποτε ταξιδέψαμε με το ίδιο αεροπλάνο για το φεστιβάλ κινηματογράφου της Ντοβίλ και η σωματική της διάπλαση είναι δύσκολο να αναπαραχθεί — αυτό το μικροσκοπικό σώμα με το τεράστιο κεφάλι και τα γιγάντια μάτια. Eχω μεγάλο κεφάλι, αλλά το δικό της είναι τριπλάσιο σε μέγεθος», λέει ο αμερικανός ηθοποιός στους Times. Παράλληλα με τις εκθέσεις φωτογραφιών και την προώθηση του εκπληκτικού λευκώματος, ο 72χρονος ηθοποιός συνεχίζει να κάνει ταινίες και τηλεοπτικές σειρές: Στην πολυαναμενόμενη μαύρη κωμωδία «Wild Horse Nine» του Μάρτιν ΜακΝτόνα (την πρώτη του παραγωγή μετά τα «Πνεύματα του Ινισέριν» του 2023) που διαδραματίζεται λίγο πριν από το πραξικόπημα της Χιλής το 1973, ο Μάλκοβιτς υποδύεται έναν πράκτορα της CIA που στάλθηκε στο Νησί του Πάσχα.
Ακόμη, πρόκειται να πρωταγωνιστήσει – μαζί με τον Τζόελ Κίναμαν και την Τζένιφερ Τζέισον Λι – στη σειρά θρίλερ «Bishop» της Prime Video. Ποια είναι η βασική του αρχή όταν αναλαμβάνει μια νέα δουλειά; Να είναι ενδιαφέρουσα; Να είναι ξεκαρδιστική; Ο χαρακτηρισμός «ξεκαρδιστική» είναι το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που μπορεί να κάνει, γράφει η Ντένες στους Times. O Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, για παράδειγμα, ήταν ξεκαρδιστικός στα γυρίσματα της ταινίας «Τσάι στη Σαχάρα», ενώ στις «Σκιές και Ομίχλη» ο Γούντι Αλεν δεν ήταν: «Νομίζεις ότι αν γυρίσεις μια ταινία με τον Γούντι Αλεν θα γελάς όλη μέρα. Αλλά δεν θα γελάσεις καθόλου, γιατί είναι ένας βαθιά σοβαρός άνθρωπος», της λέει ο Μάλκοβιτς.
Ο ίδιος μπορεί να ακούγεται επιτηδευμένος ή ντιλετάντης, όπως οι χαρακτήρες που υποδύθηκε στις ταινίες «Επικίνδυνες Σχέσεις» και «Το Πορτρέτο μιας Κυρίας», ένας άνδρας όλο στυλ και καθόλου καρδιά: πρόσφατα είπε στο podcast της Μπέλα Φρόιντ ότι η αντικατάσταση μερικών πολύ μικρών κουμπιών στην Πολωνία ήταν εξίσου σημαντική υπόθεση με οποιαδήποτε ταινία. Η διαφορά, όμως, είναι ότι ο Μάλκοβιτς είναι ειλικρινής και ξέρει καλά τη δουλειά του. Δεν ασχολείται με τη μόδα, αλλά έχει σχεδιάσει 24 σειρές ρούχων. Δεν φλερτάρει με την κλασική μουσική, αλλά συνεργάζεται με τους ίδιους μουσικούς εδώ και χρόνια.
Μια «ξεκαρδιστική» παιδική ηλικία
«Ξεκαρδιστική» ήταν εξάλλου και η παιδική του ηλικία στο Μπέντον του Ιλινόις όπου μεγάλωσε: «Λες και είναι το τέλος του κόσμου.
Είναι τόσο μοναχικό όσο το Νησί του Πάσχα, όπου απλά πρέπει να είσαι αυτοδημιούργητος. Υπήρχαν δύο οικογένειες που ήταν γνωστές στις αρχές. Η μία οικογένεια κατούρησε τη μηχανή του γκαζόν και η άλλη προσπάθησε να κάψει την εκκλησία», λέει ο Μάλκοβιτς. Η αγαπημένη του ιστορία, δε, αφορά κάποιον που «ήρθε στο “Zodiac Lounge” με έναν (παπαγάλο) μακάο στον ώμο του και η σερβιτόρα του είπε: “Δεν μπορείς να μπεις εδώ μέσα με ένα ζώο”. Της είπε: “Δεν είναι ζώο, είναι πουλί” . Κι εκείνη του απάντησε: “Δεν με νοιάζει, δεν μπορείς να μπεις”. Ο άντρας άρχισε να χτυπάει το κεφάλι του μέχρι θανάτου. Και ξέρεις τι ούρλιαζε; “Κοίτα τι με ανάγκασες να κάνω!” Αληθινή ιστορία», λέει ο Μάλκοβιτς χαμογελώντας.
Στο Λονδίνο, του αρέσει να περπατάει και να σκέφτεται. Οι Λονδρέζοι δεν ζητούν selfies. «Μπορεί να είναι πολύ αστείοι ή να σου πουν κάτι, αλλά είναι περαστικοί. Με τους τουρίστες, είναι απλώς selfies και κανείς δεν θέλει να σου μιλήσει». Βγάζει selfies; «Οχι, αλλιώς ξεκινάει μια ολόκληρη σειρά από ανοησίες. Τις περισσότερες φορές, όταν περιπλανιέμαι, προσπαθώ να θυμηθώ το κείμενο κάποιου έργου». Να σημειωθεί ότι αυτή τη στιγμή, ο Μάλκοβιτς διασκευάζει για το Tokyo Metropolitan Theatre το ιαπωνικό μυθιστόρημα «Real World » της Νατσούο Κιρίνο, για τέσσερις έφηβες που προσφέρουν καταφύγιο σε έναν δολοφόνο. Φυσικά θα τον υποδυθεί ο ίδιος.
Βασανιστήρια και ξυλοδαρμοί
Πολλά από όσα γνωρίζει για τη βία και τη σκληρότητα, ο Μάλκοβιτς τα έμαθε από τον μεγαλύτερο αδερφό του, τον Ντάνι, και, σε μικρότερο βαθμό, από τον πατέρα του, έναν εκδότη περιοδικών. «Ο αδερφός μου ήταν μεγάλος καλλιτέχνης βασανιστηρίων και δυστυχώς ταυτόχρονα ήταν πολύ αστείος, κάτι που είναι ένα είδος τέχνης», λέει. Πιστεύει ότι «ένας στους πέντε» ξυλοδαρμούς του πατέρα του τού άξιζαν, αλλά δεν του κρατάει κακία. «Επιπλέον, ο αδερφός μου κι εγώ ήμασταν και οι δύο τεράστιοι», αποκαλύπτει μιλώντας στους Times. Στην εφηβεία του, ο Μάλκοβιτς έχασε περισσότερα από 10 κιλά τρώγοντας μόνο ζελέ για τέσσερις μήνες.
Αλλά δεν θέλει να δώσει λανθασμένη εντύπωση. «Είχα υπέροχα παιδικά χρόνια, με φίλους με τους οποίους μιλάω ακόμα». Είχε τρεις μικρότερες αδερφές και στο σπίτι επικρατούσε χάος. «Δεν υπήρχαν ποτέ λιγότερα από δέκα παιδιά εκεί, που έκαναν ανοησίες, και η μητέρα μου διάβαζε συνέχεια. Δεν το είχε με το νοικοκυριό, το μάζεμα και το καθάρισμα». Τον πείραζε η ακαταστασία; «Απίστευτα, αλλά απλά τα έκανα όλα εγώ. Τα χρώματα της ποδοσφαιρικής μας ομάδας ήταν το καφέ κι το άσπρο … Οταν βλέπεις τη μητέρα σου να τα πλένει μαζί, μην την αφήσεις να το κάνει δεύτερη φορά. Η μητέρα μου ήταν συναρπαστική, αστεία, έξυπνη, αλλά δεν ήταν αυτό που την ενδιέφερε στη ζωή», λέει.
Η οικογένειά της είχε την τοπική εφημερίδα και όλα τα αδέρφια του Μάλκοβιτς έγιναν δημοσιογράφοι. Σοκαριστικά, τρία από αυτά πέθαναν στα πενήντα τους, ο Ντάνι και η Ρεβέκκα από καρδιακές προσβολές, η Αμάντα από καρκίνο. Ενιωσε ενοχές επιζώντος; «Λοιπόν, δεν είναι ευχάριστο. Δύο από αυτούς δεν φρόντισαν τον εαυτό τους. Μία έπαθε καρκίνο όταν ήταν πολύ νέα και φρόντιζε τον εαυτό της», παραδέχεται. Αν ο Μάλκοβιτς ακούγεται Ζεν στα όρια της απάθειας, από κοντά φαίνεται καθαρά ρεαλιστής, σχολιάζει η Μελίσα Ντένες στους Times. Μεγάλο μέρος της ζωής του, τελικά, ήταν μια αντίδραση στο γεγονός ότι μεγάλωσε στο Μπέντον, από το να μιλάει αρκετές γλώσσες μέχρι την υποκριτική και την εξέλιξή του ως εστέτ (ο Μάλκοβιτς σχεδιάζει τους δικούς του διακόπτες φωτισμού).
Μα… ο Τομ Κρουζ;
Ολα αυτά τα πράγματα είναι τόσο πολύ «Στο Μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς» – στο οποίο ο Τζον Κιούζακ ανακαλύπτει ένα τούνελ που οδηγεί στον εγκέφαλο του ηθοποιού – ώστε είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί πάντα έλεγε ο ίδιος ότι το σενάριο του Τσάρλι Κάουφμαν δεν είχε καμία σχέση με την πραγματικότητα. Αρχικά ήθελε να σκηνοθετήσει την ταινία με κάποιον άλλον στον ομώνυμο ρόλο. Ποιον θα διάλεγε; «Ημουν μεγάλος θαυμαστής του Γουίλιαμ Χαρτ. Ο Τομ Κρουζ είχε μόλις παίξει στις “Σκοτεινές Μπίζνες ενός Πρωτάρη”(1983) και μου άρεσε πολύ. Ο Σον Πεν. Θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε, αλλά ο Τσάρλι δεν συμφώνησε», απαντάει.
Οταν, δε, ο Κέβιν Μπέικον απέρριψε τον ρόλο του καλύτερού του φίλου, ο Μάλκοβιτς πρότεινε τον Τσάρλι Σιν, ο οποίος τότε βρισκόταν σε κέντρο αποτοξίνωσης μετά από υπερβολική δόση κοκαΐνης. Κάπως έτσι προέκυψε ο Τζον Κιούζακ και ήταν πολύ καλός διεισδύοντας στο μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς.
