ενημέρωση 4:21, 3 November, 2026

Μασκ για Σι Τζινπίνγκ - «Μεγάλος ηγέτης» – τεράστια η πρόοδος της Κίνας

Ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, ο οποίος διατηρεί το μεγαλύτερο εργοστάσιο της Tesla στη Σαγκάη, έπλεξε το εγκώμιο του κινέζου προέδρου, μιλώντας στην κρατική τηλεόραση της χώρας, ενόψει της επίσκεψης Σι στον Λευκό Οίκο

Ο Ελον Μασκ εξήρε τον Σι Τζινπίνγκ, χαρακτηρίζοντάς τον «μεγάλο ηγέτη» σε σχόλια που έκανε στη διάρκεια συνέντευξής του στην κινεζική κρατική τηλεόραση CCTV την Τετάρτη. «Επί της προεδρίας του η Κίνα έχει γνωρίσει τεράστια ευημερία», δήλωσε ο δισεκατομμυριούχος επικεφαλής της Tesla, αναφερόμενος στην πρόοδο που διαπιστώνεται, σύμφωνα με τον ίδιο, από τα νέα κτίρια και τις υποδομές που κατασκευάστηκαν στη χώρα.

«Είναι επίσης προφανές, απλώς περπατώντας στους δρόμους, ότι έχει αυξηθεί η ευημερία του μέσου κινέζου πολίτη», πρόσθεσε.

Ο Ελον Μασκ στο Πεκίνο, τον Μάιο, μαζί με τον Τιμ Κουκ, CEO της Apple (αριστερά), τον υπουργό Αμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, ο οποίος συνομιλεί με τον Σι Τζινπίνγκ, και τον αμερικανό υπουργό Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ – EPA/MAXIM SHEMETOV / POOL

Ο Μασκ αναμένεται να παραστεί με άλλους αμερικανούς επιχειρηματίες στο δείπνο που θα παραχωρήσει ο Λευκός Οίκος προς τιμή του Σι την Πέμπτη, με οικοδεσπότη τον Ντόναλντ Τραμπ. Οι ηγέτες των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου θα έχουν την Πέμπτη τη δεύτερη συνάντηση κορυφής τους φέτος, μετά την επίσκεψη του αμερικανού προέδρου στην Κίνα, στην οποία είχε συμμετέχει και ο πλουσιότερος άνθρωπος του πλανήτη.

Ο Μασκ αναφέρθηκε επίσης στο μεγαλύτερο κέντρο παραγωγής της Tesla, το οποίο βρίσκεται στη Σαγκάη, χαρακτηρίζοντας την ομάδα «απίστευτα ταλαντούχα, εργατική και αξιόπιστη». «Το εργοστάσιο της Tesla στη Σαγκάη είναι ένα στολίδι –είναι πανέμορφο», δήλωσε. 

Η «ξεχασμένη κόρη» του Πάμπλο Νερούδα, την οποία δεν αποδέχτηκε ποτέ

Γεννήθηκε με σοβαρή αναπηρία, εγκαταλείφθηκε από τον πατέρα της και πέθανε μόλις στα οκτώ της χρόνια, θαμμένη σε έναν κοινό τάφο στην Ολλανδία. Η Μάλβα Μαρίνα Ρέγιες, μοναχοκόρη του Νομπελίστα ποιητή Πάμπλο Νερούδα, ο οποίος πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου 1973, έμεινε για δεκαετίες σβησμένη από τη δημόσια ιστορία.

Το όνομα του Πάμπλο Νερούδα, που έφυγε από τη ζωή στις 23 Σεπτεμβρίου 1973, είναι συνώνυμο της λογοτεχνικής μεγαλοσύνης. Νομπελίστας ποιητής, διπλωμάτης, σπουδαίος στοχαστής της Αριστέρας και σύμβολο της πολιτιστικής ταυτότητας της Χιλής. Ελάχιστοι, όμως, γνωρίζουν ότι πίσω από τον παγκόσμιο θαυμασμό κρύβεται μια οικογενειακή ιστορία που για δεκαετίες αποσιωπήθηκε: η ύπαρξη της μοναχοκόρης του, Μάλβα Μαρίνα Ρέγιες. Η Μάλβα γεννήθηκε το 1934 στη Μαδρίτη, καρπός του γάμου του Νερούδα με την Ολλανδή Μαρία Αντονιέτα Χάχεναρ, γνωστή ως «Μαρούκα».

Το καλοκαίρι του 1933, ο Νερούδα διορίζεται πρόξενος στο Μπουένος Άιρες. Μαζί του μετακομίζει κι η σύζυγός του. Παρά το πολυτελές διαμέρισμα και την κοσμοπολίτικη ζωή, η σχέση τους περνάει μεγάλη κρίση. Η Μαρούκα δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στον τρόπο ζωής του συζύγου της: τα μεθύσια, τις βραδιές στα καφέ, τις λογοτεχνικές παρέες που μονοπωλούν την προσοχή του. Εκείνη μένει στο σπίτι, απομονωμένη, χωρίς φίλους.

Μια μαρτυρία από εκείνη την περίοδο, της συγγραφέως Μαρία Γιάνεθ Φλόρες, αποτυπώνει την ένταση: «Ο Νερούδα πρότεινε να τελειώσουμε το δείπνο με μια έξοδο στο “Signo”. Η Μαρούκα μπήκε στο υπνοδωμάτιο, του έγνεψε να την ακολουθήσει. Λίγο μετά, ακούσαμε κραυγές. Όταν βγήκαν, εκείνος έμοιαζε συντετριμμένος. Εκείνη έτρεμε από θυμό».

Η «ξεχασμένη κόρη» του Πάμπλο Νερούδα, την οποία δεν αποδέχτηκε ποτέ 2

Μια δύσκολη εγκυμοσύνη, μια αβέβαιη αρχή

 Λίγο αργότερα, η Μαρούκα μένει έγκυος. Η εγκυμοσύνη είναι δύσκολη, ενώ λίγο καιρό πριν είχε ήδη βιώσει τουλάχιστον μία αποβολή. Ο Νερούδα παίρνει μετάθεση για την Ισπανία, αλλά η υγεία της Μαρούκα αναβάλλει το ταξίδι. Τελικά, φτάνουν στη Βαρκελώνη τον Μάιο του 1934 και λίγους μήνες μετά μετακομίζουν στη Μαδρίτη. Εκεί, στην περίφημη «Casa de las Flores», γεννιέται η κόρη τους, Μάλβα Μαρίνα.

Το παιδί όμως γεννιέται υδροκέφαλο: μια πάθηση που προκαλεί συσσώρευση υγρού στον εγκέφαλο και οδηγεί σε παραμόρφωση του κρανίου, επιβραδυνόμενη ανάπτυξη και σοβαρά νευρολογικά προβλήματα. Το πλήγμα είναι βαρύ κι αντί να ενώσει το ζευγάρι, το τραύμα το απομακρύνει ακόμη περισσότερο. Ο Νερούδα απομακρύνεται συναισθηματικά, σχεδόν αμέσως. Η μητέρα καλείται να διαχειριστεί μόνη της μια πραγματικότητα που η κοινωνία δεν είναι έτοιμη να αντικρίσει.

Ο Νερούδα δεν επέδειξε ούτε φροντίδα ούτε ευαισθησία. Σε προσωπικά του γράμματα, αναφερόταν στη νεογέννητη κόρη του με απαξιωτικούς όρους, αποκαλώντας την «άνω τελεία», «βρικόλακα» και «γελοία».

Η «ξεχασμένη κόρη» του Πάμπλο Νερούδα, την οποία δεν αποδέχτηκε ποτέ 3
Publicbooks.org

Η άλλη γυναίκα

Μέσα σε αυτό το ήδη εύθραυστο οικογενειακό περιβάλλον, μπαίνει στη ζωή του Νερούδα η Ντέλια ντελ Καρίλ. Κομμουνίστρια, avant-garde, 20 χρόνια μεγαλύτερη από εκείνον, η Ντέλια γοητεύει τον ποιητή. Σύντομα μετακομίζει στο σπίτι του με τη Μαρούκα. Όχι μόνο αυτό, αλλά σύμφωνα με μερικούς βιογράφους, η Ντέλια εξόρισε την Μαρούκα από το συζυγικό κρεβάτι. Γίνεται η νέα του μούσα, η γραμματέας, η συνεργάτις του - όλα όσα δεν ήταν ποτέ η Μαρούκα.

Η υποτίμηση της Μαρούκα ήταν εξίσου συναισθηματική και ταξική. Η ακαδημαϊκή και καλλιτεχνική επιρροή της Ντέλια απλά υπερκέρασε την Ολλανδή σύζυγο, η οποία αντιμετωπιζόταν σαν βάρος, τόσο στη ζωή όσο και στη δημόσια εικόνα του ποιητή.

Μέσα στην πολιτική αβεβαιότητα που επικρατούσε στη Μαδρίτη, στις αρχές Ιουλίου του 1936, ο Νερούδα έπεισε τη Μαρούκα να μεταβεί με την κόρη τους στη Βαρκελώνη. Ο Χιλιανός πρόξενος Μακιέιρα είχε υποσχεθεί να τις φροντίσει. Πλέον, μπορούσε να ζει σχεδόν ανοιχτά με τη Ντέλια ντελ Καρίλ.

Λίγες μέρες αργότερα, στις 18 Ιουλίου, ξέσπασε ο Ισπανικός Εμφύλιος. Ο πόλεμος άλλαξε ριζικά τη ζωή του Νερούδα, της Μαρούκα και της μικρής Μάλβα Μαρίνα. Μα άλλαξε και την ποίηση του Νερούδα. Ο πρότερος μηδενισμός του ξεθώριασε κι άρχισε να γράφει με διαφορετικό πνεύμα, πιο πολιτικά στρατευμένο. Ο ίδιος ο Νερούδα περιέγραφε το ποίημα «Άσμα στις μητέρες των πεσόντων μαχητών» ως «ποίηση του προλεταριάτου».

Στις 7 Νοεμβρίου του 1936, η Μαδρίτη βομβαρδίστηκε σφοδρά και λίγο αργότερα, ο Νερούδα μετακόμισε με την οικογένειά του στη Μασσαλία. Εκεί, τον Δεκέμβριο του 1936, έλαβε μια οδυνηρή απόφαση: χώρισε οριστικά με τη Μαρούκα και την κόρη τους. Ταξίδεψε στο Μόντε Κάρλο και τις άφησε στο σπίτι του κουμπάρου του. Υποσχέθηκε στη Μαρούκα πως θα στέλνει χρήματα κάθε μήνα - υπόσχεση που σπάνια τηρούσε.

Η «ξεχασμένη κόρη» του Πάμπλο Νερούδα, την οποία δεν αποδέχτηκε ποτέ 4
O ποιητής με τη Ντέλια

Ο Νερούδα επέστρεψε στη Μασσαλία κι από εκεί στο Παρίσι, όπου από τον Φεβρουάριο του 1937 ζούσε πια ανοιχτά τη σχέση του με τη Ντέλια ντελ Καρίλ. Στο Παρίσι πλησίασε περισσότερο το κομμουνιστικό κίνημα και άρχισε να συνεργάζεται με θεσμούς που είχαν χρηματοδότηση από την Κομιντέρν.

Δεν γνωρίζουμε αν η Μαρούκα είχε συνειδητοποιήσει πλήρως το είδος της σχέσης του Νερούδα με τη Ντέλια. Σε κάθε περίπτωση, τουλάχιστον μία φορά, έγραψε στον πρόεδρο της Χιλής, ζητώντας βοήθεια για την επιστροφή της οικογένειας στη χώρα. Έλαβε απάντηση από το Υπουργείο Εξωτερικών, ότι ο επαναπατρισμός θα εξεταζόταν υπό καλύτερους όρους. Ο Νερούδα όμως δεν ενδιαφερόταν να επιστρέψει και προτίμησε να μείνει στην Ευρώπη. Οι πολιτικές του δραστηριότητες υπέρ της Ισπανικής Δημοκρατίας και του κομμουνιστικού κινήματος έγιναν προτεραιότητα, ακόμη κι αν αυτό τον έφερε σε ρήξη με το ίδιο το Υπουργείο Εξωτερικών της Χιλής, αφού —ως πρόξενος— όφειλε να διατηρεί πολιτική ουδετερότητα.

Φαίνεται, επίσης, πως ο Νερούδα δεν είχε ανακοινώσει τον χωρισμό του ούτε στους δικούς του. Σε γράμματα στην αδερφή και τη μητριά του, αναφέρει ότι περιμένουν το τέλος του πολέμου για να επανενωθεί η οικογένειά τους. Φυσικά, ο ποιητής δε σκόπευε ποτέ να κάνει κάτι τέτοιο.

Η κόρη που δεν χώρεσε στον μύθο

Ο Νερούδα έγραψε ποιήματα για την κόρη του: «Μητρότητα», «Μελαγχολία στις οικογένειες», «Αρρώστιες στο σπίτι». Αλλά ήταν σκοτεινά, γεμάτα απελπισία κι αποξένωση. Η μαρτυρία του ποιητή Βιθέντε Αλεϊξανδρέ, ο οποίος είχε επισκεφθεί το σπίτι τους πριν τον πόλεμο, είναι συγκλονιστική: περιγράφει τον Νερούδα να χαμογελά μπροστά στο κρεβάτι της Μάλβα, σαν να αρνείται την πραγματικότητα, σαν να χτίζει μια φαντασίωση αντί να αντικρίζει τον πόνο. Η Μάλβα δεν θα μιλήσει ποτέ. Θα τραγουδήσει, όμως, όπως θυμάται ο Λουίς Ενρίκε Ντελάνο, γραμματέας του προξενείου. Με μεγάλα μάτια, τραγούδια μελωδικά και ένα βλέμμα «σαν τρομαγμένο».

Το 1937, η Μάλβα και η μητέρα της επέστρεψαν στην Ολλανδία, όπου ζούσαν σε συνθήκες φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Τελικά, η Μαρούκα έβαλε την Μάλβα σε ένα ιδιωτικό ίδρυμα για παιδιά με αναπηρίες και την επισκεπτόταν όσο πιο συχνά μπορούσε. Την ίδια στιγμή, ο Νερούδα είχε καταξιωθεί διεθνώς τόσο στον καλλιτεχνικό όσο και στον πολιτικό χώρο και ζούσε πλέον στην πατρίδα του, τη Χιλή. Η Μαρούκα του έστειλε ένα γράμμα, που δείχνει την αγανάκτησή της:

«Αγαπητό μου Γουρούνι,

Είναι απίστευτο πώς μας παραμελείς, ειδικά το παιδί σου. Σήμερα είναι 18 του μηνός και δεν έχω λάβει ούτε δεκάρα από εσένα. Την πρώτη του μήνα έπρεπε να πληρώσω για τη διατροφή της Μάλβα Μαρίνα για τον Οκτώβρη. Με τον μισθό μου μπορώ να καλύψω μόνο μέρος. Οι άνθρωποι αυτοί περιμένουν απεγνωσμένα τα υπόλοιπα. Είναι τόσο καλοί κι εσύ τους κακομεταχειρίζεσαι. Αν πουν μια μέρα πως δεν μπορούν να συνεχίσουν έτσι, πού να πάω τη Μάλβα; Δεν θα ξαναβρώ τέτοιους ανθρώπους. Τώρα δεν μπορώ καν να πάω να τη δω. Τα τελευταία μου λεφτά τα ξόδεψα για να σου στείλω αυτό το γράμμα. […] Νομίζω ότι είσαι απαίσιος. Απαίσιος. Δεν βρίσκω λόγια. Δεν μπορεί να είναι ότι δεν έχεις λεφτά —η θέση σου στη Χιλή είναι καλύτερη από ποτέ μετά την εκλογή του νέου Προέδρου. Ούτε μπορεί να είναι ότι δεν βρίσκεις ταξιδιωτικές επιταγές, όπως μου έλεγες… Και μου το υποσχέθηκες χίλιες φορές ότι θα φροντίζεις για εμάς»...

Δε γνωρίζουμε αν ο Νερούδα, της απάντησε ποτέ.

To 1941, χωρίς να το ξέρει η Μαρούκα, ο Νερούδα ζητάει διαζύγιο, προφασιζόμενος «ασυμβατότητα χαρακτήρων». Η Μαρούκα, που ζούσε τότε στην κατεχόμενη από τους Ναζί Ολλανδία, άνεργη, με άρρωστο παιδί και χωρίς χρήματα ή δυνατότητα μετακίνησης, δεν μπόρεσε ποτέ να απαντήσει ή να πάει στη δίκη. Πιθανότατα δεν έμαθε ποτέ ότι ο άνδρας της ζητούσε διαζύγιο. Τελικά, το διαζύγιο δεν έγινε ποτέ αποδεκτό στη Χιλή κι ο Νερούδα ήταν επίσημα παντρεμένος με τη Μαρούκα μέχρι τον θάνατό της το 1965.

Η Μάλβα πέθανε στο ίδρυμα το 1943, σε ηλικία μόλις 8 ετών. Θάφτηκε σε κοινό τάφο στην πόλη Γκούντα, χωρίς επιτύμβιο και χωρίς την παρουσία του πατέρα της. Σύμφωνα με βιογράφους του Νερούδα, η Μαρούκα τον παρακάλεσε να παραστεί στην κηδεία. Εκείνος δεν απάντησε ποτέ.

Η «ξεχασμένη κόρη» του Πάμπλο Νερούδα, την οποία δεν αποδέχτηκε ποτέ 5
Getty Images/ Ideal Image

Τον Μάιο του 1943, η κατάσταση έφτασε στο χαμηλότερο επίπεδο ανθρωπιάς από τη μεριά του ποιητή. Η Μαρούκα ζήτησε να μεταφερθεί στη Χιλή για να ξεφύγει από την κατοχή μετά το θάνατο της κόρης της. Το Υπουργείο Εξωτερικών είπε ναι, αλλά ο Νερούδα αρνήθηκε και απείλησε να διακόψει την όποια στήριξη της παρείχε. Και το έκανε αυτό γνωρίζοντας πόσο δύσκολη ήταν η κατάσταση στην κατεχόμενη Ολλανδία, όπως περιγράφει και το ποίημά του «Νέο ερωτικό τραγούδι για το Στάλινγκραντ».

Η Μαρούκα επιβίωσε και φρόντιζε τον τάφο της κόρης της μέχρι το τέλος της ζωής της το 1965. Για δεκαετίες, η ύπαρξη της Μάλβα δεν αναφερόταν σε επίσημες βιογραφίες ή σε συνεντεύξεις του ποιητή. Το όνομά της επανήλθε στη δημόσια σφαίρα μόλις τις τελευταίες δύο δεκαετίες, κυρίως χάρη σε ερευνητές, συγγραφείς και φεμινίστριες που επεσήμαναν τη συστηματική διαγραφή της από την ιστορική μνήμη.

Το 2015, η Ολλανδή συγγραφέας Hagar Peeters κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα Malva, δίνοντας φωνή στη νεκρή κόρη του Νερούδα μέσα από ένα φαντασιακό μονολόγο. Το βιβλίο γνώρισε μεγάλη απήχηση και μετέφερε τη συζήτηση από τα λογοτεχνικά επιτεύγματα του Νερούδα στην ηθική διάσταση της εγκατάλειψης.

Η υπόθεση της Μάλβα Ρέγιες θέτει κρίσιμα ερωτήματα γύρω από τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τις προσωπικές αδυναμίες των «μεγάλων ανδρών». Μπορεί ένας δημιουργός να τιμάται παγκοσμίως για την ευαισθησία του στη γραφή, ενώ στη ζωή του άφησε ένα παιδί και μία σύζυγο χωρίς φροντίδα ή αναγνώριση; Και ποιο είναι το τίμημα της μνήμης για όσους δεν μίλησαν ποτέ;

Η απουσία του Νερούδα από τη ζωή και τον θάνατο της κόρης του είναι αναμφισβήτητα μια ιστορική πληγή. Κι όσο περισσότερο η Μάλβα Ρέγιες αποκτά φωνή στη συλλογική συνείδηση, τόσο περισσότερο φωτίζονται τα σκοτεινά σημεία πίσω από τις δημόσιες φιγούρες.

Η «ξεχασμένη κόρη» του Πάμπλο Νερούδα, την οποία δεν αποδέχτηκε ποτέ 6
F. JULSING

Ίσως τελικά η ποίηση να μην βρίσκεται μόνο στους στίχους που γράφτηκαν. Αλλά και σε εκείνα που έπρεπε να ειπωθούν και δεν ειπώθηκαν ποτέ. Τι κάνουμε, λοιπόν, με τους ποιητές που λατρέψαμε, όταν μαθαίνουμε πως δεν υπήρξαν άξιοι της ίδιας αγάπης στην προσωπική τους ζωή; Μπορούμε (ή θα έπρεπε) να διαχωρίζουμε το έργο από τον άνθρωπο; Ή μήπως το ίδιο το έργο διαβρώνεται όταν γνωρίζουμε ποιος το κρατούσε στην πένα;

Ο Νερούδα έβαλε λέξεις στον πόνο του λαού του, αλλά άφησε βουβό τον πόνο του παιδιού και της γυναίκας του. Σαν να μην ήταν ποτέ δικοί του. Έδωσε φωνή στους καταπιεσμένους, μα σιώπησε μπροστά στη δική του ευθύνη. Η ιστορία της Μάλβα Μαρίνα, άφωνη όσο ζούσε, έρχεται σήμερα σαν καθυστερημένη απάντηση σ’ ένα ποίημα που δεν γράφτηκε ποτέ. Ίσως δεν χρειάζεται να αποκαθηλώσουμε τα αγάλματα αλλά να τα βλέπουμε ολόκληρα, με τις ρωγμές τους. Όχι για να τα καταστρέψουμε, αλλά για να μη μας τυφλώνουν.

Shanghai Grand Opera House - Η εντυπωσιακή νέα όπερα της Σανγκάης

Σχεδιασμένη από το νορβηγικό γραφείο Snohetta σαν βεντάλια που ξεδιπλώνεται στις όχθες του ποταμού Χουάνγκπου, η νέα Μεγάλη Οπερα της Σανγκάης αναμένεται να εγκαινιαστεί στις 17 Οκτωβρίου. Διαθέτει τρεις σκηνές, 4.200 θέσεις και την απαραίτητη δόση αρχιτεκτονικής μεγαλοπρέπειας. Το πιο ενδιαφέρον μέρος της, ωστόσο, είναι η στέγη της, που υπόσχεται να επανεφεύρει τον δημόσιο χώρο.

ς μεταφερθούμε νοητά στη Σανγκάη, ένα οποιοδήποτε πρωινό μετά τη 17η Οκτωβρίου του 2026. Ενας πολίτης κινείται στο EXPO Cultural Park στην περιοχή Χουτάν, στη δυτική όχθη του ποταμού Χουάνγκπου. Δεν έχει εισιτήριο για τη νεότευκτη όπερα και πιθανότατα δεν γνωρίζει ποια παράσταση ανεβαίνει εκείνο το βράδυ.

Μια φαρδιά σκάλα τον οδηγεί σε μια σπειροειδή διαδρομή γύρω από το εντυπωσιακό ολοκαίνουργο λευκό κτίριο. Λίγα λεπτά αργότερα, στέκεται στη στέγη της νέας όπερας και κοιτάζει τον ποταμό από ψηλά. Στην πραγματικότητα δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να συμμορφωθεί στην «υπόδειξη» της αρχιτεκτονικής.

Η παραπάνω σκηνή είναι, προς το παρόν, υποθετική. Αυτήν ακριβώς, όμως, υπόσχεται να κάνει πράξη σύντομα η Shanghai Grand Opera House. Το νέο πολιτιστικό ίδρυμα της κινεζικής μεγαλούπολης δεν ποντάρει μόνο στις τρεις υπερσύγχρονες αίθουσές του ούτε στα 146.786 τετραγωνικά μέτρα που καταλαμβάνει, αλλά και στην ιδέα ότι ένα από τα μεγαλύτερα, επιβλητικότερα και πιο σύνθετα κτίρια της Σανγκάης μπορεί να χρησιμοποιείται καθημερινά από ανθρώπους που δεν θα διαβούν ποτέ το κατώφλι του για να παρακολουθήσουν μια παράσταση.

 

© Tian Fangfang

Το άνοιγμα της βεντάλιας

Σε μια παγκόσμια μητρόπολη που έχει μάθει να προβάλλει τις φιλοδοξίες της στον αρχιτεκτονικό ιστό της, η νέα όπερα δεν επιχειρεί να ανταγωνιστεί το ύψος των ουρανοξυστών της περιοχής Πουντόνγκ. Αντιθέτως, εκτείνεται οριζοντίως.

Απλώνεται στην κυρτή όχθη του ποταμού, στην περιοχή όπου είχε λάβει χώρα η μεγαλειώδης World Expo της Σανγκάης, και μοιάζει να ανασηκώνεται καθώς η λευκή οροφή της περιστρέφεται και καταλήγει σε μια πλατφόρμα περίπου 10.000 τετραγωνικών μέτρων. Από ψηλά, θυμίζει βεντάλια που μόλις άνοιξε. Από το έδαφος, μοιάζει να αποτυπώνει την κίνηση ενός ανθρώπινου σώματος.

© Tian Fangfang

Η παρομοίωση δεν είναι αυθαίρετη. Ούτε προϊόν ποιητικής αδείας. Το νορβηγικό γραφείο Snøhetta αναζήτησε στη μορφή του κτιρίου τη ρευστότητα του χορού και του θεάτρου, επιστρατεύοντας ως αναφορά ένα αντικείμενο αναγνωρίσιμο στην κινεζική πολιτιστική παράδοση. Η βεντάλια έγινε αρχιτεκτονική, τοπίο, ακόμη και λογότυπο.

Οι ακτίνες της συνεχίζονται στα μονοπάτια του πάρκου, ενώ η σπείρα και οι καμπύλες της επιστρέφουν στο φουαγέ και στα βαθιά κόκκινα σώματα που διατρέχουν το εσωτερικό του κτιρίου. Θα μπορούσε εύκολα να είναι ακόμη ένα αρχιτεκτόνημα που αρχίζει και τελειώνει στην εικόνα του – ένα αξιοθέατο προορισμένο για καρτ-ποστάλ, λήψεις από drones και επίσημες τελετές.

Οι Snøhetta προσπάθησαν να αποφύγουν την παγίδα, μετατρέποντας το πιο εντυπωσιακό μορφολογικό εύρημά τους σε χρηστικό χώρο. Με απλά λόγια, η βεντάλια δεν σχεδιάστηκε μόνο για να φαίνεται. Αλλά για να περπατιέται.

© STUDIO FANG

Η ιστορία της νέας Μεγάλης Οπερας της Σανγκάης ξεκινά δέκα χρόνια πριν από τα εγκαίνια. Οι Snøhetta κέρδισαν τον διεθνή διαγωνισμό το 2016 και το 2019 ανέλαβαν επισήμως το έργο μαζί με το East China Architectural Design & Research Institute (ECADI), τους συμβούλους θεατρικού σχεδιασμού Theatre Projects και τη Nagata Acoustics.

Τα ονόματα μπορεί να μη λένε πολλά στον μελλοντικό θεατή. Υπενθυμίζουν, ωστόσο, κάτι που η υποβλητική εξωτερική όψη εύκολα αποκρύπτει: μια όπερα είναι πρωτίστως μηχανή. Στα σπλάχνα της μετακινούνται σκηνικά, πραγματοποιούνται πρόβες και εργάζεται ένας παλλόμενος οργανισμός τεχνικών και καλλιτεχνών. Στην αίθουσα, ακόμη και η πιο χαμηλή ανθρώπινη νότα πρέπει να φτάνει καθαρή και αναλλοίωτη μέχρι τον τελευταίο θεατή.

© Tian Fangfang

Το συγκρότημα διαθέτει τρεις αίθουσες και συνολικά 4.200 θέσεις, χωρίς όμως να επαναλαμβάνει την ίδια θεατρική συνθήκη σε διαφορετικά μεγέθη. Η κεντρική σκηνή, χωρητικότητας 2.000 θεατών, προορίζεται για τις μεγάλες παραγωγές και έχει σχεδιαστεί με ιδιαίτερη έμφαση στην ακουστική. Η δεύτερη αίθουσα διαθέτει 1.200 θέσεις και περιορίζει αισθητά την απόσταση ανάμεσα στον θεατή και τη σκηνή. Η τρίτη, με 1.000 θέσεις και μεταβλητή διάταξη, αναλαμβάνει να φιλοξενήσει τον πειραματισμό και να δοκιμάσει εάν η όπερα μπορεί πράγματι να αφορά ένα νεότερο κοινό.

© Tian Fangfang

Εξωτερικά κυριαρχούν το λευκό χρώμα και το γυαλί. Πίσω από το λευκό και γυάλινο κέλυφος η παλέτα αλλάζει. Το κόκκινο κυριαρχεί στους χώρους υποδοχής, ενώ η δρυς καλύπτει τους εξώστες και επανέρχεται σκουρόχρωμη στην κεντρική αίθουσα, όπου δεν εξυπηρετεί μόνο την αισθητική αλλά και την ακουστική. Τα μεγάλα υαλοστάσια εκθέτουν το εσωτερικό στο φυσικό φως και, όταν βραδιάζει, οι φωτισμένοι πύργοι των σκηνών μετατρέπουν ολόκληρο το κτίριο σε τμήμα του θεάματος.

Το πιο κρίσιμο κομμάτι του εγχειρήματος βέβαια βρίσκεται έξω από τις αίθουσες. Η υπερυψωμένη πλατεία της στέγης θα παραμένει, σύμφωνα με τον σχεδιασμό, προσβάσιμη 24 ώρες την ημέρα 365 ημέρες τον χρόνο. Εστιατόρια, γκαλερί, εκθεσιακοί χώροι, εκπαιδευτικά κέντρα, βιβλιοθήκες και μικροί κινηματογράφοι φιλοδοξούν να κρατούν το κτίριο ζωντανό ακόμη και όταν στις σκηνές του δεν θα υπάρχει δράση. Θεωρητικά τουλάχιστον, η όπερα δεν θα κλείνει ποτέ.

Μια συνταγή δοκιμασμένη στον ευρωπαϊκό Βορρά

Η συγκεκριμένη ιδέα έχει ήδη δοκιμαστεί με επιτυχία. Οταν η έδρα της Εθνικής Οπερας και του Μπαλέτου της Νορβηγίας, επίσης έργο των Snøhetta, άνοιξαν τις πύλες τους στο Οσλο το 2008, η κεκλιμένη μαρμάρινη στέγη του κτιρίου άλλαξε τη σχέση του με την πόλη. Οι κάτοικοι περπατούσαν επάνω της, κάθονταν δίπλα στο φιόρδ, έκαναν ηλιοθεραπεία ή φωτογράφιζαν το τοπίο.

Δεν χρειαζόταν να ξέρουν τι παιζόταν εκείνο το βράδυ. Η αρχιτεκτονική δεν τους ζητούσε να αποδείξουν ότι ανήκουν στο φιλόμουσο κοινό της υψηλής τέχνης. Στη Σανγκάη, η ίδια αρχή μεταφέρεται σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα και, προφανώς, σε εντελώς διαφορετικό πολιτικό και πολιτιστικό περιβάλλον.

Ο συνιδρυτής του γραφείου Snøhetta, Σιέτιλ Τρένταλ Τόρσεν, μιλάει για τη «δημόσια ιδιοκτησία» του κτιρίου. Η έκφραση είναι ελκυστική – και σχεδόν υποχρεωτική πλέον στο εγχειρίδιο χρήσης κάθε μεγάλου αρχιτεκτονικού έργου που σέβεται τον εαυτό του.

Το έργο της Shanghai Grand Opera House εντάχθηκε στο 13ο πενταετές σχέδιο της Κίνας (2016-2020) ως βασική πρωτοβουλία για την ενίσχυση της πολιτιστικής και διεθνούς επιρροής της Σανγκάης. Είναι, επομένως, και εργαλείο ήπιας ισχύος: ένα κτίριο που δηλώνει ότι η πόλη δεν διεκδικεί μόνο οικονομική και τεχνολογική ηγεμονία, αλλά περίοπτη θέση μεταξύ των παγκόσμιων πολιτιστικών μητροπόλεων.

Επίδειξη ισχύος επί σκηνής

Στις 17 Οκτωβρίου, η συναυλία «Shanghai Grand Opera House and Friends» θα εγκαινιάσει τη λειτουργία του θεάτρου και συγχρόνως το 25ο China Shanghai International Arts Festival. Την ίδια ημέρα ανοίγει και η εναρκτήρια περίοδος παραστάσεων υπό τον τίτλο «Born to Sing», η οποία θα διαρκέσει μέχρι τις 20 Φεβρουαρίου 2027 και θα περιλαμβάνει 47 παραγωγές, 82 παραστάσεις και περισσότερες από 100 δράσεις καλλιτεχνικής εκπαίδευσης: όπερα, συμφωνική μουσική, μπαλέτο, σύγχρονο χορό και παραδοσιακό κινεζικό μουσικό θέατρο.

© StudioSZ | Justin Szeremeta

Η πρώτη σεζόν φροντίζει να μην αφήσει καμία αμφιβολία για το εύρος των φιλοδοξιών. Τρεις νέες παραγωγές θα παρουσιαστούν για πρώτη φορά στην Ασία και μάλιστα στη μοναδική ασιατική στάση τους: η «Τόσκα» του βενετσιάνικου Teatro La Fenice, σε σκηνοθεσία Χοάν Αντόν Ρέτσι, η «Αΐντα» του Θεάτρου Μαριίνσκι υπό τον Βαλέρι Γκεργκίεφ και ο «Ιππότης με το ρόδο» της Staatsoper Unter den Linden, υπό τη διεύθυνση του Κρίστιαν Τίλεμαν.

Στο πρόγραμμα χωρούν ακόμη η Γιούτζα Γουάνγκ με τη Mahler Chamber Orchestra, η «Λίμνη των Κύκνων» από το American Ballet Theatre και – για όσους αντέχουν μεγάλες δόσεις ρωσικής μελαγχολίας – η εκτέλεση και των 15 συμφωνιών του Ντμίτρι Σοστακόβιτς από τον Γκεργκίεφ και την Ορχήστρα του Θεάτρου Μαριίνσκι, με αφορμή τη συμπλήρωση 120 ετών από τη γέννηση του συνθέτη.

Δίπλα στις εισαγόμενες εμβληματικές παραγωγές, η Σανγκάη τοποθετεί τις δικές της: την «Τουραντότ» της Shanghai Opera House, τη συμπαραγωγή του «Καρυοθραύστη» από το Shanghai Grand Theatre και το Shanghai Ballet, σύγχρονα κινεζικά έργα και μορφές παραδοσιακού μουσικού θεάτρου. Το μήνυμα είναι προσεκτικά σκηνοθετημένο. Η πόλη θέλει να υποδεχθεί τον κόσμο, αλλά και να του δείξει τι είναι σε θέση να εξάγει η ίδια.

© Tian Fangfang

Η Σανγκάη διαθέτει ήδη το Grand Theatre στην Πλατεία του Λαού, το οποίο λειτουργεί από το 1998, και μια εν γένει δραστήρια πολιτιστική σκηνή. Το νέο κτίριο δεν καλύπτει ένα κενό. Αλλάζει την κλίμακα και τη γεωγραφία. Μετακινεί μέρος της πολιτιστικής βαρύτητας προς το ποτάμι και διεκδικεί μια θέση στη μικρή λίγκα των αρχιτεκτονημάτων που γίνονται τοπόσημα. Δεν αρκεί να φιλοξενεί σπουδαίες παραστάσεις. Πρέπει να γίνεται αντιληπτό ως σύμβολο.

Το στοίχημα της επόμενης ημέρας

Τα λυρικά θέατρα υπήρξαν ανέκαθεν μνημεία κύρους και αίγλης. Από το Παρίσι και τη Βιέννη μέχρι το Σίδνεϊ και το Οσλο, αποτελούν έναν τρόπο με τον οποίο μία πόλη δηλώνει ποια πιστεύει ότι είναι – ή ποια θα ήθελε να γίνει. Η δήλωση της Σανγκάης είναι σαφής: πρόκειται για μια πόλη παγκόσμια, τεχνολογικά προηγμένη, πολιτιστικά φιλόδοξη και αρκετά σίγουρη ώστε να μετατρέπει την οροφή ενός ναού της υψηλής τέχνης σε χώρο περιπάτου.

Αυτό είναι και το στοιχείο που σώζει τη βεντάλια των Snøhetta από το να θεωρηθεί ακόμη μία φλύαρη επίδειξη αρχιτεκτονικής μεγαλομανίας. Η οροφή της προορίζεται να λερωθεί από βήματα και να χρησιμοποιηθεί από έναν δρομέα ή έναν περαστικό που δεν ενδιαφέρεται αν εκείνο το βράδυ παίζεται Πουτσίνι, Στράους ή τίποτε απολύτως.

Κανένας αρχιτεκτονικός σχεδιασμός, βέβαια, δεν εγγυάται από μόνος του τη δημιουργία δημόσιας ζωής. Η ασφάλεια, η εμπορική εκμετάλλευση και κυρίως η μετέπειτα διαχείριση θα δείξουν αν η υπόσχεση θα αντέξει μετά τη βραδιά των εγκαινίων. Τα τοπόσημα έχουν εύκολο έργο όταν είναι καινούργια και όλα επάνω τους λάμπουν.

Η πραγματική δοκιμασία έρχεται ένα συνηθισμένο πρωινό, χωρίς επίσημους καλεσμένους, κόκκινο χαλί ή μεγάλη πρεμιέρα. Στις 17 Οκτωβρίου θα σηκωθεί η πρώτη αυλαία.

Το πραγματικό στοίχημα, όμως, θα κερδηθεί ή θα χαθεί αρκετά αργότερα: όταν ένας περαστικός θα ανεβαίνει τη σπειροειδή σκάλα χωρίς να έχει στο μυαλό του τι διαδραματίζεται στις τρεις σκηνές, θα σταματά στην κορυφή, θα κοιτάζει τον Χουάνγκπου και θα χρησιμοποιεί το πιο φιλόδοξο πολιτιστικό οικοδόμημα της πόλης σαν να του ανήκει.

  • Κατηγορία ART-DISING
  • 0

Πάμπλο Νερούδα - Μοίρα η πιο πικρή

Χιλή

Σηκώστε τον ωραίο νεκρό πάνω στην καρυδένια πόρτα
Η τιμή του χαλκού υψώθηκε κι’ όλας 3 1/2 σεντς κατά λίτρα. Το σίδερο
Το σίδερο πάλι· το δολλάριο· η μπόττα: ένα καζάνι, ένα καζάνι, φώναξε
ένα καζάνι καυτή πίσσα —φώναξε— να πνίξω μέσα τα χέρια μου —ανόητα χέρια
με τα σημάδια των καρφιών— δεν μάθαν ακόμη να δένονται θηλειά στο λαιμό.
Σηκώστε τον
σηκώστε τον ωραίο νεκρό ψηλότερα πάνω στην πόρτα της εξόδου. Μοίρα
η πιο πικρή: τους ήρωες να τους περνάμε κρυφά κάτω απ’ την ιστορία
μέσ’ στην κλειστή αμαξοστοιχία με τ’ αποτσίγαρα και τ’ άδεια πανέρια των ψαράδων
με τις σημαίες χιλιοδιπλωμένες να μη φαίνονται τα διακριτικά τους,
ακουμπισμένες χάμου στα σανίδια, ζαρωμένες, καμουφλαρισμένες
σε μπόγους ανάπηρων ζητιάνων — και μέσα τους μια πέτρα. Πάνω του κάθονται
τα τρία τυφλά σκυλιά κι’ η πλατύστερνη, κόκκινη κιθάρα του Νερούντα.
Ένα καζάνι, ένα καζάνι καυτή πίσσα —φώναξε— να πνίξω μέσα τα χέρια μου
που ακόμη δεν μάθαν να δένονται θηλειά στο λαιμό.

Αθήνα, 12 – 27.IX.73 

Το ανωτέρω ποίημα του Γιάννη Ρίτσου, «αφιέρωμα στους Αλλιέντε – Νερούντα», προέρχεται από ενδιαφέρον δημοσίευμα του «Ταχυδρόμου» για τον Γιάννη Ρίτσο, στο τεύχος που είχε κυκλοφορήσει στις 2 Νοεμβρίου 1973 (τίτλος του: «Γιάννης Ρίτσος – Ο μεγάλος αδικημένος του Νόμπελ»).

 

«Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 2.11.1973, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ο δημοσιογράφος Γιώργος Λιάνης είχε επισκεφθεί τον Ρίτσο στην οικία του. Ο τελευταίος, όπως σημειώνει ο δημοσιογράφος στο τέλος του άρθρου του, είχε αρνηθεί —ακόμη μια φορά— να δώσει συνέντευξη, αλλά είχε παραχωρήσει ευγενικά στον «Ταχυδρόμο» το χειρόγραφο ποίημά του «Ο Ηρακλής κι’ εμείς» (γραμμένο στο Παρθένι της Λέρου, τον καιρό της εξορίας), μια μονοτυπία του και το ανέκδοτο ποίημα «Χιλή», που άρχισε να γράφεται αμέσως μετά τη βίαιη ανατροπή και το θάνατο του χιλιανού προέδρου Σαλβαδόρ Αλιέντε (11 Σεπτεμβρίου 1973) και ολοκληρώθηκε λίγο μετά το θάνατο του διάσημου χιλιανού ποιητή Πάμπλο Νερούδα (23 Σεπτεμβρίου 1973).

«Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 2.11.1973, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Όπως είχε γράψει ο δημοσιογράφος Γιώργος Πηλιχός (1929-2003), μέσα σε ελάχιστο χρόνο η τυρρανισμένη χώρα της Νότιας Αμερικής δέχτηκε απανωτά τρία φοβερά πλήγματα: έχασε την ελευθερία της, τον εκλεγμένο από το λαό σοσιαλιστή ηγέτη της και το μεγάλο ποιητή της, στενό φίλο και ομοϊδεάτη του Αλιέντε.

«Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 2.11.1973, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ο Πάμπλο Νερούδα, ο ποιητής του «Κάντο Χενεράλ», χτυπημένος από την επάρατη αρρώστια και έχοντας υποχρεωθεί να εγκαταλείψει τη θέση του πρεσβευτή της χώρας του στο Παρίσι, απεβίωσε τα ξημερώματα της 23ης Σεπτεμβρίου 1973, σε ηλικία 69 ετών (είχε γεννηθεί στις 12 Ιουλίου 1904), στο φρουρούμενο από στρατιώτες της χιλιανής χούντας σπίτι του, στην Ίσλα Νέγκρα, λίγα χιλιόμετρα έξω από το Σαντιάγο.

Ο Γιάννης Ρίτσος

Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε

Ο διπλωμάτης και πολιτικός Πάμπλο Νερούδα (Ricardo Eliécer Neftalí Reyes Basoalto το πραγματικό όνομά του) τιμήθηκε ως γνωστόν με το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1971.

Ο Πάμπλο Νερούδα