ενημέρωση 12:51, 2 May, 2026

Τα τζιτζίκια του Εμπειρίκου

«Μες στην καρδιά των Αθηνών, μες στην καρδιά του Θέρους…»  

Επιστρέφοντας στην πόλη, στην εκπνοή του Αυγούστου, ξαναβρίσκεις αυτούς που στέκονται αρωγοί κάθε χρόνο όλο και πιο πολύ στο αθηναϊκό καλοκαίρι και αντιμάχονται γενναία τους ήχους του, χτίζοντας με το βόμβο τους ένα αδιαπέραστο τείχος που υπερκαλύπτει τα πάντα:  τα Τζιτζίκια. Φέτος περισσότερο από ποτέ έμοιαζε ατέρμονος, λες και για πρώτη φορά ακουγόντουσαν τόσο πολύ και τόσο διαπεραστικά στο κέντρο της Αθήνας.   Όσο περνούν τα χρόνια και εκλείπουν τα παιδικά ή εφηβικά καλοκαίρια  που αποτελούσαν την αυτονόητη μουσική συνοδεία τους, όσο μεγαλώνεις και δεν σου παραδίνονται πια αμαχητί, αρχίζεις να τα προσέχεις και να τα εκτιμάς αλλιώς. Και όσο πιο βαρύ το αστικό καλοκαίρι είτε από ρύπανση, καύσωνες, άπνοια, υγρασία, είτε από δυσθυμία, θλίψη κι αποφορά, τόσο πιο αφοσιωμένα αυτά στην ευεργετική φωνασκία τους.  

Στην Πανεπιστημίου ασκούνται στη σκυταλοδρομία από δέντρο σε δέντρο, στην Αμαλίας συναγωνίζονται τις εξατμίσεις των τουριστικών λεωφορείων, στη Μεσογείων τα ανακαλύπτεις στις θαμνώδεις νησίδες σαν οάσεις στη μέση του οδοστρώματος, στη Συγγρού σε σποραδικά σημεία μόνο για μυημένους, στη Φιλελλήνων εντείνονται όσο προχωράς προς τη Ρώσικη εκκλησία, στην Πύλη του Αδριανού αν σταθείς, δεν ακούς τίποτα άλλο παρά την επίμονη βοή.  

Ας αφουγκραστούμε τα τζιτζίκια για όσο προλαβαίνουμε ακόμα, ας τα αποδεχτούμε σαν τους δικαιωματικούς εντολοδόχους του μυστικού πυρήνα της πόλης που καταλαμβάνουν ολοκληρωτικά...

Το τζιτζίκι είναι ένα σύμβολο πρόσφορο σε ποικίλες ερμηνείες, παραβολές και συμβολισμούς. Από τον συκοφαντημένο για τη ρέμπελη του φύση στον Αίσωπο τζίτζικα –αλλά και στον Λαφονταίν που μετέφερε υποδειγματικά τον αρχαίο μύθο σε ποίημα–, μέχρι το διάλογο του Πλάτωνα «Φαίδρο» και το μύθο του Σωκράτη με τα υπό την προστασία των Μουσών τζιτζίκια. Και από τον μύθο του Τιθωνού που τον μετέτρεψε ο Δίας σε έντομο, μετά από παράκληση της Ηούς, για να τον απαλλάξει από το μαρτύριο των γηρατειών, μέχρι τον Τζίτζικα μικρό θεό των Ανακρεόντειων λυρικών. Και από τον Ζακ Λακαριέρ που ιχνογραφώντας το ελληνικό καλοκαίρι δηλώνει πως ένας κόσμος χωρίς τζιτζίκια θα ήταν «μία Πυθία χωρίς χρησμούς» μέχρι τον Ελύτη όπου απαντώνται πολύ συχνά σαν μελωδικό συνακόλουθο της φυσιοκρατίας και της μεταφυσικής των αισθήσεών του.  

Πλήρως ηχομιμητική στη νέα ελληνική η ονομασία τους, ξεπερνά τόσο σε μουσικότητα, όσο και σε παραδειγματική μίμηση του ήχου τους, το αρχαιοελληνικό «τέττιξ» από όπου προέρχεται.  

Για το μονότονα επαναλαμβανόμενο τερέτισμά του, αποδεικνύεται ανακόλουθα πολυσήμαντο: Το διδακτικό-ηθικοπλαστικό τζιτζίκι, το τεμπέλικο τζιτζίκι, το τζιτζίκι-ακούραστος μουσικός, το αθάνατο τζιτζίκι, το καταδικασμένο σε αιώνια γηρατειά τζιτζίκι, το επαναστατικό τζιτζίκι σε αντιδιαστολή με τα άλλα εργατικά και υπάκουα στις άρτια οργανωμένες κοινωνίες των εντόμων, το ερωτικό τζιτζίκι και το τζιτζίκι υπόμνηση του χρόνου που περνά.

Η νεοελληνική ποίηση, από την άλλη, έχει να καυχηθεί για μία πανσπερμία ετερόκλητων τζιτζικιών. Ενδεικτικά:  

Από τα Ρω του Έρωτα του Ελύτη, τα διάσημα από τα σχολικά ανθολόγια που παραστέκουν στο βασιλιά Ήλιο:  

Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι γεια σας κι η ώρα η καλή Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει; κι ' όλ' αποκρίνονταν μαζί: -Ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει.  

Τα όχι και τόσο μοναχικά που κρύβουν το φόβο της ακινησίας του ελληνικού τοπίου της «Ρωμιοσύνης» του Ρίτσου:  

Ποιος θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς, παρέα με το τζιτζίκι μη σωπάσει το τζιτζίκι  

Τον κακόσημο τζίτζικα του Νίκου Καρούζου, δέσμιο της πλήξης της μονοσημαντότητάς του:  

Αυτός ο αγέρωχος μήνας Αύγουστος… Φρικώδης του μεγάλου θέρους αναφώνηση ο τέττιγας που γίνεται ελέφαντας κοινοτοπίας  

Τα παραδομένα στο θερινό αναβρασμό του Σικελιανού:  

Ανακοχλάαν στις ελιές μια βράση τα τζιτζίκια  

Από τα πιο γνωστά, αυτά στο φινάλε της Κίχλης του Σεφέρη,  που κλιμακώνονται μουσικά, τελεσίδικα, σημαίνοντας το ρολόι του χρόνου που σώνεται:  

γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά και το τιτίβισμα των πουλιών θ' αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά και νότο θ' αδειάσουν τα μάτια σου απ' το φως της μέρας πώς σταματούν τα ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια  

Τα αναρχικά  του Έκτορα Κακναβάτου που ενώ τελειώνει το καλοκαίρι είναι τα μόνα που δεν παραδίδονται:  

Εξόν τα τζιτζίκια που αντιστέκονταν Πέφτοντας στην πύλη του αυγούστου.  

Της Μάτσης Χατζηλαζάρου που αποτελούν προαπαιτούμενα για τη ζωή κι αυτά όπως και οι  αισθήσεις της:  

Πού 'ναι οι αχτίδες του ήλιου πάνω στα βλέφαρά μου, που 'ναι οι καημοί της σάρκας μου πάνω στην άμμο, πού 'ναι ο γκιώνης, τα τζιτζίκια, κι οι πέντε μου φωνές;  

Κι έρχεται η Δημουλά από το «Χαίρε ποτέ» να βάλει τα πράγματα σε τάξη και να αποκαταστήσει τη φήμη τους με ένα ποίημα «Υπέρ Ασωτείας»:  

Έξω απ' το χορό καλά τα λέει ο μύθος. Πώς αλλιώς να κάνουν τα τζιτζίκια. Δεν αποταμιεύεται η ένταση. Δεν θα' θελε κι αυτή να ζει περισσότερο; Όμως δεν αποταμιεύεται. Μια μέρα να τη φυλάξεις χαλάει.  

Τα τζιτζίκια της πόλης όμως που μας αφορούν και όσο περνούν οι μέρες θα φθίνουν, δεν είναι άλλα από εκείνα του Ανδρέα Εμπειρίκου στο υποβλητικό πεζό του ποίημα από την Οκτάνα «Εις την Οδόν των Φιλελλήνων».  

Λιγότερο γνωστά από τα πολυδιαφημισμένα εξωστρεφή και αθώα του Ελύτη και από τα πιο πεσιμιστικά, φορτωμένα με αβάσταχτους συμβολισμούς στα φτερά τους, του Πόρου του Σεφέρη, αυτά της Αθήνας του Εμπειρίκου, ίπτανται, με τη συνδρομή της αγέρωχης και χυμώδους του καθαρεύουσας, πάνω από την υγρασία, τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων και τον καύσωνα, σαν υπερρεαλιστικές νύξεις που διακόπτουν μία ολωσδιόλου αντι-ποιητική ατμόσφαιρα και σαν σημαίνοντα της σεξουαλικής απελευθέρωσης που οραματιζόταν η «Οκτάνα» του, η ουτοπική του πολιτεία, προπύργιο της φροϋδικής libido.  

«Μεσ’ την καρδιά των Αθηνών, μες στην καρδιά του θέρους»...  

Τον συνοδεύουν ένα μεσημέρι Ιουλίου στο κέντρο της Αθήνας, από τα δέντρα της πλατείας Συντάγματος, σε μία συναρπαστική διαδρομή στη Φιλελλήνων, «μέσ' στην καρδιά των Aθηνών, μέσ' στην καρδιά του θέρους»:    

«Mια μέρα που κατέβαινα στην οδόν των Φιλελλήνων, μαλάκωνε η άσφαλτος κάτω απ' τα πόδια και από τα δένδρα της πλατείας ηκούοντο τζιτζίκια, μέσ' στην καρδιά των Aθηνών, μέσ' στην καρδιά του θέρους.    

Παρά την υψηλήν θερμοκρασίαν, η κίνησις ήτο ζωηρά. Aίφνης μία κηδεία πέρασε. Oπίσω της ακολουθούσαν πέντε-έξη αυτοκίνητα με μελανειμονούσας, και ενώ στα αυτιά μου έφθαναν ριπαί πνιγμένων θρήνων, για μια στιγμή η κίνησις διεκόπη. Tότε, μερικοί από μας (άγνωστοι μεταξύ μας μέσ' στο πλήθος) με άγχος κοιταχθήκαμε στα μάτια, ο ένας του άλλου προσπαθώντας την σκέψι να μαντεύση. Έπειτα, διαμιάς, ως μία επέλασις πυκνών κυμάτων, η κίνησις εξηκολούθησε.  

Ήτο Iούλιος. Eις την οδόν διήρχοντο τα λεωφορεία, κατάμεστα από ιδρωμένον κόσμο ― από άνδρας λογής-λογής, κούρους λιγνούς και άρρενας βαρείς, μυστακοφόρους, από οικοκυράς χονδράς, ή σκελετώδεις, και από πολλάς νεάνιδας και μαθητρίας, εις των οποίων τους σφικτούς γλουτούς και τα σφύζοντα στήθη, πολλοί εκ των συνωθουμένων, ως ήτο φυσικόν, επάσχιζαν (όλοι φλεγόμενοι, όλοι στητοί ως Hρακλείς ροπαλοφόροι) να κάμουν με στόματα ανοικτά και μάτια ονειροπόλα, τας συνήθεις εις παρομοίους χώρους επαφάς, τας τόσον βαρυσημάντους και τελετουργικάς, άπαντες προσποιούμενοι ότι τυχαίως, ως εκ του συνωστισμού, εγίνοντο επί των σφαιρικών θελγήτρων των δεκτικών μαθητριών και κορασίδων αυταί αι σκόπιμοι και εκστατικοί μέσα εις τα οχήματα επαφαί - ψαύσεις, συνθλίψεις και προστρίψεις.  

Nαι, ήτο Iούλιος· και όχι μόνον η οδός των Φιλελλήνων, μα και η Nτάπια του Mεσολογγιού και ο Mαραθών και οι Φαλλοί της Δήλου επάλλοντο σφύζοντες στο φως, όπως στου Mεξικού τας αυχμηράς εκτάσεις πάλλονται ευθυτενείς οι κάκτοι της ερήμου, στην μυστηριακή σιγή που περιβάλλει τας πυραμίδας των Aζτέκων.  

Tο θερμόμετρον ανήρχετο συνεχώς. Δεν ήτο θάλπος, αλλά ζέστη - η ζέστη που την γεννά το κάθετο λιοπύρι. Kαι όμως, παρά τον καύσωνα και την γοργήν αναπνοήν των πνευστιώντων, παρά την διέλευσιν της νεκρικής πομπής προ ολίγου, κανείς διαβάτης δεν ησθάνετο βαρύς, ούτε εγώ, παρ' όλον ότι εφλέγετο ο δρόμος. Kάτι σαν τέττιξ ζωηρός μέσ' στην ψυχή μου, με ηνάγκαζε να προχωρώ, με βήμα ελαφρόν υψίσυχνον. Tα πάντα ήσαν τριγύρω μου εναργή, απτά και δια της οράσεως ακόμη, και όμως, συγχρόνως, σχεδόν εξαϋλούντο μέσα στον καύσωνα τα πάντα - οι άνθρωποι και τα κτίσματα - τόσον πολύ, που και η λύπη ακόμη ενίων τεθλιμμένων, λες και εξητμίζετο σχεδόν ολοσχερώς, υπό το ίσον φως.      (απόσπασμα)  

Είναι τα τζιτζίκια της νίκης που αυτή τη φορά λυγίζουν ακόμα και το θάνατο με το ακατάβλητο πείσμα τους. Όσο και αν η αναφορά σ’ αυτά είναι σύντομη, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία πως έχουν δώσει τον τόνο. Μέσα στη βαριά από τον καύσωνα Αθήνα, «αίφνης μία κηδεία» περνά, το άγχος –ο φόβος θανάτου–καταλαμβάνει μερικούς απ’ τους περαστικούς αλλά η κίνηση συνεχίζεται απτόητη… Οι «ριπαί πνιγμένων θρήνων» δεν φτάνουν για να καταλύσουν την απόλαυση του θέρους. Παρά το «κάθετο λιοπύρι», «παρά την διέλευσιν της νεκρικής πομπής», όλα μοιάζουν ανάλαφρα και «εναργή» για τον περαστικό, γιατί «κάτι σαν τέττιξ ζωηρός» μέσ' στην ψυχή του δεν τον γονατίζει. Υπάρχει μία κλιμακούμενη σεξουαλική ένταση στην ατμόσφαιρα που συναγωνίζεται αυτήν του φλεγόμενου από το κάμα αθηναϊκού τοπίου: Οι «Φαλλοί της Δήλου» πάλλονται στο φως, «ψαύσεις, συνθλίψεις και προστρίψεις» διαμείβονται στα λεωφορεία, με μέλη που θάλλουν,  με «σφικτούς γλουτούς και τα σφύζοντα στήθη» και «φλεγόμενοι», «στητοί ως Hρακλείς ροπαλοφόροι», οι συνωστισμένοι επιβάτες την πολλαπλασιάζουν.  

Το τι μπορεί να συνιστούν τα τζιτζίκια για τον Εμπειρίκο έχει γίνει φανερό και στην «Ενδοχώρα»:  

Με τα τζιτζίκια που αγάλλονται στη ζέστη Και προκαλούνε στύσεις στους πατέρες.  

Είναι τα τζιτζίκια της ηδονής, που ασκούνται στο πρελούδιο της εκστατικής ερωτικής κοινωνίας που ευαγγελίζεται η ποίησή του:  

Σαν προανάκρουσμα του επερχομένου θέρους Εκστατικές ξεσπούν οι συνηχήσεις Των δονουμένων τζιτζικιών.  

Το ασίγαστο τραγούδι τους υπερθεματίζει τη ζωή σε ένταση, την αξόδευτη καύλα που αιωρείται αμήχανη και ανοικονόμητη πάνω από την υγρή και βαριά ατμόσφαιρας της πόλης τα καλοκαίρια. Αυτή η ερμηνεία συμφωνεί και με την επιστημονική εξήγηση για το τραγούδι του τζιτζικιού: Το αρσενικό βγάζει αυτόν τον ήχο καλώντας το θηλυκό για να ζευγαρώσει και μετά το σμίξιμο πέφτει στο χώμα και πεθαίνει.  

Υπάρχει μία αυθαίρετη νοητή διαδρομή –δύσκολο να αντισταθεί κανείς στον πειρασμό να μην την αποδώσει σχηματικά– που ενώνει τους τρεις μεγάλους της γενιάς του ’30, μέσω των τζιτζικιών. Από το Βασιλιά Ήλιο του Ελύτη, με την ευοίωνη συνήχηση του ΖΕΙ και τη διατράνωση της παντοδυναμίας της ζωής μέχρι τα τζιτζίκια της Κίχλης και το ρολόι που σημαίνει το τέλος, με ενδιάμεσο σταθμό το έμπυρο μεσημέρι του Εμπειρίκου στην Οδό Φιλελλήνων: Από την παιδική ηλικία-αθωότητα στην ενηλικίωση-σεξουαλικότητα στην κορύφωσή της και από εκεί στον τελικό απολογισμό-γηρατειά-θάνατο.   «Μεσ’ την καρδιά των Αθηνών, μες στην καρδιά του θέρους», εν τω μέσω του βίου σαν να λέει, δηλαδή, ο Εμπειρίκος, έχοντας προσπεράσει προ πολλού την ενηλικίωση, μακριά από την ειδυλλιακή αλλά επίπεδη ευφορία των παιδικών χρόνων, στοχεύοντας τώρα πια στην απόλαυση, αλλά ατενίζοντας ακόμα από κάποια απόσταση το τέλος. Φυσικά και στην ουσία αλληλοδιαπλέκονται και εμπεριέχει το ένα το άλλο αλλά οι τρεις ποιητικοί σταθμοί τα φωτίζουν στην πιο λαμπρή τους στιγμή.  

Ας αφουγκραστούμε τα τζιτζίκια για όσο προλαβαίνουμε ακόμα, ας τα αποδεχτούμε σαν τους δικαιωματικούς εντολοδόχους του μυστικού πυρήνα της πόλης που καταλαμβάνουν ολοκληρωτικά. Αόρατα στο μάτι, όπως και η ποίηση της πόλης, και μόνο στο εξασκημένο αυτί αποκαλύπτουν το κλειδί για τον επαναληπτικό τους γρίφο και το νόημα της επιμονής τους.  

Ποτέ δεν είναι κάτι απλό το τραγούδι τους, όσο και αν έχουμε φτάσει να το θεωρούμε αυτονόητο και να το προσπερνάμε και ποιήματα σαν τα παραπάνω βοηθάνε σε αυτήν τη διαπίστωση. Σε κάθε στιγμή, σε κάθε παλίμψηστο τζι, μπορεί να κρύβεται από κάτω η αθωότητα, ο έρωτας, ο χρόνος και ο θάνατος. Το βέβαιο είναι πως μαζί με το τραγούδι τους που σβήνει το καλοκαίρι τελειώνει εδώ.    

Πηγή: lifo

Καλοκαίρι 1945: Όταν ο Καζαντζάκης κατέγραφε τις θηριωδίες των Γερμανών στην Κρήτη

Το καλοκαίρι του 1945 ο πρωθυπουργός Πέτρος Βούλγαρης συγκρότησε μια επιτροπή για να καταγράψει τις θηριωδίες των Γερμανών στα χωριά της Κρήτης. Την «Κεντρική Επιτροπή Διαπιστώσεως Ωμοτήτων εν Κρήτη» αποτελούσε ο Νίκος Καζαντζάκης, οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι Ιωάννης Κακριδής και Ιωάννης Καλιτσουνάκης καθώς και ο φωτογράφος Κωνσταντίνος Κουτουλάκης. Η καταγραφή ξεκίνησε στις 29 Ιουνίου και ολοκληρώθηκε στις 6 Αυγούστου 1945. Η επιτροπή επισκέφτηκε 76 πόλεις, χωριά και οικισμούς της Κρήτης και συναντήθηκε με χιλιάδες άντρες και γυναίκες κάθε ηλικίας.  Στην έκθεση την οποία συνέταξε γίνεται αναλυτική καταγραφή των εκτελέσεων και των καταστροφών σε κάθε χωριό. Ένα απόσπασμα από την έκθεση για το χωριό Βρύσες.  

Βρύσες: «… Το χωρίον εκυκλώθη και αυτό από βαθείας πρωίας. Οι Γερμανοί εισελθόντες διέταξαν γενικήν συγκέντρωσιν των κατοίκων. Εκ των νεωτέρων ανδρών εξετελέσθησαν 30, 8 δε ακόμη απεστάλησαν εις το Καρδάκι προς συμπλήρωσιν, μεταξύ των οποίων ο ιερεύς του χωρίου Συμεών Δρετουλάκης. Οι λοιποί εφυλακίσθησαν εις το Ρέθυμνον. Τα γυναικόπαιδα και οι γέροντες, δερόμενοι και προπηλακιζόμενοι ωδηγήθησαν εις το χ. Μέρωνας, οπόθεν διεσκορπίσθησαν εις άλλα γειτονικά χωρία. Η λεηλασία των Βρυσών διήρκεσεν 8 ημέρας. Μετά ταύτα κατεστράφησαν αι οικίαι των 77 εν όλω…»    

Η έκθεση της Κ.Ε.Δ.Ω.Κ δεν παραδόθηκε στο Υπουργείο Τύπου και το έργο της Επιτροπής για πολλά χρόνια έμεινε αναξιοποίητο. Η έκθεση θα εκδοθεί 38 χρόνια μετά, το 1983 από τον Δήμο Ηρακλείου και όχι από κρατικό φορέα όπως ίσως θα περιμέναμε.  

Ο Καζαντζάκης δεν αρκείται μόνο στην έκθεση που συντάσσει με τους Κακρίδη και Καλιτσουνάκη, αλλά θα γράψει και ένα δικό του κείμενο, ένα ύμνο προς του Κρητικούς. Το κείμενο θα παρουσιαστεί σε ομιλία του στον Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών το Δεκέμβριο του 1945. Θα εκδοθεί το 1966 σε μια έκδοση του δήμου Ηρακλείου για την Μάχη της Κρήτης. Ένα απόσπασμα από την ραδιοφωνική του ομιλία που αναφέρεται στους Κρητικούς και μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση: «Τα περισσότερα χωριά στην Κρήτη χάθηκαν, οι περισσότεροι άντρες σκοτώθηκαν γιατί φιλοξενούσαν Άγγλους. Σ’ ‘ένα χωριό, τα Μεσκλά, είδα μια μάνα που της είχαν σκοτώσει τους δυο γιούς της γιατί είχε σπίτι της κι έκρυβε 9 μήνες δυο Άγγλους στρατιώτες. Το μαθαν αυτό οι Γερμανοί κι ήρθαν, της έκαψαν το σπίτι, της σκότωσαν τους γιούς της, και τώρα στέκονταν απόξω από τα χαλάσματα λιγνή, χαροκαμένη, με τα μάτια όλο φλόγα και μου μιλούσε. -Το ίδιο βράδυ που σκότωσαν τους γιούς μου πέρασαν νύχτα βαθειά δυο Εγγλέζοι που τους κυνηγούσαν οι σκύλοι οι Γερμανοί. Κάπνιζε ακόμα το σπίτι μου, μα εγώ είχα τρυπώξει σε μια γωνιά και έκλαιγα. Με άκουσαν οι Εγγλέζοι, ζύγωσαν. Ψωμί, μου φώναξαν, ψωμί! Οι χωριανοί μού είχαν δώσει μια κουλούρα κριθαρόψωμο μα εγώ δεν είχα όρεξη να φάω, δεν κατέβαινε η μπουκιά από το λαιμό μου. Τους έδωκα το ψωμί. Κρύωναν, τους έδωκα και μια κουβέρτα που μου είχαν δώσει, βγήκα από τη γωνιά, τους έβαλα να κοιμηθούν. -Γιατί τάκαμες όλα αυτά; ρώτησα. Οι Εγγλέζοι δε φταίγαν που σκότωσαν τους γιούς σου; -Τόκανα, αποκρίθηκε, γιατί είχαν κι αυτοί μανάδες, κατέχω ήντα θα πει πόνος της μάνας. Ανθρωπιά μεγάλη είναι τούτη, η μεγάλη ψυχή νικάει τον πόνο τον ατομικό και τον πιο φοβερό. Άκουγα τη γριά και τα μάτια μου βούρκωναν.»    

Σ’ ‘ένα χωριό, τα Μεσκλά, είδα μια μάνα που της είχαν σκοτώσει τους δυο γιούς της γιατί είχε σπίτι της κι έκρυβε 9 μήνες δυο Άγγλους στρατιώτες. Το μαθαν αυτό οι Γερμανοί κι ήρθαν, της έκαψαν το σπίτι, της σκότωσαν τους γιούς της, και τώρα στέκονταν απόξω από τα χαλάσματα λιγνή, χαροκαμένη, με τα μάτια όλο φλόγα και μου μιλούσε.  

Τα Μεσκλά σήμερα  

Τα Μεσκλά βρίσκονται σε υψόμετρο 200μ. στο νομό Χανίων, 20χλ ΝΔ της πόλης των Χανίων. Διοικητικά ανήκουν στο Δήμο Μουσούρων και σύμφωνα με την καταγραφή του 2001 ο πληθυσμός ήταν 406 κάτοικοι. Έψαξα την τελευταία είδηση που αφορά το χωριό με αφορμή το απόσπασμα. Είναι η παρακάτω από τον Ριζοσπάστη. Δημοσιεύτηκε πριν 5 ημέρες: Χωρίς γιατρό έχουν μείνει εδώ και δύο μήνες οι κάτοικοι στα Μεσκλά και τα γύρω ορεινά χωριά, όπως καταγγέλλει ο Αγροτικός Σύλλογος Μεσκλών. Οι χωριανοί αναγκάζονται να κατεβαίνουν στα Χανιά και να πληρώνουν 10 ευρώ, συν τα έξοδα μετακίνησης, κάθε μήνα για να γράφουν τα απαραίτητα γι' αυτούς φάρμακα. «Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί και απαιτούμε από τις αρμόδιες αρχές να πάρουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε να υπάρχει γιατρός στο χωριό, σημειώνει ο Αγροτικός Σύλλογος. 

Πρόγραμμα αυτο-ελέγχου για καλύτερη διαχείριση της υπέρτασης

Νέα Υόρκη
Ακόμη και τα άτομα που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο εμφράγματος και εγκεφαλικού επεισοδίου μπορούν να «πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους» και να μειώσουν την αρτηριακή τους πίεση, μετρώντας την μόνοι τους και προσαρμόζοντας ανάλογα την φαρμακευτική τους αγωγή. 

Σύμφωνα με νέα βρετανική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυποJAMA, οι ασθενείς που παρακολουθούν συστηματικά την αρτηριακή τους πίεση και τα φάρμακα τους, βάσει λεπτομερών οδηγιών του θεράποντος ιατρού, μειώνουν τις τιμές περισσότερο από εκείνους τους ασθενείς που βασίζονται μόνο στον περιοδικό ιατρικό έλεγχο. 

«Είχαμε και στο παρελθόν μελετήσει ομάδα ατόμων με υπέρταση και τώρα θέλαμε να δούμε αν ένα πρόγραμμα αυτό-ελέγχου είναι αποτελεσματικό επίσης σε άτομα με στεφανιαία νόσο και σε ηλικιωμένους», εξηγεί ο Δρ Ρίτσαρντ Μακ Μάνους. 

Η παρέμβαση αφορούσε ασθενείς που είχαν σχεδιάσει ένα λεπτομερές πλάνο με τον θεράποντα ιατρό τους, για την καθημερινή μέτρηση της αρτηριακής πίεσης του αίματος και την προσαρμογή της φαρμακευτικής αγωγής σύμφωνα με τις εκάστοτε τιμές. 

Συγκεκριμένα, αφορούσε 522 ασθενείς με υπέρταση και χωρίς ιστορικό σημαντικών προβλημάτων υγείας, όπως εγκεφαλικό επεισόδιο, έμφραγμα, διαβήτη και νεφρική νόσο. Οι ασθενείς είχαν εντοπιστεί από 59 γιατρούς στη Μ. Βρετανία, την περίοδο 2011-13. Οι μισοί ασθενείς εντάχθηκαν στο πρόγραμμα και οι άλλοι μισοί απλά υποβάλλονταν σε περιοδικούς ελέγχους. 

Το πρόγραμμα τελικά συντέλεσε σε καλύτερη διαχείριση αλλά και μείωση της αρτηριακής πίεσης μετά από 12 μήνες, εν μέρει διότι οι γιατροί έτειναν να είναι πιο διστακτικοί στην αλλαγή των φαρμάκων βάσει μιας και μόνο μέτρησης στο ιατρείο. 

Ενώ η φυσιολογική αρτηριακή πίεση συνήθως ορίζεται στα 120/80 mm Hg, ως υπέρταση νοείται μια τιμή πάνω από 140/90 mm Hg. Το ενδιάμεσο διάστημα αφορά την κατάσταση της «προ-υπέρτασης». 

Στην αρχή της μελέτης, οι συμμετέχοντες σε κάθε ομάδα είχαν κατά μέσο όρο, αρτηριακή πίεση περίπου 144/80 mm Hg. Στην ομάδα παρέμβασης, ο αριθμός και το είδος των φαρμάκων έτειναν να αυξάνονται. Έτσι μετά από 12 μήνες, έπαιρναν κατά μέσο όρο 3,3 δόσεις ενός φαρμάκου καθημερινά, συγκριτικά με 2,6 δόσεις στην ομάδα ελέγχου. 

Μετά από 12 μήνες, η συστολική αρτηριακή πίεση έπεσε και στις δύο ομάδες, ενώ σημαντικά περισσότερα άτομα από την ομάδα αυτό-ελέγχου είχαν πετύχει τον στόχο. Η συστολική πίεση στην ομάδα ελέγχου ήταν 138 mm Hg μετά από έναν χρόνο, συγκριτικά με το 128 mm Hg στην ομάδα παρέμβασης. 

«Οι διαφορές αυτές στην αρτηριακή πίεση είναι σημαντικές. Οποιαδήποτε μείωση κατά περισσότερες από 2 ή 3 mm Hg είναι αξιοσημείωτη», σχολιάζει σε σχετικό άρθρο ο Δρ Στήβεν Νισσεν, πρόεδρος του Τμήματος Καρδιαγγειακής Ιατρικής «the Robert and Suzanne Tomsich» της Κλινικής Κλίβελαντ στο Οχάιο. 

  • Κατηγορία ΥΓΕΙΑ
  • 0

Renaultsport R.S.01: Αποκάλυψη του «θηρίου» (VIDEO)

Με ανθρακονημάτινο πλαίσιο και ισχύ 500 ίππων, το «κλειστού κόκπιτ» αγωνιστικό Renaultsport R.S.01 -που φέρει την ονομασία του πρώτου μονοθεσίου Formula 1 στην Ιστορία της γαλλικής εταιρείας- ξεκινά μια νέα πτυχή της παγκόσμιας αγωνιστικής δραστηριότητας του εργοστασίου του Viry-Chatillon.

Το R.S.01 θα διατίθεται σε ιδιώτες που θα συμμετέχουν, από το 2015, στο νέο -Ενιαίου τύπου- πρωτάθλημα Renaultsport Trophy, το οποίο θα διεξάγεται στο πλαίσιο των αγωνιστικών τριημέρων του ήδη καθιερωμένου θεσμού World Series by Renault.

Δεδομένου ότι οι προδιαγραφές του νέου αγωνιστικού αυτοκινήτου καλύπτουν τις απαιτήσεις της κορυφαίας κατηγορίας LMP1, σκοπός του R.S.01 είναι να αποτελέσει για τους αγωνιζόμενους ένα σκαλοπάτι -πάνω από το Clio Cup- προετοιμασίας για ανώτερους θεσμούς, όπως το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Αντοχής με τις 24 Ώρες του LeMans, τα διάφορα πρωταθλήματα GT, το DTM και το ELMS.

Στο τέλος του χρόνου, ο πρωταθλητής της κατηγορίας «Pro» του Renaultsport Trophy θα κερδίσει ένα πλήρες πρόγραμμα προετοιμασίας φυσικής και οδηγικής κατάστασης (στον προσομοιωτή) και μια μέρα δοκιμών με την εργοστασιακή ομάδα της Nismo στο ιαπωνικό πρωτάθλημα Super GT. Ο πρωταθλητής της κατηγορίας «Am» θα συμμετέχει στις 24 Ώρες του LeMans 2016, με πρωτότυπο της κατηγορίας LMP2.

Πέραν του Renaultsport Trophy, σε κάθε συνάντηση του World Series by Renault γίνονται αγώνες των κατηγοριών Formula Renault 3.5, Eurocup Formula Renault 2.0 και Eurocup Clio, επιδείξεις της Red Bull F1 και κλασσικών αυτοκινήτων της Renault και οικογενειακές εκδηλώσεις, ενώ η είσοδος για τους θεατές είναι ελεύθερη και επιτρέπεται ακόμα και στα paddock.

Το Renaultsport R.S.01

Το ανθρακονημάτινο μονοκόκ του R.S.01 κρατά το βάρος του αυτοκινήτου κάτω από τα 1.100 κιλά και συνδυασμό με τους 500 ίππους και τα 600 Nm του -τοποθετημένου στο κέντρο- V6 3.8 λίτρων με δύο υπερσυμπιεστές κινητήρα της Nismo, η τελική ταχύτητα ξεπερνά τα 300 χλμ./ώρα. Η κίνηση μεταδίδεται στους πίσω τροχούς μέσω επτατάχυτου σειριακού κιβωτίου της Sadev.

Με την τεχνογνωσία της F1, η αεροδυναμική έχει κεντρικό ρόλο στο R.S.01. Στο μήκους 4,71 μέτρων, πλάτους 2,0 μέτρων και ύψους 1,116 μ. αμάξωμά του, ένα κεντρικό κανάλι αέρα εισχωρεί από το κέντρο της γρίλιας και προς τα ψυγεία, και στη συνέχεια εξέρχεται από τους αεραγωγούς του καπό. Πέραν της ψύξης, παράγει και σημαντικό ποσοστό της συνολικής αεροδυναμικής άντωσης του μπροστινού μέρους - μαζί με το επίπεδο δάπεδο και τους πλευρικούς αεραγωγούς και πτερύγια του εμπρός προφυλακτήρα.

Στην αεροδυναμική του πίσω μέρους τον κεντρικό ρόλο της άντωσης μοιράζεται η τεράστια πτέρυγα και ο ευμεγέθης διαχύτης. Στο θέμα της αισθητικής του σχεδιασμού, ο νεαρός designer Akio Shimizu έχει βρει έμπνευση όχι μόνο στο πρωτότυπο DeZir (του 2010), αλλά και στο αρχαίο Renault Etoile Filante, που είχε σπάσει το φράγμα των 300 χλμ./ώρα στην έρημο του Μπόνεβιλ των ΗΠΑ το 1956.

Η ιταλική Dallara έχει σχεδιάσει, πετυχαίνοντας τους στόχους βάρους και ασφάλειας, το μονοκόκ από ανθρακονήματα - στα πρότυπα του μονοθεσίου της Formula Renault 3.5. Η «μπανιέρα» περιλαμβάνει το δοχείο 150 λίτρων καυσίμου και στην κορυφή του έχει συνδεθεί ο ατσάλινος κλωβός ασφαλείας. Η κολόνα του τιμονιού αναδιπλώνεται σε περίπτωση ατυχήματος.

Όπως κάθε σπορ πρωτότυπο, έτσι και το Renaultsport R.S.01 έχει διπλά ψαλίδια εμπρός, και αμορτισέρ της Ohlins, ενώ το σύστημα πέδησης αποτελείται από carbon δισκόφρενα 380 χιλ. και αγωνιστικό ABS της Bosch. Οι τροχοί του έχουν διάσταση 18 ιντσών. Η κεντρική ηλεκτρονική μονάδα της Pectel περιλαμβάνει και λειτουργία Traction Control.

ΥΠΟΛΟΙΠΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Renaultsport R.S.01: Αποκάλυψη του «θηρίου» (VIDEO)
  • Renaultsport R.S.01: Αποκάλυψη του «θηρίου» (VIDEO)
  • Renaultsport R.S.01: Αποκάλυψη του «θηρίου» (VIDEO)
  • Renaultsport R.S.01: Αποκάλυψη του «θηρίου» (VIDEO)
  • Renaultsport R.S.01: Αποκάλυψη του «θηρίου» (VIDEO)
  • Renaultsport R.S.01: Αποκάλυψη του «θηρίου» (VIDEO)
  • Renaultsport R.S.01: Αποκάλυψη του «θηρίου» (VIDEO)
 
 
 
  • Κατηγορία AUTO-MOTO
  • 0