ενημέρωση 3:16, 15 September, 2026

Χριστούγεννα

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Τα Χριστούγεννα, υποτίθεται, ότι είναι γιορτή των αγαθών προθέσεων, της κατανόησης, της ανοχής, και της γενναιοδωρίας απέναντι στους άλλους. Κι όμως. Οι δυτικές κοινωνίες, μέσα σε αυτό το κλίμα της υποτιθέμενης ‘'καλοσύνης”, συστηματικά αδικούν έναν άνθρωπο. Μια μυθική φιγούρα που, όπως τον Ιούδα το Πάσχα, όλοι μας (από μικρά παιδιά) έχουμε μάθει να αντιπαθούμε και να στοχοποιούμε τις μέρες των γιορτών: Τον Εμπενήζερ Σκρούτζ. Τον γερο-τσιγκούνη του Ντίκενς (στο βιβλίο του A Christmas Carol, 1843). Νομίζω ότι πρόκειται για κατάφορη αδικία που, αυτά ιδίως τα Χριστούγεννα, πρέπει να επανορθώσουμε.

Γιατί αυτά τα Χριστούγεννα; Επειδή, στον καιρό της Κρίσης, μάθαμε μαθήματα νέα και επώδυνα. Μαθήματα που πρέπει να μας οδηγήσουν στην επανεξέταση της τελετουργικής μας καταδίκης του Σκρουτζ. Αν το καλοσκεφτούμε, ο Σκρουτζ δεν έκλεψε ποτέ τίποτα, δεν κορόιδεψε ποτέ κανέναν, δεν έχασε τα χρήματα κάποιου, δεν είπε ψέματα προσποιούμενος τον καλό κ' αγαθό, τον πονεσιάρη, τον άνθρωπο που θα αυγάτιζε τα χρήματα των άλλων (την ώρα που, στην πραγματικότητα, δημιουργεί τις συνθήκες για να χάσουν εκατομμύρια οικογένειες τα χρήματά τους, τις συντάξεις τους, την ίδια την ελπίδα). Μπορεί να ήταν απίστευτα τσιγκούνης, μίζερος, δυσάρεστος, μισητός ακόμα. Όμως είχε αρχές και επέβαλε την τσιγκουνιά του πρώτα στον ίδιο του τον εαυτό και μετά στους γύρω του. Ναι, είναι αλήθεια ότι ανάγκαζε τον Κράτσιτ, τον υπάλληλό του, να εργάζεται σε ένα παγωμένο δωμάτιο, για να κάνει ο ίδιος οικονομία στην θέρμανση, όμως και ο ίδιος υπό το ίδιο πολικό ψύχος ζούσε και εργαζόταν. Την λιτότητα την επέβαλε το ίδιο στον εαυτό του όσο και στους γύρω του.

Ας συγκρίνουμε τώρα την λιτότητα του Σκρουτζ με την λιτότητα που πρεσβεύουν οι σημερινοί αρχιερείς της στον καιρό της Κρίσης. Από το βήμα του Δημοτικού Συμβουλίου, από τις συνεντεύξεις τύπου στις εφημερίδες, από όπου σταθούν κι όπου βρεθούν, μας βγάζουν διαλέξεις περί λιτότητας και συνιστούν ένα γενναίο σφίξιμο του ζωναριού μας. Μας λοιδορούν που τόσα χρόνια ξοδεύαμε χωρίς να σκεφτόμαστε. Μας κακίζουν για το κράτος μας που διακινδύνευσε την ευημερία των μελλοντικών γενεών δανειζόμενο αλόγιστα στο όνομά μας. Μας ανακοινώνουν ότι τέλος τα παράλογα έξοδα. Ότι η Εποχή της Σπατάλης τελείωσε. Τώρα μπαίνουμε στον Καιρό της Λιτότητας. Έτσι τουλάχιστον μας λένε.

Και μετά τι πάνε και κάνουν; Απαιτούν από τους πτωχευμένους να δανειστούν πακτωλούς χρημάτων με επιτόκια που εγγυώνται ότι και τα νέα δάνεια δεν θα αποπληρωθούν. Προς τι αυτή η απαίτηση; Όχι βέβαια. Τα δάνεια αυτά στους χρεοκοπημένους τα δίνουν υπό όρους που εγγυημένα οδηγούν στην μείωση της παραγωγής. Τότε γιατί τα δίνουν; Τα δίνουν για να αποπληρωθούν εκείνοι που δεν παράγουν, εξ ορισμού, τίποτα!
Παράλογο; Κι όμως αληθινό. Οι αρχιερείς της λιτότητας ωρύονται ότι θα ανοίξει η γη να μας καταπιεί εάν δεν αποπληρωθεί και το τελευταίο ευρώ που δανείστηκαν τα κράτη μας και που τώρα χρωστούν στους τραπεζίτες, των οποίων η μοναδική χρήσιμη καινοτομία των τελευταίων τριάντα ετών ήταν το ΑΤΜ. Οι ίδιοι τραπεζίτες που παρά λίγο να οδηγήσουν την οικουμένη στο ολοκληρωτικό φούντο πριν δύο χρόνια ως αποτέλεσμα της χειρότερης περίπτωσης αλόγιστης σπατάλης στα ιστορικά χρονικά. Ναι, αυτοί οι κύριοι που σώθηκαν την τελευταία στιγμή από τους φορολογούμενους της οικουμένης και που, κατόπιν, όχι μόνο άρχισαν να στοιχηματίζουν (με το δημόσιο παραδάκι) εναντίον της δημόσιας χείρας που τους ελέησε, αλλά και να κατηγορούν τους υπόλοιπους ως... κρατικοδίαιτους.

Αν ο Εμπενίζερ Σκρουτζ ζούσε ανάμεσά μας σήμερα, σίγουρα εμάς τους Κηφισιώτες δεν θα μας πήγαινε. Πιθανότατα να μην καταλάβαινε, ακόμα και να στιγμάτιζε, την τάση μας να το ρίχνουμε έξω, να γλεντάμε ακόμα και στην περίοδο Κρίσης, να χορεύουμε και να τραγουδάμε ακόμα και την λύπη μας. Όμως, κανένα από αυτά τα αρνητικά συναισθήματα δεν θα συγκρινόταν με την περιφρόνηση που θα ένιωθε ο Σκρουτζ για την κα Μέρκελ, το ΔΝΤ, τους απανταχού κυβερνητικούς που ακολουθούν με Σοβιετική πειθαρχία μια επίσημη γραμμή που παρεκκλίνει συστηματικά από την κοινή λογική. Δεν θα άντεχε να ακούει αυτούς τους ανθρώπους να βγάζουν κηρύγματα στο όνομα της Λιτότητας την ώρα που, με τις πράξεις τους, επιβραβεύουν και συντηρούν την μεγαλύτερη και πιο αλόγιστη σπατάλη υλικών και ανθρώπινων πόρων. Ο Σκρουτζ, πιστός στην πραγματική λιτότητα και στην απόρριψη της φιλανθρωπίας ως παράλογη αρετή, πάνω από όλα θα στηλίτευε τους ανθρώπους της εξουσίας των οποίων η ιδεολογία μπορεί να εκφραστεί με δύο κουβέντες:

Δεν δίνουμε ελεημοσύνη σε αυτούς που έχουν ανάγκη - δίνουμε όμως απλόχερα σε αυτούς που δεν έχουν ανάγκη
Δεν δίνουμε δεκάρα σε όσους, ίσως από ανοησία, έχασαν τις αποταμιεύσεις τους, τα σπίτια τους, την δουλειά τους, την ελπίδα τους - δίνουμε όμως βουνά χρήματος σε όσους κατασπατάλησαν τα χρήματα άλλων, σε εκείνους που κερδοσκοπώντας έβαλαν σε περιπέτεια ολόκληρο το οικονομικό σύστημα, στους καταστροφείς των περιουσιών αμέτρητων αθώων

Καιρός να κατανοήσουμε μια πικρή αλήθεια: Δεν ζούμε σε καιρούς λιτότητας κυρίες και κύριοι. Η εποχή μας δεν είναι από εκείνες που ο Σκρούτζ, ως ειλικρινής οπαδός της λιτότητας, θα ενέκρινε. Θα πόναγε η ψυχή του βλέποντας τους πολιτικούς «ογκόλιθους» του χθες Χιωτάκη και Βάρσο, τους υποτιθέμενους αρχιερείς της λιτότητας, να συνωμοτούν ώστε ο χρεωμένος Δήμος, να χαρίζει εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ στους μαικήνες. Θα τράβαγε τα μαλλιά του παρακολουθώντας τα δεκάδες χιλιάδες που ρέουν, χωρίς την παραμικρή λογοδοσία, από τον Δημοτικό κορβανά προς τους ίδιους και τους ίδιους. Το ίδιο συμβαίνει δυστυχώς και σήμερα, η προεκλογική περίοδος τελείωσε και μαζί της και όποια –ισχνή- ελπίδα μια νοικοκυρεμένης διοίκησης.

Ο Ντίκενς, ως γνωστόν, σκιαγράφησε τον Σκρουτζ ως την αποθέωση της λιτότητας, το άκρον άωτον της μιζέριας. Τον έκανε τόσο αντιπαθή ώστε να του δώσει την ευκαιρία να εξαγνιστεί το βράδυ της παραμονής Χριστουγέννων.

Του έστειλε τα τρία φαντάσματα των Χριστουγέννων του (ενός από τα παλιά, του τωρινού, και ενός μελλοντικού το οποίο του δείχνει τον εαυτό του στο κρεβάτι του θανάτου, μόνον και έρμο) να τον συνταράξουν τόσο που με το που θα ξυπνούσε ανήμερα Χριστούγεννα, θα αποφάσιζε να ανοίξει τα πουγκιά του και να δίνει, να δίνει, να δίνει πασχίζοντας να προλάβει να χαρεί, πριν πεθάνει, από την χαρά των άλλων. Υπό αυτή την έννοια, ο Σκρουτζ έζησε δύο ζωές. Την μακρά και μίζερη ζωή του σπαγκοραμμένου και την σύντομη, ύστερη, ζωή του φιλάνθρωπου. Ε, λοιπόν, είτε ως ο πρώτος εαυτός του, ο σπαγκοραμμένος, είτε ως ο δεύτερος, ο απλόχερος φιλάνθρωπος, ο Σκρούτζ θα ήταν εξοργισμένος με αυτά που γίνονται στις μέρες μας. Ο πρώτος θα έπνεε μένεα εναντίον της απίστευτης σπατάλης που στόχο έχει να μην χάσουν δεκάρα οι χρεοκοπημένοι δημοτικοί άρχοντες. Ο δεύτερος θα εξοργιζόταν από την στυγνή, δίχως ίχνος γενναιοδωρίας, αντιμετώπιση των φτωχών, των ανήμπορων, εκείνων που βασίζονται σε μια μικρή σύνταξη για να τα βγάλουν πέρα.

Αν κάποιοι από εμάς πασχίζουμε να πείσουμε ότι υπάρχει εναλλακτική, την πρόταση μας ο λόγος είναι απλός: Ο συνδυασμός ανορθολογισμού και μισανθρωπισμού που χαρακτηρίζει την καθεστηκυία άποψη για την Κρίση έχει γίνει αβάσταχτος. Οι «ηγέτες μας» έχουν γίνει υπηρέτες μιας συνωμοσίας σιωπής και Οργουελιανής αντιστροφής της αλήθειας.

• Μετατρέπουν την κοινωνία σε έρημο και το ονομάζουν σταθεροποίηση.
• Μας βάζουν να δανειζόμαστε δις για να ξελασπώσουν οι θύτες της Κρίσης, και μας λοιδορούν ότι "μαζί τα φάγαμε".
• Επιδίδονται σε ιστορικά ανήκουστες σπατάλες ανθρώπινων και υλικών πόρων, και το ονομάζουν... λιτότητα.

Στο όνομα της αλήθειας και της αξιοπρέπειας, τουλάχιστον ας αποκαταστήσουμε τον Εμπενίζερ Σκρουτζ. Μπορεί να μην καταφέρουμε να σώσουμε την Κηφισιά από τον εαυτό της. Είναι πιθανόν όλα μας τα σχέδια για έξοδο από την Κρίση (που ξεκίνησε στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, αλλά είχε άλλα, βαθύτερα αίτια να αποδειχθούν άνθρακες. Αλλά τουλάχιστον, πριν την μέρα των Χριστουγέννων (όπου ο Σκρουτζ αναγεννιέται ως στοργικός φιλάνθρωπος), ας τιμήσουμε την μνήμη του σπαγκοραμμένου γέρου που δεν έδινε του αγγέλου του νερό. Σε σύγκριση με τους σημερινούς αρχιερείς της λιτότητας, εκείνος ήταν υπόδειγμα ήθους και αρχών - πριν ακόμα τον επισκεφτούν τα φαντάσματα των Χριστουγέννων του μετατρέποντάς τον σε σταυροφόρο της αλληλεγγύης.-

Πηγή:ΤΑ ΝΕΑ της ΚΗΦΙΣΙΑΣ

Ζιλ Μπλας

Το λογοτεχνικό διαμάντι του Λεσάζ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg.

Alain-René Lesage.Στο τετράτομο μυθιστόρημα που συνέγραψε ο Λεσάζ ως την εκτενή «αυτοβιογραφία» του «Ισπανού» τυχοδιώκτη με το όνομα Ζιλ Μπλας, ο τελευταίος δεν τα βάζει μόνο με δαίμονες και αγγέλους αλλά με όλο το κυρίαρχο σύστημα της εποχής του...  

Μεταφέροντας την καθημερινότητα από την επαρχία στις μεγάλες πόλεις άνθισαν τον 15ο αιώνα αφηγήσεις που σκοπό είχαν να κάνουν τον πολίτη να ξεχάσει τα σκοτάδια και τον πόνο. Κυρίως ήθελαν να του υπενθυμίσουν ότι χάνοντας τη δύναμη που του έδινε η επαφή με τη γη, δεν έχασε τον τρόπο να βλέπει και να ορίζει τον βίο του. Μέσα από τις προφορικές αφηγήσεις ξεπήδησαν έτσι αόρατοι πρωταγωνιστές, κατευθείαν βγαλμένοι από την ανωνυμία του πλήθους, που βάλθηκαν να κατασπαράξουν τη σοβαροφάνεια και να ανατρέψουν την άτεγκτη και ανώτερη ισχύ του ιππότη. Ο θάνατος, όπως φάνηκε μέσα από τις προφορικές αφηγήσεις του 15ου αιώνα και μετά, δεν αντιμετωπιζόταν πλέον με την υπερφυσική ρομαντική αρχή της ιπποσύνης αλλά με τη ρεαλιστική ισχύ το γέλιου. Γελώντας, για παράδειγμα, δυνατά με τα τραγικά γεγονότα που μάστιζαν το Παρίσι, μετά το τέλος του Εκατονταετούς Πολέμου, ένας λαϊκός ήρωας της πόλης, όπως ο Φρανσουά Βιγιόν, είναι ίσως ο μόνος που μπορεί και το αποκαλεί ένα «Μεγάλο Καρναβάλι», γράφοντας για τους παρίες, τους μέθυσους κι όλους αυτούς που χωρίς να προβούν σε καμιά ρηξικέλευθη πράξη κατάφερναν και ύψωναν σθεναρά τη φωνή τους απέναντι στον φαρισαϊσμό (του συστήματος ή της εξουσίας). Οι πράξεις τους ήταν από μόνες τους ηρωικές με τρόπο γελοιωδέστατο: ο Βιγιόν, ως αντιήρωας που έμεινε για αιώνες ζωντανός στις λαϊκές συνειδήσεις, είχε εμπλακεί στην περίφημη φάρσα του pet-au-diable (πορδή του διαβόλου), του βανδαλισμού ενός αγάλματος μιας κυρίας της Δεξιάς Όχθης που οδήγησε στα σοβαρά αντίποινα εναντίων των Παριζιάνων φοιτητών. Έκτοτε ο Βιγιόν θα καταστεί ο άδηλος πρωταγωνιστής των αστικών μύθων, το χαρμόσυνο αντικομφορμιστικό είδωλο που τα έβαλε με τους εκπροσώπους της εξουσίας και του κλήρου και διασκέδαζε με τις χαρούμενες ιστορίες του και τα τραγούδια του τους voyons (περιπλανώμενους-αλήτες της εποχής). Ήταν ίσως αυτός που πρωτοκαθιέρωσε τον bon follastre, τον παλιάτσο που δεν φοβάται να ακροβατήσει για πλάκα στις οριακές στιγμές της ύπαρξης, βγάζοντας σθεναρά τη γλώσσα στην την ίδια του τη μοίρα.

Αυτήν ακριβώς την εικόνα του πλάνητα και του αντιηρωικού εκφραστή της νέας τάξης που αντικαθιστούσε το Ancien Régime και απηχούσε τις ακροτελεύτιες ρεαλιστικές αρχές του Διαφωτισμού ανέλαβε να αποδώσει, δύο αιώνες αργότερα, με το αριστουργηματικό έργο του Ιστορία του Ζιλ Μπλας ή απλώς Ζιλ Μπλας –όπως είναι γνωστό στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας– ο Αλαίν-Ρενέ Λεσάζ (έχουμε την τύχη να κυκλοφορεί στα ελληνικά από τη σειρά Orbis Literae των εκδόσεων Gutenberg σε υποδειγματική μετάφραση από τον Κυριάκο Αθανασιάδη).  

Κι αυτό ακριβώς εκφράζει ο ατιθάσευτος Ζιλ Μπλας: είναι ένα γνήσιο απόπαιδο, ένας αιώνιος έφηβος που δεν λέει να ενηλικιωθεί ακριβώς επειδή αρνείται να χαρίσει στους κυρίαρχους την αθωότητά του.

Ήρωας του Λεσάζ είναι ένας εξίσου κατεργάρης με τον Βιγιόν, που παρά τις ατασθαλίες, τις γκάφες και τα τερτίπια του έμελλε να βγει κερδισμένος ως ενσάρκωση του μεγάλου καθημερινού μαχητή. Στο τετράτομο μυθιστόρημα που συνέγραψε ο Λεσάζ ως την εκτενή «αυτοβιογραφία» του «Ισπανού» τυχοδιώκτη με το όνομα Ζιλ Μπλας, ο τελευταίος δεν τα βάζει μόνο με δαίμονες και αγγέλους αλλά με όλο το κυρίαρχο σύστημα της εποχής του. Ο λόγος που τελικά το αντιηρωικό διαμάντι του Λεσάζ έγινε κλασικό ήταν ακριβώς αυτή η αδέσποτη κυριολεκτικά δύναμή του, το ότι μπόρεσε και επέβαλε έναν αντιήρωα που ξέφυγε από όλες τις κατηγοριοποιήσεις. Ως ιδανικός περιπλανώμενος ή απλώς ως πανούργος κατεργάρης ο Ζιλ Μπλας εισχώρησε σε όλα τα πεδία που είχε καταγράψει η ηθογραφία της Γαλλίας του 18ου αιώνα, στον κύκλο των διαπρεπών γιατρών, των Αρχόντων, των «πνευματικών» ανθρώπων, των συγγραφέων, των θεατρίνων και των ποιητών. Διότι μπορεί η δράση του βιβλίου να εντοπίζεται στην καρδιά του «χρυσού αιώνα» (16ος-17ος) της Ισπανίας –χώρα την οποία γνώριζε ο Ζιλ Μπλας από πρώτο χέρι ως άριστος κάτοχος της γλώσσας–, αλλά ουσιαστικά απηχεί τις διαφοροποιήσεις της γαλλικής κοινωνίας της εποχής του. Η κριτική που ασκεί ο συγγραφέας δεν χαρίζεται ούτε εξαιρεί κανέναν, καθώς τα βάζει ακόμη και με το θεατρικό κατεστημένο που τόσο τον πολέμησε και τους ηθοποιούς του θεάτρου που, καθώς φαίνεται και από το βιβλίο του, δεν ήταν οι αγαπημένοι του. Ουσιαστικά, μέσω του ήρωά του αποθεώνει τη «μαθητεία στον κόσμο» που υπερβαίνει τα στεγανά της κλειστής και άρα προκαθορισμένης γνώσης που χαρίζουν οι κλειστές κάστες και οι υποτιθέμενες επιστήμες.

Κι αυτό ακριβώς εκφράζει ο ατιθάσευτος Ζιλ Μπλας: είναι ένα γνήσιο απόπαιδο, ένας αιώνιος έφηβος που δεν λέει να ενηλικιωθεί ακριβώς επειδή αρνείται να χαρίσει στους κυρίαρχους την αθωότητά του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος ο Μαρκ Τουέιν ανέφερε ως πρότυπο του Χάκλμπερι Φιν, που προτιμά να είναι ελεύθερος παρά πολιτισμένος, τη μορφή του Ζιλ Μπλας – το ίδιο έκανε και ο Ντοστογιέφσκι κάθε φορά που έπρεπε να μεταμορφώσει τον εσωστρεφή ήρωά του στον ειρωνικό και δηκτικό κήνσορα της άρχουσας τάξης. Αναφορές στη μορφή του Ζιλ Μπλας έχει κάνει και ο Μαζόχ στην Αφροδίτη με τη γούνα, ακόμα και ο Μπαλζάκ. Στο όνομα Ζιλ Μπλας, επίσης, οφείλουν τον τίτλο τους πολλά περιοδικά και ομώνυμοι ήρωες, καθώς δεν ήταν απλώς ένας πρωταγωνιστής αλλά ενσάρκωνε μοναδικά το πρότυπο του πολυμήχανου τυχοδιώκτη που πολλά αφεντικά γνώρισε αλλά δεν υπέκυψε σε κανένα – ίσως γι' αυτό να τον μίσησαν και κραταιά ονόματα όπως Βολταίρος. Σε τελική ανάλυση, δεν εκπροσώπησε τις μεγάλες ιδέες, παρά την απαρασάλευτη και αυθεντική δύναμη του να είναι ο εαυτός του. Ο περίφημος ετούτος «πίκαρος» (δυτικόφερτος καραγκιόζης, όπως τον αποκαλεί ο Δημήτρης Αρμάος στα προλεγόμενα της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου) φαίνεται να συγκροτείται πρώτη φορά ολοκληρωμένα στο κλασικό αριστούργημα του Αλέν Λεσάζ. Όντας ένας τυχοδιώκτης αγνώστου καταγωγής, δεν φέρει τα γνωρίσματα της τάξης του παρά μόνο τα πλεονεκτήματα του ελεύθερου, σατιρικού, ειρωνικού και ενίοτε βρόμικου πνεύματός του. Προσαρμοστικός, ταλαντούχος και ικανός να διεισδύει με ευκολία σε διαφορετικά περιβάλλοντα, δεν είχε πρόβλημα να εκφράσει τις πανούργες θέσεις του και, ναι, να παραδεχτεί –πρώτη φορά ίσως με τέτοια ένταση σε μυθιστόρημα– ότι είναι ατελής.

Αlain-René Lesage, Ιστορία του Ζιλ Μπλας,Απόδοση: Κυριάκος Αθανασιάδης, Εκδόσεις Gutenberg, Σελ.: 1.021 Αυτό το πικαρέσκο ιδίωμα που εκφράζει η γλώσσα κατέληξε να εκφράζει ταυτόχρονα ένα ολόκληρο λογοτεχνικό είδος, το λεγόμενο «πικαρέσκο», το οποίο υπερβαίνει όλες τις λογοτεχνικές κατηγοριοποιήσεις της εποχής του, καθώς δεν υπάγεται ούτε στην ισοπεδωτική αρχή της κωμωδίας ούτε στην αδιέξοδη λογική του δράματος. Ακυρώνει τη σοβαροφάνεια, αλλά συνάμα υπαγορεύει μια δραματοποίηση που ξεπερνά τα όρια της τραγωδίας, εξού και το ότι ακολουθεί με ποιητικό τρόπο το πεζό, γίνεται προφορική αφήγηση στην οποία εγκολπώνεται τις υψηλές διατυπώσεις της εποχής –λόγιες επισημάνσεις, λατινικές εκφράσεις κ.λπ.–, κάτι που κατάφερε να αποδώσει με τρόπο υποδειγματικό και ακριβή η μετάφραση του Κυριάκου Αθανασιάδη. Οι αποδόσεις είναι μερικές φορές ακόμη πιο απολαυστικές και από τα επεισόδια του έργου, καθώς ακολουθούν απόλυτα τα λεκτικά παιχνίδια (ή, μάλλον, τα εννοιολογικά παιχνιδίσματα) του συγγραφέα, τους νεολογισμούς ή τις αντιφάσεις του. Οι λέξεις στροβιλίζονται γύρω από τον εννοιολογικό άξονα – πόσο αλήθεια παιχνιδιάρικα ακούγονται νεολογισμοί όπως «ωριματισμένες» μαζί με εκφράσεις του δημώδους λόγου όπως «γιρολόι» «στον διάτανο» «στεναχώραγε», «συνήθιο»; Ακόμη και το «ψηλώνει ο νους» με την έλλογη παπαδιαμαντική δύναμή του ταιριάζει απόλυτα με προχωρημένες αποδόσεις όπως «μορφοφτιαγμένος». Ο Ζιλ Μπλας, μέσα από τις περίτεχνες λέξεις που βάζει στο στόμα του ο Αθανασιάδης ακολουθώντας τη γλώσσα του Λεσάζ, γίνεται άνθρωπος με σάρκα και οστά που κλέβει λέξεις, κόλπα και τερτίπια από παντού – αληθινός, καυστικός και άκρως απολαυστικός μέχρι το τέλος. Άλλωστε, ξέρει πως αυτή είναι η δύναμή του: ότι δεν πρόκειται να ανατρέψει ποτέ το σύμπαν αλλά ότι θα τα βάλει μαζί του, υποδυόμενος τους ρόλους του. Καμία σημασία δεν έχει τελικά αν θα βγει ηττημένος ή νικητής αλλά ότι είναι αυτός που θα νιώσει το ζείδωρο αεράκι της ζωής που φυσάει δυνατά πάνω από τις σελίδες του Λεσάζ.  

Πηγή: lifo

Χριστουγεννιάτικα κουλουράκια από 3D printer

Μια ισπανική εταιρεία θέτει την τεχνολογία τρισδιάστατων εκτυπώσεων στην υπηρεσία της μαγειρικής

Πως θα σας φαινόταν εάν μπορούσατε να βρείτε τα πιο απίθανα σχέδια για τα καλουράκια των χριστουγέννων στο Internet, κατόπιν να τα φορτώνατε στον 3D printer σας και αυτός με το πάτημα ενός κουμπιού, να εκτύπωνε τις λιχουδιές σας, έτοιμες να τις βάλετε στο φούρνο;   Το παραπάνω σενάριο, γίνεται πραγματικότητα από μια ισπανική εταιρεία ονόματι Natural Machines, που αποφάσισε να θέσει την νέο πολυσυζητημένη τεχνολογία της τρισδιάστατης εκτύπωσης, στην υπηρεσία της μαγειρικής, σύμφωνα με το Reuters.

Ο τρισδιάστατος εκτυπωτής τροφών, Foodini, πρόκειται να κάνει την εμφάνισή του στα καταστήματα στα μέσα του 2015 Η νεοφυής εταιρεία δημιούργησε έναν 3D printer, ονομάζοντάς τον χαριτωμένα, Foodini, ο οποίος συνδέεται με το internet και έχει την δυνατότητα να συνδυάσει αγνά υλικά που ο χρήστης του μπορεί να προμηθευτεί από παντού, να τα φορτώσει στον αποθηκευτικό χώρο του εκτυπωτή και να εκτυπώσει στη συνέχεια τα κουλουράκια, αλλά και άλλες τροφές, στα πιο ασυνήθιστα σχέδια που μπορεί να φανταστεί κανείς, όπως ισχυρίζονται οι κατασκευαστές του.   Το μηχάνημα, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Reuters, πρόκειται να κυκλοφορήσει στο εμπόριο, στα μέσα του 2015.  

Παρακολουθήστε το ρεπορτάζ, στο παρακάτω βίντεο: