ενημέρωση 1:50, 7 September, 2026

Κις λορέν: τάρτα χωρίς σύνορα

Αν, για τους λάτρεις του φαγητού, η πλέον αγχολυτική ασχολία είναι η αναζήτηση νέων λαχταριστών συνταγών και η ανυπόμονη δοκιμή τους, αμέσως επόμενη έρχεται η διερεύνηση της προέλευσης και της ιστορίας τους. Συνήθως οι πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες ανήκουν στα πιο δημοφιλή μαγειρέματα, που, ταξιδεύοντας μεταξύ χωρών και εποχών, μεταλλάσσονται και προσαρμόζονται στις προτιμήσεις και τα εκάστοτε ήθη - κάθε συνταγή και ένα πολιτισμικό σχόλιο. Πολυμαγειρεμένες όσο λίγες, οι τάρτες όλων των ειδών έχουν πολλές ιστορίες να «διηγηθούν». Εμφανίζονται περίπου τον 16ο αιώνα π.Χ., κυρίως σε γαλλικά εδάφη, όπως το Νανσί, την ιστορική πρωτεύουσα της Λοραίνης, όπου γεννήθηκε ο κοσμαγάπητος απόγονός τους, η ομώνυμη κις λορέν.

Η ανοιχτή αυτή πίτα, σύμφωνα με τον Alan Davidson, διακεκριμένο επί του φαγητού ιστορικό που πολλάκις έχουμε μνημονεύσει στους bostanistas, αρχικά φτιαχνόταν με ζυμάρι, αβγά, κρέμα και καπνιστό μπέικον ενώ λαχανικά, τυριά και αλλαντικά ανήκουν σε μεταγενέστερες προσθήκες που άλλαξαν την όψη, τη γεύση και την ονομασία της (οι παραλλαγές της ονομάζονται απλώς «κις» - quiche). Στην Αμερική πρωτοδοκιμάζεται τη δεκαετία του 1930 και περνά στη χρυσή εποχή της το 1970. Προς τα τέλη του 20ού αιώνα ταξιδεύει πια σε όλες τις κουζίνες και αποκτά αμέτρητες εκδοχές, όσα και τα υλικά κάθε περιοχής. Από τις απλούστερες - και μεσογειακές σε γεύση και όψη - παραλλαγές της, εκείνη με σπανάκι, ντομάτα ή ντοματίνια και αλμυρό, μαλακό τυρί, όπως η φέτα ή το κατσικίσιο.

daslebenistsuess.de

Τα απαραίτητα για τη ζύμη

  • 250 γρ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις ή ολικής αλέσεως
  • ½ κ.σ. αλάτι
  • 130 γρ. κρύο βούτυρο
  • 1 αυγό
  • 3 κ.σ. γάλα ή κρύο νερό

Για τη γέμιση :

  • 300 - 500 γρ. σπανάκι
  • h200 γρ. απλό γιαούρτι
  • 4 αυγά
  • 1 σκελίδα σκόρδο
  • 5 ντοματίνια
  • κατσικίσιο τυρί ή φέτα

Ξεκινάμε αναμειγνύοντας σε ένα μπολ αλεύρι και αλάτι προσθέτοντας, κατόπιν, το βούτυρο σε μικρά κομμάτια. Σειρά έχει το αυγό και ξεκινά ευθύς αμέσως το ζύμωμά τους, μέχρι να προκύψει ζύμη ομοιόμορφη και σφιχτή. Την τυλίγουμε σε πλαστική μεμβράνη και μένει να κρυώνει στο ψυγείο για τουλάχιστον 30 λεπτά.

Τότε την απλώνουμε σε μία στρογγυλή ταρτιέρα ή ένα πυρέξ - προηγουμένως μπορούμε να την απλώσουμε πλάθοντας σε μια αλευρωμένη επιφάνεια ή, απλούστερα, με τα χέρια μας να την βοηθήσουμε να εξαπλωθεί απ' άκρη σ' άκρη της ταρτιέρας. Η ζύμη θα πρέπει τώρα να ψηθεί για περίπου 15 με 20 λεπτά σε φούρνο προθερμασμένο στους 200 βαθμούς αφού πρώτα την τρυπήσουμε με πηρούνι σε διάφορα σημεία με σκοπό να ψηθεί γρήγορα εντός και εκτός.

Πλένουμε καλά το σπανάκι και το κόβουμε κατά τις προτιμήσεις μας. Σε ένα ρηχό τηγάνι ζεσταίνουμε λίγο βούτυρο, ρίχνουμε εκεί το σπανάκι και λιωμένη τη σκελίδα του σκόρδου, για λίγα μόλις λεπτά. Σε ένα βαθύ μπολ ανακατεύουμε γιαούρτι με αυγά και έρχονται να τα συναντήσουν το ελαφρώς μαραμένο σπανάκι, αλάτι και πιπέρι.

Κόβουμε τα ντοματίνια και το κατσικίσιο τυρί σε μεγάλα κομμάτια· σκοπός μας να είναι αισθητά σε κάθε ζουμερή μπουκιά. Αδειάζουμε το γιαουρτένιο μίγμα στην ταρτιέρα με την προψημένη ζύμη και γενναιόδωρα μοιράζουμε ντοματίνια και τυρί. Αν έχουν περισσέψει λίγες ντομάτες, δεν το σκεφτόμαστε λεπτό, προστίθενται κατά βούληση, η τελική νοστιμιά είναι δεδομένη.

daslebenistsuess.de

Ψήνουμε για περίπου 40 με 50 λεπτά σε προθερμασμένο φούρνο και στους 180 βαθμούς. Ξεφουρνίζουμε, αφήνουμε να κρυώσει και σερβίρουμε ως έχει ή με δροσερή σαλάτα. Κρατώντας ως βάση τη ζύμη, την κύρια γέμιση και την όρεξή μας για πειραματισμούς, τούτη η κις γίνεται φαγητό - πασπαρτού παντός καιρού.

To Facebook απόκτησε παρουσία στο 'Dark Web'

Η πρώτη από τους 'μεγάλους' της Silicon Valley που δημιουργεί σάιτ για το Tor

To Facebook γίνεται πλέον πλήρως προσβάσιμο από τους χρήστες του Tor, διευκολύνοντας την πρόσβαση κυρίως σε όσους ζουν σε καθεστώτα λογοκρισίας. 43 Τη δική του παρουσία στο επονομαζόμενο 'Dark Web' απέκτησε, σύμφωνα με το The Verge, το Facebook, αφού σε μια ασυνήθιστη κίνηση ως προς την πολιτική του περι ανωνυμίας, επιτρέπει στους χρήστες του λογισμικού Tor, να έχουν πλήρη πρόσβαση στις σελίδες του μέσω της διεύθυνσης https://facebookcorewwwi.onion/.  

Για όσους δεν το γνωρίζουν, το Tor είναι ένα project λογισμικού ανοιχτού κώδικα (open source) που κυκλοφόρησε το 2002 για να βοηθήσει όσους χρήστες του Internet το επιθυμούν να σερφάρουν στο δίκτυο χωρίς να μπορεί κανείς να αναγνωρίσει την διεύθυνση IP και άλλες λεπτομέρειες όπως η τοποθεσία και ο τύπος υπολογιστή τους.  

Με απλά λόγια, το Tor, μετά την δωρεάν εγκατάστασή του στους browsers, επιτρέπει στον καθένα να περιδιαβαίνει το διαδίκτυο εν πλήρη ανωνυμία. Όμως, το Tor έχει υπάρξει η πέτρα του σκανδάλου για πολλές υποθέσεις εμπορίας ναρκωτικών και διακίνησης παράνομου πορνογραφικού υλικού, ιδίως μέσω του -ανενεργού πλέον- Silk Road, αφού η ανωνυμία που εξασφαλίζει βοηθά κακοποιά στοιχεία να δρουν με μια σχετική ελευθερία στο internet, παραμένοντας μή-ανιχνέυσιμοι.  

Με τα παραπάνω ως δεδομένο πολλοί αναρωτήθηκαν τι οδήγησε το Facebook, με την αυστηρή πολιτική όσον αφορά στην ανωνυμία, να αποκτήσει παρουσία στο λεγόμενο 'Dark Web', αποτελώντας την πρώτη από τις γιγαντιαίες εταιρείες της Silicon Valley, που προβαίνει σε μια τέτοια κίνηση.   Όπως αναφέρει το WIRED, ο λόγος ήταν ότι ήθελε να διευκολύνει όσους χρήστες του Tor επιθυμούν να έχουν πρόσβαση στις σελίδες του μέσω κρυπτογραφημένης σύνδεσης, κάτι που μέχρι τώρα ήταν πάρα πολύ δύσκολο, εξαιτίας της ασυμβατότητας μεταξύ των αμυντικών μέσων του Facebook και των μεθόδων απόκρυψης στοιχείων του Tor.  

Μάλιστα το δημοσίευμα του WIRED, επικαλούμενο την Runa Sandvik, μια από τις πρωτεργάτριες του Tor, που βοήθησε το Facebook στην είσοδό του στο 'Dark Web', αναφέρει ότι η κίνηση του Facebook είναι πρωτοποριακή αφού διευκολύνει την πρόσβαση στο Facebook σε χρήστες του Tor που ζουν σε χώρες με καθεστως λογοκρισίας.  

"Ίσως τελικά η χρήση του Tor από το Facebook και τα πρόσθετα μέτρα ασφάλειας που παρέχει στους χρήστες, να αποτελέσει παράδειγμα και για άλλες μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας να κάνουν το ίδιο. Θα βοηθήσω με χαρά σε αυτή τους την προσπάθεια", τονίζει η Sandvik στο WIRED.  

Πηγή: lifo

Η ιστορία μιας φωτογραφίας

Γράφει ο Νίκος Δήμου

Ο Οδυσσέας Ελύτης με τιμούσε με την φιλία του. Από την σχέση αυτή γεννήθηκαν εμπειρίες, κείμενα, αλλά και...φωτογραφίες. Μία από αυτές έχει κάνει τον γύρο του κόσμου, έχει δημοσιευθεί δεκάδες φορές σε ελληνικά και ξένα Μέσα, κι έχει κάνει τον δημιουργό της πλούσιο σε...αγανάκτηση, για την συστηματική αποσιώπηση του ονόματός του.

Ο Ελύτης δεν είχε καλές φωτογραφίες. Οι τελευταίες ήταν κάτι σκληρές με φλας από το Νόμπελ. Αρκετές φορές του είχα προτείνει να τον φωτογραφίσω. «Άσε,» μου έλεγε, «δεν βγαίνω καλά, στήνομαι και παγώνω. Για να μη σου πω ότι καίω και τα φιλμ». Και μου είχε αναφέρει μυθικούς φωτογράφους στη Γαλλία, που απέτυχαν.
Έτσι ξαφνιάστηκα όταν το καλοκαίρι του 1990 με πήρε τηλέφωνο και μου ζήτησε να τον  φωτογραφίσω.  Έμενε τότε στο Πόρτο Ράφτη, στην έπαυλη του Τάκη Χορν, που ήταν κοινός φίλος. Πήγα με όλα μου τα σύνεργα. Η κατάρα αποδείχθηκε αληθής. Η ολοκαίνουργια Nikon F4 που μόλις είχα φέρει από το Λονδίνο, έπαθε μία σπάνια βλάβη και ενώ έδειχνε ότι λειτουργεί, δεν έβγαλε τίποτα. Ευτυχώς η F3 και μία compact δούλεψαν σωστά. Δημιουργήθηκε έτσι ένα υλικό από περίπου πενήντα καλές λήψεις. (Οι πρωτότυπες διαφάνειες και τα αρνητικά βρίσκονται στο φωτογραφικό μου αρχείο – Μουσείο Μπενάκη).

Τις φωτογραφίες τις ξέρετε σίγουρα. Πρωτοδημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Φωτογράφος» (τεύχος 6, 1990) και μετά  πολλές φορές σε ελληνικά και ξένα έντυπα. Εμφανίζεται ο ώριμος Ελύτης με ναυτικό πηλίκιο, τις περισσότερες φορές μόνος, με την σύντροφό του Ιουλίττα ή – σε λίγες – με τον Χορν. Η δημοφιλέστερη λήψη είναι αυτή που δημοσιεύεται εδώ, με το ζευγάρι στο ηλιοβασίλεμα.

Τα πορτρέτα του Ελύτη με έκαναν να διαπιστώσω πόσο ανυπεράσπιστος είναι ένας φωτογράφος στην Ελλάδα. Φυσικά δεν περίμενα να πληρωθώ γι αυτά – ήταν δώρο στον μεγάλο ποιητή και ακριβό φίλο. Αλλά ο νόμος για τα πνευματικά δικαιώματα επιβάλλει να αναγράφεται πάντα το όνομα του φωτογράφου.

Ποιος νόμος; Οι ξένοι βέβαια δεν τύπωναν αν δεν  έπαιρναν ενυπόγραφη άδεια. Εδώ, μέχρι και σε εξώφυλλο βιβλίου χρησιμοποιήθηκαν, χωρίς αναφορά.

Οι περισσότερες δημοσιεύσεις στον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη. Παλιότερα στο «Βήμα» η γνωστή φωτογραφία του ζευγαριού, σαλόνι ολοσέλιδο. Μετά από διαμαρτυρία μου, την άλλη εβδομάδα, συγγνώμη «εντός πλαισίου». Άλλη συγγνώμη αργότερα από την Μικέλα Χαρτουλάρη στα ΝΕΑ. Κι όμως, στα σημερινά ΝΕΑ του Σαββατοκύριακου (1.11.), βινιέτα στο εξώφυλλο και μέσα μεγάλη η ίδια φωτογραφία, ορφανή. Και μία μικρότερη, στην επόμενη σελίδα, επίσης.

Αναρωτιέμαι: μετά από τόσες διαμαρτυρίες  και συγγνώμες, είναι δύσκολο να σημειώσει κάποιος στο αρχείο του ΔΟΛ, ότι οι φωτογραφίες αυτές έχουν δημιουργό και δικαιώματα; 

Πηγή:protagon

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Ο φανατικός και ο καιροσκόπος

Σε αφόρητα μεγάλες ποσότητες στην Κηφισιά

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Όπως το ελληνικό καλοκαιράκι μαστίζεται από μύγες και κουνούπια –ιδίως όταν οι δήμοι δεν ραντίζουν για λόγους οικονομίας τα φρεάτια- έτσι και στο δημόσιο βίο μας ευδοκιμούν εξ αρχαιοτάτων χρόνων δύο κατηγορίες ανωφελών πολιτών: Οι φανατικοί και οι καιροσκόποι.  

Ο φανατικός αναγνωρίζεται αμέσως, κάνει την παρουσία του όσο μπορεί πιο αισθητή. Όντας σε διαρκή υπερένταση, αγορεύει, βρίζει, τραγουδάει έστω εμβατήρια στη διαπασών.

Δύο είναι οι θεμελιώδεις υπαρξιακές ανάγκες του φανατικού.

Πρώτον, να ερμηνεύει ότι συμβαίνει γύρω του και μέσα του κατά έναν τρόπο απλό, συνοπτικό και κατηγορηματικό. Για αυτό και ρέπει προς τις ολιστικές ιδεολογίες ή μάλλον προς τις εκλαϊκεύσεις τους, οι οποίες εξηγούν και συνοψίζουν τον κόσμο σε πέντε φράσεις-συνθήματα: «Κλείσε μες στην ψυχή σου την Ελλάδα και θα αισθανθείς να λαχταρίζει κάθε είδους μεγαλείο», «Νόμος είναι το Δίκιο του Εργάτη», «Έφτασε η ώρα να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση». Οι παραπάνω -ή οι όποιες άλλες φράσεις τον εμπνέουν- έχουν διατυπωθεί από σπουδαίους πράγματι ποιητές και φιλοσόφους. Ανήκουν όμως σε εκτεταμένα κείμενα, αποτελούν τμήματα ευρύτερων συλλογισμών. Σιγά μην νοιαστεί ο φανατικός για τα συμφραζόμενα, για τα πριν ή τα μετά. Απομονώνει ότι τού ταιριάζει, το απομνημονεύει, το αναρτά στο facebook, το επαναλαμβάνει μονότονα σε κάθε ευκαιρία. Σαν να έχει ξεκολλήσει από έναν επιβλητικό τοίχο ένα τούβλο και να το κραδαίνει απειλητικά εναντίον αληθινών είτε φανταστικών εχθρών.  

Σε ευτυχείς πλην σπάνιες ιστορικές στιγμές, κουμάντο κάνουν άνθρωποι με έμπνευση και με ανδρεία, που ξέρουν από ελιγμούς μα δεν ξεχνούν τον τελικό τους προορισμό...

Η δεύτερη ανάγκη του φανατικού είναι να ανήκει. Να αποτελεί μέλος μιας μεγάλης οικογένειας, ενός άτυπου -καλύτερα- στρατού, ο οποίος καλπάζει αενάως προς τον τελικό θρίαμβο, που θα επέλθει ίσως αύριο, ίσως στα βάθη της Ιστορίας. Περισσότερο από καθετί, ο φανατικός τρέμει την μοναξιά. Το να βρεθεί αντιμέτωπος με τον εαυτό του, το να αναγκαστεί να δώσει τις δικές του απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει η ζωή. Προκειμένου να αποφύγει έναν τέτοιο εφιάλτη αυτοσυνείδησης και συνεπώς ενηλικίωσης, σπεύδει να ενταχθεί. Να τεθεί υπό την προστατευτική αιγίδα του κόμματος, της αίρεσης, ακόμα και του συνδέσμου ποδοσφαιρικών οπαδών. 

Μες στην ομάδα, όλα μοιάζουν απλά. Η καθημερινότητα ορίζεται από κανόνες -όσο αυστηρότεροι, τόσο πιο ανακουφιστικοί-, κανόνες που υποκαθιστούν τις προσωπικές επιλογές, τα γούστα και τις παρορμήσεις. Μες στην ομάδα, ο καθένας έχει τη θέση του. Ακόμα και ο τελευταίος τροχός να είσαι, θα ανταμειφθείς για την προσφορά σου με ένα χτύπημα στην πλάτη από τον αρχηγό, με μια καλή κουβέντα που ισοδυναμεί με παράσημο. Εάν αποδειχθείς φιλότιμος, δραστήριος, κυρίως δε πειθαρχημένος, σε περιμένει εγγυημένα προαγωγή. Θα γίνεις στέλεχος, θα έχεις κι εσύ κατώτερους για να τους διατάζεις. Μπορεί να μην ανέλθεις ποτέ στις ηγετικές βαθμίδες – ποιος όμως θέλει τις ευθύνες πού εκείνες συνεπάγονται; Όνειρο του φανατικού αποτελεί να γίνει ήρωας ή άγιος, όχι πολιτικός ή αρχιεπίσκοπος. Για να κρατάς τιμόνι, πρέπει να μπορείς να το στρίβεις. Να μην κολλάς στα δόγματα, να διαθέτεις ευελιξία, να αναθεωρείς –σιωπηλά κατά προτίμηση- ότι με πάθος υποστήριζες την προηγουμένη.

Σε ευτυχείς πλην σπάνιες ιστορικές στιγμές, κουμάντο κάνουν άνθρωποι με έμπνευση και με ανδρεία, που ξέρουν από ελιγμούς μα δεν ξεχνούν τον τελικό τους προορισμό. Που αναλαμβάνουν την ευθύνη και τη φέρνουν εις πέρας είτε πεθαίνουν στις επάλξεις της. Στην αρχαία Ελλάδα, τέτοιος ήταν ο Περικλής. Στη σύγχρονη, ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Ανάμεσα τους, πριν και μετά από εκείνους, κυβέρνησαν αναρίθμητοι καιροσκόποι.

Ο καιροσκόπος βρίσκεται στους αντίποδες του φανατικού. Ενώ ο ένας καθορίζεται από την τυφλή του πίστη, ο άλλος δεν πιστεύει σε απολύτως τίποτα πλην του εαυτού του και τού πεπρωμένου του. Κάποτε χαϊδεμένο και άλλοτε κακοποιημένο παιδί -το οποίο λαχταρά να διατηρήσει ή να βρει επιτέλους την αγάπη που στερήθηκε- ο καιροσκόπος επιλέγει γήπεδο με ένα και μοναδικό κριτήριο: Τις πιθανότητες που έχει να επιβληθεί και να αρχηγεύσει. Εισέρχεται ορμητικός, με την λάμψη της νιότης του, φιλάει σεβαστικά τα χέρια των παλαιοτέρων κι αρχίζει ακαριαία να συλλογίζεται πώς θα τους ανατρέψει βίαια, εάν δεν καταφέρει να τους συνταξιοδοτήσει τιμητικά. Κατέχει από ένστικτο ο καιροσκόπος πλήθος ρόλων: Ξέρει να κολακεύει αλλά και να βγάζει γλώσσα, μπορεί να παίρνει ρίσκα –με τις πλάτες, κατά προτίμηση, των άλλων-, να παριστάνει πότε τον εμπνευσμένο, πότε τον συγκινημένο, πότε τον ονειροπόλο... Συνάπτει τις πιο χρήσιμες συμμαχίες και τις προδίδει την κατάλληλη στιγμή.  

Ο καιροσκόπος βρίσκεται στους αντίποδες του φανατικού. Ενώ ο ένας καθορίζεται από την τυφλή του πίστη, ο άλλος δεν πιστεύει σε απολύτως τίποτα πλην του εαυτού του και τού πεπρωμένου του.

Εφόσον πρόκειται για χαρισματικό καιροσκόπο, το μεγαλύτερο του χάρισμα είναι ο χειρισμός των φανατικών. Τους διατηρεί, κατ'αρχάς, σε κατάσταση αμείωτου ψυχικού βρασμού. Τους πείθει πως κάθε στιγμή είναι κρίσιμη, κάθε σύγκρουση απολύτως καθοριστική για την τελική έκβαση του αγώνα. Δεν τους αφήνει στιγμή να χαλαρώσουν. Στα διαστήματα της νηνεμίας, επινοεί φανταστικούς κινδύνους, σατανικές συνομωσίες, που μόνο ο ίδιος –υποτίθεται- μπορεί να διακρίνει. Υποδεικνύει επίσης εχθρούς, εθνικούς ή ταξικούς, που επιβάλλεται να εξοντωθούν δίχως έλεος. Οι εσωτερικοί του αντίπαλοι βαφτίζονται πράκτορες και χαφιέδες και εκκαθαρίζονται με συνοπτικές διαδικασίες. Οποιοσδήποτε εν ολίγοις διαφέρει με το θάρρος της γνώμης του ρίχνεται από τον καιροσκόπο βορά στους φανατικούς.

Ο καιροσκόπος είναι κατά βάθος τραγικό πρόσωπο. Ξέρει πως ο παράδεισος που μέρα-νύχτα υπόσχεται στους φανατικούς δεν πρόκειται να ανατείλει ποτέ. Διαισθάνεται πως η τελική πράξη της προσωπικής του εποποιίας θα ποτιστεί με το αίμα του. Ζωντανό θα τον κατασπαράξουν οι οπαδοί του όταν επιτέλους αντιληφθούν –και ο πλέον αφελής ξυπνάει κάποτε- πως επί χρόνια και ζαμάνια τούς κορόιδευε, πουλούσε φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Πως εξαργύρωνε τις ζητωκραυγές τους για να διασκεδάζει τις προσωπικές φοβίες του. Στην καλύτερη περίπτωση, εάν έχει προφτάσει να πεθάνει εν δόξη, θα φτύσουν στον τάφο του.

Σε αντίθεση με τους φανατικούς, οι καιροσκόποι γνωρίζουν άριστα τι συμβαίνει. Για αυτό και ποντάρουν τα ρέστα τους στη στιγμή, για αυτό και καβαλάνε την ευνοϊκή συγκυρία. Μοναδική τους παρηγοριά, η κοινή των θνητών μοίρα: «Ως όναρ παρέρχεται και ως ανθός διαλύεται πας άνθρωπος, βασιλεύς ή στρατιώτης...» Ή για να το θέσουμε χύδην λαϊκά, «ότι φάμε κι ότι πιούμε κι ότι...» Τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα παράγει σε αφόρητα μεγάλες ποσότητες τόσο φανατικούς όσο και καιροσκόπους. Αλλοίμονο σε όσους δεν καταδέχονται να καταντήσουν ψευτοβοσκοί που ανεμίζουν σημαίες ευκαιρίας ή να ενταχθούν στο τυφλωμένο ποίμνιο.-

Πηγή:ΤΑ ΝΕΑ της ΚΗΦΙΣΙΑΣ