ενημέρωση 5:55, 22 August, 2026

Ο χαφιές, ο φούρναρης κι άλλες οικογενειακές ιστορίες

Πριν από αρκετά χρόνια, προτού όλα τα περιοδικά αποκτήσουν αφιερώματα στο φαγητό, πολύ πριν το διαδίκτυο μας κάνει όλους μαγείρους και μας μυήσει στη χαρά της ποδιάς, το καθημερινό φαγητό ήταν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και αποτέλεσμα συμβιβασμών χωρίς να εισάγονται στις αποφάσεις στοιχεία διατροφικής «καλοσύνης», παρά μονάχα σκέψεις μικροαστικές που αφορούσαν κυρίως τους μουσαφίρηδες και το Κυριακάτικο τραπέζι.

Χαρακτηριστικό αυτής της διαδικασίας, και μιλάμε για τον αστικό χώρο, ήταν η πρακτική του να πηγαίνουμε το φαγητό να ψηθεί στο φούρνο κάτι που με τα σημερινά δεδομένα ακούγεται αδιανόητο και επιλήψιμο απέναντι στις μαγειρικές «επιταγές» της εποχής μας. Αλήθεια έχει αναρωτηθεί κανείς πόσα μυστικά γνώριζε ο φούρναρης της γειτονιάς μέσα από αυτή την διαδικασία; Ίσως περισσότερα και πιο ουσιαστικά από τον περιπτερά που στο τέλος-τέλος αν και ο επίσημος χαφιές της γειτονιάς το μάξιμουμ που μπορούσε να γνωρίζει ήταν η εφημερίδα που διάβαζε κάποιος και τα τσιγάρα που προτιμούσε.

n

Όμως, ο φούρναρης, γνώριζε λεπτομέρειες που πραγματικά μπορούσαν να καταγράψουν την καθημερινότητα μιας οικογένειας. Πρώτα-πρώτα γνώριζε την οικονομική δύναμη του σπιτιού. Αν το κρέας εμφανίζονταν στο ταψί πολύ περισσότερο από τα γεμιστά, τότε το σπίτι είχε οικονομική δύναμη. Μπορούσε επίσης να γνωρίζει τις μαγειρικές ικανότητες της μαγείρισσας του σπιτιού με κάθε λεπτομέρεια, όπως επίσης και κάθε πότε εμφανίζονταν καλεσμένοι στο σπίτι, -από την ποσότητα του φαγητού,- την ώρα που οι καλεσμένοι θα έρχονταν και τον αριθμό τους. Επίσης μπορούσε να γνωρίζει τις διατροφικές ιδιαιτερότητες της οικογένειας και μάλιστα, για να το τραβήξουμε και λίγο παραπάνω, αν συνεργαζόταν με την τοπική ΕΒΓΑ και τα υπόλοιπα μαγαζιά της γειτονιάς, θα μπορούσε να έχει το πλήρες προφίλ ενός σπιτιού. Ας βάλουμε λοιπόν την ιστορία σε σωστή βάση. Ο πραγματικός χαφιές της γειτονιάς ήταν ο φούρναρης και όχι ο περιπτεράς.

Στις μέρες μας ο ιστορικός και κοινωνιολογικός «ξεπεσμός» του φούρναρη από την καθημερινή μαγειρική διαδικασία, είναι σύμπτωμα και σύμβολο, όπως και το ίδιο το φαγητό για το πώς οι άνθρωποι που μεγάλωσαν στην ίδια οικογένεια και την ίδια γειτονιά διαφοροποιούνται δραματικά καθώς αυτός ο «ενοριακός» ιστός σιγά-σιγά μεταλλάσσεται και σπάει.

n

Η «οικογένεια» έβαζε το φαγητό στο τραπέζι για να «φάμε» και όχι για να μάθουμε τη θερμιδοφορία ενός πιάτου ή την καταγωγή ενός συστατικού. Ήταν μια λογική και παράδοση βγαλμένη απευθείας από την καρδιά της Χριστιανικής παράδοσης και το Μυστικό Δείπνο. Κανείς δεν συζητά για την μαγειρική πλευρά του Μυστικού Δείπνου και πιθανά κανείς δεν έγραψε κριτική για τα πιάτα που σερβιρίστηκαν εκείνο το βράδυ.

Η οικογένεια πια δεν έχει σαν βασικό της χαρακτηριστικό την συγκατοίκηση αλλά εκφράζεται μέσα από την ελεγχόμενη απόσταση, δηλαδή από μια πολύπλοκη θέσμιση σχέσεων και εννοιών. Το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς ότι συμβαίνει και με το οικογενειακό τραπέζι το οποίο έχει πάρει σχεδόν αποκλειστικά συμβολικό χαρακτήρα, γιατί η απουσία της «συγκατοίκησης» και της «κοινότητας», τόσο συμβατικά όσο και ιδεολογικά, το έχει κάνει να είναι σπάνιο.

Βρισκόμαστε σχεδόν πάντα σε λάθος χώρο και σε μεγάλη απόσταση από το «μεγάλο» οικογενειακό τραπέζι, όχι τόσο γιατί μας λείπει ο χρόνος ,αλλά κυρίως γιατί ο χρόνος μας οργανώνεται με βάση άλλες προτεραιότητες.

Το καθημερινό οικογενειακό τραπέζι έχει μετατραπεί σε Κυριακάτικο τραπέζι και αυτό με τη σειρά του στο τραπέζι του εύκολου γεύματος. Μόνο τις ημέρες των γιορτών η συνειδητή και ασυνείδητη ενοχικότητά μας απέναντι στην οικογένεια μάς εξαναγκάζει να παρουσιαστούμε σε ένα έντονα σκηνοθετημένο οικογενειακό-γιορτινό τραπέζι το οποίο ενώ αντικειμενικά στην καθημερινότητά μας αποτελεί μια ρομαντικοποίηση του παρελθόντος, την ίδια στιγμή μοιάζει με τον χαμένο και μακρινό παράδεισό μας.

n

Ενώ χαιρόμαστε την δομημένη αναρχία της καθημερινότητάς μας, μας λείπουν έντονα οι κανόνες και οι όροι παρουσίας στο οικογενειακό τραπέζι, όπως ακριβώς μας λείπουν και οι απλές γονικές φωνές, «το φαγητό είναι έτοιμο», που έλυναν μυστηριωδώς κάθε πρόβλημα που περιτριγύριζε τη ζωή μας. Παρά τις «παρεμβάσεις» των ειδικών περί της σπουδαιότητας του οικογενειακού τραπεζιού, η παρουσία του γίνεται όλο και μικρότερη στη ζωή μας και αυτό που μένει δυστυχώς είναι μια σειρά από μνήμες που αποτελούν και βασικό στοιχείο αυτού που αποκαλούμε οικογενειακή ταυτότητα.

Ο Tzvetan Todorov στο βιβλίο του για την «κατάκτηση της Αμερικής» γράφει πώς η πολιτισμικότητα μπορεί να διαβαστεί μόνο μέσα από τα μάτια του «άλλου» και ιδιαίτερα από τα μάτια των αισθήσεων του άλλου. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα έντονο και συγκινησιακά φορτισμένο, όταν ο «άλλος» είναι η ίδια σου η οικογένεια, ο αδελφός, η αδελφή, ή η μητέρα και μέσα από την απόκλιση, έστω και στο φαγητό, μπορείς να δεις την διαφορετικότητά σου.

Ναι, πιθανά η παιδική μας ηλικία είχε βάση τις γεύσεις που στην πραγματικότητα βασίζονταν στις δυνατότητες και τα κέφια του φούρναρη, αλλά ποιος νοιάζεται γι αυτό όταν μπορεί να προσκαλέσει την οικογένεια για φαγητό στο αγαπημένο του κινέζικο εστιατόριο ή στο νέο σουσάδικο που μόλις άνοιξε στη γειτονιά;

To φαγητό μας ενώνει...ή μας χωρίζει ανάλογα με το πόσο θα αντιδράσει «αυτή η καταπληκτική μαγείρισσα», η μαμά.

Πηγή : Athens voice

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!

Η Aston Martin αναβάθμισε -με καλύτερες επιδόσεις, οικονομία και με το νέο προηγμένο κιβώτιο ταχυτήτων Touchtronic III- δύο από τα σημαντικότερα, και πιο εμπορικά της μοντέλα: το «απόλυτο GT» Vanquish και την τετράθυρη, τετραθέσια Rapide S.

Οι εξελίξεις αυτές εντάσσονται στην τροχιά αναζωογόνησης της εταιρείας, όπως αυτή επιβεβαιώνεται και με την απόφαση της Daimler AG, πριν από λίγες μέρες, της μητρικής εταιρείας της Mercedes-Benz, να αυξήσει από 4 σε 5 τοις εκατό το μερίδιό της από την Aston.

Υφίσταται, εξάλλου, η συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών ότι η Daimler θα παρέχει κινητήρες -κυρίως V8 και V12- και ηλεκτρονικές τεχνολογίες για τις μελλοντικές Aston. Με την αγορά των επιπλέον μετοχών η βρετανική εταιρεία απέκτησε τους πόρους για την εξέλιξη των αυτοκινήτων της, καθώς η Daimler δεν φέρεται -ακόμα, τουλάχιστον- αποφασισμένη για την πλήρη αγορά της ΑΜ.

Πίσω στις Vanquish και Rapide S. Με την εισαγωγή, για πρώτη φορά, του υπερσύγχρονου αυτόματου κιβωτίου Touchtronic III οκτώ ταχυτήτων, που εξέλιξε η Aston σε συνεργασία με τη ZF κάνοντάς το 30% ελαφρύτερο και πολύ πιο συμπαγές, βελτιώνεται κάθε πτυχή των επιδόσεων και της οικονομίας των δύο αυτοκινήτων.

Στη Vanquish των 576 ίππων, η επιτάχυνση 0-100 χλμ./ώρα πέφτει από τα 4,1 στα 3,8 δευτερόλεπτα και την καθιστά το αυτοκίνητο με την ταχύτερη επιτάχυνση στην ιστορία της Aston Martin, ενώ στη Rapide S των 560 ίππων ο χρόνος πέφτει στα 4,4 δευτ. Η τελική ταχύτητα και στις δύο περιπτώσεις ξεπερνά τα 320 χλμ./ώρα.

Παράλληλα, η εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα μειώνεται κατά 10% και στα δύο αυτοκίνητα, στα 298 και στα 300 γραμ./χιλιόμετρο αντίστοιχα, ενώ η κατανάλωση μειώνεται κατά 11% - στα 12,8 λίτρα ανά 100 χιλιόμετρα στην περίπτωση της Vanquish και στα 12,9 της Rapide S.

Το νέο κιβώτιο προσφέρει τις ρυθμίσεις «Drive» και «Drive Sport», και παράλληλα τις «Paddle Shift» και «Paddle Shift Sport» όταν ο οδηγός χρειάζεται πιο δυναμικές αλλαγές ταχυτήτων, που μπορούν να πραγματοποιηθούν σε 130 χιλιοστά του δευτερολέπτου. Αν ο οδηγός, δε, κρατήσει τραβηγμένο κάτω το μοχλοδιακόπτη, τότε αυτόματα το κιβώτιο επιλέγει τη χαμηλότερη δυνατή ταχύτητα που απαιτείται για την εν λόγω οδηγική συνθήκη κατά το φρενάρισμα.

Το σύστημα Adaptive Drive Recognition (ADR) ανιχνεύει το οδηγικό στιλ κάθε οδηγού και προσαρμόζει ανάλογα τις στιγμές αλλαγής ταχύτητας και ετοιμάζει μια εξειδικευμένη χαρτογράφηση για κάθε οδηγό, η οποία μηδενίζει ξανά όταν το αυτοκίνητο κλειδώνει και ξεκλειδώνει.

Πλην του κιβωτίου, οι αναβαθμισμένες Vanquish και Rapide S έχουν νέα κεντρική μονάδα ηλεκτρονικού ελέγχου της Bosch, που συνδυάζει για πρώτη φορά τον εξάλιτρο V12 κινητήρα με το νέο κιβώτιο και με το τροποποιημένο σύστημα ευστάθειας DSC και το εξελιγμένο σύστημα διεύθυνσης.

Η αναβαθμισμένη Vanquish έχει, στο μεταξύ, κατά 15% πιο σκληρή εμπρός και κατά 35% πιο σκληρή πίσω ανάρτηση, μεγαλύτερης διαμέτρου δισκόφρενα, καθώς και ορισμένες αισθητικές βελτιώσεις: νέας σχεδίασης ζάντες αλουμινίου 10 ακτινών (κατά περίπου 7 κιλά ελαφρύτερες), νέα χρώματα εξωτερικά και εσωτερικά και νέες δερμάτινες επενδύσεις.

ΥΠΟΛΟΙΠΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
  • Aston Martin Vanquish και Rapide S: Αναβάθμιση!
 
 
 Πηγή : Έθνος
  • Κατηγορία AUTO-MOTO
  • 0

Οι εφοριακοί θα κάνουν επισκέψεις στα σπίτια

Ενθουσιασμό έχει προκαλέσει στους Έλληνες η είδηση πως οι εφοριακοί θα μπορούν να κάνουν επισκέψεις στα σπίτια των πολιτών και να κάνουν ελέγχους. Επιτέλους, θα ξεκινήσουν πάλι οι επισκέψεις στα σπίτια και οι Έλληνες θα αρχίσουν να επικοινωνούν ξανά και να έχουν ζεστή προσωπική επαφή.

Δεν είναι λίγοι οι Έλληνες που δεν κλειδώνουν πια τις εξώπορτες των σπιτιών τους γιατί φοβούνται μην έρθουν οι εφοριακοί και φύγουν.

Καλό θα ήταν οι επισκέψεις των εφοριακών στα σπίτια να ξεκινήσουν αμέσως, γιατί κάποιοι Έλληνες κινδυνεύουν να χάσουν τα σπίτια τους, οπότε μπορεί να μην προλάβουν να τους επισκεφτούν οι εφοριακοί και να μείνουν και άστεγοι και παραπονεμένοι.

Οι εφοριακοί δεν θα επισκέπτονται όλα τα σπίτια, αφού δεν θα πηγαίνουν στα σπίτια των Ελλήνων ολιγαρχών, γιατί, αν κάνουν κάτι τέτοιο, θα τους τσιμεντώσουν.

Είναι πολύ θετικό που οι εφοριακοί θα μπορούν να κάνουν ξαφνικές εφόδους στα σπίτια, αφού δεν θα ξέρεις πότε θα έρθουν, οπότε θα έχεις πάντα το σπίτι σου καθαρό και θα έχεις αλλάξει και σώβρακο.

Δεν έχει διευκρινιστεί ακόμα αν θα μπορούν και οι πολίτες να επισκεφτούν τα σπίτια των εφοριακών, αφενός για να ανταποδώσουν την επίσκεψη και αφετέρου για να μάθουν επιτέλους πώς δημόσιοι υπάλληλοι με μισθό -όπως οι εφοριακοί- κατάφεραν και έγιναν ζάπλουτοι.

Πισιρίκος

Χένρι Φόντα: 'Ενας μοναχικός καουμπόη, «Κάποτε στη Δύση»...

Ένας σπουδαίος ηθοποιός, που παρά το γεγονός πως συνέδεσε το όνομά του με μερικές πολύ σημαντικές ταινίες, ωστόσο δεν υπήρξε ποτέ από τα αγαπημένα παιδιά της Ακαδημίας των Όσκαρ. Του Γιώργου Ρούσσου

Ο Χένρι Τζάινς Φόντα, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 16 Μαΐου του 1905. Ξεκίνησε την καριέρα του από το θέατρο, όπου μεταξύ 1926 και 1934 εμφανίζονταν στο Μπρόντγουέϊ.

Εκεί γνώρισε τον Τζέιμς Στιούαρτ μετά το χωρισμό του απ' την πρώτη του γυναίκα, την ηθοποιό Μάργκαρετ Σάλιβαν το 1932. Οι δύο ηθοποιοί συγκατοίκησαν και γρήγορα έγιναν φίλοι. Όταν το 1935, ο Χένρι Φόντα έκανε την πρώτη του ταινία στο Χόλιγουντ , ο Στιούαρτ τον ακολούθησε για να δημιουργήσει κι εκείνος μία αξιόλογη καριέρα.


 

Στο ευρύ κοινό, έγινε γνωστός όταν η Μπέτι Ντέιβις τον εμπιστεύθηκε και τον επέλεξε για συμπρωταγωνιστή της στην ταινία Ζέζεμπελ του 1938 (Jezebel). 

Βέβαια η επιτυχία για τον Χένρι Φόντα θα έρθει δύο χρόνια μετά όταν πρωταγωνίστησε το 1940 στη μεταφορά του μυθιστορήματος του Τζον Στάινμπεκ, "Τα Σταφύλια της Οργής", σε σκηνοθεσία του Τζον Φορντ.


 

Το κλασσικό αριστούργημα του Τζον Στάινμπεκ, "Τα Σταφύλια της Οργής", είναι η ιστορία των ταπεινών και καταφρονεμένων της Αμερικής, στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, αμέσως μετά το μεγάλο κραχ του 1929.

Η επιτυχία του "Τα Σταφύλια της Οργής" δεν στερήθηκε βέβαια και αμφισβητήσεων, καθώς οι φιλελεύθερες πολιτικές απόψεις του Στάινμπεκ, η απεικόνιση της αρνητικής πλευράς του καπιταλισμού και η μυθική επανερμηνεία των ιστορικών γεγονότων των μεταναστεύσεων εξαιτίας του Dust Bowl οδήγησαν σε αντιδράσεις εναντίον του συγγραφέα, ιδιαίτερα στην ιδιαίτερη πατρίδα του, στην Καλιφόρνια.

Μάλιστα, υποστηρίζοντας ότι το βιβλίο ήταν και άσεμνο και παραπλανητικό σχετικά με τις συνθήκες στην επαρχία, το Συμβούλιο της επαρχίας Κερν απαγόρευσε το βιβλίο από τα δημόσια σχολεία και βιβλιοθήκες της επαρχίας τον Αύγουστο του 1939. Αυτή η απαγόρευση ίσχυε μέχρι τον Ιανουάριο του 1941. 


 

Σχετικά με αυτές τις αντιρρήσεις, ο Στάινμπεκ έγραψε: "Η δυσφήμισή μου εκεί έξω από τους μεγάλους γαιοκτήμονες και τραπεζίτες είναι αρκετά κακή. Το τελευταίο είναι μια φήμη από αυτούς ότι οι κάτοικοι της Οκλαχόμα με μισούν και έχουν απειλήσει να με σκοτώσουν επειδή λέω ψέματα γι' αυτούς. Είμαι τρομοκρατημένος με την αυξανόμενη οργή από αυτό το καταραμένο πράγμα. Έχει ξεφύγει εντελώς από τον έλεγχο, εννοώ ένα είδος υστερίας αναπτύσσεται για το βιβλίο και αυτό δεν είναι καθόλου υγιές."

Το βιβλίο "Τα Σταφύλια της Οργής", είναι βασισμένο σε άρθρα που είχε δημοσιεύσει σε εφημερίδα στο Σαν Φραντσίσκο, ο Τζον Στάινμπεκ. Το μυθιστόρημα που θεωρείται από πολλούς ως το καλύτερο έργο του συγγραφέα, κέρδισε το Βραβείο Πούλιτζερ το 1940, ενώ έγινε μία επίσης αξιόλογη ταινία σε σκηνοθεσία Τζον Φορντ, με πρωταγωνιστή τον Χένρι Φόντα ως Τομ Τζόουντ, ο οποίος προτάθηκε για όσκαρ για αυτή την ερμηνεία του.

Το 1943, τον συναντάμε στο φιλμ "Η Πόλη του Μίσους" (The Ox-Bow Incident) του Γουίλιαμ Γουέλμαν, συμπρωταγωνιστώντας μαζί με τους Ντέινα Άντριους, Άντονι Κουίν και Μαίρη Μπεθ Χιου.


 

Η υπόθεση της ταινίας, μας μεταφέρει στο 1885, όπου δύο περιπλανώμενοι άνδρες, ο Γκιλ Κάρτερ (Χένρι Φόντα) και ο Αρτ Κροφτ (Χάρι Μόργκαν) βρίσκονται σε μια μικρή πόλη της Νεβάδα, όπου ο Γκιλ ελπίζει να βρει την παλιά του ερωμένη Ρόουζ Μέιπεν (Μαίρη Μπεθ Χιούζ), η οποία του είχε υποσχεθεί ότι θα περίμενε την επιστροφή του.

Οι δυο άνδρες πηγαίνουν για ένα ποτό στο σαλούν του Ντάρμπι όπου πληροφορούνται ότι η κοπέλα του Γκιλ αναγκάστηκε να φύγει για το Σαν Φρανσίσκο. Παράλληλα πληροφορούνται για το φόνο του Λάρι Κίνκεϊντ και για την κλοπή μιας ολόκληρης αγέλης από αγελάδες από μια σπείρα κακοποιών που δρα στη συγκεκριμένη περιοχή.

Οι πολίτες της αφιλόξενης αυτής πόλης της Νεβάδα με αρχηγούς τον Τζέραλντ Τέτλεϊ (Γουίλιαμ Έιθ) και τον Τζεφ Φάρνλεϊ (Φρανκ Κόνροϊ) αποφασίζουν να πάρουν τον νόμο στα χέρια τους, να συλλάβουν τους ληστές και να  αποδώσουν οι ίδιοι δικαιοσύνη.

Ο Γκιλ και ο Αρτ, παρά το γεγονός ότι είναι αντίθετοι με το γεγονός αυτό, συμφωνούν αρχικά να βοηθήσουν στην ανεύρεση των δολοφόνων. Η ομάδα των ανδρών καταφέρνει να συλλάβει τρεις άνδρες τον Ντόναλντ Μάρτιν (Ντέινα Άντριους), τον Χουάν Μαρτίνεζ (Άντονι Κουίν) και τον Άλβα Χάρντγουικ (Φράνσις Φορντ). Χωρίς να ξέρουν αν όντως πρόκειται για τους πραγματικούς ενόχους, αποφασίζουν να τους εκτελέσουν δίχως να τους παραπέμψουν στη δικαιοσύνη.


 

Η ταινία, είναι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Γουόλτερ Βαν Τίλμπουργκ Κλαρκ, και σύμφωνα με τον ίδιο τον Χένρι Φόντα, αποτελούσε μία από τις αγαπημένες του. Tα δικαιώματα του μυθιστορήματος του Τίλμπουργκ Κλάρκ, είχαν αποκτηθεί αρχικά από τον Χάρολντ Χέρλεϊ της Paramount. 

Ωστόσο, ο σκηνοθέτης Γουίλιαμ Γουέλμαν που είχε ενθουσιαστεί με το μυθιστόρημα του Τίλμπουργκ Κλαρκ, αγόρασε τα δικαιώματα από τον Χέρλεϊ για λογαριασμό της 20th Century Fox. Η εταιρία παρόλα αυτά δεν θεωρούσε ότι η ταινία θα έκανε επιτυχία και διέθεσε χαμηλό προϋπολογισμό για τα γυρίσματα.

Για την ιστορία, τα γυρίσματα της ταινίας ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 1942 και διήρκεσαν μόλις έναν μήνα. Η ταινία προβλήθηκε τον Μάιο του 1943. Αξίζει δε να σημειώσουμε ότι αρχική επιλογή για τον ρόλο του Γκιλ Κάρτερ ήταν ο Γκάρι Κούπερ που όμως δε δέχθηκε και τη θέση του πήρε ο Χένρι Φόντα. Η ταινία γυρίστηκε εν καιρώ πολέμου και ο Φόντα μετά τη λήξη των γυρισμάτων κατετάγη στο πολεμικό ναυτικό...

Το παράδοξο είναι ότι η ταινία, παρά την αρχικά μέτρια αποδοχή της, κατάφερε να φτάσει μέχρι τα Όσκαρ, όπου και προτάθηκε για Όσκαρ καλύτερης ταινίας. Αποτελεί δε μία από τις τρεις ταινίες στα 85 χρόνια ζωής του θεσμού που μία ταινία προτείνεται μόνο για Όσκαρ καλύτερης ταινίας χωρίς να λάβει καμιά άλλη υποψηφιότητα (οι άλλες δυο ήταν η ταινία Γκραντ Οτέλ (Grand Hotel, 1932) και One Foot in Heaven, 1941). "Η Πόλη του Μίσους" βέβαια δε θα έχει μεγάλη τύχη στην τελετή απονομής καθώς εκείνη την χρονιά θα βρει απέναντι της την κλασσική Καζαμπλάνκα (Casablanca) του Μάικλ Κερτίζ, που δικαίως θα κερδίσει το Όσκαρ καλύτερης ταινίας το 1943.

Δώδεκα χρόνια μετά, μεταφερόμαστε στο 1957, για να θυμηθούμε άλλη μία κλασσική και σπουδαία ταινία, με πρωταγωνιστή τον Χένρι Φόντα. Ο λόγος βέβαια για το φιλμ "Οι 12 Ένορκοι" (12 Angry Men) σε σκηνοθεσία του μεγάλου Sidney Lumet.


 

Δώδεκα ένορκοι συνεδριάζουν για μία υπόθεση φόνου. Όλοι συμφωνούν αμέσως στην ενοχή του κατηγορούμενου. Όλοι ... εκτός από τον ένορκο νούμερο οκτώ, ο οποίος διατηρεί επιφυλάξεις και θέλει να επανεξετάσει την υπόθεση πριν καταδικάσει έναν άνθρωπο σε θάνατο. Σ΄αυτήν του την προσπάθεια θα βρεθεί αντιμέτωπος με την εμπάθεια των υπολοίπων ενόρκων που "αντικατοπτρίζουν" τις προκαταλήψεις μιας ολόκληρης κοινωνίας. Κάθε ψηφοφορία των ενόρκων είναι και μία μάχη.

Είναι συγκλονιστικό το γεγονός, ότι αυτή η ταινία αποτελεί μόλις την πρώτη δημιουργία ενός μεγάλου σκηνοθέτη όπως είναι ο Sidney Lumet. Η ταινία αγαπήθηκε από το κοινό κι έδωσε την ευκαιρία στον Χένρι Φόντα, να αποδείξει για πολλοστή φορά το υποκριτικό του ταλέντο.


 

Η Ακαδημία όμως δεν φαίνεται να είχε την ίδια γνώμη, καθώς έδωσε μεν στο φιλμ τρεις υποψηφιότητες, μεταξύ των οποίων σκηνοθεσίας & σεναρίου, αλλά κανένα χρυσό αγαλματίδιο. Για την ιστορία πάντως να αναφέρουμε ότι στο δημοφιλές κινηματογραφικό site imdb (internet movie data base), στις 250 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, το φιλμ "Οι 12 Ένορκοι", βρίσκεται ιδιαίτερα ψηλά, καταλαμβάνοντας την 7η θέση.

Και βέβαια, δεν θα μπορούσαμε να κλείσουμε το αφιέρωμα μας στον Χένρι Φόντα, χωρίς την ταινία, τον τίτλο της οποίας χρησιμοποιήσαμε και στον τίτλο του σχετικού κειμένου. Ο λόγος βέβαια για το φιλμ,"Κάποτε στη Δύση" (Once Upon a Time in the West) του 1968, σε σκηνοθεσία του Σέρτζιο Λεόνε και με πρωταγωνιστές τους: Τσαρλς Μπρόνσον, Κλαούντια Καρντινάλε και Τζέισον Ρόμπαρντς.


 

Η ταινία δείχνει δύο συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα γύρω από την Φλάγκστοουν, μια φανταστική πόλη της Αμερικανικής Δύσης. Μία «μάχη» σχετικά με την γη για την κατασκευή ενός σιδηροδρόμου και μία αποστολή εκδίκησης εναντίον ενός φονιά.

Η κύρια ιστορία εξελίσσεται γύρω από το Sweetwater, ένα κομμάτι γης κοντά στο Φλάγκστοουν, το οποίο έχει τη μόνη πηγή νερού στην περιοχή. Η γη αγοράστηκε από τον Μπρετ Μακμπέιν, ο οποίος προέβλεψε πως ο σιδηρόδρομος έπρεπε να περάσει από εκείνη την περιοχή για να παρέχει νερό για τις μηχανές ατμού.

Όταν ο μεγιστάνας των σιδηρόδρομων Μόρτον το μαθαίνει, προσλαμβάνει τον πληρωμένο πιστολέρο Φρανκ για να εκφοβίσει τον Μακμπέιν να φύγει απ’ την γη του. Όμως ο Φρανκ, σκοτώνει τον Μακμπέιν και προσπαθεί να ενοχοποιήσει γι' αυτό τον ληστή Τσεγιέν και την συμμορία του. Τότε καταφθάνει η νιόπαντρη σύζυγος του Μακμπέιν, η Τζιλ, από τη Νέα Ορλεάνη, η οποία γίνεται πλέον η κληρονόμος και η νέα ιδιοκτήτρια της γης...

Το "Κάποτε στη Δύση" είναι ένα κλασσικό ιταλικό σπαγγέτι γουέστερν παραγωγής 1968, σκηνοθετημένο από τον μετρ του είδους, Σέρτζιο Λεόνε για την Paramount Pictures.

Πρωταγωνιστούν οι Χένρι Φόντα σε κόντρα ρόλο ως ο κακός, ο Τσαρλς Μπρόνσον ως η νέμεση του, ο Τζέισον Ρόμπαρντς ως ένας ληστής, και βέβαια η Κλαούντια Καρντινάλε ως μία προσφάτως χήρα αγρότισσα με παρελθόν ως πόρνη.


 

Το σενάριο γράφτηκε από τον Λεόνε και τον Σέρτζιο Ντονάτι, βασισμένο σε μια ιστορία των Λεόνε, Μπερνάρντο Μπερτολούτσι και Ντάριο Αρτζέντο. Η widescreen κινηματογράφηση έγινε από τον Τονίνο Ντέλλι Κόλλι, ενώ δε θα μπορούσαμε να παραλείψουμε το γεγονός ότι το Soundtrack της ταινίας υπογράφει ο σπουδαίος Έννιο Μορικόνε.

Η πρώτη έκδοση την ταινίας είχε διάρκεια 166 λεπτά όταν κυκλοφόρησε στις 21 Δεκεμβρίου του 1968. Αυτή ήταν η έκδοση που προβλήθηκε στους Ευρωπαϊκούς κινηματογράφους. Όμως, για την κυκλοφορία στις ΗΠΑ, στις 28 Μαΐου 1969, η ταινία είχε διάρκεια 145 λεπτά από την Paramount. Το 2009, η ταινία πήρε τη θέση της στο Εθνικό Αρχείο Κινηματογράφου, στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου ως "πολιτιστικά, ιστορικά και αισθητικά" σημαντική και θα διατηρηθεί εκεί στο διηνεκές...

Στους ρόλους του Χένρι Φόντα αντικατοπτριζόταν το είδωλο του τίμιου και αγωνιστή Αμερικάνου. Παντρεύτηκε πέντε φορές, ενώ μεταλαμπάδευσε την αγάπη του για τον Κινηματογράφο και στα παιδιά του, τους επίσης ηθοποιούς Τζέιν Φόντα και Πίτερ Φόντα καθώς και στην εγγονή του, Μπρίτζετ Φόντα.

Ο Χένρι Φόντα, έφυγε στις 12 Αυγούστου του  1982, σε ηλικία 77 χρονών. Η Ακαδημία Κινηματογράφου, Τεχνών και Επιστημών της Αμερικής το 1981 του παρέδωσε ένα τιμητικό Βραβείο Όσκαρ, για το σύνολο της καριέρας του. Την επόμενη χρονιά, του έδωσε και το Όσκαρ Α Ανδρικού Ρόλου, για την ερμηνεία του στην ταινία "Στη Χρυσή Λίμνη" (On Golden Pond), το οποίο όμως παρέλαβε εξ ονόματος του, η Τζέιν Φόντα.


 

Εκτός όμως από το Όσκαρ ερμηνείας, το οποίο η αλήθεια είναι ότι το έλαβε αργά στην καριέρα του, το 1977 τιμήθηκε με βραβείο καριέρας και από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου, το οποίο τον έχει κατατάξει έκτο στη λίστα με τους 25 μεγαλύτερους σταρ όλων των εποχών...

 
 
 
 
 
 
 
 
Πηγή : tvxs