ενημέρωση 3:18, 2 October, 2026

Αιμίλιος Βεάκης, ένας κομμουνιστής υμνητής του Μεταξά

Η Ιστορία δεν παραγράφεται ακόμη κι όταν είναι ενοχλητική. Μπορεί να είναι πολλοί αυτοί που θα αιφνιδιαστούν αρνητικά με το ποίημα του Αιμίλιου Βεάκη για τον Ιωάννη Μεταξά – όμως ο Βεάκης είναι ο Βεάκης και ο Μεταξάς είναι ο Μεταξάς. Αν το φέρνουμε στην επιφάνειεα είναι περισσότερο για να προβληματιστούμε σε σχέση με μια εποχή που δημιουργούσε τέτοιου είδους συμπτώματα – κυρίως όμως για να κατανοήσουμε ότι ακόμη και μια μέγιστη προσωπικότητα μπορεί να παραπλανηθεί. Κι ήταν μέγιστη προσωπικότητα ο Βεάκης, φτάνει να θυμηθούμε την Κατίνα Παξινού που είχε πει μετά την αποδημία του: «Πέθανε ο μεγαλύτερος ηθοποιός του τόπου μας. Ο μεγαλύτερος μέσα σε άντρες και γυναίκες. Πόσα μάθαμε από αυτόν τον μεγάλο δάσκαλο της τέχνης». Για να προσθέσει η ίδια πως είχε δει στο «Ολντ Βικ» τον Λόρενς Ολίβιε να κρατάει στο καμαρίνι του τη μάσκα του Βεάκη στον «Βασιλιά Λιρ». Aλλά όπως ακριβώς συμβαίνει με όλους τους μεγάλους, η τεράστια αναγνώριση του Βεάκη συνυπήρξε με την απογοήτευση και όχι σπάνια την οδύνη που πάντα προκαλεί ο φθονερός περίγυρος των μέτριων και των ασήμαντων

Για να φτάνει ως απόηχος σε μια επαρχιακή πόλη τη δεκαετία του '50 το γεγονός ότι ο αθηναίος θείος ενός μικρού παιδιού, όντας κομμουνιστής, συμμετείχε σε μια πορεία των κομμουνιστών προς το Γαλάτσι με παρόντα τον Αιμίλιο Βεάκη, αντιλαμβάνεται κανείς το κύρος που διέθετε ο ηθοποιός αυτός. Για να μεταλλαχθεί το κύρος αυτό - αισθητότατο όσο ζούσε - σε έναν ύμνο όπως τον συνέθεσαν, μετά τον θάνατό του, τα κείμενα, οι λόγοι, οι μαρτυρίες και οι αφηγήσεις, συναδέλφων του ηθοποιών, σκηνοθετών, ποιητών και πεζογράφων. Με λίγα λόγια, σύνολης της πνευματικής και καλλιτεχνικής Ελλάδας.

Σαν να έγινε κατά κάποιον τρόπο η αναφορά στην προσωπικότητα και το έργο του Αιμίλιου Βεάκη ένα αποδεικτικό στοιχείο της υψηλοφροσύνης που διέθετε όποιος καταπιανόνταν μαζί του. Ή ακόμη ένα είδος εξιλασμού για τις περιπέτειες και τα δεινά που είχε υποστεί σε μάκρος χρόνων πολλών λόγω της πολιτικής του τοποθέτησης η εμβληματική αυτή μορφή του θεάτρου. Φαίνεται όμως πως για να κληροδοτηθεί ως παραμύθι στους μεταγενέστερους η ζωή ενός ανθρώπου, πρέπει να έχει υπάρξει δραματική. Λέγεται συχνά ότι «οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν έχουν ιστορία». Και οι πολλές και διαφορετικές φάσεις του Βεάκη αυτό ακριβώς πιστοποιούν: την ύπαρξη μιας ζωής εξόχως δραματικής, που οι τόσοι σκηνικοί του θρίαμβοι και η ομόθυμη αναγνώρισή του από όλους τους άλλους απλώς μεγάλωναν την πίκρα του.
Πότε όμως αρχίζει να γίνεται γνωστός ο Βεάκης, ο πιο πλούσιος υποκριτικά ηθοποιός - κατά τον Γιώργο Παπά - που γνώρισε το θέατρό μας μέσα στα 156 χρόνια της ζωής του; Ο ηθοποιός, που το πιο αποτελεσματικό του όπλο υπήρξε, κατά τον Διονύσιο Ρώμα, η «χαλκόχρυση» φωνή του. Σαφώς και δεν μπορούμε να θεωρήσουμε το έτος 1900, όταν δηλαδή συναντάμε το όνομά του τον Ιούλιο της χρονιάς αυτής στις εξετάσεις που διενεργεί η Δραματική Σχολή του Βασιλικού Θεάτρου. Αν και το 1884 θα πρέπει να θεωρείται μάλλον καθυστερημένος ως χρόνος γέννησής του, το 1901 συγκαταλέγεται στα μέλη ενός θιάσου που παίζει στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών και αργότερα στο Θέατρο Νεαπόλεως επί της οδού Ιπποκράτους.
Το πρόγραμμα του θιάσου που αλλάζει πολύ συχνά περιλαμβάνει τα έργα «Φίλος των γυναικών» του Δουμά, «Τα μήλα του γείτονα» του Σαρντού, «Να τα λέμε;» του Λαμπίς, «Κόμισα Ρομάνι» του Δελαζέν. Στη συνέχεια ο Βεάκης θα χαθεί για δεκατρία χρόνια από την αθηναϊκή σκηνή περιοδεύοντας στην επαρχία. Αιτία υπήρξε η σχέση του με μια γυναίκα - ηθοποιό, τη Μαίρη Βεάκη. Η φήμη όμως της αξίας του πετούσε από την επαρχία στην Αθήνα και, αφού θα στρατευθεί το 1912, με την έναρξη του Ελληνοτουρκικού Πολέμου, το 1914 θα εγκατασταθεί στην Αθήνα συνεργαζόμενος με τα δύο μεγάλα θεατρικά συγκροτήματα της εποχής, της Κοτοπούλη και της Κυβέλης.
Για να ακολουθήσει από το 1914 ώς το 1951, όταν φεύγει από τη ζωή, μια πορεία που την γκάμα της ο αυστηρός αλλά δίκαιος Αγγελος Τερζάκης τη διατυπώνει σε ένα επιμνημόσυνο κείμενό του με τα παρακάτω λόγια: «Αρχιζε από την αττική τραγωδία και έφθανε στην νεοελληνική ηθογραφία, από το νατουραλιστικό δράμα στην κλασική κωμωδία. Χειριζόταν με άπειρη δεξιοτεχνία όλα τα είδη του δραματικού θεάτρου δίχως εξαίρεση ο Βεάκης. Παίζοντας στο ελεύθερο θέατρο, είχε κινηθεί από την βουλβαρδιέρικη κωμωδία ώς τη φάρσα. Το "Εθνικό Θέατρο" τού έδωσε την ευκαιρία να σταθεί στο βάθρο που του ταίριαζε. Σπάνια ιδιοφυΐα, προικισμένη με όλα τα εφόδια περιεχομένου και μορφής που μπορεί ποτέ να συμπέσουν σε ένα και το ίδιο πρόσωπο. Αν ζούσε σ' άλλη, μεγαλύτερη χώρα, και είχε για μητρική του γλώσσα μια από τις σήμερα παγκόσμιες, θα ήταν αστέρι πρώτου μεγέθους στον διεθνή καλλιτεχνικό ορίζοντα. Εδώ, έλαμψε, μα και πέρασε δύσκολες ώρες. Αυτό δεν εμποδίζει να στέκεται στο καλλιτεχνικό μας πάνθεον μορφή μυθική. Το όνομά του έχει γίνει κιόλας θρύλος».
Πώς συνδυάζεται όμως το όνομα του κομμουνιστή Αιμίλιου Βεάκη με το όνομα του Ιωάννη Μεταξά; Πώς γίνεται ο καλλιτέχνης αυτός που δεινοπάθησε για τις ιδέες του να υμνήσει τον δικτάτορα της 4ης Αυγούστου; Τι τον ώθησε να γράψει το ποίημα «Θρήνοι και κλάψες όχι, στη θανή σου», όταν το ίδιο το θέατρο τον είχε αρνηθεί σε βαθμό που να μην βρίσκει δουλειά λόγω της ιδεολογίας του, ώς τη στιγμή που τον αγκάλιασε η πραγματικά μεγάλη κυρία του θεάτρου, η Κυρία Κατερίνα; Ας διαβάσουμε όμως πρώτα το ίδιο το ποίημα:
«Θρήνοι και κλάψες όχι, 
      στη θανή σου,
Νίκης πολεμικά μονάχα 
      θούρια!
Μέσα μας παιάνες θ' αντηχά
      η φωνή σου,
φτερούγισμα καινούριο,
      ορμή καινούρια.
 
Ο θάνατός σου εσφράγισε
      τη Νίκη
με φωτεινή ακατάλυτη 
      σφραγίδα.
Μεσημεριού λαμπράδα
      η αμφιλύκη!
Κ' είν' έργο πια το που ήταν
      πριν ελπίδα.
 
Στη σκοτεινιά δεν έσβυσε
      το φως σου.
Οραμα φωτεινό μπροστά του 
      απλώθη:
Θρίαμβος των όπλων - νίκη! 
      - ο στοχασμός σου,
φυλής αναστημένης
      αιώνιος πόθος.
 
Ακόμα και στις ύστερες
      στιγμές σου,
στην ύστατη που 
      σε φωτούσε αχτίδα,
Δεν νοιάστηκες για σένα. 
      Οι Ελληνές σου
στερνή σου ανάσα και 
      στερνή σου ελπίδα.
 
Εργο σου νικηφόρο 
      να κορώσεις
την εθνική ψυχή, πυρή 
      λαμπάδα,
και στις μελλούμενες γενιές 
      να δώσεις
ασύγκριτη μια δοξασμένη
      Ελλάδα.
 
Θρήνοι και κλάψες για
      το θάνατό σου
δε στέκουν, όχι,
      εσέ δε σου ταιριάζουν.
Θούρια μονάχα ο νικητής
      στρατός σου
και του λαού τα πλήθη
      ας αλαλάζουν.»
 
 
Υπάρχει ένας ή μάλλον δύο τρόποι να βλέπουμε τα πράγματα. Ο ένας τρόπος είναι να τα αποτιμούμε σύμφωνα με το ήθος και το ύφος της στιγμής όπου συνέβησαν. Ο δεύτερος αναφέρεται στη θεώρησή τους, όταν κανείς πια πρωταγωνιστής ή κομπάρσος, που συνέδραμε στην εξέλιξή τους, δεν υπάρχει στη ζωή. Οσο χρεοκοπημένος είναι ο πρώτος όσον αφορά μια απαραίτητη μορφή αμεροληψίας άλλο τόσο απάνθρωπος μπορεί να ηχήσει ο δεύτερος.
Ακόμα και με το μέτρο της στιγμής που γραφόταν το ποίημα, στις αρχές του 1941 (ο Μεταξάς πέθανε στις 29 Ιανουαρίου), σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αγανακτήσει κανείς, όπως αγανακτεί με τα κείμενα για τον Μεταξά της Μαρίκας Κοτοπούλη, του Μανώλη Καλομοίρη, του Σπύρου Μελά, του Μ. Καραγάτση, του Κωστή Μπαστιά, του Πέτρου Χάρη. Χωρίς να μπορεί να τους κατηγορήσει κανείς για ιδεολογικό τυχοδιωκτισμό, ωστόσο ήταν καλλιτέχνες και πνευματικοί δημιουργοί με μια διάθεση συμβιβασμού ακόμη και σε εκτροχιασμένες περιόδους πολιτικής ζωής. Προπαντός σε σχέση με τη δωρικότητα του Αιμίλιου Βεάκη. Φτάνει να διαβάσουμε με προσοχή το κείμενο που κατέθεσε, μετά την ανάκρισή του, στις 27 Μαρτίου του 1945.
 
«Προς τον κύριον ανακριτήν παρά τω Γ' αστυνομικώ τμήματι…
Κατά την χθεσινήν ανάκρισίν μου εζητήσατε να σας καθορίσω δι' υπομνήματος την ιδεολογία μου. Ιδού, αυτή: για να αποκτήσω τις πνευματικές ικανότητες που απαιτεί η τέχνη μου, είχα χρέος να μελετήσω εντατικά την Ζωή. Προσπάθησα με στοχαστική παρατηρητικότητα να αποκτήσω σαφή γνώση των προβλημάτων που δημιουργούν την ευτυχία ή την δυστυχία του ανθρώπου. Εμαθα να αναζητώ τους καημούς της ανθρώπινης καρδιάς και να ξεχωρίζω το εσωτερικό δράμα του ανθρώπου, τόσο στη σχέση του με το κοινωνικό σύνολο, όσο και με την ατομική του ύπαρξη, τη συνείδησή του. Ετσι αισθάνθηκα μέσα μου ολόφωτα εκδηλωμένη την αγάπη του ανθρώπου. Πιστεύω πως εκείνο που μπορεί να κάνει τον άνθρωπο να βρει τη γαλήνη της ψυχής, την ευτυχία, είναι να αποκτήσει με τη μόρφωση τη δυνατότητα να αντικρίζει θαρρετά το φως της αλήθειας και γερά ερματισμένος από τη γνώση του Ορθού, του Καλού και του Δικαίου, να μπορεί μόνος του να κρατεί το τιμόνι της ζωής του στη σωστή ρότα που χάραξε, χωρίς φόβο να τον παρασύρουν οι πλανεροί άνεμοι…».
 
Δεν γίνεται όμως παρ'όλα αυτά να μην αναρωτηθούμε όσον αφορά την «παρεκτροπή» του Βεάκη με τον Μεταξά. Να παραμερίστηκε άραγε προσωρινά ο Μεταξάς (μέσω του υπουργού του Μανιαδάκη) «του πάγου και του ρετσινόλαδου» και να επικράτησε η εικόνα του ανθρώπου που τρεις μήνες πριν από τον θάνατό του αντέταξε το «Οχι» στους Ιταλούς; Να αφορούσε μήπως τον Μεταξά που, κατά τον Παντελή Πρεβελάκη, «δεν αρνήθηκε ποτέ οτιδήποτε του ζητήθηκε για την προστασία και την προαγωγή της ελληνικής τέχνης», ενώ «υπήρξε συνάμα στα ζητήματα της τέχνης εντελώς ανεξίθρησκος»; Να ήταν μήπως για τον αποφασιστικό δημοτικιστή που έγραψε ανάμεσα σε άλλα: «Η γλώσσα πολλών καθαρευουσιάνων ενθυμίζει μία χωριάτισσα που θέλει να κάνει την κυρία, η δε γλώσσα πολλών δημοτικιστών είναι μία κυρία που της αρέσει να κάνει την χωριάτισσα».
Ομως δεν έχει παρά να διαβάσει κανείς δυο εγγραφές από το «Ημερολόγιο» του Βεάκη το 1941 για να εννοήσει πως το ποίημα «Θρήνοι και κλάψες όχι, στη θανή του» κάθε άλλο παρά για τον δικτάτορα θα μπορούσε να είναι. Γράφει: «Τηλεφωνώ στον Φελίτση στο θέατρο. "Τι γίνεται;" τον ρωτώ. Και παίρνω αυτή την απάντηση: "Βγείτε να δείτε την Ακρόπολη και να καταλάβετε τι γίνεται". Βγαίνω στο μπαλκόνι μου και βλέπω: ο Αγκυλωτός Σταυρός κυματίζει μπροστά στον Παρθενώνα, στο ίδιο κοντάρι που ώς χθες κυμάτιζε η ελληνική σημαία. Δεν μπορώ να πω τι νιώθω. Ενα κενό, ένα βουβό κενό μέσα μου […] Από τις 16 έως τις 27 Ιουλίου παίζω τον Οιδίποδα στο Ωδείο Ηρώδου. Την Τρίτη 29, στις εφτά το πρωί με συλλαμβάνουν οι Ιταλοί ως επικίνδυνο προπαγανδιστή και με κλείνουν στις φυλακές Αβέρωφ χωρίς απολογία ή ανάκριση».
Αλλωστε 73 χρόνια μετά τον θάνατο του Μεταξά οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ο περιλάλητος δικτάτορας έχει καταλήξει σε μια αμφισβητούμενη φυσιογνωμία ώστε να χρειάζεται η αναψηλάφισή της, όπως απεφάνθη πρόσφατα ένας προοδευτικός άνθρωπος του θεάτρου.
Επιπλέον, η αναφορά του ονόματος του Μεταξά στο «Τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή καθώς συνδυάζεται με μια από τις πιο ουσιαστικές και ειδυλλιακές σκηνές του βιβλίου κάθε άλλο παρά σε έναν Μεταξά - τύραννο παραπέμπει. Θα έλεγε κανείς πως μιλάει για έναν Μεταξά ως μια αρνητικά προκλητική σφήνα στην πολιτική ζωή της Ελλάδας, αλλά καταλυτικό προκειμένου να εξαρθεί η σημασία της ιδιωτείας, σε σχέση με την ηρωίδα του Νίνα, παρά να υπογραμμιστούν τα δύστηνα χρόνια της δικτατορίας.

 

Ο άγνωστος Μάνος της οθόνης και της ζωής

Μήπως ήρθε η ώρα, είκοσι χρόνια από τον θάνατό του και 89 από τη γέννησή του, να ακούσουμε όσα δεν ξέρουμε για τον συνθέτη που έντυσε πολλές νύχτες μας με νότες και συναίσθημα; Δύο συναυλίες στο Ηρώδειο, τον Σεπτέμβριο, ξεκινούν την εξερεύνηση και τη συστηματική παρουσίαση του άγνωστου εν πολλοίς και ανέκδοτου έργου του, που δεν έχει παρουσιαστεί μέχρι σήμερα συναυλιακά. Μαζί και άγνωστες, χαμένες ή ξεχασμένες σκέψεις του στο χαρτί

«Αδ ι α φ ο ρ ώ για τη δόξα. Με φυλακίζει στα όρια που εκείνη καθορίζει κι' όχι εγώ.

»Π ι σ τ ε ύ ω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει κι όχι σ' αυτό που μας διασκεδάζει και μας κολακεύει εις τας βιαίως αποκτηθείσας συνήθειές μας.
»Ε π ι θ υ μ ώ να έχω πολλά χρήματα για να μπορώ να στέλνω "εις τον διάβολον" - που λένε - κάθε εργασία που δεν με σέβεται. Το ίδιο και τους ανθρώπους.
»Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα».
Αυτό είναι το «καταστάλαγμα του βίου» του, όπως το χαρακτήριζε ο Μάνος Χατζιδάκις σε ένα αυτοβιογραφικό κείμενό του, που δημοσίευσε το 1980 στην ομογενειακή εφημερίδα «Νέος Κόσμος» της Μελβούρνης. Το αποκαλυπτικό κείμενο, που κάποτε γίνεται καταπέλτης για τη δημόσια ζωή και τις θέσεις του συνθέτη - ο οποίος αναφέρει ότι μέχρι τότε είχε στο ενεργητικό του 2.000 τραγούδια και, βεβαίως, το Οσκαρ Τραγουδιού για «Τα παιδιά του Πειραιά» στην ταινία «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασσέν - βρέθηκε στα χαρτιά του, ύστερα από χρόνια, και θα ξαναδεί το φως στο πρόγραμμα δύο συναυλιών, στο Ηρώδειο, στις 24 και 25 Σεπτεμβρίου. 
 
Αφορμή, τα είκοσι χρόνια από τον θάνατό του. Στόχος, οι δύο αυτές συναυλίες υπό τον τίτλο «Τρόποι του Φεγγαριού» να αποτελέσουν την απαρχή στη συστηματική παρουσίαση του έργου του, των απάντων του, διανθισμένων και από πολλά ανέκδοτα μέχρι σήμερα έργα, με την επιμέλεια και την επίβλεψη του γιου του, Γιώργου Χατζιδάκι - διαχειριστή, προστάτη και κληρονόμου της μουσικής και των καταγεγραμμένων σκέψεών του.
Ανέκδοτα έργα, όπως η μουσική που έγραψε, με έμπνευση «τα σύμβολα της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της πνευματικής ανάτασης, αλλά και της βίας της εξουσίας μέσα από μορφές της σύγχρονης ιστορίας που πέρασαν στον ύψιστο ποιητικό κόσμο» για την ταινία του Τζουζέπε Φεράρα «Faccia di Spia», του 1975, στα χρόνια που ο συνθέτης έζησε για λίγο στην Ιταλία και συναντήθηκε και συνεργάστηκε με καλλιτέχνες του ιταλικού νεορεαλισμού, που έφεραν και μια πιο αριστερή σκοπιά στη μεγάλη οθόνη.
 
Η ταινία εστιάζει στα παιχνίδια της αμερικανικής CIA, αλλά και άλλων μυστικών υπηρεσιών όπως η βρετανική ΜΙ6, σε χώρες που μάχονταν για την ελευθερία τους και το δικαίωμα να εκλέγουν δημοκρατικά τους ηγέτες τους, αλλά και στις «εξαφανίσεις» ή δολοφονίες ηγετών της αριστερής κυρίως όχθης που ταυτίστηκαν με τους αγώνες αυτούς.
 
Ετσι, στα πλάνα της παρελαύνουν προσωπικότητες όπως ο αρχηγός της αριστερής Εθνικής Ενωσης Λαϊκών Δυνάμεων (UNPF) του Μαρόκου Μεχντί Μπεν Μπαρά, ο οποίος «εξαφανίστηκε» - μέχρι σήμερα δεν έχει εξακριβωθεί κάτω από ποιες συνθήκες - στο Παρίσι το 1965, ύστερα από τη θαρραλέα στάση απέναντι στον πανίσχυρο αντίπαλό του Χασάν Β'. Στις τελευταίες σκηνές σκοτεινά όργανα του καθεστώτος, με μαύρα γυαλιά, εμφανίζονται να καρφώνουν το δεμένο ημίγυμνο κορμί του Μπεν Μπαρκά (τον ενσαρκώνει ο Φρανσίσκο Ραμπάλ) με σούβλα στο μέρος της καρδιάς, με τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι να ενισχύει το δράμα.
 
Ομως στον ίδιο καμβά - με άξονα τις παρασκηνιακές κινήσεις της CIA -, ντυμένο και ενισχυμένο καταλυτικά από τη μουσική του Χατζιδάκι, κεντάει τη δική του ιστορία το δίδυμο Σαλβαντόρ Αλιέντε (με τη μορφή του ιταλού ηθοποιού Ούγκο Μπολόνια) και Αουγκούστο Πινοτσέτ στη Χιλή, ο δολοφονηθείς ηγέτης του Αγώνα για την Ανεξαρτησία του Κονγκό Πατρίς Λουμούμπα, πρώτος δημοκρατικά εκλεγμένος πρωθυπουργός της χώρας, η δράση του Τσε Γκεβάρα (τον υποδύεται ο Κλάουντιο Καμάσο) στη Βολιβία το 1967, η αμερικανική εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων της Κούβας το 1961 και η δολοφονία του Τζ. Φ. Κένεντι το 1963, οι ταραχές στη Γουατεμάλα το 1954, η δράση μεγάλων χρηματοπιστωτικών φορέων και η σύμπραξή τους με τις μυστικές υπηρεσίες... Στο στόρι παρεισφρέει και η γνωστή από τη θρυλική ταινία της Λίνα Βερτμίλερ «Ιστορία έρωτα και αναρχίας» (παρέα με τον Τζιανκάρλο Τζανίνι) Μαριάντζελα Μελάτο, στον ρόλο της αριστερής Τάνια.
Η ταινία ίσως έχει ξεχαστεί, όπως και η μουσική της που παρέμεινε ανέκδοτη και δεν είχε αποδοθεί μέχρι σήμερα συναυλιακά. Στις δύο βραδιές για τους «Τρόπους του Φεγγαριού», στο Ηρώδειο, η Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΝΕΡΙΤ και το Μουσικό Σύνολο Μάνος Χατζιδάκις, υπό τον Λουκά Καρυτινό, θα αναλάβουν την πρώτη παρουσίαση, μαζί με άλλες μουσικές και τραγούδια του συνθέτη για τον κινηματογράφο (στο δεύτερο μέρος οι Ελλη Πασπαλά και Vassilikos θα αποδώσουν τραγούδια που τον έκαναν γνωστό ανά την υφήλιο).
 
«Από τη σιωπή...»
Ο Μάνος Χατζιδάκις, όπως αποδεικνύεται και από ανέκδοτα γραπτά του, είχε ήδη κατασταλαγμένη άποψη για την κινηματογραφική μουσική και τη μαγεία της: «Σαν μίλησαν οι φιγούρες, σκοτώθηκε η σιωπή κι ο χώρος γέμισε αμηχανία και Μουσική. Ετσι γεννήθηκε η Μουσική του Κινηματογράφου. Από τη σιωπή», όπως έγραφε σε ανέκδοτο κείμενο - θα περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα των συναυλιών.
 
Η πρώτη συναυλιακή παρουσίαση της μουσικής για την πολιτική ταινία «Faccia di Spia» γίνεται αφορμή για να φωτιστεί και μια άγνωστη στο ευρύ κοινό περίοδος δημιουργίας και κατασταλαγμένων σκέψεων του Μάνου Χατζιδάκι.
Γυρίζουμε πίσω στο 1975, χρονιά κατά την οποία - όπως έγραφε ο συνθέτης στο χαμένο μέχρι σήμερα κείμενό του υπό τον τίτλο «Βιογραφικό σε πρώτο προσωπικό», για την εφημερίδα «Νέος Κόσμος» της Μελβούρνης - «αρχίζει μια διάσημη "εποχή μου" που θα τη λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε, ή υπαλληλική, που με κατέστησε πάλι διάσημο σ' όλους τους απληροφόρητους συμπατριώτες μου και σ' όσους πίστεψαν πως τοποθετήθηκα χαρακτηριστικά στις όποιες θέσεις της δημόσιας ζωής.
 
Μέσα σ' αυτή, που λέτε, την περίοδο, προσπάθησα, ανεπιτυχώς είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω "ακριβές καφενειακές ιδέες" πότε στην ΕΡΤ και πότε στο υπουργείο Πολιτισμού. Και οι δύο ετούτοι οργανισμοί, βαθύτατα διαβρωμένοι και σαθροί από τη γέννησή τους, κατάφεραν ν' αντισταθούν επιτυχώς ώσπου στο τέλος να με νικήσουν "κατά κράτος". Παρ' όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό, γεννήθηκε η φιλελεύθερη έννοια του Τρίτου Προγράμματος και επιβλήθηκε σε ολόκληρο τον τόπο».
 
Είναι η περίοδος που ο συνθέτης είναι αναπληρωτής γενικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (1974-1977) και χρίζεται διευθυντής μουσικών προγραμμάτων και αργότερα διευθυντής του ανεξαρτητοποιημένου Τρίτου Προγράμματος της ΕΡΤ (1975-1982).
 
Εχει ήδη γράψει, το 1974, τη μουσική για τη γαλλική τηλεταινία του Μαρσέλ Κραβέν «La voleuse de Londres» και το περίφημο «Sweet Movie» του Ντούσαν Μακαβέγιεφ. Ομως ποιος θυμάται ότι λίγο πριν από τη σύνθεση της μουσικής για το «Faccia di Spia» βρέθηκε στα ίδια πλατό με μεγάλα τότε ονόματα του ευρωπαϊκού σινεμά, όπως ο Κλάους Κίνσκι, η Μαρία Σελ και ο Κουρτ Γιούργκενς, χάρη στη μουσική που έγραψε για την πρώτη έγχρωμη ελληνική τηλεοπτική σειρά, σε παραγωγή Παύλου Πισσάνου, την «Κατοχή». Η σειρά, 21 επεισοδίων, έφερε τότε στη μικρή οθόνη (μέσω της ΥΕΝΕΔ) τους Γιώργο Φούντα, Ολγα Πολίτου, Δημήτρη Μπισλάνη, Δήμο Σταρένιο, Γιώργο Αρμαδώρο, μαζί με τους παραπάνω σταρ του κινηματογράφου, σε μια ιστορία σαμποτάζ κατά των Γερμανών στην Κρήτη.
 
Η σειρά πουλήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 σε γερμανικό ιδιωτικό κανάλι, όπου και προβλήθηκε (μάλιστα με ντουμπλαρισμένους στα ελληνικά, όπως ήταν και αρχικά, τον Κουρτ Γιούργκενς και τη Μαρία Σελ!). Πλέον, φέρονται να αγνοούνται τα ίχνη της δουλειάς, που «κρύβει» αυτή την άγνωστη και επίσης μουσικά ανέκδοτη πτυχή δημιουργίας του Μάνου Χατζιδάκι. Ο οποίος μετά το «Faccia di Spia», το 1976 πλέον, υπέγραψε άλλο ένα χαμένο συνθετικό του ντοκουμέντο: την ταινία μικρού μήκους του Αντώνη Λυμπέρη «Για μια δραχμή».
 
Η πρώτη φορά
Ο Μάνος Χατζιδάκις είχε δοκιμαστεί για πρώτη φορά στην κινηματογραφική μουσική τριάντα χρόνια πριν, το 1946, με τους «Αδούλωτους σκλάβους», με την 20χρονη τότε Ελλη Λαμπέτη, τον Ζώρα Τσάπελη και τον Γιώργο Ταλάνο. Βάζοντας νότες και μουσικές εικόνες στην ιστορία μιας παρέας νέων, που λίγο προτού ξεσπάσει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, στην Αθήνα, ετοιμάζεται να ανεβάσει το «Ονειρο θερινής νυκτός» του Σαίξπηρ - σχέδιο που τους το ματαιώνει ο πόλεμος. Εκείνο το μουσικό πρωτόλειο του Χατζιδάκι έφερε την υπογραφή του Μάριου Πλωρίτη αρχικά, αλλά τελικά το σενάριο ολοκλήρωσε ο Βίων Παπαμιχάλης. 

Οι «Αδούλωτοι σκλάβοι», εκτός από την πρωτιά Χατζιδάκι, σηματοδότησαν και την πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση της Ελλης Λαμπέτη και εκείνη του Ζώρα Τσάπελη (στον ρόλο του σκηνοθέτη).

Εκτός από τις άγνωστες στο ευρύ κοινό μέχρι πρόσφατα μουσικές του - που, επιτέλους, δισκογραφήθηκαν - για το γουέστερν «Blue» με τον Τέρενς Σταμπ (τον θυμάστε στο «Θεώρημα» του Παζολίνι ή στην αυστραλιανή «Πρισίλα, βασίλισσα της ερήμου»;), φαίνεται ότι η συστηματική παρουσίαση των έργων του Χατζιδάκι, έναυσμα για την οποία αποτελούν οι δύο συναυλίες στο Ηρώδειο, υπάρχουν πολλές μουσικές για τον κινηματογράφο που έχουν μείνει μόνο στα σάουντρακ ταινιών που έχουν πλέον ξεχαστεί. 

Οπως τραγούδια από το «Μεμέτ, αγάπη μου» («Μemed My Hawk», βρετανική παραγωγή του 1984 σε σκηνοθεσία Πίτερ Ουστίνοφ και σενάριο του Τούρκου Γιασάρ Κεμάλ, που θα ακουστεί στις συναυλίες), όπως και από το «Steps» (του Λίοναρντ Χίρσφιλντ από το 1966, σε σενάριο Βασίλη Βασιλικού, με την Ειρήνη Παπά και τον Τάκη Εμμανουήλ) και από το «The Martlet's Tale» του Τζον Κρόουθερ (από το 1970, με την Κατίνα Παξινού).

Ομως μένει να εξερευνηθεί ένας κατάλογος με πάνω από 90 σάουντρακ που είχε υπογράψει από το 1946 με τους «Αδούλωτους σκλάβους» έως και το 1995 με την «Ελεύθερη κατάδυση» του Γιώργου Πανουσόπουλου, σε σενάριο Βασίλη Αλεξάκη, με τους Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και Αλέκο Συσσοβίτη, που έκλεισε, ουσιαστικά μετά θάνατον, τον κύκλο των μουσικών για τον κινηματογράφο που έπλασε από τη... σιωπή, όπως έλεγε, ο Μάνος Χατζιδάκις.
 

Οι ευχάριστες και οι δυσάρεστες εκπλήξεις των νέων δοκιμών πρόσκρουσης του IIHS

Σχεδόν έξι μήνες μετά τα σοκαριστικά αποτελέσματα των δοκιμών πρόσκρουσης που πραγματοποίησε το αμερικανικό Ινστιτούτο για την Οδικη Ασφάλεια στους Αυτοκινητοδρόμους με τη συμμετοχή αυτοκινήτων πόλης, η παθητική ασφάλεια που είναι ικανά να προσφέρουν συμπαγών διαστάσεων τετράτροχα επιστρέφει στο προσκήνιο της επικαιρότητας.

Αυτή τη φορά στις δοκιμασίες πρόσκρουσης του IIHS συμμετείχαν προτάσεις που βάσει των διαστάσεων τους θα μπορούσαν να τοποθετηθούν στην ευρύτερη κατηγορία των μικρομεσαίων οχημάτων, ξεπερνώντας σε μήκος τα τέσσερα μέτρα.

Βέβαια, ανάμεσα στα 12 αυτοκίνητα που συμπεριλήφθηκαν στον συγκεκριμένο κύκλο δοκιμών του IIHS συναντά κανείς και προτάσεις που ουσιαστικά αποτελούν κομμάτι της κατηγορίας των super mini, όπως το MINI Countryman, το Nissan Juke και το Fiat 500L.

Δύο ηλεκτροκίνητα μοντέλα και ένα υβριδικό, όπως άλλωστε και η παρουσία των Subaru ΒRZ και Toyota GT86, διευρύνουν την γκάμα των οχημάτων που συμμετείχαν στις πρόσφατες δοκιμές πρόσκρουσης που πραγματοποίησε το αμερικανικό Ινστιτούτο για την Οδικη Ασφάλεια στους Αυτοκινητοδρόμους.

Ρίχνοντας μια σύντομη ματιά στα αποτελέσματα, γίνεται σαφές πως η δοκιμασία της μετωπικής πρόσκρουσης σε σταθερό εμπόδιο μικρής επιφάνειας το οποίο καλύπτει μόλις το 25% του μπροστινού τμήματος -overlap test στη γλώσσα των Αμερικανών- ήταν εκείνη που προκάλεσε τα μεγαλύτερα προβλήματα και στα 12 αυτοκίνητα που συμμετείχαν σε αυτή.

Επί της ουσίας, το MINI Countryman αποτέλεσε το μοναδικό τετράτροχο που κατάφερε να διακριθεί στη δοκιμασία του overlap, καθώς η ανθεκτικότητα του πλαισίου, σε συνδυασμό με την αποτελεσματική λειτουργία των συστημάτων παθητικής ασφαλείας, περιόρισε σημαντικά τον κίνδυνο τραυματισμού του οδηγού.

Αντιθέτως, απογοητευτικά ήταν τα αποτελέσματα για τέσσερα από τα μοντέλα του νέου κύκλου δοκιμών του IIHS. Ο λόγος για τα Fiat 500L, Nissan Juke, Nissan Leaf και Mazda5, τα οποία απέτυχαν να διαφυλάξουν πρωτίστως τη δομική συνοχή του θαλάμου επιβατών και δευτερευόντως τη σωματική ακεραιότητα του οδηγού.

«Η κατάρρευση του θαλάμου επιβατών αποδείχθηκε καταστροφική για τέσσερα από τα αυτοκίνητα του group, ένας ανθεκτικός θάλαμος επιβατών επιτρέπει στα συστήματα ασφαλείας να κάνουν τη δουλεία τους, απορροφώντας την ενέργεια της πρόσκρουσης και ελέγχοντας την κίνηση του σώματος», δήλωσε ο Joe Nolan, αντιπρόεδρος του τμήματος έρευνας οχημάτων του IIHS.

Ξεχωριστές προκλήσεις εξαιτίας του πρόσθετου βάρους των συσσωρευτών ηλεκτρικής ενέργειας αντιμετωπίζουν στο overlap crash test τα ηλεκτροκίνητα οχήματα. 

To Chevrolet Volt ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις της συγκεκριμένης δοκιμασίας, καθώς ο κίνδυνος τραυματισμού του οδηγού κρίθηκε μικρός, σε αντίθεση με το Nissan Leaf, όπου η υποχώρηση του θαλάμου επιβατών κατά 40 εκατοστά στο επίπεδο του δαπέδου και κατά 35 εκατοστά στο επίπεδο του ταμπλό, περιόρισε σημαντικά τον ζωτικό χώρο του οδηγού.

Σε ό,τι αφορά στα υπόλοιπα μοντέλα που συμμετείχαν στη δοκιμασία του IIHS, ικανοποιητική κρίθηκε η συμπεριφορά των Subaru BRZ, Scion FR-S (Toyota GT86), Ford C-MAX Hybrid και Mitsubishi Lancer, ενώ ως οριακή χαρακτηρίζεται η προστασία που προσφέρουν τα Scion xB και Hyundai Veloster.

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το overlap test που διενεργεί το αμερικανικό Ινστιτούτο για την Οδικη Ασφάλεια στους Αυτοκινητοδρόμους αποτελεί με διαφορά την απαιτητικότερη δοκιμασία μετωπικής σύγκρουσης, καθώς η μικρή επιφάνεια του σταθερού εμποδίου στην οποία το όχημα προσκρούει με ταχύτητα 40 μιλίων/ώρα (περίπου 65 χλμ./ώρα) επί της ουσίας παρακάμπτει τη ζώνη παραμόρφωσης, με αποτέλεσμα να καλείται ο θάλαμος επιβατών να διαχειριστεί στο ακέραιο τις δυνάμεις που αναπτύσσονται τη στιγμή της πρόσκρουσης.

 

  • Κατηγορία AUTO-MOTO
  • 0

Placebo: "Βρισκόμαστε μόλις στην αρχή"

Με αφορμή τη μεγάλη και μοναδική συναυλία των Placebo στην Αθήνα τηνΠαρασκευή 8 Αυγούστου, είχαμε την ευκαιρία για μια όμορφη κουβέντα σε ένα ευχάριστο και φιλικό κλίμα με τον Stefan Olsdal, τον σουηδό μπασίστα της αγαπημένης -και του ελληνικού κοινού- λονδρέζικης, εναλλακτικής ροκ μπάντας. Διαβάστε τι μας είπε στη συνέντευξή του στο in.gr.

Stefan, πες μας μερικά πράγματα για το τελευταίο σας άλμπουμ «Loud Like Love».
"Είναι το 7ο άλμπουμ μας και είναι ένα πάρα πολύ "Placebo" album, ένας δίσκος στον οποίο κυριαρχεί ο ήχος της κιθάρας και που συγκριτικά με το προηγούμενο άλμπουμ μας αυτό είναι περισσότερο ευαίσθητο και λιγότερο πομπώδες, υπάρχει περισσότερο συναίσθημα, εξερευνεί με τους στίχους του διάφορες πλευρές της αγάπης και είμαστε πιο συναισθηματικοί ως Placebo." 

Πόσο απέχετε ή πόσο κοντά είστε με τους Placebo των 90s;
"Από μια σκοπιά, είμαστε πολύ μακριά από την περίοδο εκείνη. Ήμασταν (ηλικιακά) στα 20 μας τότε και έχει περάσει πραγματικά, τόσος πολύς καιρός. Ουσιαστικά, ακόμη είμαστε ένα ροκ τριο, όπως ήμασταν και τότε, άλλα έχουμε προχωρήσει ως άνθρωποι και νομίζω ότι έχουμε πάει καλά, έχουμε βελτιωθεί, γίναμε καλύτεροι στο να παίζουμε, στο να γράφουμε τραγούδια, είμαστε περισσότερο συγκεντρωμένοι και εστιασμένοι σε αυτό που κάνουμε από ό,τι ήμασταν εκείνη την περίοδο." 

H μπάντα μετράει ήδη 20 χρόνια παρουσίας. Ποια θεωρείς πως ήταν η πιο σημαντική σας στιγμή έως σήμερα;
"Η πιο σημαντική στιγμή ήταν όταν συναντηθήκαμε με τον Brian (Molko) κατά τύχη στο Λονδίνο το 1994. Δεν γνωρίζαμε ότι βρισκόμασταν και οι δυο εκεί και τυχαία ένα πρωί ο Brian με είδε στο σταθμό του μετρό και με φώναξε. Από τότε ήμασταν σε επαφή και ξεκινήσαμε την μπάντα, έτσι αν δεν ήμασταν εκείνο το πρωί και οι δυο στο μετρό οι Placebo δεν θα είχαν υπάρξει ποτέ". 

Πες μου τη γνώμη σου για τα δυο άλλα μέλη του γκρουπ, τον Brian Molko και τον Steve Forrest.
"Ο Steve (Forrest) πάντα βλέπει τη θετική πλευρά των πραγμάτων σε όλα, ακόμα και αν ο κόσμος πρόκειται να καταστραφεί, εκείνος θα βρει κάτι θετικό σε αυτό. Ο Brian είναι εκείνος που μερικές φορές σκέφτεται πάρα πολύ, αποσύρεται σε μια γωνία, συσκέπτεται με τον εαυτό του και στο τέλος έχει μια σπουδαία ιδέα, ένα μεγάλο όραμα". 

Τι σας κράτησε ενωμένους ως μπάντα όλα αυτά τα χρόνια;
"Πιστεύω, αυτό οφείλεται στο ότι μοιραζόμαστε το ίδιο πάθος για τη μουσική και επίσης μοιραζόμαστε το σεβασμό για τη δημιουργικότητα των άλλων." 

Πως θα χαρακτήριζαν οι Placebo τους... Placebo;
"Βρισκόμαστε μόλις στην αρχή. Αυτή, είναι μόνο η αρχή, μόλις ξεκινήσαμε." 

Έχετε αντιμετωπίσει ακραίες αντιδράσεις από το κοινό ενώ ήσασταν στη σκηνή;

"Ναι, πάρα πολλές φορές. Από τις πιο αρνητικές αντιδράσεις έως τις πιο θετικές. Για παράδειγμα, όταν πρωτοξεκινούσαμε ως μπάντα και ανοίγαμε συναυλίες άλλων, ο κόσμος δεν ήθελε καν να μας ακούσει και να μας δει. Φώναζαν και πετούσαν στη σκηνή ό,τι μπορείς να φανταστείς, όπως κέρματα, σάντουιτς, μήλα, κουτάκια αναψυκτικών. Και πάλι καλά να λες (γέλια)!" 

Πώς αντιδρούσατε όταν συνέβαινε αυτό;
"Βασικά, παίζεις μουσική χωρίς να κοιτάς τα όργανα, πρέπει να κοιτάς συνεχώς στο κοινό για να μη σε χτυπήσει κάτι στο πρόσωπο. Και όσον αφορά μια θετική αντίδραση, ήταν όταν ήμασταν για συναυλία στη Ρωσία, καθώς έχουμε βρεθεί στη Ρωσία αρκετές φορές σε περιοδείες μας, είναι πολύ καλά οργανωμένοι, δημιουργούν μια πολύ όμορφη ατμόσφαιρα με μπαλόνια, με φωτεινά αντικείμενα, με τα φλας των τηλεφώνων τους που τα ανάβουν όλοι την ίδια στιγμή έτσι το ίδιο το κοινό δημιουργεί ένα εντυπωσιακό σόου για εμάς και είναι πολύ ξεχωριστό για εμάς αυτό." 

Και τώρα θέλω να σε ρωτήσω, από που προέκυψε τελικά το όνομα της μπάντας, γιατί υπάρχει μια παραφιλολογία σχετικά.
"Προέρχεται από τα λατινικά και σημαίνει "I will please" έχει λατινική ρίζα και το συναντάς στην ισπανική γλώσσα "placer", στη γαλλική "plaisir" και στα αγγλικά "pleased". Πολλοί λένε ότι μετά από καιρό το νόημα του ονόματος μιας μπάντας παύει να είναι σημαντικό, και αυτό που προέχει είναι ο ήχος τους, το πώς ακούγονται, καθώς και οι άνθρωποι που συνδέονται με το γκρουπ. Νομίζω πως ήταν παρανοϊκό -όταν στην αρχή εμφανιστήκαμε με αυτό το όνομα- το γεγονός ότι συνδέθηκε με ένα εικονικό φάρμακο το οποίο δεν λειτουργεί στην πραγματικότητα, όμως σε εμάς λειτούργησε (το όνομα), άρα ήταν παραπλανητικό." 

Πώς θα τελειώσει πιστεύεις αυτό το "ταξίδι"; Το έχεις σκεφτεί ποτέ;
"Ίσως το μέλλον μού επιφυλάσσει να αποσυρθώ σε ένα βουνό της Ελλάδας. Δεν ξέρω, δεν μπορώ να προβλέψω το μέλλον. Έχω μάθει να εκτιμώ ό,τι έχω και είναι πολύ πιο σημαντικό να ζω στο παρόν από το να με απασχολεί το μέλλον που δεν το γνωρίζεις και δεν μπορείς να το ελέγξεις. Όπως επίσης δεν μπορείς να αλλάξεις το χθες, το παρελθόν." 

Έχετε παίξει αρκετές φορές στην Ελλάδα. Πώς αισθάνεσαι και ποια η γνώμη σου για το ελληνικό κοινό;
"Αγαπούμε το ελληνικό κοινό και την Ελλάδα. Μας αρέσει όποτε επιστρέφουμε στην Ελλάδα και εκτιμούμε αφάνταστα το ελληνικό κοινό." 

Δώσε μας μια γεύση από τη συναυλία που θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα σε λίγες ημέρες -8/08/2014.
"Η συναυλία μας ονομάζεται «Loud Like Love Τour» οπότε θα πούμε μερικά τραγούδια από το νέο μας άλμπουμ, αλλά όπως και σε κάθε περιοδεία το set list πάντα θα κρατά μια ισορροπία και θα ρέει καλά, γιατί θέλουμε να ικανοποιήσουμε και να υπακούσουμε το κοινό που έχει πληρώσει για να μας δει. Έτσι θα παίξουμε και παλαιότερα κομμάτια που αγαπούν ιδιαίτερα οι fans μας." 

Κλείνοντας θέλω να σε ευχαριστήσω και να σου ζητήσω να στείλεις ένα μήνυμα στους έλληνες fans σου.
"Σε ευχαριστώ κι εγώ για το ενδιαφέρον και τη συνέντευξη και στους έλληνες fans μας στέλνουμε την αγάπη μας και τα φιλιά μας και ανυπομονούμε να βρεθούμε κοντά τους πολύ σύντομα!"