ενημέρωση 3:26, 28 August, 2026

Η Κίνα έχει μερίδιο 97% στην παραγωγή ανθρωποειδών ρομπότ

Οι κινεζικές εταιρείες Agibot και Unitree βρίσκονται πολύ μπροστά από αμερικανικές εταιρείες ανθρωποειδών ρομπότ όπως η Tesla και η Figure AI.

Η επανάσταση των ανθρωποειδών ρομπότ μπορεί να μην έχει ακόμα ξεκινήσει, ήδη όμως φέρνει έσοδα για τις κινεζικές εταιρείες ρομποτικής, οι οποίες έχουν ξεπεράσει μακράν τις ΗΠΑ με μερίδιο 97% στην παγκόσμια αγορά το πρώτο εξάμηνο του 2026.

Οι παγκόσμιες πωλήσεις ανθρωποειδών ρομπότ ανήλθαν σε περίπου 19.100 μονάδες το πρώτο εξάμηνο του 2026, αριθμός υπερτριπλάσιος σε σχέση με τις 5.100 μονάδες την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι, σύμφωνα με στοιχεία της Smart Analytics Global.

Η ερευνητική εταιρεία, με έδρα την Καλιφόρνια, εκτιμά ότι οι αποστολές θα αυξηθούν σε περίπου 60.000 μονάδες φέτος και θα φτάσουν το μισό εκατομμύριο έως το 2030, αναφέρει το Bloomberg.

Η Agibot, με έδρα τη Σαγκάη κατέκτησε την πρώτη θέση με το 44% των παγκόσμιων πωλήσεων και 8.400 μονάδες το πρώτο εξάμηνο.

Στη δεύτερη θέση με 5.900 μονάδες βρίσκεται η Unitree, με έδρα το Χανγκτσόου, η οποία ετοιμάζεται να εισέλθει στο χρηματιστήριο με την προοπτική να συγκεντρώσει χρηματοδότηση σχεδόν 1 δισ. δολαρίων.

Η εταιρεία ιδρύθηκε το 2016 και έγινε γνωστή για τα σχετικά φθηνά ρομποτικά της τετράποδα.

Τα ανθρωποειδή μοντέλα της, G1, Η1 και R1, έχουν προκαλέσει εντύπωση με επιδείξεις στις οποίες τρέχουν, χορεύουν και επιδίδονται στις πολεμικές τέχνες.
 
Τα ανθρωποειδή ρομπότ G1 και R1 σε κατάστημα της Unitree στο Πεκίνο (Reuters)

Τα ανθρωποειδή ρομπότ G1 και R1 σε κατάστημα της Unitree στο Πεκίνο (Reuters)

Τα έσοδα της Unitree υπερτετραπλασιάστηκαν το 2025 στα 1,7 δισ. γουάν το 2025. Σε αντίθεση άλλες startup ανθρωποειδών ρομπότ, η εταιρεία είναι κερδοφόρα, καθώς κατέγραψε προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη περίπου 600 εκατ. γουάν, αναφέρει το Reuters.

Οι πωλήσεις της Unitree και η Agibot των δύο κινεζικών εταιρειών ξεπερνούν κατά πολύ κορυφαίες αμερικανικές εταιρείες όπως οι Tesla, η Figure AI και Agility Robotics.

Στα τέλη Ιουλίου, οι ΗΠΑ απαγόρευσαν τις εισαγωγές νέων κινεζικών ανθρωποειδών και τετράποδων ρομπότ, καθώς και ορισμένων εξαρτημάτων, επικαλούμενες κινδύνους για την εθνική ασφάλεια και την κυβερνοασφάλεια των κρίσιμων υποδομών τεχνητής νοημοσύνης.

Παρά τις εντυπωσιακές επιδόσεις των κινεζικών κατασκευαστών, τα ανθρωποειδή ρομπότ δεν έχουν ακόμα αποδείξει ότι μπορούν να αντικαταστήσουν τους εργαζομένους.

Η ζήτηση προέρχεται σήμερα από πανεπιστήμια και κρατικά χρηματοδοτούμενα προγράμματα για τη χρήση ρομπότ σε τομείς όπως η έρευνα και η εκπαίδευση.

Για την ώρα, τα ανθρωποειδή ρομπότ τα βρίσκουν σκούρα με εργασίες που απαιτούν επιδεξιότητα και επινοητικότητα –και σε καμία περίπτωση δεν είναι έτοιμα να αναλάβουν τις δουλειές του σπιτιού.

Αν και ο αριθμός των ανθρωποειδών ρομπότ που χρησιμοποιούνται σε εμπορικά παραγωγικούς ρόλους παραμένει μικρός, η πολιτική στήριξη της Κίνας και η χρηματοδότηση από διάφορα επίπεδα της κυβέρνησης συμβάλλουν στην επιτάχυνση της πορείας προς την ευρεία υιοθέτηση, σημειώνει το Bloomberg.

Η προτεραιότητα που δίνεται στη ρομποτική τεχνολογία έγινε εμφανής στο Παγκόσμιο Συνέδριο Τεχνητής Νοημοσύνης στη Σαγκάη τον περασμένο μήνα, όπου δεκάδες κατασκευαστές ρομπότ παρουσίασαν εξελίξεις στην επιδεξιότητα, την ταχύτητα και τις δυνατότητές τους.

Παράλληλα βρίσκεται σε εξέλιξη μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται τα ρομπότ.

«Οι βιομηχανικές και εμπορικές εφαρμογές αντιπροσώπευαν περισσότερο από το 70% των αποστολών, έναντι περίπου 50% ένα χρόνο νωρίτερα» δήλωσε η Λίντα Σούι, ιδρύτρια και επικεφαλής ερευνήτρια της SAG».

«Η κανονιστική αβεβαιότητα και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι θα μπορούσαν να διαμορφώσουν την επόμενη φάση ανάπτυξης του κλάδου» είπε.

Ο Φλωρίδης κρίνει εξ ιδίων… τον Τσίπρα για τη Δικαιοσύνη, με τη ΝΔ να αποφεύγει όπως «ο διάβολος το λιβάνι» να ξανανοίξουν οι υποκλοπές

Η σκληρή κριτική που άσκησε ο Αλέξης Τσίπρας στη συνέντευξή του στο in για τη στενή σχέση της ηγεσίας της Δικαιοσύνης με την κυβέρνηση προκαλούν πανικό στο Μαξίμου και ο «μπροστινός» Γιώργος Φλωρίδης βγαίνει στην επίθεση. Σε επίδειξη θράσους ο υπουργός του «για τα μπάζα όσοι μιλούν για μπάζωμα στα Τέμπη» και με το σκάνδαλο των υποκλοπών να είναι χαίνουσα πληγή για το Κράτος Δικαίου, λέει ότι ο Τσίπρας δεν δικαιούται να ομιλεί.

Η αιχμηρή τοποθέτηση του Αλέξη Τσίπρα στη συνέντευξή του στο in για τον εναγκαλισμό της ηγεσίας της Δικαιοσύνης με την κυβέρνηση και την ποιότητα της Δημοκρατίας φαίνεται ότι προκάλεσαν πανικό στο Μαξίμου, όπως προδίδει η αντίδραση του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη.

Με διαστρέβλωση της αλήθειας για ό,τι συνέβη επί κυβερνήσεως του Αλέξη Τσίπρα και κυρίως της πραγματικότητας για ό,τι συμβαίνει επί κυβερνήσεως ΝΔ και Κυριάκου Μητσοτάκη στον τομέα της Δικαιοσύνης, με το μεγαλύτερο σκάνδαλο της μεταπολίτευσης, τις υποκλοπές, να αποτελεί χαίνουσα πληγή για το Κράτος Δικαίου, ο κ. Φλωρίδης σε μια επίδειξη θράσους κατηγορεί τον Αλέξη Τσίπρα για ωμές παρεμβάσεις στο έργο της Δικαιοσύνης.

Ο κ. Τσίπρας στη συνέντευξη του στο in, μιλά για «καθεστώς», αναφερόμενος στον «ευνουχισμό της Δικαιοσύνης».

«Έχουμε γίνει ο καλύτερος πελάτης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας» τονίζει, παραπέμποντας στις υποκλοπές, στα Τέμπη, αλλά και στον ΟΠΕΚΕΠΕ. «Από την άλλη βλέπει κανείς και λέει καλώς που υπάρχουν και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί» σημειώνει, καθώς, όπως χαρακτηριστικά λέει, η Δικαιοσύνη είναι «ουσιαστικά ευνουχισμένη από την ηγεσία της που διορίζεται από αυτή την κυβέρνηση», για να καταλήξει ότι «εδώ δεν θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί ότι έχει δημιουργηθεί ένα καθεστώς».

Φλωρίδης: «Όπως ο διάβολος το λιβάνι»

Στην ανάρτησή του ο Γιώργος Φλωρίδης αναφέρει ότι:

«Μετά από όσα διέπραξε ως Πρωθυπουργός ο Α. Τσίπρας, θα έλεγε κάποιος ότι ήταν λογικό να απέφευγε κάθε αναφορά στη Δικαιοσύνη, όπως ο διάβολος το λιβάνι! Διάλεξε όμως να ξεκινήσει την Αυγουστιάτικη συνέντευξή του στο in.gr, με επίθεση στην Δικαιοσύνη, η «ηγεσία της οποίας χειραγωγείται από την Κυβέρνηση, επειδή διορίζεται από αυτήν», όπως τονίζει.

Ας θυμηθούμε λοιπόν τα πεπραγμένα αυτής της Κυβέρνησης όσον αφορά την εκλογή της Ηγεσίας της Δικαιοσύνης και την «χειραγώγησή της».

Το 2024, η Κυβέρνηση του Κ. Μητσοτάκη, ψήφισε νόμο (ν. 5123/2024, άρθρο 27), με τον οποίο για πρώτη φορά στην ιστορία του νέου Ελληνικού Κράτους, οι Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας, συνέρχονται και ψηφίζουν σε μυστική ψηφοφορία τους Δικαστές που θεωρούν ότι πρέπει να ηγηθούν των Ανωτάτων Δικαστηρίων (Συμβουλίου της Επικρατείας, Αρείου Πάγου και Ελεγκτικού Συνεδρίου).

Ο νόμος αυτός οδήγησε στο να αφαιρεθεί οριστικά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η μόνιμη εδώ και πολλά χρόνια, σύσταση προς τη χώρα μας, για τον τρόπο επιλογής των ηγεσιών των Ανωτάτων Δικαστηρίων, ενώ χαιρετίστηκε από τις Ενώσεις Δικαστών και Εισαγγελέων και από την Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων.

Φέτος, ήταν η δεύτερη χρονιά εφαρμογής του νόμου αυτού.

Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου συνήλθε σε συνεδρίαση και με μυστική ψηφοφορία κατέληξε στην πρότασή της για τον Πρόεδρο και των Εισαγγελέα του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Στη συνέχεια η διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής των Ελλήνων, με μυστική ψηφοφορία, διαμόρφωσε τη δική της πρόταση, η οποία ήταν όμοια με την πρόταση των Δικαστών.

Το Υπουργικό Συμβούλιο, επέλεξε ως Πρόεδρο και Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αυτούς που ήρθαν ΠΡΩΤΟΙ στην ψηφοφορία των Δικαστών και την όμοια ψηφοφορία της Βουλής.

Η ίδια διαδικασία ακολουθήθηκε για την επιλογή του Γενικού Επιτρόπου των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων και του Γενικού Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Το Υπουργικό Συμβούλιου επέλεξε τους ΠΡΩΤΟΥΣ, δηλαδή αυτούς που ψήφισαν οι Δικαστές.

Το ίδιο έγινε και για τους Αντιπροέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου. Άρα, στην πραγματικότητα, η Κυβέρνηση επικύρωσε τις αποφάσεις πρωτίστως των Δικαστών και της Βουλής.

Ένα χρόνιο αίτημα των Δικαστών και εν γένει του νομικού κόσμου, έγινε αποδεκτό στην πράξη από αυτήν την κυβέρνηση.

Αυτά, βέβαια, είναι ψιλά γράμματα για τον Α. Τσίπρα, που κυβερνώντας 4,5 χρόνια, ούτε καν του πέρασε από το μυαλό, ότι μπορούσε να τα κάνει.

Αντίθετα, τον Φεβρουάριο του 2020, μερικούς μήνες μετά από την ήττα του στις εκλογές του 2019, το μόνο που βρήκε να πει ήταν ότι η «δεύτερη φορά αριστερά στην κυβέρνηση, εκτός από την εκτελεστική εξουσία, θα ελέγξει και τη Δικαστική (οι περίφημοι αρμοί της εξουσίας)». Κάτι που ανέλαβε να επεξηγήσει ο Πολάκης λέγοντας ότι «θα διώξουμε τους Δικαστές και θα κάνουμε μια δική μας Σχολή Δικαστών (για να βάλουμε φυλακή τους αντιπάλους μας, όπως είχε πει το 2018)».

Η σχέση του Α. Τσίπρα με τη Δικαιοσύνη, σημαδεύτηκε ανεξίτηλα όταν τέσσερις μόλις μήνες μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης με συνεταίρο τον Π. Καμμένο, τον Απρίλιο του 2015, έφερε στην Βουλή τον περιβόητο «νόμο Παρασκευόπουλου», (που ατυχώς χρεώνεται μόνο στον κ. Παρασκευόπουλο, ενώ ήταν εντολή Τσίπρα), με τον οποίο αποφυλακίστηκαν δολοφόνοι, βιαστές, παιδοβιαστές, ληστές, έμποροι ναρκωτικών και χιλιάδες άλλοι κατάδικοι, οι οποίοι βγαίνοτας από την φυλακή, σε ποσοστό 80% επέστρεψαν στην βαριά εγκληματικότητα εναντίον της ελληνικής κοινωνίας.

Η συνέχεια δόθηκε με την οργάνωση της σκευωρίας Novartis, με την οποία επιχειρήθηκε να οδηγηθούν στη φυλακή οι κορυφαίοι πολιτικοί αντίπαλοι του Τσίπρα. Ήταν η πρώτη και ίσως μοναδική στην ιστορία των Δυτικών Δημοκρατιών, απόπειρα να εφαρμοστούν σταλινικές μέθοδοι εξόντωσης των πολιτικών αντιπάλων της κυβέρνησης Τσίπρα-Καμμένου. Ο Αναπληρωτής Υπουργός Δικαιοσύνης του Τσίπρα, καταδικάστηκε αμετάκλητα από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο για το ατιμωτικό αδίκημα της παράβασης καθήκοντος για την σκευωρία αυτή.

Θα μείνει στις μαύρες σελίδες της πολιτικής ιστορίας της χώρας, η ωμή απόπειρα του Α. Τσίπρα να εκβιάσει την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, για το θέμα της συνταγματικότητας του νόμου για τις τηλεοπτικές άδειες, με την ομιλία στη Θεσσαλονίκη, όπου προσπάθησε να υπαγορεύσει στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν υπέκυψε στον ωμό εκβιασμό και ο νόμος κρίθηκε αντισυνταγματικός. Ο Υπουργός του Τσίπρα που χειρίστηκε την υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών, καταδικάστηκε αμετάκλητα από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο για το ατιμωτικό αδίκημα της παράβασης καθήκοντος.

Η τελευταία ωμή παρέμβαση του Α. Τσίπρα στη Δικαιοσύνη, ήταν όταν παρέτεινε τη λειτουργία της Βουλής λίγο πριν τις εκλογές του 2019 που ο ίδιος ανήγγειλε, προκειμένου να ψηφιστούν σε μία μέρα, περισσότερα από 1.100 άρθρα στον Ποινικό Κώδικα και στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα, έκαναν κυριολεκτικά πάρτι με τις αλλαγές αυτές των Ποινικών Κωδίκων. Δικαστήρια που μετά από πολύμηνες δίκες και ομολογίες κατηγορουμένων για σοβαρά κακουργήματα, επρόκειτο να εκδόσουν τις αποφάσεις τους και μάλιστα σε υποθέσεις που οι προβλεπόμενες ποινές ήταν ισόβια κάθειρξη, δεν ολοκλήρωσαν τις δίκες γιατί οι Ποινικοί Κώδικες του Τσίπρα, οδήγησαν τις υποθέσεις σε παραγραφή.

Αυτά προς το παρόν. Εδώ είμαστε για να επανέλθουμε.»

Η οικογένεια Κούσνερ πίσω από το σκάνδαλο «ιδιωτικοποίησης» του Μουντιάλ – Γιατί στοχεύει στο ποδόσφαιρο

Πώς κινείται η Thrive Eternal υπό τη διεύθυνση του Τζόσουα Κούσνερ, αδελφού του γαμπρού και συμβούλου του Ντόναλντ Τραμπ, Τζάρεντ - Γιατί θεωρεί ότι το ποδόσφαιρο δεν θα επηρεαστεί από την AI

Η FIFA αναγκάστηκε να κάνει πίσω στα σχέδιά της να εκχωρήσει ένα μέρος των δικαιωμάτων του Παγκόσμιου Κυπέλλου στο ποδόσφαιρο, μετά από σφοδρές αντιδράσεις, απειλές για μποϊκοτάζ και εκκλήσεις για την παραίτηση του προέδρου της παγκόσμιας ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, Τζιάνι Ινφαντίνο.

Ο Κούσνερ και η Thrive Eternal δεν έχουν κάνει καμία δήλωση σχετικά με το επενδυτικό σχέδιο της FIFA και τις επακόλουθες επιπτώσεις 

Το BBC εξετάζει γιατί μια ομάδα επενδυτών του τομέα της τεχνολογίας ενδιαφέρθηκε εξ αρχής για το Παγκόσμιο Κύπελλο και αν είναι αναπόφευκτες παρόμοιες προτάσεις στο μέλλον.

Τα στελέχη της Thrive Eternal, μιας θυγατρικής της εταιρείας επιχειρηματικών κεφαλαίων Thrive Capital, θεώρησαν ως ευκαιρία την επένδυση στη μεγαλύτερη αθλητική διοργάνωση του πλανήτη, σημειώνει το βρετανικό μέσο.

Το Παγκόσμιο Κύπελλο στο ποδόσφαιρο θεωρήθηκε ως πρώτος στόχος μιας νέας στρατηγικής της εταιρείας, η οποία πιστεύει ότι ο αθλητισμός όχι μόνο θα επιβιώσει από την επανάσταση της Τεχνητής Νοημοσύνης, αλλά θα αποκτήσει και μεγαλύτερη αξία.

Υπό τη διεύθυνση του Τζόσουα Κούσνερ, αδελφού του γαμπρού και συμβούλου του Ντόναλντ Τραμπ, Τζάρεντ, η Thrive επενδύει κυρίως σε εταιρείες τεχνολογίας που αναπτύσσουν Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους χρηματοδότες της OpenAI.

 
Η οικογένεια Κούσνερ πίσω από το σκάνδαλο «ιδιωτικοποίησης» του Μουντιάλ - Γιατί στοχεύει στο ποδόσφαιρο

Ο Τζόσουα Κούσνερ.

Ωστόσο, τον Απρίλιο του τρέχοντος έτους, η εταιρεία με έδρα τη Νέα Υόρκη δημιούργησε τον νέο επενδυτικό βραχίονα Thrive Eternal, με σκοπό να επενδύει σε τομείς που διαθέτουν «ιδιότητες που δεν μπορούν να αναπαραχθούν από την τεχνολογία».

Ο αθλητισμός κατέχει κεντρική θέση σε αυτή τη στρατηγική, και σε αυτό το πλαίσιο το ποδόσφαιρο —και η εξασφάλιση μειοψηφικής συμμετοχής στο Παγκόσμιο Κύπελλο στο πλαίσιο του προτεινόμενου προγράμματος «Forward Enterprise» (FFE) της FIFA— αποτέλεσε μια ευκαιρία, σημειώνει το BBC.

Η άποψη είναι ότι οι παραδοσιακοί, πολιτισμικοί και ταυτοτικοί παράγοντες του ποδοσφαίρου θα προστατεύσουν το άθλημα από την ανατροπή που θα μπορούσε να επιφέρει η Τεχνητή Νοημοσύνη, σε σύγκριση με άλλες μορφές ψυχαγωγίας, όπως ο κινηματογράφος και η μουσική, όπου η τεχνολογία έχει ήδη αρχίσει να αντικαθιστά τους ανθρώπους, προσθέτει.

Οι αποφάσεις για το ποδόσφαιρο λαμβάνονται «στη Γουόλ Στριτ και στη Σίλικον Βάλεϊ»

Ο καθηγητής Σάιμον Τσάντγουϊκ δραστηριοποιείται στον παγκόσμιο κλάδο του αθλητισμού εδώ και 30 χρόνια, έχοντας συνεργαστεί μεταξύ άλλων με συνδέσμους οπαδών, ποδοσφαιρικούς συλλόγους και τους διοικητικούς φορείς FIFA και UEFA.

Ο Τσάντγουικ δήλωσε ότι τα επενδυτικά συμφέροντα και η εμπορευματοποίηση γενικότερα είχαν ως αποτέλεσμα πολλές αποφάσεις να λαμβάνονται για λογαριασμό του ποδοσφαίρου και των οπαδών «στη Γουόλ Στριτ και στη Σίλικον Βάλεϊ».

«Είναι σχεδόν σαν να μας έχει πιάσει εξ απροόπτου και πολλοί άνθρωποι δεν έχουν σκεφτεί πραγματικά τι συμβαίνει», είπε στο BBC.

Αν και το πρόγραμμα FFE έθεσε ζητήματα διοίκησης για τη FIFA, πρόσθεσε: «Είτε αρέσει στους ανθρώπους είτε όχι, οι επενδύσεις ιδιωτικών κεφαλαίων στον αθλητισμό είναι πλέον πραγματικότητα».

Οι κινήσεις της Thrive Eternal

Παρά το γεγονός ότι το φετινό Παγκόσμιο Κύπελλο, το οποίο διοργάνωσαν οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και το Μεξικό, έδωσε μια ξεκάθαρη εικόνα της εμπορευματοποίησης του Παγκόσμιου Κυπέλλου, σύμφωνα με πληροφορίες του BBC, οι συζητήσεις σχετικά με την πρόταση του FFE στην οποία συμμετέχει η Thrive ξεκίνησαν πέρσι, ενώ ο Γκρεγκ Μάφεϊ, πρώην επικεφαλής της Liberty Media — από τις ιδιοκτήτριες της Formula 1 — προσλήφθηκε ως εμπορικός σύμβουλος.

Η Thrive προσέλαβε επίσης τον πρώην διευθύνοντα σύμβουλο της Disney, Μπομπ Ίγκερ.

Η Thrive Eternal επενδύει ήδη σε άλλα αθλήματα.

Στο πλαίσιο της έναρξης της δραστηριότητάς της, ανακοίνωσε ότι συμφώνησε να αγοράσει ένα μερίδιο της ομάδας μπέιζμπολ Σαν Φρανσίσκο Τζάιαντς.

Υπάρχουν, επίσης, πληροφορίες ότι η εταιρεία εξετάζει το ενδεχόμενο να υποβάλει προσφορά για μια νέα ομάδα του NBA στο Λας Βέγκας.

Η εταιρεία πιστεύει ότι τέτοια «εμβληματικά franchises και πολιτιστικοί θεσμοί που βασίζονται στην παράδοση, την ταυτότητα και την κοινή εμπειρία» όχι μόνο θα επιβιώσουν από την επανάσταση της Τεχνητής Νοημοσύνης, αλλά «θα αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερη σημασία», σύμφωνα με την ιστοσελίδα της.

Τι υποστηρίζουν οι «εγκέφαλοι» του «Forward Enterprise»

Ο Κούσνερ και η Thrive Eternal δεν έχουν κάνει καμία δήλωση σχετικά με το επενδυτικό σχέδιο της FIFA και τις επακόλουθες επιπτώσεις.

Ωστόσο, πηγή κοντά στην εταιρεία δήλωσε στο BBC ότι η στρατηγική πίσω από το σχέδιο, το οποίο θα απαιτούσε την υποστήριξη των ομοσπονδιών – μελών της FIFA, ήταν ότι δεν θα λειτουργούσε ως ένα «τυπικό επενδυτικό ταμείο που επιδιώκει ταχεία απόδοση της επένδυσης».

Η πηγή ανέφερε ότι οι επενδυτές που ετοιμάζονται να καταβάλουν την αρχική επένδυση ύψους 4,2 δισ. δολαρίων το κάνουν με την προοπτική να μην δουν καμία απόδοση για «μεγάλο χρονικό διάστημα — δεκαετίες», λόγω του ότι η Thrive Eternal έχει τη μορφή εταιρείας χαρτοφυλακίου.

Σύμφωνα με τους ίδιους, εάν είχε τεθεί σε εφαρμογή η πρόταση της FFE, θα είχε δώσει σε κάθε ομοσπονδία – μέλος μερίδιο αξίας έως και 91 εκατ. δολαρίων, με βάση την αποτίμησή της στα 20 δισ. δολάρια — υπογραμμίζοντας ότι το μετοχικό κεφάλαιο θα ελέγχονταν από τη FIFA και όχι από επενδυτές, ενώ η πώληση μέρους αυτού του μετοχικού κεφαλαίου θα ήταν στην κρίση των επιμέρους ομοσπονδιών – μελών.

«Η ιδέα των εξωτερικών επενδύσεων ήταν να διοχετευθούν εκ των προτέρων περισσότεροι πόροι σε χώρες που συνήθως δεν έχουν πρόσβαση σε εξωτερική χρηματοδότηση — ώστε να μπορούν να επενδύσουν σε τομείς όπως τα στάδια και την προπόνηση, με στόχο την ανάπτυξη του αθλήματος στο εσωτερικό τους», ανέφερε η πηγή.

Σύμφωνα με τη FIFA, στόχος του FFE ήταν «να διαχωριστεί η επιχειρηματική πλευρά του ποδοσφαίρου από τη διοίκηση του αθλήματος».

Η οικογένεια Κούσνερ πίσω από το σκάνδαλο «ιδιωτικοποίησης» του Μουντιάλ - Γιατί στοχεύει στο ποδόσφαιρο

Ντόναλντ Τραμπ και Τζιάνι Ινφαντίνο.

Η ραγδαία ανάπτυξη της βιομηχανίας του ποδοσφαίρου

Στην Αγγλία, η βιομηχανία του ποδοσφαίρου έχει γνωρίσει ραγδαία ανάπτυξη, ειδικά μετά την ίδρυση της Premier League, σε τέτοιο βαθμό που οι οικονομικοί κανόνες, οι μεταγραφές και τα κουτσομπολιά στα διοικητικά συμβούλια έχουν γίνει εξίσου δημοφιλή θέματα συζήτησης μεταξύ των οπαδών με ό,τι συμβαίνει στο γήπεδο, σχολιάζει το BBC.

Οι επενδύσεις των ΗΠΑ στο ποδόσφαιρο δεν είναι κάτι καινούργιο και το ποσό των αμερικανικών δολαρίων που διοχετεύεται σε αγγλικούς και άλλους ευρωπαϊκούς συλλόγους αυξάνεται γενικά από τότε που η οικογένεια Γκλέιζερ αγόρασε τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, πριν από πάνω από δύο δεκαετίες.

Ωστόσο, ορισμένοι αμφισβητούν αν η FIFA —και το Παγκόσμιο Κύπελλο— χρειάζονταν αυτή την εισροή κεφαλαίων.

Η FIFA έχει υποστηρίξει ότι το Παγκόσμιο Κύπελλο «δεν αξιοποιείται οικονομικά επαρκώς», αλλά οι διαφημίσεις κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων ενυδάτωσης, η δυναμική τιμολόγηση των εισιτηρίων και τα ρεκόρ στα δικαιώματα μετάδοσης και χορηγιών έθεσαν τη διοργάνωση του 2026 σε τροχιά για να αποφέρει έσοδα-ρεκόρ, υπογραμμίζει το BBC.

Το τουρνουά με 48 ομάδες και η προοπτική μιας ακόμη μεγαλύτερης διοργάνωσης με 64 ομάδες ανοίγουν τον δρόμο για περαιτέρω εμπορικές ευκαιρίες, προσθέτει.

Περισσότερες χώρες σημαίνουν περισσότερους θεατές, πράγμα που σημαίνει περισσότερα χρήματα, τονίζει το BBC.

Η Χριστίνα Φιλίππου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Λογιστικής και Αθλητικών Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Πόρτσμουθ, δήλωσε ότι η προσέγγιση της FIFA να αναζητήσει εξωτερικές επενδύσεις είχε παρατηρηθεί και σε άλλα αθλήματα, καθώς και από μεμονωμένους ποδοσφαιρικούς συλλόγους, όταν οι ταμειακές ροές αποτελούσαν πρόβλημα.

«Η FIFA δεν βρίσκεται σε θέση να έχει απόλυτη ανάγκη για χρήματα. Στην πραγματικότητα, θα μπορούσε πολύ εύκολα, με τα χρήματα που ήδη διαθέτει, να αυξήσει τις πληρωμές προς τις ομοσπονδίες – μέλη. Επομένως, δεν υπάρχει λόγος να στραφεί σε εξωτερικούς πόρους», τόνισε η ίδια.

Η Thrive Eternal φαίνεται να σέβεται την απόφαση να αποσυρθεί το σχέδιο, αλλά είναι σαφές ότι το ενδιαφέρον, είτε με τη συγκεκριμένη επενδυτική ομάδα είτε χωρίς αυτήν, παραμένει επικεντρωμένο στο ποδόσφαιρο, καταλήγει το BBC.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Μετά από μια οκταετία μια κυβέρνηση κρίνεται από το έργο της και όχι τις υποσχέσεις της

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας είναι αντιμέτωπη με τη σκληρή πραγματικότητα ότι πλέον κρίνεται για αυτά που έκανε και όχι για αυτά που υπόσχεται

Ο πολιτικός χρόνος έχει ορισμένες αδυσώπητες πλευρές. Μια από αυτές είναι όταν για μια κυβέρνηση έρχεται η στιγμή, που όσο και εάν προσπαθεί να στρέψει την προσοχή της κοινής γνώμης προς το μέλλον που υποτίθεται ότι θα είναι καλύτερο, έχει βρεθεί τόσο πολλά χρόνια στην εξουσία ώστε να το βλέμμα όλων αναγκαστικά να στρέφεται προς αυτά που έχει κάνει (και αυτά που υποσχέθηκε ότι θα κάνει αλλά δεν έκανε).

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει φτάσει σε αυτό το σημείο ακριβώς. Κυβερνά εδώ και πάνω από επτά χρόνια και εάν ισχύουν οι πρωθυπουργικές δεσμεύσεις, όταν οι πολίτες βρεθούν στα παραβάν των εκλογικών τμημάτων θα έχει συμπληρώσει μία οκταετία.

Μία οκταετία δεν είναι λίγος χρόνος. Αντιθέτως, είναι επαρκής χρόνος, ώστε ένας πολίτης να σχηματίσει σαφή εικόνα για το τι μπορεί και δεν μπορεί, τι θέλει και τι δεν θέλει να κάνει μια κυβέρνηση και ένας πρωθυπουργός.

Είναι, επίσης, αρκετός χρόνος ώστε μια κυβέρνηση, εάν το θέλει φυσικά, να αλλάξει τη χώρα. Προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο.

Είναι, επίσης, αρκετός χρόνος ώστε μια κυβέρνηση να ελέγξει το κράτος. Να προωθήσει τους προϊσταμένους και τους διευθυντές που θέλει. Να προάγει τους αξιωματικούς που θέλει. Να κατευθύνει τα πράγματα ως προς την ηγεσία της δικαιοσύνης. Για να μην αναφερθώ στο ότι όλο αυτό το διάστημα μπορεί να εγκαταστήσει ουκ ολίγους συμβούλους στα υπουργεία, αλλά και να επιλέξει τις συμβουλευτικές εταιρείες, που θα καθορίζουν κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις. Και βέβαια ελέγχει για οκτώ χρόνια το πώς θα κατευθυνθεί η δημόσια δαπάνη, εθνική και ευρωπαϊκή, το ποια έργα θα προωθηθούν, το εάν τα χρήματα αυτά θα αξιοποιηθούν ή θα διασπαθισθούν για κομματικούς λόγους (σύμφωνα με τη «μεθοδολογία ΟΠΕΚΕΠΕ). Αντίστοιχα, καθορίζει την κατεύθυνση που παίρνει η εκπαιδευτική πολιτική, η πολιτική για τη δημόσια υγεία, αλλά και για την κοινωνική προστασία. Και βέβαια έχει την ευθύνη της εξωτερικής πολιτικής.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι εδώ και οκτώ χρόνια αυτή η κυβέρνηση καθορίζει πολλές όψεις της καθημερινότητας των πολιτών. Και κρίνεται για αυτό.

Η κυβέρνηση προσπαθεί να παρακάμψει αυτήν την ετυμηγορία της πραγματικότητας με τρεις τρόπους.

Ο ένας είναι να παρουσιάσει μια μαγική εικόνα. Αυτό παίρνει τη μορφή ενός βομβαρδισμού με επιλεγμένες στατιστικές, που προσπαθούν να πείσουν τους πολίτες ότι τα πράγματα είναι καλύτερα. Συνήθως είναι στατιστικές που παρουσιάζουν τη βελτίωση σε σχέση με το 2019 ή το 2018. Πάντα αναφέρονται με αθροιστικό τρόπο, αποφεύγοντας τη σύγκριση με το πόσο βελτιώθηκαν τα πράγματα σε άλλες χώρες (όπου βελτιώθηκαν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό), επιλέγοντας συνήθως ονομαστικές και όχι πραγματικές αυξήσεις, και βεβαίως διαρκώς υποτιμώντας την παράλληλη τρομακτική αύξηση του κόστους ζωής και των κοινωνικών ανισοτήτων.

Η προσπάθεια αυτή είναι καταδικασμένη ούτως ή άλλως σε αποτυχία, ακριβώς επειδή οι πολίτες δεν κατοικούν σε ένα σύμπαν στατιστικών, αλλά σε ένα σύμπαν που περιλαμβάνει το σπίτι τους, το ενοίκιο, το κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος, το αυτοκίνητό τους και το κόστος της βενζίνης, το σουπερμάρκετ και πόσο πληρώνουν, τα εισιτήρια για να πάνε διακοπές και το κόστος να νοικιάσουν ένα δωμάτιο.

Ο δεύτερος τρόπος είναι να αποδίδει τα πάντα σε «αντικειμενικούς παράγοντες». Η ακρίβεια δεν οφείλεται στη δική της ανικανότητα να βάλει φραγμό στα καρτέλ, αλλά είναι «εισαγόμενος πληθωρισμός» – που παραμένει «εισαγόμενος» ακόμη και όταν π.χ. ο ευρωπαϊκός πληθωρισμός είναι πιο χαμηλός από τον ελληνικό. Ή η κρίση κόστους ζωής οφείλεται σε γεωπολιτικές παραμέτρους (ακόμη και όταν οι ίδιες γεωπολιτικές εξελίξεις σε άλλες χώρες δεν οδηγούν σε ανάλογα κοινωνικά προβλήματα). Ή ότι οι μεγάλες καταστροφές από τις πυρκαγιές οφείλονται στην κλιματική αλλαγή που ξεπερνά κάθε σχεδιασμό και όχι ακριβώς στην απουσία σχεδιασμού για το πώς θα αντιμετωπιστεί η νέα αυξημένη ένταση των πυρκαγιών εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής (κάτι που το γνωρίζουμε εδώ και αρκετό καιρό και άρα όφειλε να υπάρχει προετοιμασία).

Και ο τρίτος τρόπος είναι να κατασκευάζει «φανταστικούς εχθρούς». Ο αγαπημένος της είναι το «βαθύ κράτος». Σύμφωνα με αυτό το αφήγημα, η κυβέρνηση θα μπορούσε να είχε κάνει περισσότερα, ιδίως σε σχέση με την καταπολέμηση της διαφθοράς, αλλά την εμπόδισε το «βαθύ κράτος». Βεβαίως, το τι ακριβώς είναι το βαθύ κράτος ποτέ δεν ορίζεται. Γιατί βέβαια μια κυβέρνηση που π.χ. χρησιμοποίησε το «βαθύ κράτος» της ΕΥΠ για να παρακολουθεί υπουργούς, ανώτατους αξιωματικούς, δικαστικούς, δημοσιογράφους, πολιτικούς και επιχειρηματίες, δύσκολα μπορεί να λέει ότι έχει το «βαθύ κράτος» απέναντι.

Επιπλέον, μια κυβέρνηση που εδώ και χρόνια ελέγχει το ποιος αναλαμβάνει θέσεις ευθύνης σε πλήθος υπηρεσίες και φορείς, ιδίως αυτούς που διαχειρίζονται δημόσιες και ευρωπαϊκές δαπάνες, όχι μόνο δεν συνάντησε «εμπόδια», αλλά μάλλον το ακριβώς αντίθετο: έχει την ουσιαστική ευθύνη για τα φαινόμενα διαφθοράς.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι πολύ λίγες αλλαγές μπορεί να υποσχεθεί αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση, γιατί πολύ απλά θα βρεθεί αμέσως αντιμέτωπη με το ερώτημα «γιατί δεν έκανε τόσο καιρό αυτές τις αλλαγές;». Μπορεί βεβαίως να υποσχεθεί ότι θα συνεχίσει να υπηρετεί την ίδια πολιτική και να εξυπηρετεί τα ίδια συμφέροντα. Όμως, αυτό περιορίζει αρκετά το ακροατήριό της. Και αυτό είναι το πραγματικό αδιέξοδο που αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση. Να το πούμε διαφορετικά: οι λαγοί που θα μπορούσε να βγάλει από το καπέλο έχουν πια εξαντληθεί…

Πηγή: in