Μπομπ Ντίλαν - Ενας θρύλος ετών 85
Ο Ντίλαν δεν «παλιώνει» με τον παραδοσιακό τρόπο. Η πορεία του δεν είναι μια ευθεία γραμμή, αλλά ένας τεράστιος χάρτης από αντιφάσεις, μια συνεχής μεταμόρφωση που συμβαίνει «σε δόσεις». Αυτή η σταθερή μεταβολή είναι ο δικός του τρόπος να παραμένει αυθεντικός
Είναι 24 Μαΐου και ο Μπομπ Ντίλαν κλείνει τα 85 του χρόνια. Για οποιονδήποτε άλλον θρύλο ή «ημίθεο» της γενιάς του μια τέτοια επέτειος θα ήταν η αφορμή για μια αναδρομική γιορτή, μια στιγμή παύσης. Για τον Ντίλαν, είναι πιθανότατα απλώς μια Κυριακή σε κάποια αδιευκρίνιστη στάση της «Never Ending Tour», της περιοδείας που ξεκίνησε το 1988 και μοιάζει να μην έχει σκοπό να τελειώσει ποτέ. Ο Ντίλαν δεν «παλιώνει» με τον παραδοσιακό τρόπο. Η πορεία του δεν είναι μια ευθεία γραμμή, αλλά ένας τεράστιος χάρτης από αντιφάσεις, μια συνεχής μεταμόρφωση που συμβαίνει «σε δόσεις».
Οταν ο Ρόμπερτ Ζίμερμαν έφτασε στη Νέα Υόρκη το 1961, η Αμερική βρισκόταν στο κατώφλι μιας νευρικής κρίσης. Η δεκαετία του 1950, με την τεχνητή ευμάρεια και τον συντηρητισμό της, κατέρρεε. Ο Ντίλαν εμφανίστηκε στα καφέ του Greenwich Village όχι ως διασκεδαστής, αλλά ως ένας ρακοσυλλέκτης της αμερικανικής παράδοσης. Δανείστηκε τη φωνή του Γούντι Γκάθρι, την τραχύτητα των μπλουζ και την απόγνωση των μεσοδυτικών Πολιτειών. Σύντομα, η Ιστορία τον έχρισε «φωνή μιας γενιάς».
Το «Blowin’ in the Wind» και το «The Times They Are A-Changin» έγιναν οι ύμνοι του κινήματος για τα Πολιτικά Δικαιώματα. Ο Ντίλαν στεκόταν δίπλα στον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στην Πορεία προς την Ουάσινγκτον το 1963, αλλά η εικόνα αυτή ήταν παραπλανητική. Ενώ το Rolling Stone και οι New York Times της εποχής τον παρουσίαζαν ως τον νέο προφήτη της Αριστεράς, ο ίδιος ένιωθε ασφυξία. Δεν ήθελε να είναι ακτιβιστής. Δεν ήθελε να ηγείται κανενός. Η δική του επανάσταση ήταν εσωτερική. Η στιγμή που «πρόδωσε» το folk κίνημα στο Φεστιβάλ του Νιούπορτ το 1965 παίζοντας με κιθάρα ηλεκτρική δεν ήταν μια απλή αλλαγή ήχου.
Ηταν η πρώτη μεγάλη δήλωση ανεξαρτησίας του: η άρνηση να γίνει το σύμβολο που οι άλλοι είχαν ανάγκη. Πριν από αυτόν οι στίχοι των τραγουδιών ήταν είτε αισθηματικές κοινοτοπίες είτε απλοϊκά αφηγήματα. Ο Ντίλαν εισήγαγε τον μοντερνισμό στο ραδιόφωνο. Οι στίχοι του έγιναν «σπαράγματα ποιημάτων», επηρεασμένοι από τον Ρεμπό, τον Γκίνσμπεργκ και τον Ντίλαν Τόμας. Στο «Like a Rolling Stone» η γλώσσα του έγινε επιθετική, σουρεαλιστική, γεμάτη εικόνες που δεν απαιτούσαν λογική εξήγηση αλλά συναισθηματική ανταπόκριση. Όπως σημείωσε κάποτε ο «Guardian», ο Ντίλαν απέδειξε ότι ένα τραγούδι μπορεί να αντέξει το βάρος μιας ολόκληρης νουβέλας
. Οι λέξεις του δεν «έστρωναν» πάνω στη μελωδία· συχνά συγκρούονταν μαζί της, δημιουργώντας μια ένταση που ανάγκαζε τον ακροατή να προσέξει. Η αποθέωση αυτής της διαδρομής ήρθε το 2016 με το Νομπέλ Λογοτεχνίας. Ηταν μια βράβευση που δίχασε τον πνευματικό κόσμο, αλλά επιβεβαίωσε την ουσία του: ο Ντίλαν είναι ένας ποιητής που χρησιμοποιεί τη μουσική ως όχημα, ένας τροβαδούρος που συνέδεσε την προφορική παράδοση του Ομήρου με το rock ‘n’ roll.
Η μοναχικότητα της μεταμόρφωσης
Το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό στα 85 του χρόνια παραμένει η μοναχικότητά του. Παρά τη δόξα, παραμένει ένας ξένος.Στις συνεντεύξεις του –όταν τις παραχωρεί– μοιάζει να παίζει έναν ρόλο, να παραπλανά τον συνομιλητή του, να προστατεύει τον πυρήνα του. Οι μεταμορφώσεις του ήταν συχνά σοκαριστικές: ο φολκ προφήτης των αρχών των ’60s, ο rock ‘n’ roll πειρατής, ο κάουντρι πειραματιστής (Nashville Skyline), ο αναγεννημένος χριστιανός των τελών των ’70s, ο ερευνητής των μπλουζ του 21ου αιώνα, με τη βραχνή, σχεδόν απόκοσμη φωνή. Κάθε φορά που το κοινό νόμιζε ότι τον «έπιανε», εκείνος άλλαζε κατεύθυνση. Αυτή η σταθερή μεταβολή είναι ο δικός του τρόπος να παραμένει αυθεντικός. Η μοναχικότητά του δεν είναι απομόνωση, αλλά η απόσταση που χρειάζεται ένας καλλιτέχνης για να μην αναλωθεί από τον μύθο του.
Ο Ντίλαν σε συναυλία στην Ιντιάνα τον Σεπτέμβριο του 2023 (Photo by Gary Miller/Getty Images/Ideal Image)
Οπως αναφέρει το περιοδικό «Uncut», ο Ντίλαν είναι ο μόνος καλλιτέχνης που κατάφερε να γίνει «θεσμός» παραμένοντας ταυτόχρονα «αουτσάιντερ». Είναι, έτσι κι αλλιώς, ο καλλιτέχνης που δεν νοιάζεται αν το κοινό του περνάει καλά στις συναυλίες του, συχνά παραμορφώνοντας τα ίδια του τα κλασικά τραγούδια μέχρι σημείου να μην αναγνωρίζονται. Στα 85 του, ο Ντίλαν δεν είναι ένα έκθεμα μουσείου. Το πρόσφατο άλμπουμ του, Rough and Rowdy Ways (2020), έδειξε έναν δημιουργό που ακόμα σκάβει στο υπέδαφος της αμερικανικής μυθολογίας. Στο επικό «Murder Most Foul» χρησιμοποιεί τη δολοφονία του Κένεντι ως αφορμή για να μιλήσει για την απώλεια της αθωότητας μιας ολόκληρης χώρας, αποδεικνύοντας ότι η ματιά του παραμένει κοφτερή και η μνήμη του αμείλικτη.
Ο επιζών που έβλεπε τα κινήματα να περνούν
Κοιτάζοντας την εικόνα του σήμερα –ένας αδύνατος άντρας με πλατύγυρο καπέλο, που στέκεται πίσω από ένα πιάνο– βλέπουμε έναν επιζώντα. Ο Ντίλαν είδε τους συνοδοιπόρους του να φεύγουν, τα κινήματα να αποτυγχάνουν και την τεχνολογία να αλλάζει τον τρόπο που προσλαμβάνουμε τον κόσμο. Δεν υπήρξε ποτέ μελοδραματικός. Η τέχνη του δεν εκλιπαρεί για συμπάθεια. Είναι μια καταγραφή της ανθρώπινης κατάστασης, γεμάτη χιούμορ, κυνισμό και μια βαθιά κατανόηση του χρόνου. Ο μύθος του δεν βασίζεται στην παρουσία του, αλλά στην απουσία του. Στο κενό που αφήνει ανάμεσα στις λέξεις και στις σιωπές του. Στα 85 του, παραμένει ο «Rolling Stone» που υποσχέθηκε: κάποιος που δεν μαζεύει βρύα, που δεν σταματά να κυλά, όχι επειδή έχει έναν προορισμό, αλλά επειδή η ίδια η κίνηση είναι η μόνη του πατρίδα.
Η Αμερική και ο κόσμος της μουσικής τον γιορτάζουν στις 24 Μαΐου. Εκείνος, πιθανότατα, θα βρίσκεται κάπου σε μια εθνική οδό, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο του λεωφορείου του, σχεδιάζοντας την επόμενη μεταμόρφωση που κανείς μας δεν θα μπορέσει να προβλέψει. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο που μας έκανε: το δικαίωμα να παραμένουμε απρόβλεπτοι μέχρι το τέλος.
