ενημέρωση 1:12, 27 October, 2026

Οι τρεις καλύτερες ταινίες της εβδομάδας

Η νέα κινηματογραφική εβδομάδα μας υποδέχεται με έξι νέα φιλμ να προβάλλονται στις Κινηματογραφικές Αίθουσες. Ταινία της εβδομάδας, είναι το «Άρωμα Ελευθερίας» του Τζον Στιούαρτ, με πρωταγωνιστή τον υπέροχο Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ. Εξίσου αξιόλογες προτάσεις αποτελούν, το γαλλικό φιλμ «Ο Άνδρας που Αγαπήθηκε Πολύ», με την Κατρίν Ντενέβ και τον Γκιγιόμ Κανέ, καθώς και ο «Παρτιζάνος» του Άριελ Κλέιμαν, με τον Βενσάν Κασέλ.

«Ο Άνδρας που Αγαπήθηκε Πολύ» (French Riviera / In the Name of My Daughter / L'homme qu'on aimait trop - 2014) του Αντρέ Τεσινέ (Γαλλία)

Το 1976, ο γάμος της Agnes Le Roux (Αντέλ Χαενέλ) διαλύεται και έτσι φεύγει από την Αφρική για να επιστρέψει στη Νότια Γαλλία και να μείνει με τη μητέρα της, Renee (Κατρίν Ντενέβ), ιδιοκτήτρια του καζίνου Palais de la Mediteranee στη Νίκαια. Εκεί, η Agnes ερωτεύεται τον δέκα χρόνια μεγαλύτερο της Maurice Agnelet (Γκιγιόμ Κανέ), δικηγόρο και σύμβουλο επιχειρήσεων της μητέρας της, ο οποίος συνεχίζει να συνάπτει παράλληλες σχέσεις και με άλλες γυναίκες, ενώ είναι ήδη παντρεμένος. Η Agnes αποφασίζει να πουλήσει τις μετοχές της στο καζίνο σε βάρος της μητέρας της, που χάνει τον έλεγχο της οικογενειακής επιχείρησης. Το 1977, μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας, η Agnes εξαφανίζεται χωρίς κανένα ίχνος. Τριάντα χρόνια μετά, ο Maurice Agnelet κατηγορείται ως ο κύριος ύποπτος για τη δολοφονία της, χωρίς όμως να υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο ενοχοποιητικό στοιχείο σε βάρος του. Όμως η Renee είναι βέβαιη για την ενοχή του και θα κάνει τα πάντα ώστε να τον δει πίσω από τα κάγκελα της φυλακής.

Πρόκειται για την αληθινή ιστορία πίσω από την εξαφάνιση της Ανιές Λε Ρου που συγκλονίζει εδώ και τριάντα χρόνια τη Γαλλία. Η νέα ταινία του Γάλλου σκηνοθέτη Αντρέ Τεσινέ, βασίζεται στο βιβλίο "Une femme face a la Mafia" των Renee Le Roux και Jean-Charles Le Roux. Το φιλμ πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο περσινό Φεστιβάλ των Καννών, ενώ φέτος τον Μάρτιο προβλήθηκε και στο πλαίσιο του 16ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Ελλάδας.

Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους συναντάμε την σπουδαία Κατρίν Ντενέβ, τον ταλαντούχο ηθοποιό και σκηνοθέτη Γκιγιόμ Κανέ, καθώς και την ανερχόμενη Αντέλ Χαενέλ. Τρεις διαφορετικές γενιές Γάλλων ηθοποιών, συναντιόνται στη νέα δημιουργία του Αντρέ Τεσινέ (Rendez-vous - 1985, The Witnesses - 2007). Με καλές ερμηνείες και προσεγμένους διαλόγους, η ταινία εξελίσσεται ιδανικά για τα πρώτα ενενήντα λεπτά. Μέχρι δηλαδή ο Τεσινέ να μας επαναφέρει στην αίθουσα του δικαστηρίου, τριάντα χρόνια μετά, όπου οι ίδιοι ηθοποιοί με τη βοήθεια του μακιγιάζ καλούνται μάταια να λύσουν το μυστήριο της εξαφάνισης της Ανιές Λε Ρου. Η μυθοπλασία δίνει τη σκυτάλη στα ιστορικά γεγονότα και κάπου εκεί η μαγεία της κινηματογράφησης αρχίζει να ξεθωριάζει...

«Άρωμα Ελευθερίας» (Rosewater - 2014) του Τζον Στιούαρτ (Η.Π.Α.)

Το 2009, ο Jason Stewart, πρώην ρεπόρτερ του Daily Show, πραγματοποιεί μία σατιρική συνέντευξη με τον Maziar Bahari την παραμονή των εκλογών στο Ιράν. Ο οικοδεσπότης της εκπομπής αστειευόμενος, αποκαλεί τον καλεσμένο του κατάσκοπο. Κατά τη διάρκεια των εξεγέρσεων που ξέσπασαν στους δρόμους εξαιτίας της νοθείας των αποτελεσμάτων και τις οποίες ο Bahari μαγνητοσκόπησε, οι ιρανικές αρχές τον συνέλαβαν με την κατηγορία της κατασκοπείας. Βασική απόδειξη της ενοχής του θεωρήθηκε η συνέντευξη στο Daily Show. Για τις επόμενες 118 μέρες, ο Bahari βασανίστηκε και ανακρίθηκε από έναν αστυνομικό με το κωδικό όνομα, Rosewater.

To «Άρωμα Ελευθερίας» (Rosewater) διηγείται μια καθηλωτική, αληθινή ιστορία η οποία βασίστηκε στο best seller (Then They Came for Me: A Family’s Story of Love, Captivity, and Survival) του δημοσιογράφου του BBC, Maziar Bahari. Αποτελεί παράλληλα το σεναριακό και σκηνοθετικό ντεμπούτο του οικοδεσπότη του The Daily Show, Jon Stewart, ο οποίος είχε μικρή αλλά καθοριστική ανάμειξη στα γεγονότα που οδήγησαν τον δημοσιογράφο στην άδικη φυλάκιση του και στον βασανισμό του. Ο δημιουργός εμποτίζει αυτή την σκληρή, αλλά ρεαλιστική ιστορία με στοιχεία μαύρου χιούμορ - υπέροχη η σκηνή που ο Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ χορεύει μέσα στο κελί του - ενώ φροντίζει να δικαιώσει τους θεατές με την αφήγηση της τρομαχτικής αυτής περιπέτειας. Αξιόλογη δημιουργία που παράλληλα εξερευνά τον ρόλο της δημοσιογραφίας και της ελευθερίας του λόγου, υπό δύσκολες συνθήκες και απέναντι σε προσπάθειες φίμωσης.

Πρωταγωνιστεί ο εξαιρετικός Μεξικανός ηθοποιός Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ - Amores Perros (2000), The Motorcycle Diaries (2004), No (2012) - ενώ απέναντι του, στον ρόλο του βασανιστή, στέκεται επάξια ο Δανός, Κιμ Μπόντνια. Το προσεκτικά επιλεγμένο και πολυσυλλεκτικό καστ συμπληρώνουν: ο κυπριακής καταγωγής ηθοποιόςΝτιμίτρι Λεονάιντας, ο εντυπωσιακός Τούρκος καλλιτέχνης Χαρούκ Μπίλγκινερ - τον οποίο απολαύσαμε πέρσι στο βραβευμένο φιλμ του Φεστιβάλ Καννών, με τον Χρυσό Φοίνικα, Χειμερία Νάρκη (2014) - και η πάντα υπέροχη Ιρανή ηθοποιός, Γκολσίφτεχ Φαραχανί - About Elly (2009), Η Πέτρα της Υπομονής (2012).

«Ο Παρτιζάνος» (Partisan - 2015) του Άριελ Κλέιμαν (Αυστραλία)

Ο Αλεξάντερ (Τζέρεμι Σάμπριελ) είναι ένα παιδί όπως όλα, ενεργητικό, αλλά και περίεργο. Είναι επίσης εκπαιδευμένος δολοφόνος. Ο Αλεξάντερ, μαζί με άλλα παιδιά της ηλικίας του, αφήνουν συχνά την ασφάλεια του καταφυγίου τους για να εκτελέσουν τις εντολές του μοναχικού πατριάρχη Γκρέγκορι (Βενσάν Κασέλ). Παρά την ψυχρή φύση τους, τα παιδιά δεν καταλάβαιναν ποτέ τη βαρύτητα των πράξεων τους. Ο Αλεξάντερ μόλις έγινε έντεκα χρονών. Ο Γκρέγκορι φέρνει στην κοινότητα τους μια νεαρή μητέρα με τον 11χρονο γιο της, Λίο. Ο Λίο είναι διαφορετικός από τα παιδιά που ζουν εκεί, είναι κοινωνικός και συναισθηματικός. Έχει περάσει πολύ καιρό στον κόσμο, έξω από αυτόν που είχε δημιουργήσει ο Γκρέγκορι. Ο Αλεξάντερ είναι έκπληκτος και περίεργος, καθώς δεν έχει ξανασυναντήσει αυτή τη συμπεριφορά. Όταν ο Λίο εξαφανιστεί, ο Αλεξάντερ θα νιώσει προδομένος. Αμφισβητεί τα διδάγματα του Γκρέγκορι και τις αποστολές τους. Τα 12α γενέθλια του πλησιάζουν, και βλέπει πια με άλλα μάτια τον ηθικό κώδικα του Γκρέγκορι. Η συνεχώς αυξανόμενη ένταση μεταξύ τους θα οδηγήσει τον μικρό Αλεξάντερ σε μια τραγική και μη αναστρέψιμη πράξη...

Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Αυστραλού δημιουργού Άριελ Κλέιμαν, είναι μία αξιόλογη και συγκινητική ταινία, που με οδηγό ένα προσεγμένο σενάριο, ξετυλίγει μία ενδιαφέρουσα και συμβολική ιστορία. Στο πρόσωπο του Βενσάν Κασέλ, βλέπουμε την εκάστοτε καθεστηκυία άρχουσα τάξη και τους μηχανισμούς επιβολής της, ενώ στο καταγάλανο και απαστράπτον βλέμμα του ταλαντούχου πιτσιρικά, Τζέρεμι Σάμπριελ, καθρεφτίζεται όλη η ελπίδα, αλλά και η προσπάθεια της νέας γενιάς, για αλλαγή του κατεστημένου, με την προσμονή σ' ένα καλύτερο αύριο.

«Δεν είμαι απολύτως σίγουρος γιατί επιλέγω να διηγηθώ συγκεκριμένες ιστορίες. Βασίζομαι κυρίως στο ένστικτο μου. Αυτό που ξέρω είναι ότι κάθε ταινία έχει ξεκινήσει από μία σουρεαλιστική εικόνα. Το 2010, διάβασα ένα άρθρο στους NewYorkTimes για τις φυλές παιδιών-δολοφόνων στην Κολομβία που αποκαλούνται «Σικάριος». Πέρα από τις φρικιαστικές πράξεις αυτών των παιδιών, δεν ξέρω γιατί έμεινε μαζί μου αυτή η εικόνα για τόσο πολύ καιρό. Μέχρι που τυχαία, έπεσα πάνω σε μια φράση του αγαπημένου μου Λουί Μπουνιουέλ: "δεν υπάρχει πιο σουρεαλιστική εικόνα από έναν άνθρωπο να σκοτώνει έναν άλλο..."» - Άριελ Κλέιμαν

Κυκλοφορούν επίσης:

«Φιμωμένος Έρωτας» (Short Skin - I dolori del giovane Edo - 2014) του Ντούτσιο Κιαρίνι (Ιταλία)

Ο Edoardo ζει στην Πίζα, είναι 17 χρονών και υποφέρει από φίμωση. Η κατάσταση του είναι κάτι που απασχολεί όλη την οικογένεια, αλλά κυρίως τον ίδιο. Ο καλύτερος φίλος του ο Arturo σκέφτεται συνεχώς πότε θα χάσει την παρθενιά του και φαντασιώνεται τις λεπτομέρειες της πολυαναμενόμενης αυτής εμπειρίας. Ο Edoardo θα ήθελε κι εκείνος να κάνει σεξ, ειδικά τώρα που η καλύτερη του φίλη έρχεται για διακοπές στην Πίζα. Εν τω μεταξύ γνωρίζεται και με την Elisabetta, ένα κορίτσι που τραγουδάει σε ένα συγκρότημα και θέλει να περάσει το βράδυ της μαζί του, περιπλέκοντας την ήδη μπερδεμένη κατάσταση.

Ο «Φιμωμένος Έρωτας» αποτελεί το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Ντούτσιο Κιαρίνι, το οποίο προβλήθηκε το 2014 στο “Biennale College - Cinema”, όπου και απέσπασε το αντίστοιχο βραβείο στην 71η Μπιενάλε στη Μόστρα της Βενετίας. Πρόκειται για το τμήμα του Φεστιβάλ το οποίο προωθεί τα νέα ταλέντα του σινεμά. Η ταινία υφαίνει με ευαισθησία και χιούμορ μία γλυκόπικρη ιστορία ενηλικίωσης με φόντο μια κλασικά παρεμβατική ιταλική οικογένεια, μέσα στον κλοιό της οποίας ο πρωταγωνιστής Ματέο Κρεατίνι αναδεικνύει έναν αξιαγάπητο ήρωα με πολλές αδυναμίες, αλλά και ακόμα περισσότερο θάρρος.

«Love & Mercy» (2014) του Μπιλ Πόλαντ (Η.Π.Α.)

Ο Μπράιαν Ουίλσον, είναι ένας από τους ζωντανούς θρύλους της χρυσής εποχής της μουσικής, ο οποίος δημιούργησε μερικά από τα πιο διάσημα τραγούδια στην ιστορία του ροκ ν’ ρολ. Γεννημένος στην Καλιφόρνια το 1942, ο Ουίλσον σχημάτισε τους Beach Boys το 1961, των οποίων οι επιτυχίες τον έκαναν πασίγνωστο. Πέρα από τις χαρούμενες μελωδίες και τα εθιστικά ρεφρέν, χαρακτηριστικά των πρώτων τους άλμπουμ, ο Ουίλσον εξέλιξε την μέθοδό του για να δημιουργήσει το πρωτοποριακό «Pet Sounds».

Όμως, όσο η δημιουργικότητά του Μπράιαν Ουίλσον ανέβαινε - τον υποδύεται σε μικρή ηλικία ο Πολ Ντέινοκαι σε μεγαλύτερη, ο Τζον Κιούζακ - τόσο εκείνος βυθιζόταν στον εθισμό του στα ναρκωτικά και το αλκοόλ, εν μέρει σε μια προσπάθεια να διαχειριστεί την ψυχική ασθένεια που τον κατέτρωγε. Μετά από αρκετά χρόνια σε προσωπικό και επαγγελματικό πάτο, εξαιτίας και της σχέσης του μ' έναν εγκληματικά παρεμβατικό γιατρό (Πολ Τζιαμάτι), ο οποίος τον ήλεγχε μέσα από τα συνταγογραφημένα φάρμακά του, ο Ουίλσον γνώρισε την σημερινή του γυναίκα, Μελίντα (Ελίζαμπεθ Μπανκς) και κατάφερε να αναδυθεί και πάλι στην επιφάνεια, δίνοντας νέα πνοή ακόμα και στην καριέρα του. Ο Ουίλσον μπήκε στο Rock and Roll Hall of Fame το 1988.

Το φιλμ «Love & Mercy» αποτελεί το συγκινητικό βιογραφικό πορτρέτο του Μπράιαν Ουίλσον, το οποίοαποκαλύπτει την άγνωστη ιστορία της βασανισμένης ιδιοφυΐας πίσω από τις ηλιόλουστες μελωδίες των Beach Boys, τη μετεωρική άνοδο, την εντυπωσιακή πτώση και την ανάκαμψη του πρωτοπόρου, θρυλικού ποπ σταρ, Μπράιαν Ουίλσον. Ο Πολ Ντέινο είναι επαρκής στον δύσκολο ρόλο του, σε αντίθεση με τον Τζον Κιούζακ και την Ελίζαμπεθ Μπανκς, ενώ απολαυστικός είναι για ακόμη μία φορά και ο Πολ Τζιαμάτι.

Ο υποψήφιος για Όσκαρ παραγωγός Μπιλ Πόλαντ (The Tree of Life - 2011), περνάει για πρώτη πίσω από την κάμερα, στον ρόλο του σκηνοθέτη και αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ο Μπράιαν Ουίλσον είναι αναγνωρισμένη μουσική ιδιοφυΐα, αλλά εμείς προσπαθήσαμε να ψάξουμε βαθύτερα στο ποιος είναι και τι τον ωθούσε να συνεχίσει, παρά τη μάχη του με την ψυχική ασθένεια. Θέλαμε να απομακρυνθούμε από τη διασημότητα και να δούμε τον άνθρωπο πίσω από αυτήν, καθώς και να εξετάσουμε το πώς αντιμετωπίζονται όλοι όσοι αντιμετωπίζουν παρόμοιες δυσκολίες, τόσο από τους δικούς τους ανθρώπους, όσο και από το ευρύτερό τους περιβάλλον.»

«Fantastic Four» (2015) του Τζος Τρανκ (Η.Π.Α.)

Στο «Fantastic Four», μια ετερόκλητη ομάδα νεαρών ιδεαλιστών εξερευνητών μεταφέρεται σε μία παράλληλη, επικίνδυνη διάσταση κατά τη διάρκεια ενός φιλόδοξου επιστημονικού πειράματος. Εκεί, τα σώματά τους μεταλλάσσονται με σοκαριστικό τρόπο και αποκτούν μοναδικές υπερφυσικές δυνάμεις. Οι τέσσερις ήρωες θα πρέπει να μάθουν να τις χειρίζονται για να προσαρμοστούν στη νέα τους ζωή στη Γη, αλλά και να ξεπεράσουν τις διαφορές τους για να αντιμετωπίσουν την θανάσιμη απειλή ενός πρώην συμμάχου τους που είναι πλέον εχθρός τους.

Η νέα κινηματογραφική εβδομάδα διαθέτει και το απαραίτητο καλοκαιρινό blockbuster. Ο λόγος για τους «Fantastic Four», την πρώτη και διασημότερη υπέρ-ηρωική ομάδα των Marvel Comics, η οποία επιστρέφει στην μεγάλη οθόνη. Τρεις αποδεδειγμένα ταλαντούχοι νεαροί ηθοποιοί - η Κέιτ Μάρα (House of Cards, 2013), ο Μάιλς Τέλερ (Whiplash, 2014) και ο Τζέιμι Μπελ(Billy Elliot, 2000, Nymphomaniac, 2013) - πρωταγωνιστούν σε αυτή την μέτρια και χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις, περιπέτεια, η οποία απευθύνεται κυρίως στους λάτρεις των ειδικών εφέ και του συγκεκριμένου είδους..

Πηγή:tvxs

Γκάλμπρεϊθ: Οι συζητήσεις για το plan B του Βαρουφάκη ξεκίνησαν το Μάρτιο

Ο διακεκριμένος Αμερικανός οικονομολόγος Τζέιμς Γκάλμπρεϊθ και στενός συνεργάτης του Γιάνη Βαρουφάκη αποκάλυψε ότι οι συζητήσεις για το plan B που σχεδίαζε ο πρώην υπουργός Οικονομικών και αφορούσαν στην επιστροφή της χώρας στη δραχμή είχαν ξεκινήσει από το Μάρτιο.

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στο γερμανικό περιοδικό Der Spiegel, ο Γκάλμπρεϊθ τονίζει ότι δεν σχεδίαζε κάποιο μυστικό πλάνο για επιστροφή στη δραχμή. Αντιθέτως, οι άνθρωποι που στελέχωναν την ομάδα -σύμφωνα με τον ακαδημαϊκό του Πανεπιστημίου του Τέξας -  μελετούσαν τα πιθανά «προβλήματα και οι προκλήσεις που θα προέκυπταν αν η Ελλάδα αναγκαζόταν να βγει από το ευρώ από τους Ευρωπαίους εταίρους».

«Οι συζητήσεις μας ξεκίνησαν περί το τέλος Μαρτίου και ολοκληρώθηκαν την πρώτη εβδομάδα του Μαΐου. Κύριο μέλημά μας δεν ήταν η εκπόνηση ενός 'μυστικού σχεδίου, αλλά τα προβλήματα και οι προκλήσεις που θα προέκυπταν αν η Ελλάδα αναγκαζόταν να βγει από το ευρώ από τους Ευρωπαίους εταίρους. Πολλά από αυτά πάνω στα οποία εργαζόμασταν αφορούσαν στην ιστορική έρευνα σε οικονομικές κρίσεις του παρελθόντος, όπως, παράδειγμα, την κρίση στην Καλιφόρνια στις αρχές του 2000 και την κρίση χρέους στην Κύπρο», επισήμανε ο Αμερικανός οικονομολόγος.

Ερωτηθείς για ποιο λόγο η όλη εργασία διενεργήθηκε υπό πλήρη μυστικότητα, ο Τζέιμς Γκάλμπρεϊθ απάντησε: «Για τον προφανή λόγο ότι η γνώση για την εργασία μας θα είχε παρερμηνευθεί».

Ο ίδιος απέρριψε τα σενάρια περί «πραξικοπήματος» και «υποκλοπών σε στοιχεία Ελλήνων φορολογουμένων», λέγοντας ότι ουδέποτε η ομάδα εργασίας προέβη σε πολιτικές συζητήσεις ούτε ανέλαβε ρόλο σε οποιαδήποτε απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης.

Κληθείς, εξάλλου, να σχολιάσει τον ρόλο του Γερμανού υπουργού Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στην ελληνική κρίση, αλλά και το εάν η συμφωνία που επίκειται μεταξύ της Ελλάδας και των θεσμών αποτελεί μια καλή λύση, ο διακεκριμένος οικονομολόγος απάντησε ότι τρέφει «σεβασμό στο πρόσωπο του Γερμανού ΥΠΟΙΚ» και πως «ούτε ο Σόιμπλε δεν πιστεύει ότι η συμφωνία αυτή αποτελεί καλή λύση».

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Χιωτάκης ή Καλός;

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Σύμφωνα με τον Αλμπέρ Καμύ, όλα γίνονται από μια συνήθεια: «Είμαστε γελοίοι αριθμοί μιας κοινωνίας που ενεργεί από συνήθεια, μισούμε ή αγαπάμε από συνήθεια και σκεπτόμαστε τα μεγάλα προβλήματα από συνήθεια». Κάτι ανάλογο γίνεται και στις εκφυλισμένες δημοκρατίες όπως η δική μας. Συνηθίζουμε, συνηθίζουμε και στο τέλος, αλλάζουμε μόνο ότι δεν είναι σε θέση να διαταράξει την ανωνυμία μας. Αυτήν ακριβώς, που μας εξασφαλίζει την απόσταση από τη δοκιμασία της ευθύνης και της έλλογης σύγκρουσης με οποιοδήποτε κατεστημένο.

Το πολιτικό σύστημα στην Κηφισιά αποδεικνύεται πιο ανθεκτικό από ένα «γκέτο» κατσαρίδων στον υπόνομο ενός κήπου. Είναι τέτοια η θεσμική κάλυψη και οι μηχανισμοί «μετάστασης» σε νέες μορφές συγκεντρωτισμού, που μοιάζει αδύνατον να υπάρξει εξυγίανση, τουλάχιστον εκ των έσω.

Το καινούριο μοιάζει καινούριο, αλλά είναι μόνο φαιδρό. Και το παλιό επενδύει στη φαιδρότητα του καινούριου, μπας και ξεπλύνει τις παλιές αμαρτίες του. Και τα δύο, ανώφελα και επικίνδυνα για τη «δημοκρατία» που από καιρό την έχουν εκμαυλίσει σε έναν βιότοπο διαφθοράς και ακολασίας.

Από τη μία, ζούμε απίστευτες σουρεαλιστικές στιγμές με τη παράταξη Θωμάκου, κι από την  άλλη, ο «διασκεδαστής» Χιωτάκης -τι όμορφα να τον ακούμε στο Δ.Σ!- καλεί στο «μέτωπο» τον κολλητό του Βάρσο. Επιστρέφει στις «ρίζες», ο Βασίλης και ελπίζει σε «ξέπλυμα» της παράταξης μέσα από τις συνεχείς τερατογενέσεις του Θωμάκου.

Να, λοιπόν, οι επιλογές στη νέα συνήθεια. Από δω ο Χιωτάκης κι από κει ο Καλός. Από δω οι Βαρσαίοι και όλα τα μεταμφιεσμένα «λούμπεν» των κατσαπλιάδων και από κει οι «λόρδοι» του κατεστημένου με τις μεγάλες περιουσίες και τα «ηθικά» πλεονεκτήματα της νομιμότητας του Δημοδήαιτου. Ποιον να διαλέξεις από τους δύο; Τους αμαρτωλούς χορτασμένους ή τους επικίνδυνους πεινασμένους; Να συνηθίσεις τον Καλό για τις εκπληκτικές του εξαφανίσεις ή να ξανασυνηθίσεις τον Χιωτάκη για τις δεινές επιδόσεις του στα ακριβά εστιατόρια και στο real estate; Αν και ο πρώην Δήμαρχος Χιωτάκης είναι, επίσης, πολύ καλός σ' αυτά...

Αδιέξοδο, νομίζω, για όλους μας. Ακόμα και για τη μεγάλη μάζα της συνήθειας, που άγεται και φέρεται με τη λατρεία των προσωπείων. Γιατί αυτό που έχουμε δεν είναι δημοκρατία αλλά μια χαλαρή συνομοσπονδία αλλοτριωμένων συντεχνιών. Ούτε Ελβετία είμαστε να αποφασίζει η κοινωνία των πολιτών ούτε Αμερική να απομονώνονται οι μάζες της ημιμάθειας για να διοικεί μια εξειδικευμένη ελίτ. Γι' αυτόν τον λόγο, τα κίνητρα της δόξας και του χρήματος είναι τα μόνα που παροτρύνουν τους Κηφισιώτες να ασχοληθούν με την πολιτική. Άλλωστε, είναι τόσο κλειστό το «μεσσιανιστικό» σύστημα όλων των παρατάξεων που είναι απίστευτα δύσκολο να διευρυνθεί το ενδιαφέρον σε πρόσωπα της δημιουργικής και παραγωγικής κοινωνίας.

Στους μεν παλιούς, το χρήμα συντηρεί την επιθυμία για δόξα, στους δε καινούριους, η δόξα υπόσχεται γρήγορα την πρόσβαση στο χρήμα και στην ευκολία. Μπορεί η πόλη να εκφυλίζετε αλλά οι Καλοί και οι Χιωτάκηδες δεν είναι μέρος του προβλήματος. Οι μεν πειραματίζονται αποθεώνοντας τον ναρκισσισμό τους και οι άλλοι περιμένουν απλά τη συνήθεια των πολλών να τους επαναφέρει στην εξουσία. Κανένα από τα δύο μέτωπα δεν ενέχεται παραγωγικά στο μέλλον αυτού του τόπου. Η ζωή τους, η προοπτική τους, τα σχέδιά τους δεν ταυτίζονται με την εξυγίανση της οικονομίας ή την ανάπτυξη. Ούτε με κάποιο προοδευτικό σύστημα που θα επαναφέρει τους νέους ως πρωταγωνιστές στην επανίδρυση της Κηφισιώτικης κοινωνίας.

Και προς στιγμήν, μεταξύ των δύο, επιλέγουμε τις φαντεζί πιρουέτες του Καλού, στην προσπάθειά μας να «τιμωρήσουμε» τον Χιωτάκη. Αργότερα, όταν τρομάξουμε τελείως από τον Καλό, θα ανεχτούμε από συνήθεια τον Χιωτάκη. Για να αποδειχθεί και πάλι πόσο «πρωτόγονοι» και εγκλωβισμένοι είμαστε σε έναν αναπαρωγικό «βιότοπο» καιροσκόπων που η μεγάλη μας επιτυχία θα είναι να  αποκτήσουμε κι εμείς πρόσβαση στην «αναπαραγωγή».

Και στο ενδιάμεσο, ας εμφανίζονται λάμψεις από διάττοντες αστέρες για να μην βαριόμαστε. Παραφράζοντας ελάχιστα τον Καμύ, στον «Επαναστατημένο άνθρωπο», έχει νόημα να προσέξουμε πως «οι εγκληματίες της εποχής μας είναι πλέον ενήλικες και το άλλοθί τους είναι αδιάσειστο: η “φιλοσοφημένη πολιτική” μπορεί να βοηθήσει σε όλα, μπορεί ακόμα και να μεταμορφώσει τους δολοφόνους σε δικαστές».-