ενημέρωση 7:16, 11 October, 2026

Θέλετε να σώσετε τον πλανήτη; Κόψτε τη Nutella, λέει η Σεγκολέν Ρουαγιάλ

Παρίσι
Για όλα φταίει το φοινικέλαιο: Η γαλλίδα υπουργός Περιβάλλοντος Σεγκολέν Ρουαγιάλ άνοιξε πόλεμο με μία από τις εταιρείες με τη μεγαλύτερη διείσδυση στην ευρωπαϊκή αγορά τροφίμων, προτείνοντας απομάκρυνση από την πραλίνα φουντουκιού (συγκεκριμένα τη Nutella) για... να σωθούν τα δάση. 

Το σκεπτικό της υπουργού δεν είναι καινούριο στους κύκλους των οικολόγων, αλλά προκάλεσε την άμεση αντίδραση της Ferrero που επισήμανε την περιβολλαντικά υπεύθυνη πρακτική της.

Μιλώντας σε εκπομπή του γαλλικού Canal+, η Ρουαγιάλ συζητούσε για θέματα της αρμοδιότητάς της και είχε μερικές προτάσεις για το πώς μπορεί να σωθεί ο πλανήτης.

Η υπουργός ανέφερε πως «για παράδειγμα, πρέπει να σταματήσουμε να τρώμε Nutella». Για την παραγωγή της, εξήγησε, χρησιμοποιείται φοινικέλαιο, η υψηλή ζήτηση για το οποίο έχει ευνοήσει τις καλλιέργειες φοίνικα έναντι άλλων ειδών επιτείνοντας έτσι το πρόβλημα της καταστροφής των δασών -επιχείρημα που είναι διαδεδομένο εδώ και καιρό.

Αντί του φοινικελαίου, θα έπρεπε να χρησιμοποιούνται άλλες πρώτες ύλες για την πραλίνα, ανέφερε η Ρουαγιάλ. 

Το εάν η Ρουαγιάλ χρησιμοποιήσε ονομαστικά τη Nutella ως παράδειγμα επειδή είναι συνώνυμο της πραλίνας φουντουκιού στην γαλλική αγορά ή επειδή συγκεκριμένα εκείνη χρησιμοποιεί περισσότερο φοινικέλαιο δεν είναι σαφές.

Η Ferrero πάντως, η οποία παράγει την Nutella, έσπευσε να προχωρήσει σε διευκρινιστική ανακοίνωση. Χωρίς να αναφέρεται ευθέως στην Ρουαγιάλ, η ανακοίνωσε τόνιζε πως η επιχείρηση «υποβάλλεται σε σειρά κανονισμών σχετικά με το φοινικέλαιο» και ότι οι καλλιέργειες φοίνικα «μπορούν να προωθηθούν με τρόπο που σέβεται το περιβάλλον».

Ελευθερία Αρβανιτάκη: «9 + 1 Ιστορίες»

«(…) Ξεκίνησε (σ. σ το άλμπουμ) μαζί με την κρίση στη ζωή και στην καθημερινότητα όλων μας. Φιλίες χάλασαν και φιλίες δημιουργήθηκαν. Αγάπες χάθηκαν και αγάπες δυνάμωσαν. Κοινά μονοπάτια έγιναν μοναχικά και μοναχικοί δρόμοι γέμισαν με φως και παρέες. Τελειώνει με την ελπίδα του αύριο πιο ζωντανή και πιο αναγκαία ποτέ…»
 
Με αυτά τα λόγια (συν κάποια ακόμα) η Ελευθερία Αρβανιτάκη «προλογίζει» το νέο της άλμπουμ με τίτλο «9 + 1 Ιστορίες», η ακρόαση του οποίου έγινε σε ένα νεοκλασικό στην περιοχή του Αγ. Παύλου. Από τις πλέον τα τελευταία χρόνια ταλαιπωρημένες γειτονιές του κέντρου της Αθήνας. Δεν είναι ένα τυχαίο νεοκλασικό χαμένο και χωμένο σε παλιές πολυκατοικίες. Εκεί από τα μέσα της δεκαετίας του ΄50, και συγκεκριμένα από το 1955, ήταν το εργοστάσιο της Φίνος Φιλμ (σ.σ σήμερα στεγάζονται τα στούντιο της ANTART Production). Εκεί που γίνονταν, το μοντάζ, το edit εκεί που η ταινία ολοκληρώνονταν πριν πάρει τον δρόμο για τις αίθουσες. Εκεί επίσης ηχογραφήθηκαν η «Οδός Ονείρων», «Ο Ζόρμπας» εκεί ηχογραφήθηκε το «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου» από τον Μίμη Πλέσσα, όταν κάποτε ο Φίνος, τον φώναξε από το παράθυρο της εταιρείας να γυρίσει πίσω για να συμπληρώσει ένα τραγούδι. Έτσι, στα γρήγορα…
 
Οι «9 + 1 Ιστορίες» δεν έγιναν στα γρήγορα. Περί τα τέσσερα χρόνια χρειάστηκε να συνεργαστούν οι Ελευθερία Αρβανιτάκη, Νίκος Πορτοκάλογλου, Θέμης Καραμουρατίδης, Λήδα Ρουμάνη, Νίκος Μωραΐτης, Στάθης Δρογώσης, Χρήστος Δεληγιάννης και Sumka. Όλοι αυτοί έβαλαν το χεράκι τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο για να βγει μια ενδιαφέρουσα σειρά τραγουδιών, που μάς θυμίζει σε άλλα κομμάτια την Ελευθερία της δεκαετίας του ΄90, από την άλλη η συνεργασία της με τους Θέμη Καραμουρατίδη και Sumka την κάνουν να φωνάζει παρούσα και σε ένα κοινό νεότερο που προσεγγίζει τη μουσική και το τραγούδι με διαφορετικούς τρόπους.
 
Το άλμπουμ ανοίγει με την μπαλάντα «Κρατήσου από μένα» (ντουέτο με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου που δίνει την ροκ ερμηνευτική αισθητική), προχωρά στη «Συνήθεια» φρέσκο και δυνατό κομμάτι θα μπορούσε να ήταν το πρώτο σινγκλ ενώ στο «Τι να σου γράψω» η ανατολή συναντά τη Δύση. Η μουσική - ενορχήστρωση του Θέμη Καραμουρατίδη κοιτάζει δυτικά ενώ σε κάποια σημεία η ερμηνεία της Ελευθερίας Αρβανιτάκη κλείνει το μάτι στην ανατολή. Ζεστό ερωτικό κομμάτι το οποίο προετοιμάζει τον ακροατή για να ένα ακόμη πιο λαϊκό κομμάτι το «Πόσα περάσαμε», το οποίο υπηρετείται από την ερμηνεία με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
 
«Κασταστροφή κι ελπίδα» (μουσικοί, στίχοι Νίκος Πορτοκάλογλου) το πλέον λαϊκό και όμορφο κομμάτι των «9 + 1 Ιστοριών», κομμάτι που σιγοψιθυρίζετε εύκολα στα χείλη, τραγούδι που φέρει την σφραγίδα ενός «έντεχνου» τραγουδοποιού που ξέρει καλά και το λαϊκό ή τουλάχιστον τη μίξη του. Οι Στάθης Δρογώσης και Νίκος Μωραΐτης υπογράφουν τα δύο επόμενα «Άτομα» και «Τώρα Τώρα», δύο όμορφα μελωδικά κομμάτια που αξίζει κάποιος να σταθεί και στον στίχο. Εναν στίχο που δεν γυρίζει την πλάτη του, στην τρέχουσα κοινωνική - πολιτική πραγματικότητα.
 
Το 8ο κομμάτι του άλμπουμ είναι το πρώτο σινγκλ «Μη με φωνάξεις» και 9ο το «Μακριά από την τρικυμία». Χαρούμενο κομμάτι, με πολλά όργανα, τρομπέτα, τρομπόνι κ. α. πανηγυρικό και με στόχο να αφήσει την καλύτερη διάθεση στον ακροατή. Το άλμπουμ ολοκληρώνεται με το «J. Α. C. Ε.», τραγούδι για το οποίο γράφτηκε για την ομότιτλη ταινία του Μενέλαου Καραμαγγιώλη.
 
Τους στίχους στα επτά από δέκα τραγούδια υπογράφει η Λήδα Ρουμάνη. Δεν είναι η πρώτη φορά που συνεργάζεται, βεβαίως, με την Ελευθερία Αρβανιτάκη και ενδεχομένως ούτε η τελευταία. Και καλά θα κάνει. Η μία γνωρίζει την άλλη πολύ καλά. Στην παρούσα εργασία υπογράφει μια σειρά ευαίσθητων ιστοριών όπου ο καθένας από τους ακροατές θα βρει εικόνες από τη ζωή του, στίχοι που εικονοποιούνται εύκολα και γίνονται προσωπικά σάουντρακ. Και όσον αφορά στον συνθέτη - ενορχηστρωτή Θέμη Καραμουρατίδη χειρίστηκε τα τραγούδια έτσι ακριβώς όπως έπρεπε. Συνδύασε μουσικά την Ελευθερία που όλοι γνωρίζουμε με μια πιο ελεύθερη και απενοχοποιημένη Αρβανιτάκη.
 
Το νέο άλμπουμ της Ελευθερίας Αρβανιτάκη «9 + 1 Ιστορίες» είναι καλοδουλεμένο, άρτιο στην παραγωγή και έχει την ικανότητα να μην απευθύνεται μόνο στους παλαιότερους ακροατές της αλλά και στους νεότερους της. Η ερμηνεύτρια σε ακόμη έναν δίσκο της βάζει μοναδικά την σφραγίδα της, σαγηνεύει τον ακροατής της και στον καλεί να μοιραστεί μαζί της αυτές τις δέκα ιστορίες. Οπου θα είναι πολύ δύσκολο να μην βρει κάποιος έστω και μία να ταυτιστεί μαζί της…
 

Έρως ανίκατε μάσαν

Συνέντευξη του Αύγουστου Κορτώ στη Χαριτίνη Μαλισσόβα
 
"Αξίζει να αντιστεκόμαστε σε ό,τι μας χαλάει δίχως λόγο τη μία και μοναδική ζωή που μας χαρίστηκε"
 Είχαμε συνομιλήσει με τον Αύγουστο Κορτώ πέρυσι,για το πολυσυζητημένο  και πολυδιαβασμένο"Βιβλίο της Κατερίνας".
Έναν χρόνο μετά ,ξανασυναντιόμαστε για το νέο του βιβλίο με τίτλο "Έρως ανίκατε μάσαν",ένα ευθυμογράφημα-όπως ο ίδιος το αποκαλεί και όπως οι α αναγνώστες θα διαπιστώσουν- με θέμα προσωπικές ιστορίες από την παιδική κι εφηβική ηλικία του συγγραφέα (αλλά και με ιστορίες του σήμερα )και με άξονα τα περιττά κιλά.
Με σπαρταριστές περιγραφές,ο Αύγουστος Κορτώ με την οξύτατη πένα και το οξύτατο μυαλό του καταθέτει ένα βιβλίο που αγαπήθηκε από τις πρώτες κιόλας εβδομάδες της κυκλοφορίας του και ξεπέρασε ήδη τις 10.000.
Το εξώφυλλο του βιβλίου,κοσμεί  σκίτσο του Αρκά.
 
Στη συνέντευξή μας μίλησε με τον δικό του τρόπο για το ρατσισμό του σωματικού  βάρους,για τις συμβάσεις,την ελαφρότητα αλλά και  και το λόγο για τον οποίο επιβάλλεται να αντιστεκόμαστε...
Πώς θα περιέγραφες το  βιβλίο σου"Έρως Ανίκατε μάσαν ;
 
Είναι μια συλλογή ευθυμογραφημάτων, γραμμένο για στιγμές ελαφρότητας και αναψυχής. Ελπίδα μου το βιβλιαράκι αυτό να ξαναδιαβαστεί, όπως ξαναδιαβάζω διαρκώς τα δικά μου αγαπημένα κωμικά κείμενα.
 
Ο ρατσισμός  του ιδανικού βάρους, ο ρατσισμός των προτύπων·τι έχεις να πεις γι'αυτό;
 
Άσε, τον έζησα τη μισή μου ζωή, και ξέρω ότι είναι φριχτός. Ακόμα και στον έρωτα βρίσκεσαι αποσυνάγωγος, και είναι αδιανόητο. Όσο κλισέ κι αν ακούγεται, η ομορφιά μας δεν εξαρτάται απ' το τι νούμερο μπλουζάκι φοράμε.
 
Η άποψή σου για τις κοινωνικές συμβάσεις;
 
Μωρέ άμα μας αρέσουν όλα καλά, το πρόβλημα είναι όταν σ' τις ταΐζουν με το ζόρι όπως τις χήνες για το φουα γκρα. 
 
Τι θεωρείς αντισυμβατικό;
 
Ακόμα και η συμβατικότητα είναι αντισυμβατική, όταν οδηγεί στην ευτυχία. Η ευτυχία είναι η σπουδαιότερη προσωπική επανάσταση.
 
Η ελαφρότητα ,με την έννοια του ευφυούς χιούμορ, στις συνθήκες αβεβαιότητας κάτω από τις οποίες ζούμε σε τι νομίζεις ότι  εξυπηρετεί;
 
Για μένα το γέλιο είναι σωτηρία, κυριολεκτικά. Τα βιβλία του Τσιφόρου μου κράταγαν συντροφιά όταν με σταύρωνε η κατάθλιψη.
 
Τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν τις προσωπικότητες που εκτιμάς;
 
Γλυκιά ψυχή να έχουν, και τ' άλλα τα βρίσκουμε.
 
Ο λόγος για τον οποίο γράφεις;
 
Πρώτα για τον καλό μου. Μετά για μένα. Και τέλος, με την ελπίδα οι ιστορίες μου να προσφέρουν λίγες ώρες διασκέδασης στους αναγνώστες τους.
 
Απορία  πολλών αναγνωστών:πού βρίσκεις το χρόνο να γράφεις βιβλία και άρθρα που αρέσουν και να δημοσιεύεις αναρτήσεις που ξεπερνούν τα 3500 χιλιάδες like ;
 
Δουλεύω σαν τρελός, γι' αυτό. Και είμαι γραφομανής - όλη μέρα καρφωμένος στον υπολογιστή να γράφω.
 
Ποια ήταν η πιο σημαντική ή συγκινητική  ευχή ή στιγμή από αναγνώστη-τριά  σου;
 
Είναι τόσο πολλές, που ειλικρινά δεν μπορώ να ξεχωρίσω μόνο μία. Ωστόσο καθεμιά τους με κάνει να νιώθω απέραντη ευγνωμοσύνη.

Τελικά,σε τι αξίζει να αντιστεκόμαστε;
 
Σε ό,τι μας χαλάει δίχως λόγο τη μία και μοναδική ζωή που μας χαρίστηκε.
 
Αύγουστος Κορτώ,
Έρως Ανίκατε μάσαν,εκδ.Πατάκη.
 
Ευφυές χιούμορ και αυτοσαρκασμός 
Τι κάνεις όταν βρίσκεσαι σ' ένα απομονωμένο ορεινό χωριό για το διήμερο των εκλογών κι ενώ όλοι σε μπουκώνουν λυσσαλέα με τα πιο εκλεκτά φαγιά της οικουμένης ο πορσελάνινος θρόνος αρνείται να ενδώσει στις ικεσίες σου; Κι αν ένα και μόνο εσώρουχο αρκούσε για να σε μεταμορφώσει στο πιο ποθητό πλάσμα του κόσμου; Θα ήταν ευλογία ή κατάρα; Και ποια η θέση όλων εμάς που μετά θάνατον δε θέλουμε ούτε να καούμε ούτε να ταφούμε, αλλά να μεταποιηθούμε σε χρηστικά και καλαίσθητα διακοσμητικά εσωτερικών χώρων;Τέτοια και άλλα αγωνιώδη ερωτήματα απαντιούνται με τρόπο παραληρηματικό στις σελίδες αυτού του βιβλίου, που μας θυμίζει ότι το γέλιο είναι συχνά η μόνη σωσίβια λέμβος στις φουρτούνες της ζωής.

Μια σειρά από ευφυέστατα ευθυμογραφήματα με χιούμορ και αυτοσαρκασμό.

  Μια συνέντευξη στη Χαριτίνη Μαλισόβα 
 

Οδοιπορικό στο φαράγγι του Φάγγου. 70 χρόνια μετά, ο Άρης ανασαίνει ακόμα εκεί…

Η πρώτη απόπειρα να προσεγγίσουμε στο φαράγγι του Φάγγου, έξω από τη Μεσούντα Άρτας, έγινε έναν σχεδόν χρόνο πριν και ήταν, όπως αποδείχτηκε, αναγνωριστική. Απροετοίμαστοι ουσιαστικά, χωρίς να γνωρίζουμε την περιοχή και το βαθμό δυσκολίας που έχει μια τέτοια αποστολή, και με μόνο εφόδιο τη δίψα να φτάσουμε μέχρι το συγκεκριμένο σημείο, μπήκαμε ―χωρίς να είμαστε βέβαιοι ότι ήταν αυτό― στο αχάραχτο μονοπάτι και αφού διασχίσαμε μερικά μέτρα αμφιβολίας γυρίσαμε πίσω.

Είχαν προηγηθεί οι παραινέσεις γνωστών και φίλων, αλλά και κατοίκων της Μεσούντας (που μας έδιναν διαφορετικές εκδοχές της διαδρομής) ότι η πορεία είναι δύσκολη και χρειάζεται οπωσδήποτε ντόπιος οδηγός που να ξέρει τα κατατόπια. Παρά την απογοήτευσή μας, τότε, επικράτησε η λογική και δώσαμε υπόσχεση πως με την πρώτη ευκαιρία θα ξεπληρώναμε το μέρος του χρέους μας, που δεν ήταν άλλο από την απόδοση τιμής στον Πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ Άρη Βελουχιώτη, στον τόπο που πότισε με το αίμα του και άφησε την τελευταία του ανάσα, λίγο πριν εγκαταλείψει τα εγκόσμια και περάσει τα όρια του θρύλου.

Ξεκινήσαμε νωρίς το πρωί από την Κυψέλη Άρτας. Ο καιρός τις δυο προηγούμενες μέρες ήταν βροχερός. Αν και είχε προηγηθεί ένα μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς βροχή και οι ανακοινώσεις των μετεωρολόγων δεν προμήνυαν βροχερή μέρα, σε τούτα τα μέρη, στα χωριά του Δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων, είναι συχνό το φαινόμενο όταν πιάνει βροχή να ξεχνά να σταματήσει… Η πηχτή σαν γάλα ομίχλη που συναντήσαμε λίγο πριν το Βουργαρέλι, συνηθισμένο φαινόμενο αυτή την εποχή, δεν μας ανησύχησε.

Από το Αθαμάνιο και πέρα και όσο τα χιλιόμετρα προς τη Μεσούντα λιγόστευαν, ένας παιχνιδιάρης ήλιος προκαλούσε κάθε τόσο με την εμφάνισή του τα σύννεφα που είχαν απλώσει ράθυμα τα γκρίζα πέπλα τους μέχρι εκεί που έφτανε το ανθρώπινο μάτι. Κύρια έγνοια μας η εξέλιξη του καιρού, αλλά όχι μόνο αυτή. Στα αυτιά μου ηχούσαν έντονα και «προκλητικά» τα κοφτά λόγια των γεροντότερων, δυο μέρες πριν στο καφενείο κάτω από τον πλάτανο, όταν τους ανακοίνωνα τις προθέσεις μας: «Δεν μπορείτε να φτάσετε μέχρι εκεί, είναι δύσκολο. Θα γυρίσετε πίσω, όπως κι άλλοι»…

Μπήκαμε στη Μεσούντα. Τα λιγοστά μαγαζιά-καφενεία κλειστά. Κοντοσταθήκαμε μπροστά στο μνημείο του Άρη, απέναντι από την πλατεία του χωριού. Ψυχή τριγύρω. Η φωτογραφία του Πρωτοκαπετάνιου εκεί. Ασάλευτος, δείχνει σκεφτικός, υπομονετικός, ήρεμος όπως αυτός που έχει κάνει το καθήκον του. Μα το βλέμμα του σε διαπερνά· σαν ένα ηφαίστειο που κατακλύζεται από υπόγειες εκρήξεις και καρτεράει τη στιγμή που θα «ξαναμιλήσει»…

Πήραμε τον στενό, ασφαλτοστρωμένο, γεμάτο λαβωματιές από τις πολλές βροχές των προηγούμενων μηνών, δρόμο προς το ποτάμι. Λίγα, μετρημένα στα δάχτυλα του χεριού σπίτια σκορπισμένα στην αριστερή πλευρά του δρόμου, κλειστά τα περισσότερα και με εμφανή τα σημάδια της ανθρώπινης απουσίας στις αυλές τους. Σε κάποιο σημείο ο κατηφορικός δρόμος γίνεται χωμάτινος· σημάδι ότι πλησιάζουμε. Σταματάμε λίγα μέτρα πριν την κοίτη του ποταμού. Στα δεξιά μας βρίσκεται μια πέτρα που σηματοδοτεί την είσοδο στην πλαγιά του βουνού, την αρχή του μονοπατιού. Ζωνόμαστε τα σακίδια, οπλίζουμε τις φωτογραφικές μηχανές και ξεκινάμε.

Μια πρώτη ματιά στη μορφολογία του εδάφους λειτουργεί αποτρεπτικά. Τίποτα δεν μαρτυρά από τα πρώτα μέτρα ότι μπροστά μας βρίσκεται ένα μονοπάτι με αρχή και τέλος. Οι συνεχείς κατολισθήσεις διαμορφώνουν ένα σκηνικό που προσθέτει στην αγριάδα της φύσης κάποια στοιχεία ―ελεγχόμενου― κινδύνου, ειδικά για όσους το άκουσμα της λέξης «μονοπάτι» φέρνει στο νου χαραγμένες και καλλωπισμένες τουριστικές διαδρομές σε ειδυλλιακά τοπία. Από τα πρώτα κιόλας μέτρα, ειδικά αν είσαι άνθρωπος της πόλης και η σχέση σου με τη φύση είναι περιστασιακή, νιώθεις την πρόκληση και το παίρνεις απόφαση.

Το ζητούμενο από την αρχή ήταν να μην παρεκκλίνουμε της πορείας μας και χάσουμε τον στόχο. Σε αυτή την προσπάθειά μας σταθήκαμε απρόσμενα τυχεροί. Κάθε λίγα μέτρα, σημάδια από κόκκινη και γαλάζια μπογιά ―που άφησαν στους βράχους τα μέλη των ορειβατικών συλλόγων που επισκέπτονται συχνά την περιοχή―, μας βοηθούν να μη χάνουμε τον προσανατολισμό μας και να βαδίζουμε με σιγουριά.

Για αρκετά λεπτά η διαδρομή είναι κατηφορική, τόσο που σε κάποιο σημείο το ποτάμι απέχει μόλις λίγα μέτρα από εμάς. Από εκεί ξεκινάει η ανηφόρα, με λίγα διαστήματα ενδιάμεσα περπάτημα σε ευθεία γραμμή.

Τα κομμάτια αυτά της διαδρομής είναι λίγα. Εκεί βλέπεις μπροστά σου να ξεδιπλώνεται ευκολοδιάβατο το μονοπάτι που σε κάποιες μεριές είναι σκεπασμένο από την πλούσια βλάστηση που αντικαθιστά κυριολεκτικά τον ουρανό.

Ο τόπος στεγνός, κάνει την ανάβαση περισσότερο ασφαλή. Το χώμα λιγοστό, υποκλίνεται στο μεγαλείο της πέτρας, που είναι ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος του τοπίου. Σταματάμε κάθε λίγα λεπτά για να πάρουμε φωτογραφίες.

Αυτές τις στιγμές συνειδητοποιούμε ότι οι μόνοι ήχοι που διαταράσσουν την αλλόκοτη αυτή γαλήνη προέρχονται χαμηλά από το διάβα των καταγάλανων νερών του Αχελώου, το πέταγμα των εντόμων, τις βαριές ανάσες μας και τους χτύπους της καρδιάς μας.

Βαδίζουμε χωρίς να γνωρίζουμε πόσα μέτρα απομένουν. Η πλαγιά γίνεται όλο και πιο αφιλόξενη. Το έδαφος εχθρικό· σα να θέλει να μας δοκιμάσει. Να μας εμποδίσει να συνεχίσουμε, ή, να ατσαλώσει τη θέλησή μας. Ένα καλά στερεωμένο στο βράχο συρματόσκοινο βρίσκεται καλού κακού μόνιμα εκεί.

Σε λίγο τα πόδια μας θα βοηθηθούν από τα χέρια. Όπως θα διαπιστώσουμε στο τέλος της διαδρομής, εκείνη τη στιγμή διανύουμε το πιο δύσκολο και σχετικά επικίνδυνο κομμάτι της. Το βάδισμα γίνεται σκαρφάλωμα. Το πλάτους μόλις λίγων εκατοστών ανηφορικό μονοπάτι περνάει στην άκρη ενός τεράστιου φαγωμένου από το χρόνο βράχου.

Κάτω από τα πόδια μας, στα αριστερά, μόλις λίγα εκατοστά από τα χνάρια που αφήνει το πέρασμά μας, βρίσκεται το κενό. Η πλαγιά του βουνού σα να την έκοψε ένα θεόρατο μαχαίρι σμίγει μερικές δεκάδες μέτρα χαμηλότερα με τα ορμητικά νερά του Αχελώου.

Η ανάσα κόβεται. Σηκώνω το βλέμμα προς τη μεριά του Μυρόφυλλου (γειτονικό χωριό του νομού Τρικάλων). Στη στιγμή μου έρχονται στο μυαλό οι γραπτές αφηγήσεις των επιζώντων συντρόφων του Άρη για τα πυρά που δέχτηκαν από εκεί λίγο πριν το τέλος… Άραγε που ακριβώς να έστησαν καρτέρι οι πεινασμένοι λύκοι; Από πού έβαζαν στους αποφασισμένους για όλα αντάρτες;

Νιώθω, από ένστικτο, ότι πλησιάζουμε «εκεί». Η καρδιά σα να μη χωράει πια στο σώμα, πάλλεται με ασυνήθιστους ρυθμούς, δίνει μάχη να ακολουθήσει τη σκέψη που έχει τη δυνατότητα να προπορεύεται με ασύλληπτη ταχύτητα στο χώρο και το χρόνο, σα να βάλθηκε να στήσει ξανά, σε αναπαράσταση, το σκηνικό εκείνων των τελευταίων δραματικών ωρών της 15-16 Ιούνη του 1945.

Αφήνουμε πίσω μας τον βράχο. Βαδίζουμε τώρα ανάμεσα σε στέρεα γη. Προχωράμε λίγα μέτρα ακόμα ανάμεσα σε θάμνους και πυκνή βλάστηση, μέχρι που στο βάθος αντικρίζουμε κορφές από πλατάνια.

Πλησιάζοντας ακούγεται όλο και πιο καθαρά ο ήχος του νερού που πέφτει με δύναμη στην πέτρα. Οι χτύποι της καρδιάς πολλαπλασιάζονται. Λίγο ακόμα. Εδώ είμαστε. Καπετάνιο ερχόμαστε! Τα πόδια δυσκολεύονται να διανύσουν τα τελευταία μέτρα. Ο ιδρώτας ανακατεύεται με τη συγκίνηση, τα μάτια θολώνουν.

Σταματάμε. Μια ρεματιά κόβει απότομα το μονοπάτι μπροστά στα πόδια μας. Στα δεξιά ένα αδιάβατο ύψωμα από το οποίο κατεβαίνουν με ορμή τα κρύα νερά του Κοκκινόλακου που βιάζονται να σμίξουν με τον Αχελώο.

Στ’ αριστερά σχηματίζεται η γκούρα που οδηγεί στην κοίτη του ποταμού. Τεράστιοι βράχοι ανάμεσα στα πλατάνια σμιλεμένοι με απαράμιλλη τέχνη από το καλέμι της φύσης δημιουργούν μικρές λιμνούλες και ρυάκια και αλλάζουν αποχρώσεις ανάλογα με τα κέφια του ήλιου που μπαινοβγαίνει στα γκρίζα σύννεφα.

Αυτές οι εικόνες μαζί με τη μονότονη μελωδία του τρεχούμενου νερού, σε μαγεύουν σαν Σειρήνες· σε καθηλώνουν και είναι ικανές να αιχμαλωτίσουν τη μνήμη και να σε απελευθερώσουν από κάθε τι που σε βαραίνει και σε κρατά δεμένο στη γη. Οι φωτογραφικές μηχανές τραβάνε ασταμάτητα, χωρίς όμως να μπορούν να αποτυπώσουν με ακρίβεια αυτό που τα μάτια και οι αισθήσεις έχουν εκείνες τις στιγμές το προνόμιο να απολαμβάνουν.

Αυτές οι εικόνες μαζί με τη μονότονη μελωδία του τρεχούμενου νερού, σε μαγεύουν σαν Σειρήνες· σε καθηλώνουν και είναι ικανές να αιχμαλωτίσουν τη μνήμη και να σε απελευθερώσουν από κάθε τι που σε βαραίνει και σε κρατά δεμένο στη γη. Οι φωτογραφικές μηχανές τραβάνε ασταμάτητα, χωρίς όμως να μπορούν να αποτυπώσουν με ακρίβεια αυτό που τα μάτια και οι αισθήσεις έχουν εκείνες τις στιγμές το προνόμιο να απολαμβάνουν.

Εδώ, στις 16 Ιούνη του 1945, έπεσαν καταδιωκόμενοι ο Πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ Άρης Βελουχιώτης και ο ξακουστός μαυροσκούφης Τζαβέλλας, ενώ λίγο πιο κάτω, χτυπημένος από τα βόλια της αντίδρασης, έπεφτε ο γερο-Κόζιακας, μέλος της ομάδας των ανταρτών που ακολούθησαν τον αρχηγό μέχρι το τέλος.

Διασχίζουμε κάθετα τη ρεματιά, ανάμεσα στα ρυάκια του νερού. Φτάνουμε στο βράχο, ακουμπάμε, βυθιζόμαστε στην αγκαλιά του. Η αναπνοή επανέρχεται σιγά σιγά στους συνηθισμένους ρυθμούς της. Ένα δροσερό αεράκι παρασέρνει τα πλατανοκλάρια και μαζί τις σκέψεις. Στεκόμαστε βουβοί εκεί στον τόπο της θυσίας.

Με ευλάβεια ακουμπάμε λίγα μοσχομύριστα κόκκινα τριαντάφυλλα που φέραμε από τη Χώσεψη (παλιά ονομασία της Κυψέλης Άρτας, τότε που ο Άρης είχε εκεί για ένα διάστημα το αρχηγείο του), στο μνημείο. Η πέτρινη πλάκα είναι σημαδεμένη από σκάγια που έριξαν ηλίθιοι απόγονοι των δολοφόνων, ή σκέτα ηλίθιοι.

Η συζήτηση από τις τελευταίες δραματικές στιγμές, γυρίζει αναπόφευκτα στο τι θα γινόταν «αν…», για να καταλήξει στο τετράστιχο του γνωστού τραγουδιού:

«…Κείνος δε θέλει κλάματα
δε θέλει μοιρολόγια
θέλει αγώνες και χαρές
αρματωσιές και βόλια»…

Ο χρόνος κυλά με την ίδια εκνευριστική ταχύτητα, όπως κάθε φορά που θα ήθελες να σταματήσει. Τα σύννεφα πυκνώνουν. Πρέπει να προλάβουμε τη βροχή. Στεφανώνουμε τη μορφή του καπετάνιου με τα λουλούδια.

Στην επιστροφή μάς ακολουθεί η βουβαμάρα. Οι σκέψεις διαδέχονται η μία την άλλη, αλληλοσυγκρούονται, ασφυκτιούν· ανακατεύονται με τα συναισθήματα που γεννά η δικαίωση για την εκπλήρωση της αποστολής, με την αίσθηση του χρέους που παραμένει ανεκπλήρωτο. 70 χρόνια μετά η κοινωνία, οι άνθρωποι, οι λαοί βαδίζουν ολοταχώς προς τα πίσω, σα να έλκονται από τα σκοτάδια της αυτοκαταστροφής. Η εκμετάλλευση χρησιμοποιεί νέες, αποτελεσματικότερες μορφές για να επιβάλλεται. Εστίες πολέμων κατακλύζουν τον πλανήτη. Όλο και περισσότερο αίμα αθώων ποτίζει τη γη. Ο φόβος φωλιάζει στις ψυχές. Η αυταπάτη αλώνει τις συνειδήσεις. Κι όμως, το αίμα του Πρωτοκαπετάνιου δεν στέγνωσε στο φαράγγι του Φάγγου· η ανάσα του πάλλεται ακόμα εκεί, δίπλα στα ορμητικά νερά του «Άσπρου». Το αίμα χιλιάδων αγωνιστών και αγωνιστριών δεν στέγνωσε στα βουνά, στις φυλακές, στα θυσιαστήρια και στους τόπους εξορίας. Η ανάγκη για ζωή λεύτερη, ειρηνική, χωρίς εκμετάλλευση πάλλεται από ζωντάνια. Το ίδιο και η ελπίδα ότι η επιβίωση μπορεί να γίνει ζωή αντάξια των κόπων των δουλευτάρηδων όλου του κόσμου.

Σταματήσαμε στη Μεσούντα. Στο καφενεδάκι δίπλα στη ρεματιά κάτω από τον πλάτανο κατάκοποι, μα τόσο γεμάτοι, γευόμαστε τις ευεργετικές ιδιότητες του ντόπιου τσίπουρου, με τη συνοδεία της λαχανόπιτας που περίμενε τόσα χιλιόμετρα υπομονετικά κρυμμένη στο σακίδιο.

Ο καιρός άνοιξε. Τα σύννεφα υποχώρησαν. Ένας λαμπερός ήλιος άπλωσε το φως και τη ζεστασιά του παίζοντας με τα χρώματα της φύσης και τη διάθεση των ανθρώπων. Λίγα μόνο σύννεφα έμειναν να σκεπάζουν τις αετοφωλιές των Τζουμέρκων, σα να ήθελαν να τονίσουν με την παρουσία τους την αέναη πάλη του φωτός με το σκοτάδι…

Πηγή: Ατεχνως