ενημέρωση 7:19, 9 October, 2026

Βαρουφάκης: Ο ελληνικός λαός αξίζει μία λύση - επίλυση

«Η ελληνική κυβέρνηση θέλει μια συμφωνία-επίλυση. Να είναι αυτή η τελευταία διαπραγμάτευση. Ο ελληνικός λαός το αξίζει», δήλωσε στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων από το Βερολίνο ο υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης και εξέφρασε την πεποίθηση ότι οι ευρωπαίοι ηγέτες μπορούν να αποφασίσουν μέσα σε λίγες ώρες, αρκεί να συναντηθούν και να διαθέτουν την απαραίτητη πολιτική βούληση. Έκανε δε λόγο για «ιστορική ευθύνη» της ευρωπαϊκής ηγεσίας απέναντι στους λαούς της Ευρώπης.

«Θεωρούμε ότι οι ηγέτες μας μπορούν να αποφασίσουν μέσα σε μερικές ώρες, εφόσον συνευρεθούν και έχουν την πολιτική βούληση να το κάνουν. Η πολιτική ηγεσία της Ευρώπης έχει ιστορική ευθύνη απέναντι σους ευρωπαϊκούς λαούς, να βρει αυτή την συμφωνία τώρα», τόνισε επίσης.

Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με το εάν είναι αισιόδοξος για την επιτυχή κατάληξη της διαπραγμάτευσης, ο Γιάνης Βαρουφάκης δήλωσε «κάποιες στιγμές περισσότερο από άλλες», για να καταλήξει: «Δεν έχει όμως σημασία τι ψυχανεμιζόμαστε. Αυτό που έχει σημασία είναι εμείς οι πολιτικοί της Ευρώπης να αναλάβουμε τις ευθύνες μας απέναντι στον ιστορικό ρόλο που μας έχει τάξει η Ευρώπη».

Ο υπουργός Οικονομικών εξέφρασε ακόμη την ικανοποίησή του για τις επαφές που πραγματοποίησε σήμερα στο Βερολίνο, με εκπροσώπους του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) της Αριστεράς (Die Linke) και των Πρασίνων, αλλά και για την συζήτηση που ακολούθησε την ομιλία του, απόψε, στο Ίδρυμα Hans Boeckler, στην οποία συμμετείχαν, μεταξύ άλλων και βουλευτές των Χριστιανοδημοκρατών (CDU), oι Ραλφ Στέγκνερ και Κλάους-Πέτερ Βιλς.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

H άνοδος του Κάστρο στην εξουσία

Παρότι ο κόσμος του Ψυχρού Πολέμου ήταν μαθημένος στις ανατροπές, το τέλος της δεκαετίας του 1950 θα έφερνε ένα ανέλπιστο γεγονός. Σε ένα νησί της Καραϊβικής, λίγα μίλια από τη Φλόριντα, το οποίο ήταν ανέκαθεν στη συνείδηση όλων αμερικανικό «προτεκτοράτο», είχε σημειωθεί μια καθεστωτική επανάσταση από μια μικρή ομάδα νεαρών εθνικιστών-μαρξιστών που έμελλε να αναστατώσει τις γεωπολιτικές και γεωστρατηγικές ισορροπίες της περιοχής.

Η απόφαση του Μπατίστα να διεκδικήσει (κι εντέλει να κερδίσει) το προεδρικό αξίωμα το 1940, στη βάση ενός νέου, θεωρητικά φιλελεύθερου συντάγματος, θα εγκαθίδρυε ένα λαϊκιστικό καθεστώς ενώ θα μετέτρεπε την Κούβα σε στρατηγικό εταίρο της Ουάσιγκτον στην κρίσιμη συγκυρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Την ίδια ώρα, οι στενές σχέσεις του Μπατίστα με το οργανωμένο έγκλημα του Μαϊάμι θα έκαναν τον ίδιο εκατομμυριούχο. Ο διάδοχός του, πάντως, το 1944-48, ο Γκράου (όπως άλλωστε και οι επόμενοι πρόεδροι), παρά την ευνοϊκή μεταπολεμική οικονομική συγκυρία, δεν κατάφερε να αλλάξει τα πράγματα, ηγούμενος ίσως της πιο διεφθαρμένης κυβέρνησης στην ιστορία της χώρας. Με ένα αιματηρό πραξικόπημα, στις 9 Μαρτίου του 1952 ο Μπατίστα εγκαθίδρυε τώρα μια απροκάλυπτη δικτατορία, κερδίζοντας αμέσως τη στήριξη των ΗΠΑ και της τοπικής οικονομικής ελίτ. Παρά τον σκληρό του χαρακτήρα, που βασιζόταν στη μυστική αστυνομία και σε δημόσιες εκτελέσεις αντιφρονούντων, το στρατοκρατικό καθεστώς θα βρει ωστόσο απέναντί του κυρίως τη νεολαία του Ορθόδοξου Κόμματος, από τις τάξεις της οποίας θα ξεπηδήσει κι ένας νεαρός φοιτητής Νομικής, από ευκατάστατη οικογένεια, ο οποίος θεωρούσε ότι μόνο ένοπλες ριζοσπαστικές λύσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ανατροπή του καθεστώτος. Μετά τη σύντομη φυλάκισή του, ως αποτέλεσμα του αποτυχημένου κινήματος της 26ης Ιουλίου 1953, ο Φιντέλ Κάστρο θα καταφύγει το 1955 στο Μεξικό όπου με 82 συντρόφους θα ξεκινήσουν την εκπαίδευση στον ανορθόδοξο πόλεμο.

Η επιστροφή του στο νησί, το 1956, θα σημάνει την οργάνωση ενός αντάρτικου στη ζούγκλα, στα νοτιοανατολικά, μαζί με τον αδελφό του Ραούλ, έναν Αργεντινό γιατρό, τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, και μια δεκαριά ακόμη που ήταν οι μόνοι που τελικά τον ακολούθησαν. Χάρη όμως στη γοητεία του Κάστρο και στους πύρινους λόγους του κατά των κοινωνικών διακρίσεων και υπέρ μιας αυθεντικής κουβανικής ταυτότητας, η ομάδα αυτή θα πληθαίνει διαρκώς και θα καταφέρει να χτίσει σιγά σιγά μικρά φιλικά προπύργια στην περιοχή, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για τη μεγάλη κίνηση. Στις αρχές του 1958, μια εκτεταμένη στρατιωτική επιχείρηση του καθεστώτος κατά των ανταρτών κατέληξε σε αποτυχία, απονομιμοποιώντας το στα μάτια της κοινωνίας. Η ευκαιρία είχε δοθεί. Στις 8 Ιανουαρίου του 1959, οι Φιντελίστας κατέλαβαν την κουβανική πρωτεύουσα ανατρέποντας το καθεστώς Μπατίστα.

Αντιαμερικανισμός και κολεκτιβοποίηση της οικονομίας

Η εξέλιξη αυτή που δημιουργούσε ξαφνικά έναν απρόβλεπτο παράγοντα στο μαλακό υπογάστριο των ΗΠΑ, θορύβησε έντονα το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και τον πρόεδρο Τζ. Φ. Κέννεντυ. Αρχικά, ο Κάστρο δεν φάνηκε να επιζητά πλήρη ρήξη με την παλαιά «προστάτιδα» δύναμη, την οποία άλλωστε επισκέφτηκε επισήμως, όντας πάντως ο πρώτος Κουβανός ηγέτης που δεν ζήτησε οικονομική βοήθεια. Οι παράλληλες κινήσεις προσέγγισής του με την ΕΣΣΔ διέλυσαν και τις τελευταίες ελπίδες ότι θα μπορούσε να συνυπάρξει ανέφελα με την ηγεμονία των ΗΠΑ στην περιοχή. Αλλά η κακοσχεδιασμένη αμερικανοκίνητη επιχείρηση εξόριστων Κουβανών που αποβιβάστηκαν στον Κόλπο των Χοίρων τον Απρίλιο του 1961, προκειμένου να ανακαταλάβουν την εξουσία, όχι μόνο αποδείχτηκε μεγάλο φιάσκο, οδηγώντας στη σύλληψη σχεδόν όλων των κινηματιών (1.180 από τους 1.297) αλλά έδωσε την αφορμή στο φιντελικό καθεστώς να επενδύσει έτι περαιτέρω στον αντιαμερικανισμό – πόσο μάλλον που η CIA οργάνωσε τουλάχιστον οκτώ απόπειρες δολοφονίας του Κάστρο τα πρώτα πέντε χρόνια της εξουσίας του.

Με το σύνθημα «Πατρίδα ή θάνατος», ο 33χρονος Λατινοαμερικανός ηγέτης μπορούσε να επαίρεται ότι είχε ταπεινώσει τον «ιμπεριαλισμό», στο όνομα της εθνικής ανεξαρτησίας μιας καταπιεσμένης αλλά υπερήφανης μικρής χώρας. Το κυριότερο είναι ότι το νέο καθεστώς έγινε όλο και πιο προσωποπαγές και συγκεντρωτικό, ενώ σύντομα απομακρύνθηκαν από τα κέντρα αποφάσεων και οι μη κομμουνιστές πολιτικοί και τεχνοκράτες της κυβέρνησης, οι περισσότεροι εκ των οποίων οδηγήθηκαν στην αυτοεξορία (συνολικά εγκατέλειψαν τη χώρα περίπου 250.000 άνθρωποι, κυρίως από τα ανώτερα και πιο μορφωμένα στρώματα).

Η απώλεια αυτού του ανθρώπινου κεφαλαίου θα αποδεικνυόταν κρίσιμη καθώς το τιτάνιο κεντρικό σχέδιο μιας συθέμελης αλλαγής της παραγωγικής δομής της οικονομίας που θα στηριζόταν στην αγροτική μεταρρύθμιση (με κρατικοποίηση της γης) και στην εκβιομηχάνιση, δεν θα απέδιδε τους φιλόδοξους στόχους που θα ετίθεντο έως το 1970. Οι μεγάλες κοινωνικές ανισότητες έτειναν μεν να εξαφανιστούν, ενώ η εκπαίδευση, η αξιοπρεπής στέγαση και η (υψηλού επιπέδου) ιατροφαρμακευτική κάλυψη αφορούσαν πλέον το σύνολο του πληθυσμού, αλλά οι χαμηλότατοι μισθοί, τα εξαντλητικά ωράρια στα κτήματα, μαζί με τη μείωση των εξαγωγών στις ΗΠΑ, που μέχρι τότε ήταν περίπου ο αποκλειστικός αγοραστής της κουβανικής παραγωγής ζάχαρης, θα δημιουργούσαν τις πρώτες εσωτερικές δυσαρέσκειες, και από ένα σημείο και μετά, μια υπόγεια αδιαφορία για τους στόχους που έθετε ο κεντρικός σχεδιασμός. Σαφής πρόθεση του καθεστώτος ήταν ο περιορισμός της κεντρικής γραφειοκρατίας κατά το ήμισυ, προκειμένου να εξευρεθούν χέρια για τον επιχειρούμενο αγροτικό μετασχηματισμό. Και σε αυτήν τη διαδικασία σημαντικό ρόλο έπαιξε η Κουβανική Ομοσπονδία Εργατών (CTC) που ήλεγξε τις αντιδράσεις. Το πιο ευνοημένο τμήμα του πληθυσμού από τις άνωθεν αυτές κοινωνικές μεταβολές θα ήταν εντέλει οι γυναίκες, που απέκτησαν για πρώτη φορά μαζική πρόσβαση στην εκπαίδευση και χειραφετήθηκαν από την πατριαρχική οικογένεια.

1962: περιθωριοποίηση του Κάστρο στην κρίση των πυραύλων

Ο Φιντέλ, ωστόσο, όχι μόνο δεν πτοήθηκε αλλά ενίσχυσε τον σοσιαλιστικό χαρακτήρα του καθεστώτος του κάνοντας και μία κορυφαία στρατηγική επιλογή, αν και υψηλού ρίσκου: να εκμεταλλευτεί τον ψυχροπολεμικό ανταγωνισμό, συνάπτοντας ακόμη πιο στενές σχέσεις με τη Σοβιετική Ενωση. Δεκτική σε μια τέτοια συμμαχία, η Μόσχα θεωρούσε ότι της δινόταν μοναδική ευκαιρία να αλλάξει τις ισορροπίες ισχύος στην περιοχή. Ετσι, τον Οκτώβριο του 1962, ξεκίνησαν να τοποθετούνται μυστικά στο νησί από τους Σοβιετικούς πύραυλοι μέσου βεληνεκούς, παρότι η κουβανική πλευρά είχε ζητήσει αυτό να γίνει φανερά ως μέσο πίεσης στην Ουάσιγκτον, καθώς και για την τόνωση του αντιαμερικανισμού στην χώρα. Η κρίση που θα προέκυπτε τις επόμενες ημέρες, μετά τη σχετική αποκάλυψη από ένα αμερικανικό αεροσκάφος U-2, ήταν από εκείνες όπου όλα τα ενδεχόμενα έμοιαζαν ανοικτά, ακόμη κι ενός πυρηνικού πολέμου. Για 13 ημέρες η ανθρωπότητα κρατούσε έντρομη την ανάσα της. Η τελική συμφωνία Κέννεντυ-Χρουστσώφ έγινε πάνω σε τεντωμένο σχοινί και προέβλεπε την απόσυρση των πυραύλων, σε αντάλλαγμα της μη επέμβασης των ΗΠΑ στο νησί. Στις διαπραγματεύσεις αυτές, όμως, ο ίδιος ο Κάστρο αγνοήθηκε εντελώς. Ο ηγέτης της Κούβας θα πληροφορούνταν τη συμφωνία από το ραδιόφωνο, συνειδητοποιώντας έτσι ότι είχε εμπλακεί σε έναν ανταγωνισμό που υπερέβαινε κατά πολύ το δικό του μικρό ειδικό βάρος. Αυτό θα σηματοδοτήσει και την ψύχρανση των σχέσεών του με τη Μόσχα, έως το 1968 τουλάχιστον.

Εξάλλου, το εμπάργκο των ΗΠΑ στα κουβανικά προϊόντα που θα ισχύσει έκτοτε, θα αποτελέσει σοβαρό πλήγμα για την κουβανική οικονομία που (και για άλλους λόγους που είχαν να κάνουν με την παγκόσμια πτώση των τιμών) είδε τα έσοδα από τις εξαγωγές ζάχαρης, τα οποία υποτίθεται θα χρηματοδοτούσαν την επιζητούμενη εκβιομηχάνιση της χώρας, να μειώνονται σοβαρά. Ετσι, το σχέδιο της ταχείας εκβιομηχάνισης θα αποσυρόταν και ο σχεδιασμός θα επένδυε και πάλι στην αύξηση της παραγωγής ζάχαρης που θα βασιζόταν με τη σειρά της στον «νέο σοσιαλιστικό άνθρωπο», ο οποίος καλούνταν να θέσει το συλλογικό πάνω από το ατομικό του συμφέρον. Η σοβιετική οικονομική βοήθεια θα καλείτο πλέον να υποκαταστήσει τους χαμένους πόρους.

Παράλληλα, ο Κάστρο διατηρούσε τη φιλοδοξία της «διάχυσης» της επανάστασης και στην υπόλοιπη Λατινική Αμερική ως ένα συνεκτικό μέτωπο απέναντι στις ΗΠΑ. Σε αντίθεση με τη Μόσχα, που για τους δικούς της λόγους δεν ήταν υπέρ των ένοπλων κινημάτων σε εκείνο το ημισφαίριο και τη συγκυρία, ο «κομαντάτε» Τσε Γκεβάρα προωθούσε τη θέση του υπέρ «δύο, τριών, πολλών Βιετνάμ». Τα όνειρα αυτά όμως σύντομα θα διαψεύδονταν στα βουνά της Βολιβίας, όπου ο Τσε, ο οποίος είχε οργανώσει ένα ολιγομελές αντάρτικο για την ανατροπή της τοπικής χούντας, θα έπεφτε νεκρός, τον Οκτώβριο του 1967, μετατρεπόμενος πάντως σε ένα είδος νεορομαντικού ήρωα για τους απανταχού εξεγερμένους του ’68.

Ο κουβανικός σοσιαλισμός θα συνέχιζε τα επόμενα χρόνια την πορεία του ως μοναχική εξαίρεση στην περιοχή, επανασυνδεόμενος με το ύστατο στήριγμά του, την ΕΣΣΔ, μετά τη σοβιετική εισβολή στην Πράγα, εισβολή που ο Κάστρο θα στήριζε ενθουσιωδώς, για προφανείς λόγους.

* Ο κ. Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας και γραμματέας σύνταξης της Νέας Εστίας.

Πηγή: Καθημερινή

FT: Οι έξι ημερομηνίες που θα κρίνουν την συμφωνία

Τις ημερομηνίες κλειδιά που θα καθορίσουν την πορεία των διαπραγματεύσεων μεταξύ Ελλάδας και θεσμών, παρουσιάζουν οι Financial Times.

10-11 Ιουνίου
Σύνοδος στις Βρυξέλλες μεταξύ ΕΕ και Λατινικής Αμερικής, στο περιθώριο της οποίας Α. Μέρκελ και Φ. Ολάντ θα συναντηθούν με τον Αλέξη Τσίπρα. Η πιο πιθανή ημερομηνία για τον επόμενο γύρο των διαπραγματεύσεων στο ανώτατο δυνατό επίπεδο.

11 Ιουνίου
Συνεδρίαση του Euro-working-group. Οι αξιωματούχοι έχουν πει πως χρειάζεται συμφωνία σε αυτή τη συνεδρίαση, ώστε αυτή να παρουσιαστεί στην επόμενη συνάντηση των υπουργών Οικονομικών.

14 Ιουνίου
Η τελευταία ημέρα κατά την οποία το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών μπορεί να καταθέσει νομοσχέδιο στη Μπούντεσταγκ (γερμανική Βουλή), πριν τη διακοπή των εργασιών της για τον Ιούνιο. Σε διαφορετική περίπτωση το νομοθετικό Σώμα πρέπει να συγκληθεί εκτάκτως.

18 Ιουνίου
Η επόμενη συνεδρίαση του Eurogroup. Οι αξιωματούχοι πιστεύουν ότι αυτή είναι η τελευταία ημερομηνία κατά την οποία μπορεί να επιτευχθεί συμφωνία και να υπάρχει χρόνος ώστε να νομοθετηθούν και να εφαρμοστούν μεταρρυθμίσεις αλλά και να εκταμιευτεί η βοήθεια πριν τη λήξη του προγράμματος.

30 Ιουνίου
Η πιο κρίσιμη προθεσμία. Τότε λήγει η παράταση του τρέχοντος προγράμματος και τότε πρέπει επίσης να αποπληρωθεί η συνολική δόση 1,5 δισ. ευρώ στο ΔΝΤ. Οι δανειστές μπορούν να συμφωνήσουν σε νέα παράταση, αλλά χωρίς χρήματα, η Ελλάδα μπορεί να μην πληρώσει τη δόση στο ΔΝΤ.

20 Ιουλίου
Λήγουν δύο ελληνικά ομόλογα που κατέχει η ΕΚΤ, συνολικού ύψους 3,5 δισ. ευρώ. Ακόμη και αν η Αθήνα καταφέρει να αποπληρώσει το ΔΝΤ, κανένας δεν πιστεύει ότι μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτή την υποχρέωση.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Κάρολος Ντίκενς: Μαρξιστής ή φιλάνθρωπος;

Ο Κάρολος Ντίκενς, ορθότερα Τσάρλς Ντίκενς (Charles Dickens, 7 Φεβρουαρίου 1812 - 9 Ιουνίου 1870) υπήρξε ένας από τους πιο διάσημους Άγγλους μυθιστοριογράφους. Θεωρείται ένας από τους καλύτερους συγγραφείς της Βικτωριανής Εποχής (19ος αιώνας). 

Ακριβώς σε αυτήν την κοινωνική ματιά του Ντίκενς εστιάζει το απόσπασμα από την εισήγηση στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος για τον εορτασμό των 200 ετών από τη γέννηση του Ντίκενς, με θέμα "Κοινωνική κριτική χωρίς την εργατική τάξη;", το οποίο παραθέτουμε. 

Μπορεί ο Μαρξ να εγκωμίαζε τον ρεαλισμό των έργων του Ντίκενς, που «οι εύγλωττες σελίδες του έχουν προσφέρει πολύ περισσότερες αλήθειες από όλους μαζί τους επαγγελματίες πολιτικούς», ωστόσο ο Λένιν έβρισκε αφόρητο τον «συναισθηματικό μεσοαστισμό» του, ο Τσέστερτον έβλεπε στο πρόσωπό του έναν νοσταλγό του Μεσαίωνα, ενώ ο μαρξιστής συγγραφέας Τόμας Άλφρεντ Τζάκσον τον αναγνώρισε με πρόχειρη ευκολία σαν «προλεταριακό» συγγραφέα.

Ο τρόμος που ένιωσε ο Ντίκενς για τη φτώχεια στην οποία βρέθηκε και ο ίδιος για ένα διάστημα, η ενστικτώδης ταύτιση και συμπόνια που ένιωσε, διαμόρφωσαν σε σημαντικό βαθμό τον άξονα των γραπτών του που θα ακολουθήσουν. Έγραφε ασταμάτητα, με το άγχος της επιβίωσης, και γρήγορα κατάφερε να γίνει ο πρώτος, ουσιαστικά, συγγραφέας που μπορούσε να ζήσει από τη δουλειά του: μυθιστορήματα, διηγήματα, δημοσιογραφία... Η τεχνική της γραφής του Ντίκενς (έγραφε τα μυθιστορήματά του σε συνέχειες, που κυκλοφορούσαν σε περιοδικά), μια τεχνική που στην πραγματικότητα επινόησε ο ίδιος, του πρόσφερε τη δυνατότητα να προσεγγίσει ένα πολύ ευρύτερο, λαϊκό ακροατήριο

Ο Τζορτζ Όργουελ, ο συγγραφέας του «1984», της κλασικής αλληγορίας «Η φάρμα των ζώων» για τον σταλινισμό, του αυτοβιογραφικού «Φόρος τιμής στην Καταλωνία», γράφει στα 1939 την άποψή του για τον Ντίκενς σε ένα εκτενές δοκίμιο που συμπεριλήφθηκε στη συλλογή «Decline of the english murder and other essays» -στα ελληνικά κυκλοφορεί με τον τίτλο «Κάρολος Ντίκενς», σε μετάφραση Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, από τις εκδόσεις Υψιλον. Απορρίπτοντας την άποψη του «προλεταριακού» συγγραφέα, ο Όργουελ αναγνώρισε στην περίπτωση του Ντίκενς έναν εκφραστή της μεσαίας τάξης (πολύ αργότερα ο Τέρι Ιγκλετον θα επισημάνει με μεγαλύτερη οξυδέρκεια ότι ο Ντίκενς προέρχεται από την πιο αντιφατική κοινωνική ομάδα, το κατώτερο τμήμα της μεσαίας τάξης, και κουβαλούσε σε όλη του τη ζωή τις αντιφάσεις της).

Ωστόσο ο Ντίκενς αντιμετώπιζε μονίμως με καχυποψία τους «αιμοδιψείς» επαναστάτες που είχαν θέσει ως στόχο της ζωής τους την αλλαγή της καθεστηκυίας τάξης. Παρά το γεγονός ότι ελάχιστοι περιέγραψαν με τέτοια ρεαλιστική σαφήνεια εικόνες της «χαμοζωής», στο έργο του πάντα κυριαρχεί το στοιχείο της ατομικής καλοσύνης προκειμένου ο κόσμος μας «να γίνει καλύτερος»...

Τα χρόνια που διαμόρφωσαν τον Ντίκενς συμπίπτουν με την πιο καθοριστική περίοδο του καπιταλιστικού μετασχηματισμού, τον οποίο μάλιστα θα βιώσει στο παγκόσμιο επίκεντρό του, το μητροπολιτικό Λονδίνο: Όταν ο Ντίκενς άρχισε να γράφει, οι συγκοινωνίες διεξάγονταν παντού με άμαξες, στον Λονδίνο έφτανε ακόμη ο απόηχος της ηρωικής δράσης αλλά και της απώλειας του Μπάιρον στην ελληνική επανάσταση, στα 1833 καταργείται η δουλεία στις βρετανικές αποικίες, ενώ λίγες δεκαετίες αργότερα είχε καθιερωθεί πια ο σιδηρόδρομος, οι εταιρείες βρίσκονται εισηγμένες στο χρηματιστήριο, με τη συνακόλουθη κερδοσκοπία, οι συνδικαλιστικές διεκδικήσεις είναι στο προσκήνιο -στην πραγματικότητα ο Ντίκενς ποτέ δεν είδε με συμπάθεια τον συνδικαλισμό των εργατών.

Ήταν η εποχή που ο πρωθυπουργός Ντισραέλι μιλούσε για τον διχασμό της Αγγλίας σε «δύο χώρες», την Αγγλία των πλούσιων και την Αγγλία των πληβείων. Η οικογένεια του ίδιου του Ντίκενς είχε άμεση και πικρή εμπειρία από αυτή την κοινωνική σύγκρουση. Μετακόμιζαν συχνά για να ξεφεύγουν από τους πιστωτές τους και τελικά ο πατέρας του Ντίκενς φυλακίστηκε για χρέη, με αποτέλεσμα η οικογένεια να χωριστεί...

Ο τρόμος που ένιωσε ο Ντίκενς για τη φτώχεια στην οποία βρέθηκε και ο ίδιος για ένα διάστημα, η ενστικτώδης ταύτιση και συμπόνια που ένιωσε, διαμόρφωσαν σε σημαντικό βαθμό τον άξονα των γραπτών του που θα ακολουθήσουν. Έγραφε ασταμάτητα, με το άγχος της επιβίωσης, και γρήγορα κατάφερε να γίνει ο πρώτος, ουσιαστικά, συγγραφέας που μπορούσε να ζήσει από τη δουλειά του: μυθιστορήματα, διηγήματα, δημοσιογραφία...

Η τεχνική της γραφής του Ντίκενς (έγραφε τα μυθιστορήματά του σε συνέχειες, που κυκλοφορούσαν σε περιοδικά), μια τεχνική που στην πραγματικότητα επινόησε ο ίδιος, του πρόσφερε τη δυνατότητα να προσεγγίσει ένα πολύ ευρύτερο, λαϊκό ακροατήριο.

Στα 1834 εισάγεται η μεταρρύθμιση της νομοθεσίας για την αντιμετώπιση της φτώχειας, ώστε η «πρόνοια» να γίνει όσο το δυνατόν πιο δυσάρεστη για τους «τεμπέληδες» -ο Ντίκενς θα γίνει μέσα από τα έργα του σφοδρός πολέμιος αυτής της νομοθεσίας («Όλιβερ Τουίστ»).

Η ιδεολογία του ωφελιμισμού που κυριαρχεί την εποχή εκείνη και συμπυκνώνεται στο περίφημο «Donothingism» προσαρμόζει κατά το δοκούν ακόμη και τα ευαγγελικά κηρύγματα: Η κοινωνική ανισότητα θεωρείται μέρος του θεϊκού σχεδίου, στο οποίο δεν πρέπει να αντιταχθούμε. Ένα παιδί που θα γεννηθεί μέσα στην «αμαρτία» της φτώχειας θα κληρονομήσει αυτή την αμαρτία, είναι αδύνατον να ξεφύγει από την προκαθορισμένη κοινωνική «ευταξία» -ο Καρλάιλ, πνευματικός πατέρας του Ντίκενς, ήταν ήδη σφοδρός πολέμιος αυτών των αντιλήψεων.

Οι πληβειακοί χαρακτήρες στα έργα του Ντίκενς συνήθως δεν έχουν ολοκληρωμένη προσωπικότητα, είναι απλές φιγούρες, ωστόσο ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζουν τον εαυτό τους, η ιδιωματική χρήση της γλώσσας, τους δίνει ζωή.

Κατά τη δεκαετία του '30, όταν ο Όργουελ γράφει το δοκίμιό του, ο Ντίκενς έχει «εξοριστεί» από τον επίσημο «κανόνα» της βρετανικής λογοτεχνίας και μπορεί να θεωρηθεί ότι το δοκίμιο που γράφει ο συγγραφέας του «1984» έχει διπλό στόχο, αφενός την απόρριψη του «προλεταριακού» προφίλ του Ντίκενς που ορισμένοι φιλοτεχνούσαν εκείνη την εποχή, αφετέρου την επανεισαγωγή και την αποκατάστασή του στο προσκήνιο...

Και πράγματι τις δεκαετίες του '40 και του '50 ο Ντίκενς γνώρισε τη λογοτεχνική αποκατάσταση, με τη συμβολή μελετητών όπως ο Έντμουντ Γουίλσον. Αυτή η επανεκτίμηση συνεχίστηκε έως το τέλος του εικοστού αιώνα, καθώς ιστορικοί και κριτικοί εκπονούν μελέτες πάνω στην εξέλιξη του βικτωριανού καπιταλισμού, μολονότι αναγνωρίζουν ότι ο ίδιος ο Ντίκενς δεν είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πολιτική.

Δεν υπάρχει, γράφει ο Όργουελ, η έννοια της ιστορικής αναγκαιότητας στο έργο του Ντίκενς. Γράφει χαρακτηριστικά: «Κανένας συγγραφέας δεν θα μπορούσε να συνδυάσει τέτοια έλλειψη στόχων με τόσο μεγάλη ζωντάνια».

Η αδυναμία του Ντίκενς, και ταυτόχρονα η δύναμή του, γίνεται φανερή στην τάση του να παρασύρεται σε συναισθηματισμούς. Στην περίφημη «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» (1843) βλέπουμε τον άκαρδο και τσιγκούνη Σκρουτζ, από οπαδό του Μάλθους και της εξολόθρευσης των φτωχών, να μετατρέπεται τελικά σε γενναιόδωρο ευεργέτη τους...

«Τάσσεται στο πλευρό των αδύναμων», γράφει ο Οργουελ, αλλά «αν ακολουθήσει κανείς αυτή τη στάση έως τη λογική της συνέπεια, σημαίνει ότι πρέπει να αλλάζει θέση όταν ο καταπιεσμένος γίνεται καταπιεστής, και πράγματι ο Ντίκενς τείνει να το κάνει. Μισεί, λόγου χάρη, την Καθολική Εκκλησία, αλλά, όταν οι Καθολικοί γίνονται αντικείμενο καταδίωξης, βρίσκεται στο πλευρό τους. Μισεί ακόμη περισσότερο την αριστοκρατική τάξη, αλλά, όταν η αριστοκρατία ανατρέπεται ριζικά (βλ. το «Ιστορία δύο πόλεων»), οι συμπάθειές του μεταστρέφονται. Όποτε απομακρύνεται από αυτή τη συγκινησιακή στάση, ξεστρατίζει και χάνεται».

Ο «ώριμος» Ντίκενς είναι λιγότερο πεπεισμένος ότι το άτομο μπορεί να υπερισχύσει απέναντι σε μια κοινωνία πιο μηχανιστική, όπως αυτή που γνωρίζει πλέον ο ίδιος. Για παράδειγμα το τελευταίο ολοκληρωμένο μυθιστόρημα του Ντίκενς, «Ο κοινός μας Φίλος» (1865), δείχνει τη φιλανθρωπία σαν μια επιχείρηση και τα ορφανά να κινδυνεύουν να καταλήξουν εμπορεύσιμα αγαθά.

Ο Όργουελ θεωρούσε πως ο Ντίκενς είναι ένας συγγραφέας που οι πάντες έχουν ιδιοποιηθεί «καθολικοί, μαρξιστές και κυρίως συντηρητικοί». Στα τέλη του 19ου αιώνα ήρθαν στο προσκήνιο οι Ρώσοι συγγραφείς, οι οποίοι θεωρήθηκαν ανώτεροι λογοτεχνικά του Ντίκενς. Εκείνοι όμως είχαν διαφορετική γνώμη: Ο Τουργκένιεφ επαινούσε τον Ντίκενς, ενώ ο Τολστόι έλεγε γι' αυτόν: «Όλοι οι χαρακτήρες του είναι προσωπικοί μου φίλοι, συνεχώς τους συγκρίνω με αληθινά πρόσωπα, με τόση ζωντάνια τους έχει γράψει». Ακόμη και ο Ντοστογιέφσκι επηρεάστηκε από συγκεκριμένους χαρακτήρες του Άγγλου συγγραφέα...

Πηγή:tvxs