Η Νότια Ιταλία που αξίζει να ανακαλύψεις
Η Καλαβρία είναι μια πανέμορφη περιοχή, γνωστή για τις καταγάλανες θάλασσες, τις εντυπωσιακές παραλίες και τα γραφικά χωριά της.
Πηγή: Gratsi Wine
- Κατηγορία ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
- 0
Η Καλαβρία είναι μια πανέμορφη περιοχή, γνωστή για τις καταγάλανες θάλασσες, τις εντυπωσιακές παραλίες και τα γραφικά χωριά της.
Πηγή: Gratsi Wine
Ο κορυφαίος ποιητής συνελήφθη στη Γρανάδα το 1936, κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου, και δολοφονήθηκε λίγες ημέρες αργότερα. Ωστόσο οι συνθήκες του θανάτου του εξακολουθούν να καλύπτονται από πέπλο μυστηρίου και το σημείο ταφής του παραμένει άγνωστο
Σε έναν ερημικό δρόμο στους λόφους πάνω από τη Γρανάδα της Ισπανίας, ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και άλλοι τρεις άνδρες χτυπήθηκαν από ένα αυτοκίνητο, στη συνέχεια οδηγήθηκαν σε έναν ελαιώνα και εκτελέστηκαν. Ωστόσο, 90 χρόνια αργότερα, ουδείς γνωρίζει με ακρίβεια ποιος διέταξε τη δολοφονία του παγκοσμίως γνωστού και αγαπημένου δραματουργού, τι ακριβώς συνέβη τις τελευταίες ώρες του και πού έχει θαφτεί. Η δολοφονία του παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα ανεξιχνίαστα εγκλήματα της εμφυλιακής Ισπανίας. Τώρα, όπως αναφέρει ρεπορτάζ των Times του Λονδίνου, ο ιρλανδός ιστορικός και ειδικός στις ισπανικές σπουδές Ιαν Γκίμπσον, ο οποίος ασχολείται με την υπόθεση εδώ και 60 χρόνια, ζητά από τις ισπανικές αρχές τη διενέργεια δημόσιας έρευνας.
Τα ερωτήματα σχετικά με τις συνθήκες θανάτου ενός από τους σπουδαιότερους ποιητές και θεατρικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα, τον οποίο ο Γκίμπσον χαρακτηρίζει «ισπανό Σαίξπηρ», επανέρχονται στο προσκήνιο χάρη σε δύο τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ που παρουσιάζουν εκδοχές της δολοφονίας, οι οποίες διαφέρουν ριζικά μεταξύ τους. Ο Γκίμπσον συμμετέχει και στα δύο. Το ντοκιμαντέρ «Οι Χαμένες Ωρες» του κρατικού τηλεοπτικού δικτύου RTVE δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη θεωρία ότι η δολοφονία οφειλόταν εν μέρει σε μακροχρόνιες έριδες μεταξύ επιφανών οικογενειών της Γρανάδας, με επίκεντρο τη γη, τα όρια των ιδιοκτησιών τους και το νερό.
Σύμφωνα με αυτήν, μέλη αντίπαλων οικογενειών έτρεφαν μνησικακία για τον Λόρκα, καθώς αναγνώριζαν τον εαυτό τους στο θεατρικό έργο του «Το σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα». Ο Γκίμπσον, το πρώτο βιβλίο του οποίου για τον Λόρκα εκδόθηκε το 1971 και απαγορεύτηκε στην Ισπανία, δηλώνει απογοητευμένος από τον τρόπο που το ντοκιμαντέρ του RTVE χειρίζεται τη συγκεκριμένη θεωρία. «Το βασικό μου επιχείρημα είναι ότι το ζήτημα της προσωπικής βεντέτας προβάλλεται σκόπιμα προκειμένου να υποβαθμιστεί η πολιτική ιδεολογία του Λόρκα», εξηγεί στους Times.
Το ανταγωνιστικό ντοκιμαντέρ του ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού laSexta με τίτλο «90 Χρόνια Αναζήτησης του Λόρκα: Ο Ποιητής που Επέζησε του Φράνκο και Κέρδισε τον Πόλεμο» δίνει πολύ μεγαλύτερη έμφαση στις πολιτικές απόψεις του ποιητή, καθώς και στις μαζικές καταστολές που εξαπέλυσε η στρατιωτική χούντα εναντίον των αντιφρονούντων κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου. Ο Γκίμπσον υποστηρίζει ότι η θεωρία περί προσωπικής βεντέτας δεν λαμβάνει υπόψη τη δημόσια αντίθεση του Λόρκα στον φασισμό. Ο ποιητής δεν ήταν κομμουνιστής και απέρριπτε επανειλημμένως τις προσπάθειες στρατολόγησής του στο κόμμα, όμως η πολιτική του ταύτιση με τη Δεύτερη Δημοκρατία και η δημόσια αντιφασιστική στάση του τον κατέστησαν στόχο των στρατιωτικών.
Ο 38χρονος Λόρκα συνελήφθη στις 16 Αυγούστου 1936 στο σπίτι της οικογένειας Ροσάλες στη Γρανάδα, όπου είχε καταφύγει τις πρώτες ημέρες του πραξικοπήματος των στρατιωτικών, το οποίο σύντομα θα εξελισσόταν σε εμφύλια σύγκρουση. Διατηρούσε στενή φιλία με τον ποιητή Λουίς Ροσάλες, του οποίου η φιλοφασιστική οικογένεια πίστευε ότι οι πολιτικές διασυνδέσεις της θα προστάτευαν τον Λόρκα από τη σύλληψη. Μεταφέρθηκε προς το χωριό Βίθναρ, στο πλαίσιο υποτιθέμενης μεταγωγής του σε κέντρο κράτησης, και εκτελέστηκε με συνοπτικές διαδικασίες μαζί με άλλους τρεις κρατούμενους.
Τα λείψανά του δεν ταυτοποιήθηκαν ποτέ με βεβαιότητα, ενώ, όπως επισημαίνουν οι Times, σύμφωνα και με το ντοκιμαντέρ του κρατικού RTVE, δεν υπάρχει οριστικά τεκμηριωμένη εξήγηση της θανάτωσής του. Ο εντοπισμός της σορού του παραμένει καθοριστικής σημασίας για τον Γκίμπσον. «Μετά από 60 χρόνια ερευνών μου θα ήθελα να γνωρίζω πού βρίσκεται η σορός, και να εξεταστεί, καθώς μπορεί να αποκαλύψει πολλά», αναφέρει στους Times. Σε συνάντησή του με τον πρωθυπουργό της Ισπανίας Πέδρο Σάντσεθ, ο ιστορικός τον παρότρυνε να επαναφέρει την υπόθεση στο προσκήνιο και να ξεκινήσει εκ νέου την έρευνα.
Λέει χαρακτηριστικά: «Υπάρχουν ακόμη 115.000 θύματα του Φράνκο σε ανώνυμους τάφους – μόνο στην Καμπότζη υπάρχουν περισσότεροι. Βρισκόμαστε στο 2026 και ο Φράνκο πέθανε το 1975 – είναι ντροπή. Ο Λόρκα εκπροσωπεί τους αγνοούμενους, όλους αυτούς τους ανθρώπους, συμβολικά. Παραμένει το κορυφαίο σύμβολο όσων συνέβησαν στον ισπανικό εμφύλιο». Το μυστήριο του θανάτου του Λόρκα μπαίνει ξανά στο μικροσκόπιο την ώρα που η υστεροφημία του υφίσταται μια νέα μετάλλαξη, όπως τονίζουν οι Times. Ο θεατρικός συγγραφέας και ποιητής αναγνωρίζεται πλέον όλο και περισσότερο διεθνώς, όχι μόνο ως ο μεγαλύτερος δολοφονημένος λόγιος της Ισπανίας, αλλά και ως ένας λογοτέχνης του οποίου η σεξουαλικότητα –ήταν ομοφυλόφιλος– υπήρξε κεντρικό στοιχείο της παρακαταθήκης του.
Αφορμή συνιστά η νέα ταινία των Χαβιέ Κάλβο και Χαβιέ Αμπρόσι με τίτλο «La Bola Negra» (Η μαύρη μπάλα), εμπνευσμένη από το ομότιτλο ημιτελές έργο του Λόρκα. Το σενάριο παρακολουθεί τρεις άνδρες σε διαφορετικές περιόδους της ισπανικής Ιστορίας και εξερευνά την ομοφυλοφιλία, την καταπίεση και τις σιωπές που περιβάλλουν την πολιτιστική κληρονομιά του Λόρκα. Η ταινία απέσπασε φέτος το βραβείο Σκηνοθεσίας στις Κάννες και επελέγη ως επίσημη υποψηφιότητα της Ισπανίας για το Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας. Κέρδισε επίσης το Βραβείο Κοινού στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο.
Ο Γκίμπσον πιστεύει ότι το φιλμ θα συστήσει τον Λόρκα σε μια νέα γενιά θεατών και αναγνωστών. «Την έχω δει, είναι φανταστική – και εξαιρετικά δυνατή», λέει στους Times.
Ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, ο οποίος διατηρεί το μεγαλύτερο εργοστάσιο της Tesla στη Σαγκάη, έπλεξε το εγκώμιο του κινέζου προέδρου, μιλώντας στην κρατική τηλεόραση της χώρας, ενόψει της επίσκεψης Σι στον Λευκό Οίκο
Ο Ελον Μασκ εξήρε τον Σι Τζινπίνγκ, χαρακτηρίζοντάς τον «μεγάλο ηγέτη» σε σχόλια που έκανε στη διάρκεια συνέντευξής του στην κινεζική κρατική τηλεόραση CCTV την Τετάρτη. «Επί της προεδρίας του η Κίνα έχει γνωρίσει τεράστια ευημερία», δήλωσε ο δισεκατομμυριούχος επικεφαλής της Tesla, αναφερόμενος στην πρόοδο που διαπιστώνεται, σύμφωνα με τον ίδιο, από τα νέα κτίρια και τις υποδομές που κατασκευάστηκαν στη χώρα.
«Είναι επίσης προφανές, απλώς περπατώντας στους δρόμους, ότι έχει αυξηθεί η ευημερία του μέσου κινέζου πολίτη», πρόσθεσε.

Ο Ελον Μασκ στο Πεκίνο, τον Μάιο, μαζί με τον Τιμ Κουκ, CEO της Apple (αριστερά), τον υπουργό Αμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, ο οποίος συνομιλεί με τον Σι Τζινπίνγκ, και τον αμερικανό υπουργό Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ – EPA/MAXIM SHEMETOV / POOL
Ο Μασκ αναμένεται να παραστεί με άλλους αμερικανούς επιχειρηματίες στο δείπνο που θα παραχωρήσει ο Λευκός Οίκος προς τιμή του Σι την Πέμπτη, με οικοδεσπότη τον Ντόναλντ Τραμπ. Οι ηγέτες των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου θα έχουν την Πέμπτη τη δεύτερη συνάντηση κορυφής τους φέτος, μετά την επίσκεψη του αμερικανού προέδρου στην Κίνα, στην οποία είχε συμμετέχει και ο πλουσιότερος άνθρωπος του πλανήτη.
Ο Μασκ αναφέρθηκε επίσης στο μεγαλύτερο κέντρο παραγωγής της Tesla, το οποίο βρίσκεται στη Σαγκάη, χαρακτηρίζοντας την ομάδα «απίστευτα ταλαντούχα, εργατική και αξιόπιστη». «Το εργοστάσιο της Tesla στη Σαγκάη είναι ένα στολίδι –είναι πανέμορφο», δήλωσε.
Το όνομα του Πάμπλο Νερούδα, που έφυγε από τη ζωή στις 23 Σεπτεμβρίου 1973, είναι συνώνυμο της λογοτεχνικής μεγαλοσύνης. Νομπελίστας ποιητής, διπλωμάτης, σπουδαίος στοχαστής της Αριστέρας και σύμβολο της πολιτιστικής ταυτότητας της Χιλής. Ελάχιστοι, όμως, γνωρίζουν ότι πίσω από τον παγκόσμιο θαυμασμό κρύβεται μια οικογενειακή ιστορία που για δεκαετίες αποσιωπήθηκε: η ύπαρξη της μοναχοκόρης του, Μάλβα Μαρίνα Ρέγιες. Η Μάλβα γεννήθηκε το 1934 στη Μαδρίτη, καρπός του γάμου του Νερούδα με την Ολλανδή Μαρία Αντονιέτα Χάχεναρ, γνωστή ως «Μαρούκα».
Το καλοκαίρι του 1933, ο Νερούδα διορίζεται πρόξενος στο Μπουένος Άιρες. Μαζί του μετακομίζει κι η σύζυγός του. Παρά το πολυτελές διαμέρισμα και την κοσμοπολίτικη ζωή, η σχέση τους περνάει μεγάλη κρίση. Η Μαρούκα δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στον τρόπο ζωής του συζύγου της: τα μεθύσια, τις βραδιές στα καφέ, τις λογοτεχνικές παρέες που μονοπωλούν την προσοχή του. Εκείνη μένει στο σπίτι, απομονωμένη, χωρίς φίλους.
Μια μαρτυρία από εκείνη την περίοδο, της συγγραφέως Μαρία Γιάνεθ Φλόρες, αποτυπώνει την ένταση: «Ο Νερούδα πρότεινε να τελειώσουμε το δείπνο με μια έξοδο στο “Signo”. Η Μαρούκα μπήκε στο υπνοδωμάτιο, του έγνεψε να την ακολουθήσει. Λίγο μετά, ακούσαμε κραυγές. Όταν βγήκαν, εκείνος έμοιαζε συντετριμμένος. Εκείνη έτρεμε από θυμό».

Μια δύσκολη εγκυμοσύνη, μια αβέβαιη αρχή
Το παιδί όμως γεννιέται υδροκέφαλο: μια πάθηση που προκαλεί συσσώρευση υγρού στον εγκέφαλο και οδηγεί σε παραμόρφωση του κρανίου, επιβραδυνόμενη ανάπτυξη και σοβαρά νευρολογικά προβλήματα. Το πλήγμα είναι βαρύ κι αντί να ενώσει το ζευγάρι, το τραύμα το απομακρύνει ακόμη περισσότερο. Ο Νερούδα απομακρύνεται συναισθηματικά, σχεδόν αμέσως. Η μητέρα καλείται να διαχειριστεί μόνη της μια πραγματικότητα που η κοινωνία δεν είναι έτοιμη να αντικρίσει.
Ο Νερούδα δεν επέδειξε ούτε φροντίδα ούτε ευαισθησία. Σε προσωπικά του γράμματα, αναφερόταν στη νεογέννητη κόρη του με απαξιωτικούς όρους, αποκαλώντας την «άνω τελεία», «βρικόλακα» και «γελοία».

Η άλλη γυναίκα
Μέσα σε αυτό το ήδη εύθραυστο οικογενειακό περιβάλλον, μπαίνει στη ζωή του Νερούδα η Ντέλια ντελ Καρίλ. Κομμουνίστρια, avant-garde, 20 χρόνια μεγαλύτερη από εκείνον, η Ντέλια γοητεύει τον ποιητή. Σύντομα μετακομίζει στο σπίτι του με τη Μαρούκα. Όχι μόνο αυτό, αλλά σύμφωνα με μερικούς βιογράφους, η Ντέλια εξόρισε την Μαρούκα από το συζυγικό κρεβάτι. Γίνεται η νέα του μούσα, η γραμματέας, η συνεργάτις του - όλα όσα δεν ήταν ποτέ η Μαρούκα.
Η υποτίμηση της Μαρούκα ήταν εξίσου συναισθηματική και ταξική. Η ακαδημαϊκή και καλλιτεχνική επιρροή της Ντέλια απλά υπερκέρασε την Ολλανδή σύζυγο, η οποία αντιμετωπιζόταν σαν βάρος, τόσο στη ζωή όσο και στη δημόσια εικόνα του ποιητή.
Μέσα στην πολιτική αβεβαιότητα που επικρατούσε στη Μαδρίτη, στις αρχές Ιουλίου του 1936, ο Νερούδα έπεισε τη Μαρούκα να μεταβεί με την κόρη τους στη Βαρκελώνη. Ο Χιλιανός πρόξενος Μακιέιρα είχε υποσχεθεί να τις φροντίσει. Πλέον, μπορούσε να ζει σχεδόν ανοιχτά με τη Ντέλια ντελ Καρίλ.
Λίγες μέρες αργότερα, στις 18 Ιουλίου, ξέσπασε ο Ισπανικός Εμφύλιος. Ο πόλεμος άλλαξε ριζικά τη ζωή του Νερούδα, της Μαρούκα και της μικρής Μάλβα Μαρίνα. Μα άλλαξε και την ποίηση του Νερούδα. Ο πρότερος μηδενισμός του ξεθώριασε κι άρχισε να γράφει με διαφορετικό πνεύμα, πιο πολιτικά στρατευμένο. Ο ίδιος ο Νερούδα περιέγραφε το ποίημα «Άσμα στις μητέρες των πεσόντων μαχητών» ως «ποίηση του προλεταριάτου».
Στις 7 Νοεμβρίου του 1936, η Μαδρίτη βομβαρδίστηκε σφοδρά και λίγο αργότερα, ο Νερούδα μετακόμισε με την οικογένειά του στη Μασσαλία. Εκεί, τον Δεκέμβριο του 1936, έλαβε μια οδυνηρή απόφαση: χώρισε οριστικά με τη Μαρούκα και την κόρη τους. Ταξίδεψε στο Μόντε Κάρλο και τις άφησε στο σπίτι του κουμπάρου του. Υποσχέθηκε στη Μαρούκα πως θα στέλνει χρήματα κάθε μήνα - υπόσχεση που σπάνια τηρούσε.

Ο Νερούδα επέστρεψε στη Μασσαλία κι από εκεί στο Παρίσι, όπου από τον Φεβρουάριο του 1937 ζούσε πια ανοιχτά τη σχέση του με τη Ντέλια ντελ Καρίλ. Στο Παρίσι πλησίασε περισσότερο το κομμουνιστικό κίνημα και άρχισε να συνεργάζεται με θεσμούς που είχαν χρηματοδότηση από την Κομιντέρν.
Δεν γνωρίζουμε αν η Μαρούκα είχε συνειδητοποιήσει πλήρως το είδος της σχέσης του Νερούδα με τη Ντέλια. Σε κάθε περίπτωση, τουλάχιστον μία φορά, έγραψε στον πρόεδρο της Χιλής, ζητώντας βοήθεια για την επιστροφή της οικογένειας στη χώρα. Έλαβε απάντηση από το Υπουργείο Εξωτερικών, ότι ο επαναπατρισμός θα εξεταζόταν υπό καλύτερους όρους. Ο Νερούδα όμως δεν ενδιαφερόταν να επιστρέψει και προτίμησε να μείνει στην Ευρώπη. Οι πολιτικές του δραστηριότητες υπέρ της Ισπανικής Δημοκρατίας και του κομμουνιστικού κινήματος έγιναν προτεραιότητα, ακόμη κι αν αυτό τον έφερε σε ρήξη με το ίδιο το Υπουργείο Εξωτερικών της Χιλής, αφού —ως πρόξενος— όφειλε να διατηρεί πολιτική ουδετερότητα.
Φαίνεται, επίσης, πως ο Νερούδα δεν είχε ανακοινώσει τον χωρισμό του ούτε στους δικούς του. Σε γράμματα στην αδερφή και τη μητριά του, αναφέρει ότι περιμένουν το τέλος του πολέμου για να επανενωθεί η οικογένειά τους. Φυσικά, ο ποιητής δε σκόπευε ποτέ να κάνει κάτι τέτοιο.
Η κόρη που δεν χώρεσε στον μύθο
Ο Νερούδα έγραψε ποιήματα για την κόρη του: «Μητρότητα», «Μελαγχολία στις οικογένειες», «Αρρώστιες στο σπίτι». Αλλά ήταν σκοτεινά, γεμάτα απελπισία κι αποξένωση. Η μαρτυρία του ποιητή Βιθέντε Αλεϊξανδρέ, ο οποίος είχε επισκεφθεί το σπίτι τους πριν τον πόλεμο, είναι συγκλονιστική: περιγράφει τον Νερούδα να χαμογελά μπροστά στο κρεβάτι της Μάλβα, σαν να αρνείται την πραγματικότητα, σαν να χτίζει μια φαντασίωση αντί να αντικρίζει τον πόνο. Η Μάλβα δεν θα μιλήσει ποτέ. Θα τραγουδήσει, όμως, όπως θυμάται ο Λουίς Ενρίκε Ντελάνο, γραμματέας του προξενείου. Με μεγάλα μάτια, τραγούδια μελωδικά και ένα βλέμμα «σαν τρομαγμένο».
Το 1937, η Μάλβα και η μητέρα της επέστρεψαν στην Ολλανδία, όπου ζούσαν σε συνθήκες φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Τελικά, η Μαρούκα έβαλε την Μάλβα σε ένα ιδιωτικό ίδρυμα για παιδιά με αναπηρίες και την επισκεπτόταν όσο πιο συχνά μπορούσε. Την ίδια στιγμή, ο Νερούδα είχε καταξιωθεί διεθνώς τόσο στον καλλιτεχνικό όσο και στον πολιτικό χώρο και ζούσε πλέον στην πατρίδα του, τη Χιλή. Η Μαρούκα του έστειλε ένα γράμμα, που δείχνει την αγανάκτησή της:
«Αγαπητό μου Γουρούνι,
Είναι απίστευτο πώς μας παραμελείς, ειδικά το παιδί σου. Σήμερα είναι 18 του μηνός και δεν έχω λάβει ούτε δεκάρα από εσένα. Την πρώτη του μήνα έπρεπε να πληρώσω για τη διατροφή της Μάλβα Μαρίνα για τον Οκτώβρη. Με τον μισθό μου μπορώ να καλύψω μόνο μέρος. Οι άνθρωποι αυτοί περιμένουν απεγνωσμένα τα υπόλοιπα. Είναι τόσο καλοί κι εσύ τους κακομεταχειρίζεσαι. Αν πουν μια μέρα πως δεν μπορούν να συνεχίσουν έτσι, πού να πάω τη Μάλβα; Δεν θα ξαναβρώ τέτοιους ανθρώπους. Τώρα δεν μπορώ καν να πάω να τη δω. Τα τελευταία μου λεφτά τα ξόδεψα για να σου στείλω αυτό το γράμμα. […] Νομίζω ότι είσαι απαίσιος. Απαίσιος. Δεν βρίσκω λόγια. Δεν μπορεί να είναι ότι δεν έχεις λεφτά —η θέση σου στη Χιλή είναι καλύτερη από ποτέ μετά την εκλογή του νέου Προέδρου. Ούτε μπορεί να είναι ότι δεν βρίσκεις ταξιδιωτικές επιταγές, όπως μου έλεγες… Και μου το υποσχέθηκες χίλιες φορές ότι θα φροντίζεις για εμάς»...
Δε γνωρίζουμε αν ο Νερούδα, της απάντησε ποτέ.
To 1941, χωρίς να το ξέρει η Μαρούκα, ο Νερούδα ζητάει διαζύγιο, προφασιζόμενος «ασυμβατότητα χαρακτήρων». Η Μαρούκα, που ζούσε τότε στην κατεχόμενη από τους Ναζί Ολλανδία, άνεργη, με άρρωστο παιδί και χωρίς χρήματα ή δυνατότητα μετακίνησης, δεν μπόρεσε ποτέ να απαντήσει ή να πάει στη δίκη. Πιθανότατα δεν έμαθε ποτέ ότι ο άνδρας της ζητούσε διαζύγιο. Τελικά, το διαζύγιο δεν έγινε ποτέ αποδεκτό στη Χιλή κι ο Νερούδα ήταν επίσημα παντρεμένος με τη Μαρούκα μέχρι τον θάνατό της το 1965.
Η Μάλβα πέθανε στο ίδρυμα το 1943, σε ηλικία μόλις 8 ετών. Θάφτηκε σε κοινό τάφο στην πόλη Γκούντα, χωρίς επιτύμβιο και χωρίς την παρουσία του πατέρα της. Σύμφωνα με βιογράφους του Νερούδα, η Μαρούκα τον παρακάλεσε να παραστεί στην κηδεία. Εκείνος δεν απάντησε ποτέ.

Τον Μάιο του 1943, η κατάσταση έφτασε στο χαμηλότερο επίπεδο ανθρωπιάς από τη μεριά του ποιητή. Η Μαρούκα ζήτησε να μεταφερθεί στη Χιλή για να ξεφύγει από την κατοχή μετά το θάνατο της κόρης της. Το Υπουργείο Εξωτερικών είπε ναι, αλλά ο Νερούδα αρνήθηκε και απείλησε να διακόψει την όποια στήριξη της παρείχε. Και το έκανε αυτό γνωρίζοντας πόσο δύσκολη ήταν η κατάσταση στην κατεχόμενη Ολλανδία, όπως περιγράφει και το ποίημά του «Νέο ερωτικό τραγούδι για το Στάλινγκραντ».
Η Μαρούκα επιβίωσε και φρόντιζε τον τάφο της κόρης της μέχρι το τέλος της ζωής της το 1965. Για δεκαετίες, η ύπαρξη της Μάλβα δεν αναφερόταν σε επίσημες βιογραφίες ή σε συνεντεύξεις του ποιητή. Το όνομά της επανήλθε στη δημόσια σφαίρα μόλις τις τελευταίες δύο δεκαετίες, κυρίως χάρη σε ερευνητές, συγγραφείς και φεμινίστριες που επεσήμαναν τη συστηματική διαγραφή της από την ιστορική μνήμη.
Το 2015, η Ολλανδή συγγραφέας Hagar Peeters κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα Malva, δίνοντας φωνή στη νεκρή κόρη του Νερούδα μέσα από ένα φαντασιακό μονολόγο. Το βιβλίο γνώρισε μεγάλη απήχηση και μετέφερε τη συζήτηση από τα λογοτεχνικά επιτεύγματα του Νερούδα στην ηθική διάσταση της εγκατάλειψης.
Η υπόθεση της Μάλβα Ρέγιες θέτει κρίσιμα ερωτήματα γύρω από τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τις προσωπικές αδυναμίες των «μεγάλων ανδρών». Μπορεί ένας δημιουργός να τιμάται παγκοσμίως για την ευαισθησία του στη γραφή, ενώ στη ζωή του άφησε ένα παιδί και μία σύζυγο χωρίς φροντίδα ή αναγνώριση; Και ποιο είναι το τίμημα της μνήμης για όσους δεν μίλησαν ποτέ;
Η απουσία του Νερούδα από τη ζωή και τον θάνατο της κόρης του είναι αναμφισβήτητα μια ιστορική πληγή. Κι όσο περισσότερο η Μάλβα Ρέγιες αποκτά φωνή στη συλλογική συνείδηση, τόσο περισσότερο φωτίζονται τα σκοτεινά σημεία πίσω από τις δημόσιες φιγούρες.

Ίσως τελικά η ποίηση να μην βρίσκεται μόνο στους στίχους που γράφτηκαν. Αλλά και σε εκείνα που έπρεπε να ειπωθούν και δεν ειπώθηκαν ποτέ. Τι κάνουμε, λοιπόν, με τους ποιητές που λατρέψαμε, όταν μαθαίνουμε πως δεν υπήρξαν άξιοι της ίδιας αγάπης στην προσωπική τους ζωή; Μπορούμε (ή θα έπρεπε) να διαχωρίζουμε το έργο από τον άνθρωπο; Ή μήπως το ίδιο το έργο διαβρώνεται όταν γνωρίζουμε ποιος το κρατούσε στην πένα;
Ο Νερούδα έβαλε λέξεις στον πόνο του λαού του, αλλά άφησε βουβό τον πόνο του παιδιού και της γυναίκας του. Σαν να μην ήταν ποτέ δικοί του. Έδωσε φωνή στους καταπιεσμένους, μα σιώπησε μπροστά στη δική του ευθύνη. Η ιστορία της Μάλβα Μαρίνα, άφωνη όσο ζούσε, έρχεται σήμερα σαν καθυστερημένη απάντηση σ’ ένα ποίημα που δεν γράφτηκε ποτέ. Ίσως δεν χρειάζεται να αποκαθηλώσουμε τα αγάλματα αλλά να τα βλέπουμε ολόκληρα, με τις ρωγμές τους. Όχι για να τα καταστρέψουμε, αλλά για να μη μας τυφλώνουν.