ενημέρωση 3:16, 15 September, 2026

Οι παγωμένοι καταρράκτες της Ιαπωνίας!

Ο φωτογράφος Hayato Wakabayashi που ζει και εργάζεται στο Τόκιο συλλαμβάνει απόκοσμα τοπία από παγωμένους καταρράκτες σε ορεινές περιοχές της Ιαπωνίας. Οι καταρράκτες παγώνουν στη ροή τους και μοιάζουν να αιωρούνται πάνω από τα ποτάμια μεταμορφώνοντας το τοπίο σε μια χειμερινή χώρα των θαυμάτων. Ο φωτογράφος ταξίδεψε σε δυσπρόσιτα μέρη στον τόπο του και αφιέρωσε πολύ χρόνο σε αναβάσεις και καταβάσεις βράχων, διέσχισε επικίνδυνα μονοπάτια και ανέβηκε σε κορυφές προκειμένου να απαθανατίσει την παγωμένη ομορφιά της φύσης…

perierga.gr - Οι παγωμένοι καταρράκτες της Ιαπωνίας!
perierga.gr - Οι παγωμένοι καταρράκτες της Ιαπωνίας!
perierga.gr - Οι παγωμένοι καταρράκτες της Ιαπωνίας!
perierga.gr - Οι παγωμένοι καταρράκτες της Ιαπωνίας!
perierga.gr - Οι παγωμένοι καταρράκτες της Ιαπωνίας!
perierga.gr - Οι παγωμένοι καταρράκτες της Ιαπωνίας!
perierga.gr - Οι παγωμένοι καταρράκτες της Ιαπωνίας!
perierga.gr - Οι παγωμένοι καταρράκτες της Ιαπωνίας!
perierga.gr - Οι παγωμένοι καταρράκτες της Ιαπωνίας!
perierga.gr - Οι παγωμένοι καταρράκτες της Ιαπωνίας!

 

 

"ok" η απίθανη ιστορία της πιο διάσημης λέξης στον κόσμο

Σαν σήμερα το 1839 το ΟΚ "συστήνεται" στο ευρύ κοινό

Μια τάση στη μόδα της εποχής, ήταν να στηρίζουν τις συντομογραφίες σε εναλλακτικούς τρόπους γραφής ή ορθογραφικά λάθη  

Το "OK" είναι ίσως μία από τις τρεις πιο γνωστές και πολυχρησιμοποιημένες λέξεις σε όλο τον πλανήτη. Σημαίνει εντάξει, ικανοποιητικό, όλα καλά. Η χρήση του ΟΚ σε πολλές περιπτώσεις σημαίνει ενθουσιασμό -Βρήκα θέση πάρκινγκ! ΟΚ!- σε άλλες είναι μια "χλιαρή" απάντηση -Πώς ήταν η ταινία; Μμμ ΟΚ- ακόμη κι ένας τρόπος για να επιστήσει κάποιος την προσοχή σε ένα θέμα -ΟΚ. Αυτό είναι το επόμενο πράγμα που πρέπει να κάνουμε- καθώς και σε μια σειρά από άλλα πράγματα. Πώς όμως βγήκε η πιο διάσημη συντομογραφία του κόσμου; Θα πρέπει να ανατρέξουμε στις 23 Μαρτίου του 1839.  

Πιθανότατα υπάρχουν περισσότερες ιστορίες για την προέλευση του "ΟΚ" από όσες είναι οι χρήσεις του. Να μερικές: Προέρχεται από το λιμάνι της Αϊτής "Aux Cayes," από το γαλλικό au quai (στην αποβάθρα ή στη σειρά), από ένα ρούμι του Πουέρτο Ρίκο με ετικέτα "Aux Quais," από τα γερμανικά alles korrekt (όλα σωστά) ή Ober-Kommando (κορυφαία εντολή), από το Chocktaw okeh, από το σκωτσέζικο och aye, από το λατινικό omnes korrecta (όλα σωστά), ή από το ελληνικό Όλα Καλά. Άλλες ιστορίες αποδίδουν το ΟΚ σε αρτοποιούς, οι οποίοι έβαζαν τα αρχικά τους σε μπισκότα, ή στρατιώτες του αμερικανικού εμφυλίου που έφεραν ταμπέλες "0 killed", αν δεν είχαν σκοτώσει κανέναν εχθρό.  

Η αλήθεια σχετικά με το "OK", όπως γράφει ο Allan Metcalf συγγραφέας του "OK: The Improbable Story of America's Greatest Word" είναι ότι «γεννήθηκε ως αστείο από έναν εκδότη εφημερίδας το 1839». Αυτή δεν είναι απλά η γνώμη του Metcalf ή κάτι που άκουσε, όπως οι περισσότερες ιστορίες για το "ΟΚ". Το βιβλίο του βασίζεται στην εμπεριστατωμένη έρευνα ετών του καθηγητή στο Columbia, Allen Walker για τις λέξεις "OK" και "Fuck". Ο καθηγητής δημοσίευσε τα ευρήματά του σε μια σειρά από άρθρα το 1963-1964.  

Το πιο σημαντικό πράγμα στη διάδοση του "ΟΚ", μπορεί να εξαρτάται από τη σχεδόν καθολική αμνησία σχετικά με την πραγματική του προέλευση στις αρχές του εικοστού αιώνα. Με την "πηγή" του ΟΚ ξεχασμένη, κάθε χώρα, ομάδα και φυλή διεκδικούσε την πατρότητά του

Ξεκίνησε με ένα αστείο

Οκ, εδώ είναι η ιστορία: Ήταν Σάββατο 23 Μάρτη 1839, όταν ένας συντάκτης της εφημερίδας "Βoston Morning Post", δημοσίευσε ένα χιουμοριστικό άρθρο για μια σατιρική οργάνωση με το όνομα "Anti-Bell Ringing Society " στο οποίο έγραφε:  

The "Chairman of the Committee on Charity Lecture Bells," is one of the deputation, and perhaps if he should return to Boston, via Providence, he of the Journal, and his train-band, would have his "contribution box," et ceteras, o.k.—all correct—and cause the corks to fly, like sparks, upward.  

Δεν ήταν τόσο παράξενο όσο ίσως φαίνεται για το συγγραφέα να πλάσει το "ΟΚ" ως συντομογραφία για το "όλα σωστά". Υπήρχε μια μόδα τότε για παιχνιδιάρικες συντομογραφίες όπως το ISBD (It Should Be Done-θα πρέπει να γίνεται), το RTBs (Remains To Be Seen-μένει να το δούμε), και SP (Small Potatoes-Μικρές πατάτες). Ήταν αυτές οι λέξεις οι πρόγονοι του OMG, του LOL και του TL;  

Μια τάση στη μόδα αυτή ήταν να στηρίζουν τις συντομογραφίες σε εναλλακτικούς τρόπους γραφής ή ορθογραφικά λάθη, για παράδειγμα το "no go-δεν πάει" το έγραφαν ως kg (know go) και το "all right-εντάξει"  το έγραφαν o.w.από το oll write. Έτσι, δεν ήταν και τόσο μεγάλη έκπληξη για κάποιον να καταλήξει στο "ΟΚ" από το ανορθόγραφο "oll korrect". Το εκπληκτικό είναι ότι έχει παραμείνει στον προφορικό και γραπτό λόγο για τόσο πολύ καιρό, ενώ άλλες συντομογραφίες έχουν ξεθωριάσει.  

Στη συνέχεια, το "ΟΚ" στάθηκε τυχερό

Το ΟΚ υπήρξε ιδιαίτερα τυχερό, αφού συνέπεσε με τις αμφιλεγόμενες όγδοες προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ. Κατά τη διάρκεια του 1840 το ΟΚ (oll korrect) συνδέθηκε με το ψευδώνυμό του Martin Van Buren, το Old Kinderhook, (δηλαδή ο ηλικιωμένος απ' το Κίντερχουκ-περιοχή στη Νέα Υόρκη απ' όπου καταγόταν) όταν κάποιοι υποστηρικτές του σχημάτισαν μια λέσχη ονομάζοντάς την, "ΟΚ".  

Ο Martin Van Buren  

Σημαντικό ρόλο έπαιξε και το γεγονός ότι εκείνη την εποχή ξεκινούσε η χρήση του τηλέγραφου και το "ΟΚ" ήταν εκεί, μια εύχρηστη συντομογραφία που έμπαινε σχεδόν παντού. Από τη δεκαετία του 1870 και μετά, θα ήταν ο πιο συνηθισμένος τρόπος απάντησης σε τηλεγραφήματα και ήταν σε καλό δρόμο για να γίνει η πιο διάσημη αμερικανική λέξη.  

Ωστόσο το πιο σημαντικό πράγμα στη διάδοση του "ΟΚ" όπως λέει ο Metcalf, μπορεί να εξαρτάται από τη σχεδόν καθολική αμνησία σχετικά με την πραγματική του προέλευση στις αρχές του εικοστού αιώνα. Με την "πηγή" του "ΟΚ" ξεχασμένη, κάθε χώρα, ομάδα και φυλή διεκδικούσε την πατρότητά του. "Με το να ξεχνάμε από πού προήλθε το "ΟΚ", το κάναμε να ανήκει σε όλους μας".

Γλέζος: Μορατόριουμ ενός χρόνου αν υπάρξει διαφωνία Ελλάδας - εταίρων

«Για ένα χρόνο να παγώσουν τα πάντα, θα τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας»

Έναν χρόνο μορατόριουμ, εφόσον υπάρξει διαφωνία μεταξύ Ελλάδας και εταίρων, προτείνει ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Μανώλης Γλέζος.

Μιλώντας στο MEGA ανέφερε χαρακτηριστικά πως «έναν χρόνο παγώνουν τα πάντα, δεν έχουμε ανάγκη λέμε εμείς από τα χρήματά σας, θα τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας. Έχω γράψει ειδικό βιβλίο που λέω πώς θα τα βγάλουμε πέρα. Ύστερα από έναν χρόνο ελάτε να συζητήσουμε πάλι».  

«Αν δεν θέλουν να το δώσουν, να το επιβάλουμε εμείς. Είμαστε ανεξάρτητο κράτος, πρόσφατα ο ελληνικός λαός μας έδωσε την ψήφο. Δεν θέλουμε μνημόνια, δεν θέλουμε δάνεια», πρόσθεσε.  

Σε ερώτηση σχετικά με τις διαφωνίες που είχε εκφράσει πρόσφατα απάντησε ότι «ισχύει το κρέας ψάρι», ωστόσο σημείωσε ότι στηρίζει την κυβέρνηση παρά τις διαφωνίες που έχει σε ορισμένα ζητήματα. Στην πρόσφατη συνάντηση που είχε με τον Α. Τσίπρα, όπως είπε, «διαπιστώθηκε που είναι οι διαφορές και θα το κρίνει η ιστορία ποιος έχει δίκιο».  

Σε ό,τι αφορά, την υπόθεση Κατρούγκαλου είπε ότι ο αναπληρωτής υπουργός «δεν χρειάζεται συνηγόρους, είναι ικανός να αντιμετωπίσει τα πράγματα πολύ καλά» και ότι έχει «πειστεί ότι αυτά που λέει είναι αλήθεια». 

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Ποιoς ήταν ο Ακίρα Κουροσάβα;

Ένα κείμενο για τη ζωή το μεγάλου Ιάπωνα σκηνοθέτη που γεννήθηκε σαν σήμερα το 1910

Συντετριμμένος από την αποτυχία χρηματοδότησης μια νέας ταινίας του και με την προοπτική να μην μπορεί πια να υλοποιεί τα κινηματογραφικά του όνειρα -η τηλεόραση κέρδιζε συνεχώς έδαφος-, τον Δεκέμβρη του 1971 αποπειράται να δώσει τέλος στη ζωή του, με τη βοήθεια ενός ξυραφιού. Ο άνθρωπος που έκανε διάσημο τον ιαπωνικό κινηματογράφο στη Δύση, ο σκηνοθέτης που επηρέασε καταλυτικά τη ματιά ακόμα και ισάξιων μ' εκείνον ανά τον κόσμο συναδέλφων του, ο «αυτοκράτορας» Ακίρα Κουροσάβα που γέμιζε ασφυκτικά τις αίθουσες της πατρίδας του, μπροστά στην επέλαση της νέας εποχής χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του. Η απόπειρα αυτοκτονίας έμελλε ν' αποτύχει και η υγεία του να αποκατασταθεί γρήγορα.  

Αν για κάτι κατηγορήθηκε από τους συμπατριώτες του, ήταν ο δυτικοκεντρισμός του. Τόλμησε και μετέφερε στην οθόνη, εντάσσοντάς τους στην ιαπωνική πραγματικότητα, Ντοστογιέφσκι, Γκόρκι, Σαίξπηρ. Ο Θρόνος του Αίματος, μεταφορά του Μάκμπεθ, το 1957, έχει καταχωρηθεί ως κορυφαία κινηματογραφική απόδοση, ενώ το επικό Ραν, βασισμένο στον Βασιλιά Ληρ, το 1985, επιβεβαίωσε την ανυπέρβλητη σημασία του ως δημιουργού  

Μια άλλη, όμως, εικοσιοκτώ χρόνια πριν, εκείνη του μεγαλύτερου αδελφού του Χέιγκο, αφηγητή βουβών ταινιών που είχε χάσει τη δουλειά του με την έλευση των ομιλούντων ταινιών, είχε σημαδέψει καθοριστικά την ψυχοσύνθεσή του. Ήταν, άλλωστε, αυτός που τον είχε μυήσει στη μαγεία της σκοτεινής αίθουσας, ο ίδιος που του είχε μάθει να αντικρίζει τον θάνατο κατάματα, όταν σε ηλικία δεκατριών χρόνων, το 1923, τον πήρε από το χέρι για να δει από κοντά τη φονική καταστροφή από τον σεισμό του Καν-το, αναγκάζοντάς τον να μη στρέψει το βλέμμα του από τη θέα των εκατοντάδων πτωμάτων που κείτονταν γύρω τους. Σκληρές εικόνες που θα έμεναν ανεξίτηλες στην παιδική του μνήμη σε αντίθεση με τη ζωή της οικογενειακής θαλπωρής τού πρώην στρατιωτικού Ισάμου Κουροσάβα. Εικόνες που αργότερα αναπαρήγαγε, ανάμεικτες με σκληρότητα και αξεπέραστο λυρισμό, μοναδικά.  

Γεννημένος το 1910 στο Τόκυο, ξεκινά τις σπουδές του ως ζωγράφος, ένθερμος υποστηρικτής του αριστερού εργατικού κινήματος, δουλεύει εικονογράφος σε εφημερίδες, μέχρις ότου μια ανακοίνωση των στούντιο ΤΟΧΟ, που αναζητά νέους για βοηθούς σκηνοθέτη, τον στρέφει προς τα εκεί. Σύντομα εξελίσσεται στον βασικότερο βοηθό του Κατζίρο Γιαμαμότο, δίπλα στον οποίο μαθαίνει όλη τη διαδικασία και τα μυστικά της παραγωγής, ενώ ο ίδιος τον ενθαρρύνει, ως δάσκαλος που διαισθάνεται την αξία του μαθητή του, να μάθει να γράφει σενάρια. Έτσι, στα 33 του κι εν μέσω του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, σκηνοθετεί την πρώτη του ταινία τζούντο, το Σανσίρο Σουγκάτα, από το οποίο η λογοκρισία αφαιρεί είκοσι λεπτά. Δύο χρόνια αργότερα, κάνει μια προπαγανδιστική ταινία-ανάθεση, στα γυρίσματα της οποίας γνωρίζει και παντρεύεται την ηθοποιό Γιόκο Γιαγκούτσι. Χάρη στην εμπορική επιτυχία της ταινίας αυτής, του ζητούν να γυρίσει κι ένα sequel.  

Ο Θρόνος του αίματος  

Η Ιαπωνία χάνει τον πόλεμο, της επιβάλλεται μια ταπεινωτική κατοχή και η αμερικανόφιλη πια λογοκρισία αντιμετωπίζει αρνητικά τις ταινίες σαμουράι. Η νέα τάξη δεν θέλει ιστορίες που διαδραματίζονται στη φεουδαρχική περίοδο κι ο Μεθυσμένος Άγγελος του 1948 γράφεται και ξαναγράφεται μέχρι να γυριστεί. Παρ' ολα αυτά, είναι η πρώτη του προσωπική ταινία και η πρώτη του συνεργασία με τον συγκλονιστικό Τοσίρο Μιφούνε. Με αυτόν στον πρωταγωνιστικό ρόλο κάνει δεκαεπτά ταινίες, ανάμεσά τους και το αξεπέραστο Ρασομόν, που αφού πρώτα σπάει τα ταμεία στην Ιαπωνία, το 1951 παίρνει στη Βενετία τον Χρυσό Λέοντα, αφήνοντας άναυδους τους πάντες, τόσο με την εκπληκτική του κινηματογραφική γραφή αλλά, κυρίως, με την ανατρεπτική αντιμετώπιση της αντικειμενικότητας της αλήθειας. Με φόντο τη μεσαιωνική Ιαπωνία, ο βιασμός της γυναίκας ενός ευγενούς από έναν ληστή επαναλαμβάνεται τέσσερις φορές, καθώς κάθε νέα εκδοχή ενός νέου μάρτυρα ακυρώνει την προηγούμενη. Τέσσερις διαφορετικές «αλήθειες» υπό αμφισβήτηση, από διαφορετικό πρίσμα, κοινωνικό υπόβαθρο και ηθική. Μέχρι σήμερα παραμένει από τα αδιαφιλονίκητα αριστουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου.  

Ζητήματα ακεραιότητας του ατόμου απέναντι στο κοινωνικό σύνολο διατρέχουν όλο το έργο του, όπως στο υπαρξιακό δράμα Ικίρου (Ο καταδικασμένος) που ακολουθεί, αλλά και στους Επτά Σαμουράι, ταινία δράσης εποχής του 16ου αιώνα, όταν οι Σαμουράι, πολεμιστές με αξίες και αρχές στην ιεραρχία της αριστοκρατικής κοινωνίας, έχαναν την επιρροή τους και την ισχύ τους. Μια ταινία που οι σεκάνς του μακελειού συγκρίνονται με τις σκηνές στα σκαλιά της Οδησσού από το Θωρηκτό Ποτέμκιν. Τη στιγμή που ο ίδιος θεωρούσε τον Αϊζενστάιν πηγή έμπνευσης, μαζί με τον Ινδό Ρέι και τον Αμερικανό Φορντ.  

Ran  

Αν για κάτι κατηγορήθηκε από τους συμπατριώτες του, ήταν ο δυτικοκεντρισμός του. Τόλμησε και μετέφερε στην οθόνη, εντάσσοντάς τους στην ιαπωνική πραγματικότητα, Ντοστογιέφσκι, Γκόρκι, Σαίξπηρ. Ο Θρόνος του Αίματος, μεταφορά του Μάκμπεθ, το 1957, έχει καταχωρηθεί ως κορυφαία κινηματογραφική απόδοση, ενώ το επικό Ραν, βασισμένο στον Βασιλιά Ληρ, το 1985, επιβεβαίωσε την ανυπέρβλητη σημασία του ως δημιουργού. Είχαν, βέβαια, προηγηθεί το Καγκεμούσα το '80, αλλά και το ρωσικό Ντέρσου Ουζάλα το '75, γυρισμένο στη Σιβηρία, με το οποίο επανήλθε μετά την απόπειρα αυτοκτονίας.   Με το Μάντα-ντα-γιό (Όχι ακόμα), μια ελεγεία στη σχέση δασκάλου - μαθητή, έκλεισε τη φιλμογραφία του το 1993. Καθηλωμένος τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε αναπηρική καρέκλα, δεν επέστρεψε ποτέ στα πλατό, όπου ήθελε να αφήσει την τελευταία του πνοή. Έφυγε το 1998 από εγκεφαλικό, σε ηλικία 88 ετών.