ενημέρωση 1:35, 5 September, 2026

Η αποσιώπηση ενός γονιδίου μπορεί να χαρίσει 12 επιπλέον έτη ζωής

Ουάσινγκτον

Η αποσιώπηση ενός και μόνο γονιδίου μπορεί να επιμηκύνει τη ζωή κατά 12 χρόνια χαρίζοντας παράλληλα στα ηλικιωμένα άτομα καλή φυσική κατάσταση. Αυτό δείχνει μελέτη ειδικών του Πανεπιστημίου Μπράουν στις ΗΠΑ η οποία αφορά το γονίδιο Myc που είναι ζωτικής σημασίας για την κυτταρική διαίρεση, την κυτταρική ανάπτυξη και τον κυτταρικό θάνατο -η υπερέκφραση του συγκεκριμένου γονιδίου μπορεί να οδηγήσει σε καρκίνο.

Μεγαλύτερη επιβίωση κατά 15%

Οι ερευνητές ανακάλυψαν, όπως ανέφεραν στην επιθεώρηση «Cell», ότι η αποσιώπηση του γονιδίου σε ποντίκια βοήθησε τα ζώα να επιβιώσουν 15% περισσότερο χωρίς προβλήματα υγείας. Σημειώνεται ότι είναι η πρώτη φορά που κάτι τέτοιο αποδεικνύεται στα θηλαστικά.

Μάλιστα τα ποντίκια όχι μόνο έζησαν περισσότερο αλλά συγχρόνως είχαν καλύτερη φυσική κατάσταση και δεν εμφάνισαν προβλήματα που συνδέονται με την ηλικία όπως η οστεοπόρωση, η γνωστική φθορά και η πτώση του μεταβολισμού. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι τα ζώα διέθεταν παράλληλα πιο υγιές ανοσοποιητικό σύστημα ενώ η μόνη εμφανής διαφορά τους από τα φυσιολογικά ποντίκια ήταν πως είχαν μικρότερο μέγεθος.

Οι ερευνητές εκτιμούν πως ο ίδιος μηχανισμός μπορεί να βελτιώσει την υγεία και το προσδόκιμο ζωής των ανθρώπων. Η αύξηση της τάξεως του 15% στο προσδόκιμο ζωής που κατεγράφη στα ποντίκια μπορεί να μεταφραστεί σε 12 επιπλέον ανθρώπινα χρόνια.

Πολλά χρόνια χωρίς προβλήματα υγείας

Ο Τζον Σεντιβάι, καθηγητής Ιατρικών Επιστημών σημείωσε πως «τα ζώα γερνούν με πιο αργούς ρυθμούς πέρα από κάθε αμφιβολία. Διατηρούν την ομαλή λειτουργία των οργάνων και των ιστών τους για μεγαλύτερο διάστημα». Ο καθηγητής προσέθεσε ότι «τα ποντίκια των πειραμάτων μας είναι άκρως φυσιολογικά, απλώς ζουν πολύ περισσότερο. Ο λόγος για τον οποίον αυτό μας εξέπληξε είναι ότι πολλά άλλα μοντέλα μακροζωίας όπως εκείνο που σχετίζεται με τον περιορισμό των θερμίδων έχουν αποτέλεσμα σε ό,τι αφορά την επιμήκυνση της ζωής αλλά την ίδια στιγμή προκαλούν προβλήματα υγείας».

Ο Δρ Σεντιβάι ανέφερε πως είναι αισιόδοξος σχετικά με το ότι τα ευρήματα για το Myc μπορούν να βελτιώσουν την ανθρώπινη υγεία και να αυξήσουν το προσδόκιμο ζωής.

Προς νέα φάρμακα

Φαρμακευτικές εταιρείες εργάζονται αυτή τη στιγμή επάνω στην ανάπτυξη φαρμάκων τα οποία θα μπλοκάρουν τη δράση το γονιδίου ώστε να υπάρξουν οφέλη ενάντια στον καρκίνο. Τα φάρμακα όμως αυτά θα μπορούν εν δυνάμει να χρησιμοποιούνται ενάντια στην οστεοπόρωση αλλά και για την ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος και για την επιμήκυνση της ζωής.

 

  • Κατηγορία ΥΓΕΙΑ
  • 0

Άλκηστις Αττικιουζέλ - Πρωτοψάλτη

Τραγουδίστρια. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια. Ζει στις εξοχές της Αττικής. Η πρώτη της δουλειά ήταν ξεναγός.

Μεγάλη υπόθεση το τραγούδι. Σε χτυπάει εκεί που δεν το περιμένεις. Όταν διψάς, όταν ερωτεύεσαι, όταν πονάς, όταν γελάς...

Στην Αθήνα ήρθα στα επτά. Οι γονείς μου, ο Σταύρος και η Μαρίκα, τα είχαν χάσει όλα. Σπίτια, ιατρεία, κοινωνικό κύκλο, ανθρώπους. Μου το 'κρυβαν, αλλά το 'νιωθα. Την αναστάτωση. Αποχαιρετήσαμε την Αλεξάνδρεια. Εκεί μηδενίστηκε η ζωή μου για πρώτη φορά. Και από τότε δεν το φοβάμαι το μηδέν. Το ξέρω. Και ήρθαμε στον Υμηττό. Και μετά στην Καλλιθέα, στη Νέα Σμύρνη. Ξεκίνησα από τα έντεκα να καταλαβαίνω τι σημαίνει ζωή. Όταν πέθανε ο πατέρας μου. Έφαγα μια γερή που με πέταξε στα σκοινιά, αλλά σηκώθηκα. Έπαιζα θέατρο στη μάνα μου να μη στενοχωριέται. Της τραγουδούσα. Όχι για παρηγοριά. Γιατί αυτό μπορούσα να κάνω, έτσι μπορούσα να εκφραστώ, έτσι ήμουνα χαρούμενη. Και γιατί έτσι έμαθα. Ότι όλος ο πολιτισμός από το σπίτι ξεκινάει. Οι φιλοδοξίες. Τα όνειρα. Να μην αδικήσεις. Να μη ζήσεις σε βάρος άλλων.  

Οι πρώτοι ρόλοι πίνουν φωτιά. Το ξέρεις. Κάποια στιγμή το βάζεις στην άκρη. Το εγώ γίνεται εμείς, αλλιώς το 'χασες το παιχνίδι.  

Η πρώτη δουλειά που έκανα ήταν ξεναγός. Το πρώτο σχολείο για το πως πρέπει να συμπεριφέρομαι. Να είμαι υπομονετική. Να προσπαθώ να λύσω την ψυχή του άλλου. Ήμουνα στο πούλμαν με 46 άτομα διαφορετικής ψυχοσύνθεσης. Στην επιστροφή τούς τραγουδούσα. Γινόταν πανζουρλισμός. Είναι κάποια σημάδια που σου δίνει η ζωή. Να γίνω τραγουδίστρια τότε, ούτε λόγος. Δεν υπήρχε χειρότερο. Μου πήρε τρία χρόνια για να καταλάβει η μάνα μου ότι έχω τα μυαλά μου στο κεφάλι μου και ότι δεν επρόκειτο να κάνω τρέλες. Δεν έκανα γιατί τον φακό της ζωής μου τον ήθελα πάντα καθαρό. Να μη σου πω σήμερα άσπρο και αύριο μαύρο. Τώρα είναι υπερήφανη.  

Έγινα από Αττικιουζέλ, Πρωτοψάλτη, όταν ξεκίνησα. Με τον Μούτση. Αυτός ήταν ο δρόμος. Ο άλλος ήταν να πάω στα κέντρα. Επί τόπου. Δεν είχα καθόλου λεφτά, καθόλου. Και ούτε τα υπολόγισα ως προτεραιότητα. Είχα μεγάλες αναμονές. Και οι απολαβές ήταν το εικοστό στα ζητούμενα. Αυτό το «Πρωτοψάλτη» κρύβει εκατομμύρια ώρες δουλειάς. Ιδρώτα, πείσμα, αρχές. Τίποτα δεν μου χαρίστηκε. Έχω φτύσει αίμα. Για να προσπαθώ να γίνει το καλύτερο, το πιο σωστό, με τον μεγαλύτερο σεβασμό στον κόσμο. Να μην προδώσω τίποτα από τα πιστεύω μου. Και αν με ρωτήσει σήμερα ένας νέος άνθρωπος, αυτό θα του πω. Να μη βιαστεί. Να έχει οπλισμό. Πρώτα τα καλά τραγούδια. Συνέπεια, σεβασμό στον κόσμο, όνειρα, τόλμη, θάρρος απέναντι σε αυτό που θέλει να κάνει. Κι ας ματώσει. Δεν πειράζει. Το δέντρο πρέπει να κάνει ρίζες. Και δεν θα μετανιώσει για τίποτα.  

Υπάρχει μια γενιά παιδιών που δεν με ξέρει ή δεν με έχει ακούσει. Σε αυτούς δίνω εξετάσεις, κανονικά. Στα δεκαοκτάχρονα που έρχονται και μου λένε: «Σας ξέρουμε από τους γονείς μας»...

Τραγουδάω 40 χρόνια. Ούτε χιλιοστό δεν έχει υποχωρήσει η αγωνία. Όπως από την ημέρα που ξεκίνησα, το ίδιο. Μπορεί και περισσότερο, μεγαλώνοντας. Νιώθω ότι θα ξεκολλήσει η καρδιά από το σώμα μου. Ποτέ δεν είπα μέσα μου, ούτε μία φορά στη ζωή μου, «α, είμαστε οk». Ποτέ. Το live είναι η μεγαλύτερη αναμέτρηση, πρώτα με τον εαυτό σου και μετά με τον κόσμο. Αυτό με κρατάει σε εγρήγορση, δίνω εξετάσεις συνέχεια. Και αν όλο αυτό που προετοίμασες θα αρέσει, αν είναι έτσι, όπως το έχεις ονειρευτεί. Αν μπορεί να ξεσηκώσει και τον πιο παγωμένο, ψυχρό θεατή. Και αυτό μου δίνει την ένταση και τη ζωή και τη χαρά, ακριβώς σαν να 'μαι μικρό παιδί.  

Η τέχνη είναι χειροποίητη. Αυτό πιστεύω. Από τότε που ξεκίνησα μέχρι και τώρα. Η διαδικασία μέσα στα χρόνια δεν αλλάζει – ευτυχώς είναι η ίδια. Σκάβεις στο ορυχείο γι' αυτό που σε συγκινεί περισσότερο. Ζήσαμε την κασέτα, ζήσαμε το βινύλιο, ζήσαμε το CD, τώρα ζούμε όλη αυτή την τεχνολογία, τη συγκλονιστική. Η μουσική εξακολουθεί να ρέει. Αλλάζει ο τρόπος που ακούμε, αλλά η μουσική δεν μπορεί να πεθάνει. Είναι συνοδοιπόρος του ανθρώπου από τότε που ήταν στα δέντρα. Είναι συνοδοιπόρος σήμερα που έχει φτάσει σε πλανήτες που κανείς δεν φανταζόταν ότι μπορεί να έχουμε φωτογραφίες ή ότι μπορεί να έχει προσγειωθεί διαστημόπλοιο.  

Είναι εργαλείο η πολιτική, να σκέφτεσαι πολιτικά. Έχει αξία. Και η αξία τού να διεκδικείς όχι μόνο για σένα αλλά και για τον διπλανό σου έχει χαθεί, έχει ξεχαστεί.  

Μεγάλη υπόθεση το τραγούδι. Σε χτυπάει εκεί που δεν το περιμένεις. Όταν διψάς, όταν ερωτεύεσαι, όταν πονάς, όταν γελάς. Το τραγούδι ή θα μιλήσει στην καρδιά σου ή θα χαθεί. Πάντα ανησυχούσα πάρα πολύ για τα τραγούδια. Έλεγα μέσα μου ότι δεν πρόκειται να πω κάτι το οποίο δεν με ανατριχιάζει. Είναι μια διαδικασία που περνάς μόνος σου. Ποτέ δεν είσαι σίγουρος. Έχει κι αυτό μια μαγεία. Γιατί μπορεί να πέσει μια κουρτίνα και να το χάσεις το ένστικτο. Με τον χαρακτήρα έχει να κάνει αυτό και με το αν θέλεις να επαναπαυτείς στα κεκτημένα, λέω εγώ. Και πάντα βασανίζεσαι, έχεις ένα μικρό ερωτηματικό. Τσεκάρεις κάθε ώρα τον εαυτό σου.  

Υπάρχει μια γενιά παιδιών που δεν με ξέρει ή δεν με έχει ακούσει. Σε αυτούς δίνω εξετάσεις, κανονικά. Στα δεκαοκτάχρονα που έρχονται και μου λένε: «Σας ξέρουμε από τους γονείς μας». Το θεωρώ συγκλονιστικό να σε ακούει μια γενιά μετά από 40 χρόνια. Πρέπει να έχεις κάτι να τους πεις. Να τους ενδιαφέρεις και να μιλήσεις με έναν τρόπο τη γλώσσα τους. Χωρίς να χάσεις την προσωπικότητά σου, να γίνεις κάτι άλλο, για να τους κερδίσεις υποτίθεται. Να εξελίσσεσαι χωρίς να χάνεις την ψυχή σου. Είναι ωραία η εποχή, έχει άπειρες παγίδες, αλλά σου δίνει δυνατότητες και βλέπεις και αντιλαμβάνεσαι κι αισθάνεσαι τι συμβαίνει στον κόσμο. Και η τέχνη σου πάντα θα βρει τον τρόπο να σκάσει την ακτίνα της, και στον νεφελώδη καιρό.  

Περιουσία μου είναι η φωνή μου, από τότε που κατάλαβα ότι αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου. Τη φύλαξα ως κόρη οφθαλμού...

Περιουσία μου είναι η φωνή μου, από τότε που κατάλαβα ότι αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου. Τη φύλαξα ως κόρη οφθαλμού. Είπα, «Τι έχω; Δύο εκατοστά. Τις φωνητικές μου χορδές». Πιο πολύ τρομάζω με τη γρίπη παρά να σπάσω το πόδι μου. Γιατί με τον γύψο στο πόδι τραγουδάς. Και αν δεν τραγουδάω, αν δεν γίνομαι ένα με τον κόσμο, δεν έχει νόημα η ζωή. Γι' αυτό επενδύω στ' αυτιά μου και στα μάτια μου. Γι' αυτό γυρνάω τον κόσμο και ταξιδεύω. Για να μεταφράζω αυτά που γίνονται πέρα από τον δίπλα μου, αυτά που ανοίγουν το μυαλό. Για να ζηλέψω το καλύτερο. Για να δω τις τάσεις και τα ρεύματα. Να εξερευνήσω, να αγχωθώ, ακόμα και να μελαγχολήσω λίγο, ένα τόσο δα αγκάθι, γιατί ξέρω μέσα μου ότι ποτέ δεν θα μπορέσω να φτάσω όλα αυτά τα μαγικά. Για να κοιτάξω με ταπεινότητα τις ιδέες. Να λαχταρήσω να τις φτάσω.  

Οι πρώτοι ρόλοι πίνουν φωτιά. Το ξέρεις. Κάποια στιγμή το βάζεις στην άκρη. Το εγώ γίνεται εμείς, αλλιώς το 'χασες το παιχνίδι. Δεν ταίριαζα με όλους τους ανθρώπους με τους οποίους έχω συνεργαστεί όλα αυτά τα χρόνια. Με ενδιέφεραν όμως καλλιτεχνικά. Έτσι πήγα, έτσι πορεύτηκα. Έχω συναλλαγεί με υπέροχα άτομα. Με δύσκολα άτομα. Με άτομα που μόνο η δουλειά μάς δένει και δεν ταιριάζω σε τίποτε άλλο. Έμαθα να ξεχωρίζω το έργο από τους ανθρώπους. Ήθελα να βγάλω την ψίχα. Να δώσω και να μου δώσουν το καλύτερο. Αυτό είναι η τέχνη. Και μετά να γυρίσω στον δικό μου κήπο. Εκεί όπου κατοικούν οι ποιητές που αγαπώ, οι ζωγράφοι που αγαπώ, αυτοί που με έκαναν καλύτερο άνθρωπο. Στα αριστουργήματα της φύσης. Εκεί όπου κατοικεί η μουσική. Το ναρκωτικό μου. Οι επτά νότες του πενταγράμμου. Με έχει σώσει αυτό το πράγμα, γιατί ξέρω πού πάω ακριβώς και τι κάνω. Δεν έχω λόγο να εξευτελίζομαι και να χάνω πολύτιμες ώρες της ζωής μου γιατί «πρέπει». Αυτά είναι τα πολύ εύκολα και δεν ενδιαφέρουν κατά βάθος κανέναν. Είναι πολύ εύκολο να εγκλωβιστεί ένας καλλιτέχνης στο χρυσό κλουβί, με κόλακες να τιτιβίζουν. Η αυλή. Ο περίγυρος. Για μένα είναι το γρήγορο ανέκδοτο. Υπάρχει μια τεράστια πεδιάδα κι ένα παγκάκι με μια θέση. Αυτή είναι η θέση μου. Να στέκεσαι και να αφουγκράζεσαι. Να αναπνέεις καθαρό αέρα. Να πηγαίνεις αντίθετα και να κοπιάζεις να φτάσεις στην πηγή, στην ουσία της ζωής. Να συναναστρέφεσαι ισότιμα. Να παίζεις στα ίσα.    

Όλο αυτό που έχω ζήσει κι έχω εισπράξει δεν μπορώ παρά να το μοιράζομαι. Και από αυτό είμαι χορτασμένος άνθρωπος και τυχερός. Πήρα κι έδωσα αγάπη και σεβασμό. Και κάνω ακριβώς ό,τι θέλω, αυτό που ονειρεύομαι.  

Όταν πήρα τη ζωή στα χέρια μου έκανα έναν μεγάλο γύρο: Βριλήσσια, Αγία Παρασκευή και μετά πήρα τα βουνά. Έφυγα εκτός Αθηνών. Ήθελα να απολαμβάνω τη φύση και τις αλλαγές του χρόνου. Μου αρέσει που έφυγα από την Αθήνα και μένω εκτός, γιατί όταν έρχομαι έχω μια λαχτάρα που δεν είχα πριν. Με πολύ διαφορετικό τρόπο κάνω τις βόλτες μου τώρα, με πολύ διαφορετικό τρόπο επιλέγω πού θα πάω. Παρατηρώ και δεν μου αρέσει καθόλου όταν βλέπω την καταστροφή της. Είναι σαν να βανδαλίζομαι, να κακοποιούμαι η ίδια. Ταλαιπωρήθηκε απίστευτα αυτή η πόλη και δεν μιλώ μόνο για τα κτίρια αλλά και για τους ανθρώπους. Υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν τη χώρα, την πόλη, είναι νομιμόφρονες, εργάζονται, αγαπούν το δίκιο, τη δημοκρατία, είναι τίμιοι, σωστοί, ειλικρινείς. Αρνούμαι να μπαίνουν όλα στο ίδιο τσουβάλι. Γίνομαι θηρίο. Κάποια στιγμή η Αθήνα θα αποκτήσει τη αίγλη που της ταιριάζει και της αρμόζει. Σκέφτομαι τις 15 μέρες των Ολυμπιακών Αγώνων πολύ συχνά. Την ευγένεια, ούτε ένα χαρτάκι στον δρόμο, αυτό που ονειρεύεται κάθε λαός για τον συνάνθρωπό του. Εμείς το κάναμε. Δείξαμε τι μπορούμε να κάνουμε. Με το που τέλειωσε, ξαναγυρίσαμε στις κακές μας συνήθειες. Και από τότε πέρασαν σχεδόν 11 χρόνια και είναι σαν χθες.  

Είναι εργαλείο η πολιτική, να σκέφτεσαι πολιτικά. Έχει αξία. Και η αξία τού να διεκδικείς όχι μόνο για σένα αλλά και για τον διπλανό σου έχει χαθεί, έχει ξεχαστεί. Το να τρώνε οι ηλικιωμένοι χαστούκια και να το προσπερνάς. Το να υπάρχουν παιδιά που δεν μπορούν να μορφωθούν όσο πρέπει. Και οι ανάμεσα. Οι νέοι. Γιατί υπάρχει και μια ζωή ανάμεσα στο να γεννηθείς και να πεθάνεις. Γι' αυτά πρέπει να ντρεπόμαστε. Έχουν περάσει 15 χρόνια από τον καινούργιο αιώνα και είμαστε πίσω από την ουρά του. Και αν μιλήσουμε για τον πολιτισμό, οι πολιτικοί τον αντιμετώπισαν σαν είδος πολυτελείας, όχι σαν πρώτης ανάγκης. Αλλού έκαναν τους μεγάλους τζίρους. Οι πολιτικοί μοιάζουν να μην έχουν συνειδητοποιήσει ότι στην κοινωνία υπάρχουν υγιή στρώματα. Δεν τα συναντούν, δεν τα εκτιμούν, δεν τα γνωρίζουν. Έπρεπε ως χώρα να επενδύσουμε στον πολιτισμό του τώρα. Γιατί για πόσο καιρό θα μας κρατάνε οι αρχαίοι; Για πόσο καιρό θα μιλάμε μόνο για το παρελθόν και τις παρακαταθήκες; Είναι η ώρα να κάνουμε κάτι κι εμείς. Να μας υπερασπιστεί η χώρα μας και να την υπερασπιστούμε και εμείς.  

Δεν ταίριαζα με όλους τους ανθρώπους με τους οποίους έχω συνεργαστεί όλα αυτά τα χρόνια. Με ενδιέφεραν όμως καλλιτεχνικά. Έτσι πήγα, έτσι πορεύτηκα...

«Μυστικό Τοπίο» είναι ο τίτλος που διάλεξα για τις παραστάσεις στο Μέγαρο, από το μεγάλο τραγούδι του Σαββόπουλου. Και έφτιαξα ένα πρόγραμμα με όλα τα τραγούδια που θα 'θελα να ακούσω να ακούσω με συμφωνική ορχήστρα. Κάνω πρόβες εδώ και μήνες. Η συμφωνική κρύβει πολλή μαγεία. Κλείνεις τα μάτια σου επάνω στη σκηνή και αναρωτιέσαι «είναι πραγματικότητα αυτό που ζω;». Νιώθεις όλη την πανδαισία των ήχων να σε αγκαλιάζει και είσαι κι εσύ ένα κομμάτι σε αυτό το σύμπαν. Είναι μια μυσταγωγία, έχεις άλλου είδους πειθαρχία, προσήλωση, τρυφερότητα, δύναμη και τρέλα. Είναι η απόλαυση των ήχων. Όσο και αν το μεταφέρω, ποτέ δεν θα αγγίξει την πραγματική διάσταση. Και συγκινούμαι και μόνο στη σκέψη ότι τραγουδάω στο Μέγαρο, όταν πατάω στη σκηνή του και σκέφτομαι τα ονόματα που πέρασαν. Γιατί εύκολα ξεχνάμε, εύκολα παραγνωρίζουμε. Το Μέγαρο είναι δική μας περιουσία, εκπέμπει πολιτισμό σε παγκόσμια κλίμακα. Θα ταξιδεύει αιώνες μέσα από την ψυχή των καλλιτεχνών, των μουσικών του κόσμου. Πρέπει να ευγνωμονούμε τους ανθρώπους που μας άνοιξαν δρόμους, μας ευεργέτησαν κι έτσι το έχουμε.  

Στη δουλειά κάνεις μεγάλους κύκλους. Είναι ωραίο να συναντάς τους ανθρώπους μετά από καιρό και να βλέπεις ότι υπάρχει πάντα σπίθα, υπάρχει χαρά. Να έχεις αγαπημένα ερωτηματικά, ειλικρίνεια. Να λες πέντε κουβέντες παραπάνω. Να μην περιμένει κάτι ο ένας από τον άλλο. Εγώ είμαι τυχερή γιατί έχω μια σοβαρή φτερούγα μέσα σε όλη αυτή την περιπέτεια. Δουλεύουμε είκοσι χρόνια με την Τώνια Δραγούνη, είναι τα πνευμόνια μου, είμαι η καρδιά. Το χέρι που με βοηθάει να πατάω στη γη. Εμένα αυτό είναι το κάρμα μου. Μόνο κάποιες στιγμές, όταν είμαι στη σκηνή, νιώθω να στέκω λίγο πιο ψηλά, να πετάω. Και αυτές οι φορές ψιθυρίζουν μέσα μου ότι πρέπει να κάνεις το καλό στα πιο μικρά και ασήμαντα πράγματα. Θα σου επιστραφεί αυτό. Είναι μια επιλογή το καλό, μια στάση, σαν κάτι που θέλεις πολύ βαθιά και κάποιες στιγμές έρχεται. Και ξεχνάς την αδικία. Η μνήμη είναι ο γραφιάς της ψυχής, λέει ο Αριστοτέλης. Όλο αυτό που έχω ζήσει κι έχω εισπράξει δεν μπορώ παρά να το μοιράζομαι. Και από αυτό είμαι χορτασμένος άνθρωπος και τυχερός. Πήρα κι έδωσα αγάπη και σεβασμό. Και κάνω ακριβώς ό,τι θέλω, αυτό που ονειρεύομαι.  

H Άλκηστις Πρωτοψάλτη θα εμφανιστεί για τρεις βραδιές στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στην Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης (25, 26, 28 Φεβρουαρίου). Συμμετέχουν η Χορωδία GraduArti και η Συμφωνική Ορχήστρα Δήμου Αθηναίων. www.megaron.gr

Πηγή: lifo

Και όμως, σφάλλετε, μπαμπά. Μόνο πτωχός που δίνει/ αισθάνεται μιαν άσβηστον χαράν διά να πλουτήνει

Ένα διαβολικό απόσπασμα από τη «Φαύστα» του Μποστ, που λύνει με αλύπητο πραγματισμό το οικονομικόν πρόβλημα της Ελλάδος.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Μποστ "Η Φαύστα και διάφορα διηγήματα" των εκδόσεων Μεταίχμιο.  

(Η σκηνή διαμείβεται ανάμεσα στον ψαρά Γιάννη και την απολεσθείσα κόρη του, την οποία ξαναβρίσκει, μετά από 10 χρόνια, μέσα στην κοιλιά ενός κήτους που ψάρεψε. Η κόρη, το σκαμπρόζικο και ελαφρώς ξερόλικο Ριτσάκι, έχει δει πολλά ταξιδεύοντας, μέσα από το στόμα του κήτους όταν αυτό κοιμάται – και φυσικά γαλουχεί μετ’ επιτάσεως τους πτωχούς τω πνεύματι γονείς της. Δεν θα ξεχάσω την παράσταση της Στοάς, πριν από δεκαετίες, όταν στον ρόλο του Ριτσακίου εμφανίστηκε στη σκηνή ο Κωνσταντίνος Τζούμας, γυμνός, πανύψηλος και αδύνατος, τυλιγμένος με ψαράδικα δίχτυα και αχηβάδες στα μαλλιά. Ήταν από τις πιο ευφορικές, ελεύθερες και αβίαστες παραστάσεις που έχω δει, καθαρό θέατρο που δεν χανόταν στη μετάφραση, γιατί είχε αυτοπεποίθηση, κείμενο και έρμα. Αλλά κι εμείς τότε δεν ήμασταν οι σπασμένοι καθρέφτες που γίναμε. Ήμασταν πιο βαθείς, αλλά και πιο μονόχνοτοι, πιο Γιάννηδες, παρά Ριτσάκια. Enjoy!)  

ΓΙΑΝΝΗΣ: Πες μας, ποιες χώρες γύρισες, ποια μέρη τριγυρνούσες  εις του ιχθέως την γαστήρ την σκοτεινή που ζούσες;  

ΡΙΤΣΑΚΙ: Γνώρισα χώρας διάφορους, Ευρώπης και Ασίας, της Αυστραλίας, Αφρικής και της Πολυνησίας. Εις Μογγολίαν έφτασα και στο Θιβέτ επήγα αλλ’ όσα να σας πω δι’ αυτά, πάλιν θα είναι λίγα. Συνήθως με πανσέληνον παρέπλεε το κτήνος με στόμα ημιάνοικτον, δίκην μιας φινιστρίνος και εις τα ρέμβη της νυκτός, αλαφροπερπατούσα, έφτανα ως το στόμα του και τις ακτές κοιτούσα. Κι ενώ εκείνο χώνευε κι οι οφθαλμοί του κλείναν, παρηκολούθουν άγρυπνος και γνώρισα την Κίναν.  

ΦΑΥΣΤΑ: Πώς είν’ τα πράγματα εκεί; Υπάρχει εργασία;  

ΡΙΤΣΑΚΙ: Οι άνθρωποι φιλόξενοι, αλλ’ έχει υγρασία. Πάρα πολλαί ασθένειαι το πλήθος το μαστίζουν φορούν μακροσκελείς χιτών και ρύζι συνηθίζουν. Είδα καλύβας πτωχικάς με τους ψαράς εντός των κιτρίνων την εμφάνισιν, αλλά πολύ ευρώστων, να τρώγουν σούπας κακαβιάς με γκέισας στο πλάι, μπαλώνουσαι τα δίκτυα των ή και ροφώντες τσάι. Της χώρας δε το μέγεθος διπλάσιον Ελλάδος, Κράτος υποανάπτυκτον και διοικεί Μικάδος. Σύμπας σχεδόν εκ των κρατών που είδα παραπλέον ή οι Μικάδοι κυβερνούν ή άρχουν βασιλέων. Κι οι πλούσιοι που ζουν εκεί πάντα απαλλαγούνται, oυδείς – κανείς τους ενοχλεί και δεν φορολογούνται. Πληρώνουν μόνον οι πτωχοί, και μάλιστα βαρέως, με δυσβαστάκτους εισφοράς επί της ζαχαρέως. Με τέτοιας σκέψεις υγιείς κι άλλας νομοθεσίας προσφέρουν οι Μικάδοι των πολλάς υπηρεσίας.  

ΓΙΑΝΝΗΣ: Μα τούτο είναι άδικον, μονάκριβή μου κόρη, κι αλλοίμονον οι πλούσιοι εάν δεν δίδουν φόροι.  

ΡΙΤΣΑΚΙ: Και όμως, σφάλλετε, μπαμπά. Μόνο πτωχός που δίνει αισθάνεται μιαν άσβηστον χαράν διά να πλουτήνει. Κι αυτή η τάσις προς τα μπρος, η τάσις της ανόδου αποτελεί αλάνθαστον στοιχείον της προόδου. Γνωρίζων πως ο πλούσιος αμέριμνος περνάει θα κάνει παν το δυνατόν κι αυτός για να πλουτάει. Κι έτσι, με πλούσιους πολλούς, πτωχούς δε ελαχίστους περνούν οι άνθρωποι καλώς εις ώρας ευχαρίστους.  

ΓΙΑΝΝΗΣ: Κόρη μας, σφάλλεις. Οι πτωχοί πρέπει να δίνουν φόρους μ’ ακόμη περισσότερους να βάζουν στους ευπόρους. Μονάχα έτσι θα βρεθεί σωστή δικαιοσύνη κι ο πλούσιος και ο πτωχός ανάλογα σαν δίνει.  

ΡΙΤΣΑΚΙ: Εάν αυτό εφαρμοσθεί, τα έθνη μαραζώνουν. Σβήνουν από προσώπου γης και σαν κεράκια λυώνουν.  

ΓΙΑΝΝΗΣ: Γιατί;  

ΡΙΤΣΑΚΙ: Διότι διαιωνίζεται το Κράτος αδικίας κι έχομεν πάλι πλούσιους και πτωχικάς οικίας. Καθόσον κάθε πάμπτωχος ανόητος θα βρίσκει να κάνει υπεράνθρωπους αγών διά να πλουτίσκει. «Διατί να γίνω πλούσιος;», θα σκέπτεται καθένας, «διά να πληρώνω εισφοράς εν γένει ηυξημένας; Αντί να γίνω πλούσιος να δίνω περισσότερα, χίλιες φορές θεόφτωχος, που δίνω και λιγώτερα». Γι’ αυτό σας λέω, ο φτωχός τότε θα προοδεύει αν βλέπει πως τον πλούσιον το Κράτος τον βραβεύει. Η μόνη σίγουρη οδός παραγωγής ευπόρων είν’ να τρελλάνουν τους φτωχούς με δυσβαστάκτων φόρων. Διότι για νάβγει ο φτωχός απ’ τον κλοιόν ετούτον θα προσπαθήσει σύντομα να αποκτήσει πλούτον.

Πηγή:lifo

Κώστας Αξελός: Η έλλειψη οράματος, ήταν κάτι που με πονούσε αφάνταστα

 
Γεννήθηκα σε μια μεγαλοαστική οικογένεια, γνώρισα την οικογενειακή θαλπωρή και μαζί και την οικογενειακή ασφυξία. Από παιδί ήταν κάτι που με έσπρωχνε πέρα από την οικογένεια, πέρα από τον τόπο. Ποιο είναι το πολύτιμο στοιχείο της παιδικής ηλικίας: το πολύτιμο στοιχείο της παιδικής ηλικίας θα 'λεγα αυτή η θαλπωρή, για τα παιδιά που μπόρεσαν βέβαια να την γνωρίσουν – εκατομμύρια παιδιά δεν την γνωρίζουν – αλλά και ο κλοιός μέσα στον οποίον κλείνει τον νέον άνθρωπο, το παιδί, και τον σπρώχνει στην εφηβεία.
 
Ο Κώστας Αξελός, φιλόσοφος και στοχαστής, έφυγε σαν σήμερα, 4 Φεβρουαρίου του 2010

Από την παιδική μου ηλικία θυμάμαι δύο πράγματα πιο πολύ: τη σχέση μου με τον αδελφό του πατέρα μου, τον ζωγράφο Μιχαήλ Αξελό, ο οποίος μαζί με τη γυναίκα του και την ξαδέλφη μου την Άννα Αξελού, τόσο συχνά με φιλοξένησαν σπίτι τους, την εποχή που διωκόμενος δεν είχα πού να σταθώ, και τη ζωή στο Φάληρο κοντά στην οικογένεια της μητέρας μου, στη γιαγιά μου που είχε κι ένα εκκλησάκι στο κτήμα της.

Η παιδική ζωή έγινε γρήγορα εφηβική, θα 'λεγα ότι η παιδική ανησυχία την έσπρωχνε να γίνει εφηβική, αλλά και στην εφηβεία η μεγαλοαστική τάξη που με περιέβαλλε, και η μικροαστική ηθική που κυριαρχούσε γύρω σε όλο τον τόπο – εννοώ την Ελλάδα –, ο ασφυκτικός κλοιός της νεότερης Ελλάδας, η έλλειψη οράματος, ήταν κάτι που με πονούσε αφάνταστα.

Γι αυτό στράφηκα στην εφηβεία μ’ έναν ιδιαίτερο ενθουσιασμό προς την Αντίσταση. Στην Αντίσταση δεν με ενδιέφερε τόσο, θα 'λεγα δεν με ενδιέφερε το εθνικιστικό, σωβινιστικό της κήρυγμα. Μ’ ενδιέφερε το  μαρξιστικό κίνημα, το όραμα μιας άλλης πολιτείας, μιας πολιτείας που δε μένεις με μια θεωρητική σκέψη, και με μια φωτισμένη πολιτική θα μπορούσε να αλλάξει την ιστορική μοίρα των ανθρώπων πανανθρώπινα, και να δημιουργήσει ένα καινούργιο στυλ ζωής.

Ο ενθουσιασμός αυτός των πρώτων χρόνων της Αντίστασης, των δύο-τριών πρώτων χρόνων, περιείχε σύγχρονα αφάνταστα πλήγματα, γιατί μέσα από την Αντίσταση, μέσα απ' την κυριαρχία της Αντίστασης απ' το Κομμουνιστικό Κόμμα, που αυτό και εμψύχωνε και σύγχρονα έσφαζε την Αντίσταση, είδα τι σημαίνει ο περιορισμός του ανθρώπινου οράματος από κυρίαρχα κόμματα με κυρίαρχες ιδεολογίες, με μια προεκτεινόμενη μικροαστική ηθική, με πράξεις βίας όχι μόνο προς τους αντιπάλους αλλά και τους οπαδούς.

Δεν ήταν τόσο οι πράξεις βίας που με ξένιζαν, όσο το τυφλό της βίας, και ιδιαίτερα στο Δεκέμβριο μού κόστισε πολύ η σχιζοφρενική καθοδήγηση του Δεκέμβρη  από την ηγεσία και η απόκρυψη του γεγονότος, η εγκληματική απόκρυψη του γεγονότος, ότι η Ελλάδα είχε ήδη δοθεί σαν σφαίρα επιρροής στους αγγλοαμερικάνους.

Έτσι, παρ' όλο που η Αντίσταση και το κομμουνιστικό κίνημα εμψύχωσαν την εφηβεία μου σύγχρονα, με έκαναν να θέλω να βλέπω πιο μακριά - αυτό που έκανα πάντα από παιδί.

Θυμάμαι νέος – θα 'πρεπε να 'μουνα τότε δεκαπέντε χρονών ίσως, με είχε πάρει η μητέρα μου στο Εθνικό Θέατρο, σε ένα έργο ενός συγγραφέα με αρκετό ταλέντο, αν και όχι μεγαλοφυή, ένα έργο του Ο’ Νηλ, που λεγότανε Πέρα από τον ορίζοντα. Δεν θυμάμαι βέβαια την πλοκή του έργου – δεν το διάβασα από τότε – αλλά ήτανε μια μικρή οικογένεια σ’ ένα κτήμα και ήταν ένας από τους γιους που έβλεπε διαρκώς πέρα από τον ορίζοντα.

Αυτό το πέρα απ' τον κλειστό ασφυκτικό ορίζοντατης μεγαλοαστικής Ελλάδας, της μικροαστικής Ελλάδας, του κομμουνιστικού  κινήματος, αυτή η τριπλή ασφυξία, μ’ έκαναν να θέλω να φύγω, όχι από πόθο φυγής αλλά για να ζήσω μ’ έναν άλλο τρόπο ένα όραμα που 'χε πάψει να είναι δογματικά μαρξιστικό, που 'χε πάψει να θέλει να ενσωματωθεί σ' ένα χώρο κι ένα χρόνο συγκεκριμένο, κάτω από την καθοδήγηση ενός κομμουνιστικού κόμματος, μια κίνηση προς τον κόσμο, όχι προς τα έξω, όχι προς την Ευρώπη, αλλά προς τον κόσμο.

Τότε, σε ηλικία είκοσι περίπου χρονών, άρχισα να ξανακαταλαβαίνω πράγματα που 'χα καταλάβει στα δεκατέσσερά μου χρόνια, και που είχα ξεχάσει εν τω μεταξύ: ότι η σκέψη, η δημιουργική σκέψη, η ποιητική σκέψη, ο Ηράκλειτος, ο Χέγκελ, ο Νίτσε, το νεανικό έργο του Μαρξ, ο Φρόυντ, ανοίγουν τα μάτια ενός ανθρώπου, και λέγοντας ανοίγουν τα μάτια εννοώ και τον ψυχισμό του, γιατί δεν σκέφτεται κανείς μόνο με το κεφάλι, για να επιτελέσω ένα έργο φιλοσοφικό που βασικά με ενδιέφερε.

Και έτσι διωγμένος απ' το Κομμουνιστικό Κόμμα,διωγμένος από την επίσημη δεξιά κυβέρνηση, έφυγα για το Παρίσι θέλοντας εκεί να αρχίσω να μπορώ να ξετυλίγω μια καθαυτό φιλοσοφική δουλειά – τότε την ονόμαζα φιλοσοφική, τώρα την ονομάζω, πιο σεμνά, στοχαστική -, που επεξεργάζομαι τώρα και τριανταπέντε χρόνια.

Στην Αθήνα είχα αρχίσει μόνον να σπουδάζωΝομικά, δηλαδή απλώς γράφτηκα στη Νομική Σχολή, και η αντιστασιακή, και μετά συνομωτική, δράση έθεσε ένα τέλος στις αρχινισμένες σπουδές και βασικά διάβαζα για τον εαυτό μου, δηλαδή για τον κόσμο.

Μετά, άμα έφθασα στο Παρίσι, γράφτηκα κανονικά στη Sorbonne σπούδασα φιλοσοφία και έκανα τις δύο διδακτορικές μου διατριβές: τη μία για τον Ηράκλειτο, και την άλλη για τον Μαρξ. Φθάνοντας στο Παρίσι, θα 'λεγα μετά την απογοήτευση της οικογενειακής ζωής, μετά την απογοήτευση της εφηβικής αντιστασιακής ζωής, υπήρξε η απογοήτευση του παρισινού πανεπιστημίου της Sorbonne.

Κυριαρχούσε μια σχολικότητα, μια πανεπιστημιακότητα, ένας ακαδημαϊσμός, που δεν άφηναν να εκδηλωθεί μια βασική σκέψη.  Κατάλαβα πάλι κάτι που είχα αρχίσει να καταλαβαίνω στα δεκατέσσερά μου χρόνια διαβάζοντας Νίτσε: ότι οι μεγάλες σκέψεις είναι κάτι το πάρα πολύ σπάνιο και δεν τρέχουνε ούτε στους δρόμους, ούτε βρίσκονται οργανωμένες από τα κόμματα, ούτε κυριαρχούν στα πανεπιστήμια.

Η μετριότητα είναι φαίνεται το πεπρωμένο της μέσης ανθρώπινης διάνοιας.

Ο Μάιος του ’68 μού θύμισε ορισμένα στοιχεία της Αντίστασης με τον ενθουσιασμό του, με την αμφισβήτηση, αλλά η αμφισβήτηση ήτανε μερική:

τα παιδιά ήθελαν πολύ μερικά αιτήματα, δεν είχανε ολική θέα του όλου θέματος, και επιπλέον δεν φαινόντουσαν να ενδιαφέρονται να κινούνται από μια συνθετική ολική σκέψη, μια ριζική σκέψη, μια σκέψη συνδεμένη με μια ποίηση, και ακόμα περισσότερο από τη γραφτή ή την προφορική ποίηση, με την ποιητικότητα του ίδιου του κόσμου.

Οι τρεις αυτές ανησυχίες, η παιδική, η εφηβική, η σπουδαστική, δεν είναι απλώς ψυχολογικά - ή θα 'λεγα ακόμα και ψυχοπαθολογικά χαρακτηριστικά -, αλλά δείχνουνε πόσο όλοι οι κόσμοι είναι ο κόσμος ο μικρός, είναι οι κόσμοι οι μικροί, και πως σπάνια κατορθώνουμε να υπερβούμε το τείχος του ήχου να ανοιχτούμε στον Κόσμο με κάπα κεφαλαίο.

Από τα δεκατέσσερά μου χρόνια με ενδιέφερε όχι η μέση λογοτεχνία, η μέση ποίηση, η μέση πολιτική, η μέση σκέψη, αλλά οι κορυφές έστω αν και αυτές δεν μπορεί να τις ζει κανείς καθημερινά στη ζωή του και δημιουργούνε μια επώδυνη σχέση με αυτό που λέμε ζωή.

* Αυτοβιογραφικό κείμενο από απομαγνητοφώνησησυνέντευξης, του Κώστα Αξελού (1924-2010) στην εκπομπή της ΕΤ1 Παρασκήνιο (παραγωγή: 1983), δημοσιευμένο στο k-m-autobiographies.blogspot.gr