ενημέρωση 11:01, 3 September, 2026

Ο κ. Ξεφτίλ-Αντώνης

Ο Αντώνης Σ. είναι δισέγγονος της Πηνελόπης Δέλτα. Η Πηνελόπη Δέλτα ήταν μια πολύ μορφωμένη γυναίκα αλλά και ένας πολύ ευαίσθητος άνθρωπος (το πρώτο δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε το δεύτερο). Ο Αντώνης Σ. δεν μας θάμπωσε όλα αυτά τα χρόνια που τα φώτα ήταν στραμμένα επάνω του με την μόρφωσή του και ακόμη λιγότερο θα τον θυμόμαστε για την ευαισθησία του.

Ειδικά τις τελευταίες εβδομάδες με όσα είπε. Θα μπορούσε, όμως, τώρα τουλάχιστον, να αφήσει μια πιο αξιοπρεπή εντύπωση αλλά εκείνος το έβαλε στα πόδια μπροστά στους έως την προηγούμενη ημέρα εκλογικούς του αντιπάλους και αρνήθηκε να παραδώσει αυτοπροσώπως στον επόμενο πρωθυπουργό. Ελπίζω τουλάχιστον να μην θελήσει να μας θυμίζει και στη συνέχεια ποιας λαμπρής Ελληνίδας είναι απόγονος. Αν έχει καταλάβει βέβαια ποια απόσταση τους χωρίζει.

Πηγή:protagon

«Sunday, Bloody Sunday», 42 χρόνια μετά

 
 

Σαν σήμερα, πριν από 42 χρόνια, τη «Ματωμένη Κυριακή», τα τραγικά γεγονότα στο Ντέρρυ της Β. Ιρλανδίας θα σημαδέψουν με χρώμα κόκκινο την ιστορία της.

Φοιτητές, εργάτες και οργανώσεις είχαν συγκροτήσει την Ένωση, η οποία κυρίως υποστήριζε την ισοτιμία όλων των πολιτών, την απόσυρση των νόμων που επέβαλλαν διακρίσεις, τη δίκαιη λύση των στεγαστικών ζητημάτων και διανομή των αγροτικών εκτάσεων, τη διάλυση της Βασιλικής Προτεσταντικής Αστυνομίας και την κατάργηση του άρθρου πέντε, το οποίο προέβλεπε κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης.

Το πρώτο Τάγμα του Συντάγματος Αλεξιπτωτιστώναναλαμβάνει την επιτήρηση της πορείας υπό την επίβλεψη του συνταγματάρχη Ντέρεκ Ουίλφορντ και του υποδιοικητή Μάικ Τζάκσον. Δέκα χιλιάδες άτομα βρίσκονται στους δρόμους σε μία διαδήλωση, που αρχικά εξελίσσεται ήρεμα. Οι διαδηλωτές πλησιάζουν τα οδοφράγματα και οι δυνάμεις καταστολής τους καταδιώκουν. Παράλληλα, πραγματοποιούνται συλλήψεις.

Σε λίγο ακούγονται οι πρώτοι πυροβολισμοί και επικρατεί πανικός. Τραγικός απολογισμός εκείνης της Κυριακής, 26 τραυματίες και 13 νεκροί, εφτά από τους οποίους ανήλικοι 17χρονοι. Στον κατάλογο των νεκρών θα προστεθεί ακόμα ένας, που ξεψυχά τέσσερις μήνες μετά τα πυρά που δέχτηκε. Από μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων και δημοσιογράφων επιβεβαιώνεται το αυτονόητο, ότι όλοι όσοι πυροβολήθηκαν ήταν άοπλοι.

Στις 15 Ιουνίου 2010, μετά από 38 χρόνια, δόθηκε στη δημοσιότητα το επίσημο πόρισμα για τα γεγονότα της «Ματωμένης Κυριακής». Η έκθεση ανέφερε πως κανένα από τα θύματα δεν είχε την παραμικρή ευθύνη για τα γεγονότα που χαρακτηρίστηκαν «αδικαιολόγητα». Παράλληλα, ο πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον ζήτησε και επίσημα συγνώμη για το γεγονός.

Η «Ματωμένη Κυριακή» έγινε πηγή έμπνευσης για καλλιτέχνες και συγκροτήματα. Οι U2 γράφουν το 1983 το τραγούδι διαμαρτυρίας «Sunday, Bloody Sunday», ο Τζων Λένον το «The Luck of the Irish» και ο Πώλ Μακάρτνεϋ το single «Give Ireland Back to the Irish». Επίσης γυρίστηκαν δύο ταινίες για τα γεγονότα, τα «Bloody Sunday» και «Sunday».

30 Ιανουαρίου 1933: Η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία

 
 

«Ο φασισμός είναι η ρατσιστική εκκαθάριση από τα μη άρια στοιχεία, είναι οι ακραίες εκμεταλλευτικές σχέσεις, ο επιθετικός εθνικισμός, η κρατολατρεία, η ιδεολογική χειραγώγηση των μαζών, ο ακραίος αντικομμουνισμός…»(Άγγελος Ελεφάντης, ΑΥΓΗ 15/5/2005)

Στις 30 Ιανουαρίου 1933 γραφόταν μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες στην ιστορία της Ευρώπης και του κόσμου, με την ανάδειξη ως καγκελάριου της Γερμανίας του αρχηγού των Eθνικοσοσιαλιστών Αδόλφου Χίτλερ.

Στις 28 Ιανουαρίου 1933 είχε παραιτηθεί η κυβέρνηση Σλάϊχερ, αφού απορρίφθηκε το αίτημά του για τη διάλυση της Βουλής από τον Πρόεδρο Χίντεμπουργκ.
 
Η οξύτατη πολιτική κρίση ώθησε το οικονομικοπολιτικό κατεστημένο στην επιλογή του Χίτλερ για την ανάληψη της πρωθυπουργίας, με την σύμπραξη των Πάπεν και Χούγκενμπεργκ, ηγετών των άλλων δύο εθνικιστικών κομμάτων.
 
Η εξέλιξη αυτή αποτέλεσε την απαρχή πολλών δεινών για τους λαούς της Ευρώπης και για τον λαό της Γερμανίας, γενικότερα για όλη την ανθρωπότητα.
 
Από τη θέση του αρχηγού του Γ΄ Ράϊχ, ο Χίτλεροικοδόμησε ένα καθαρά φασιστικό καθεστώς τρόμου και βίας στο όνομα της ανωτερότητας της αρίας φυλής.
 
Εδραίωσε την εξουσία του μετά τις εκλογές της 5ηςΜαρτίου 1933, όταν απέκτησε ισχυρή πλειοψηφία, αφού με κύμα διώξεων είχε καταφέρει να περιορίσει τη δράση και να μειώσει τη δύναμη των σοσιαλδημοκρατών και του Κ.Κ. (που ήταν τότε ανερχόμενη δύναμη), φυλακίζοντας πολλά στελέχη του με πρώτον το ΓΓ του κόμματος, Ερνστ Τέλμαν.
 
Στις 23 Μαρτίου ανέλαβε και επίσημα δικτατορική εξουσία. Το έδαφος είχε προετοιμαστεί ποικιλοτρόπως, κυρίως με την μεγάλη προβοκάτσια του εμπρησμού του Ράϊχσταγ, τη νύχτα της 27ης προς 28η Φεβρουαρίου 1933, όταν  έπιασε φωτιά η αίθουσα συνεδριάσεων και ο θόλος της έδρας του Γερμανικού Κοινοβουλίου.
 
Με αφορμή τον εμπρησμό αυτό, εξαπολύθηκε πογκρόμ εναντίον των αριστερών κάθε απόχρωσης, ιδιαίτερα εναντίον του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας. Το καθεστώς οργάνωσε αντικομμουνιστική εκστρατεία, διαδίδοντας παντού την κατηγορία «οι κομμουνιστές έκαψαν το Ράϊχσταγ».
 
Έτσι στήθηκε η σκευωρία για τη δίκη στη Λειψία των Δημητρόφ, Τόγκλερ (επικεφαλής της ΚΟ του ΚΚΓ), Ποπόφ και Τάνεφ.
 
Υπήρξε όμως αντίσταση. Τα χιτλερικά εγκλήματα και η σκηνοθετημένη δίκη της Λειψίας κινητοποίησαν αριστερούς και δημοκρατικούς ανθρώπους παγκοσμίως.  Μια από τις μορφές δράσης ήταν η οργάνωση αντι-δίκης στο Λονδίνο (άρχισε στις 14/9/1933) από διεθνή επιτροπή προσωπικοτήτων, για την καταδίκη του φασισμού και των εγκλημάτων του. Στην επιτροπή, υπό την προεδρία του Βρετανού Λόρδου Μάρλεϋ, συμμετείχε ο Αϊνστάϊν και άλλοι κορυφαίοι επιστήμονες και διανοούμενοι.
 
Το κατηγορώ του Νίκου Καρβούνη
 
Τα πρακτικά της αντι-δίκης εκδόθηκαν σε βιβλίο, που κυκλοφόρησε διεθνώς σε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα, με τίτλο «Καστανή Βίβλος». Το μετέφρασε στα ελληνικά και το προλόγισε ο λογοτέχνης  και δημοσιογράφος Νίκος Καρβούνης (εκ των οργανωτών της πανελλαδικής αντιφασιστικής συνδιάσκεψης, 8 Ιουνίου 1933), ο οποίος παραπέμφθηκε σε δίκη από την τότε κυβέρνηση Τσαλδάρη με την κατηγορία της εξύβρισης εκπροσώπων ξένης χώρας, δηλαδή των Χίτλερ, Γκαίριγκ, Γκέμπελς και άλλων αξιωματούχων του Γ΄ Ράϊχ.
 
Στην απολογία του ο Ν. Καρβούνης (έγραψε αργότερα το τραγούδι του ΕΑΜ «Στ΄άρματα, στ΄άρματα») υπήρξε καταπέλτης κατά του φασισμού, λέγοντας:
 
«Μόλις επικράτησε στη Γερμανία ο χιτλερισμός –όλοι ξέρουμε πως– ξαπολύθηκε σ΄εκείνη τη μεγάλη χώρα η τρομοκρατία ενός καινούριου μεσαίωνα. Όλες οι ελευθερίες καταργήθηκαν, εποδοπατήθηκε κάθε ανθρωπισμός. Τα δικαιώματα των εργαζομένων εκουρελιάστηκαν, μυριάδες εργάτες και ελεύθεροι διανοούμενοι κλείστηκαν στα «στρατόπεδα συγκεντρώσεως», η δολοφονία γένηκε ο νέος νόμος. Ανακαλύφθηκε η παράξενη θεωρία της Αρίας φυλής». 
 
Στις 22/12/1933 η αντικομμουνιστική σκευωρία του εμπρησμού του Ραιχσταγκ κατέρρευσε με την αθώωση των Δημητρόφ, Ποπόφ, Τάνεφ και Τόγκλερ.
 
«Ο προκλητικός εμπρησμός του Ράϊχσταγκ εκ μέρους των φασιστών- έγραψε ο Γκ. Δημητρώφ στο πρώτο άρθρο του μετά την απελευθέρωση του ιδίου και των συντρόφων του-  ήταν ο πρόλογος για απειράριθμες κτηνωδίες, για τις αιματηρές μάχες του Μάρτη του 1933 στη Γερμανία που ξεσήκωσαν ολόκληρη την εργαζόμενη ανθρωπότητα ενάντια στην φασιστική διχτατορία.

Ο φασισμός- συνέχιζε ο Δημητρώφ- και ειδικά ο γερμανικός «κλασικός» είναι ένας αχαλίνωτος επιθετικός εθνικισμός και σωβινισμός. Η σημαία του σημαίνει πόλεμο» (ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 11/3/1934).
 
Η ολέθρια για την Ευρώπη και την ανθρωπότητα γιγάντωση του τέρατος του ναζισμού , χέρι χέρι με τον μιλιταρισμό, κορυφώθηκε με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον πιο καταστροφικό πόλεμο στην ιστορία της ανθρωπότητας, που η λήξη του επιτεύχθηκε με την αντιφασιστική νίκη των κινημάτων αντίστασης (με το ελληνικό ένα από τα μαζικότερα και ηρωικότερα) και της Αντιχιτλερικής Συμμαχίας στις 9 Μαΐου 1945, όταν ο Κόκκινος Στρατός ύψωσε την σοβιετική σημαία στο Ραιχσταγ.
 
Μετά την αντιφασιστική νίκη αντήχησε σε όλη την Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο το σύνθημα ΠΟΤΕ ΠΙΑ ΠΟΛΕΜΟΣ, ΠΟΤΕ ΠΙΑ ΦΑΣΙΣΜΟΣ.
 
Ο επίλογος της χιτλεροφασιστικής θηριωδίας γράφτηκε με τη δίκη της Νυρεμβέργης, της οποίας η εναρκτήρια συνεδρίαση έγινε στις 18/10/1945 στο Βερολίνο υπό την προεδρία του σοβιετικού δικαστή Ιόλα Νικιτσένκο.
 
Στην ιστορική εκείνη δίκη μνημειώδης υπήρξε η εναρκτήρια ομιλία του Αμερικανού κατήγορου Ρόμπερτ Τζάκσον:
 
«Τα εγκλήματα που θα δικάσουμε –ειχε πει ο Ρ.Τζάκσον- και θα τιμωρήσουμε έχουν γίνει με τέτοιο απάνθρωπο τρόπο και με τέτοια καταστροφική μανία, που εάν περάσουν απαρατήρητα και εάν μείνουν ατιμώρητα, η ανθρωπότητα κινδυνεύει να ζήσει πολύ σύντομα χειρότερες καταστροφές.»
 
Τα λόγια αυτά ηχούν εξαιρετικά επίκαιρα και σήμερα.

Πηγή:tvxs

Το πάθος του Βίνσεντ βαν Γκογκ

Ενα ευσύνοπτο, ρεαλιστικό και ανθρώπινο πορτρέτο της ζωής του ολλανδού μετα-ιμπρεσιονιστή κυκλοφορεί στα αγγλικά
 
Το πάθος του Βίνσεντ βαν Γκογκ
Αυτοπροσωπογραφία του Βίνσεντ βαν Γκογκ
 
Το εξώφυλλο του βιβλίου για τη ζωή του Βίνσεντ βαν Γκογκ

Η εκκοσμικευμένη κοινωνία θέλει και αυτή τους αγίους της, ιδεολόγους, εφευρέτες, καλλιτέχνες αποκλειστικά αφοσιωμένους στο έργο τους, έναν Μαχάτμα Γκάντι, έναν Στιβ Τζομπς, ένανΒίνσεντ βαν Γκογκ. «Παράφρων» για την εποχή του, επιληπτικός, ίσως, πάσχων από διπολική διαταραχή, ενδεχομένως, βασανισμένη ψυχή οπωσδήποτε, ο ολλανδός ζωγράφος αποτελεί πλέον, εκτός από αγαπημένη περίπτωση άσκησης ιστορικής διάγνωσης διάφορων ιατρικών ειδικοτήτων, κατ' εξοχήν ρομαντική φιγούρα του μοντερνισμού. Ενας κατά βάση παραγνωρισμένος στον καιρό του καλλιτέχνης, πεπεισμένος για την αξία του και αποφασισμένος να την καταστήσει γνωστή, κέρδισε μεταθανάτια τη φήμη που επεδίωκε τόσο εξαιτίας του ιδιοσυγκρασιακού του έργου όσο και λόγω της αυτοκαταστροφικής του προσωπικότητας.

Αυτό είναι το γενικό πλαίσιο στο οποίο τοποθετείται ο Βαν Γκογκ από τον Τζούλιαν Μπελ. Ζωγράφος ο ίδιος, ο Μπελ κατορθώνει στη βιογραφία που μόλις κυκλοφόρησε με τίτλο «Van Gogh: A Power Seething» (εκδόσεις New Harvest, 18 ευρώ) να δημιουργήσει μέσα σε μόλις 163 σελίδες ένα πυκνό και ιδιαίτερα προσωπικό πορτρέτο ως εναλλακτική προσέγγιση στην εξαντλητική δουλειά των Στίβεν Νέιφε και Τζορτζ Γουάιτ Σμιθ («Van Gogh. The Life», εκδόσεις Random House) από το 2011. Χωρίς να υποπίπτει σε μελοδραματισμούς, αφηγείται την τεθλασμένη επαγγελματική πορεία του νεαρού Ολλανδού (υπάλληλος σε οίκο εμπορίας έργων τέχνης, επίδοξος προτεστάντης πάστορας, άνεργος, μαθητευόμενος ζωγράφος), τη ροπή του στις δραματικές χειρονομίες (όταν η εξαδέλφη του απέρριψε την ερωτική του εξομολόγηση επιχείρησε να κάψει το χέρι του με μια λάμπα πετρελαίου), την οικονομική αφαίμαξη του αδελφού του, τις πρώτες απόπειρές του στον νατουραλισμό, τη μετάβαση στο Παρίσι και την επαφή με τον κύκλο των Τουλούζ-Λοτρέκ και Πολ Σινιάκ. Το 1887 ο Μπελ βλέπει στο έργο του «πανταχού παρούσες εκλάμψεις ηλεκτρισμού μέσα από την εμφατική πολυρρυθμική χρήση των σκιών που αποτελούσε αποκλειστικά δικό του χαρακτηριστικό».
 
Γράφοντας στη «New York Review of Books» ο Μάικλ Κίμελμαν διακρίνει ιδιαίτερα το τελευταίο μέρος του βιβλίου, το σχετικό με τη ζωή του ζωγράφου στη γαλλική επαρχία, ως «ανθρώπινο και εύγλωττο». Η Αρλ για τον Μπελ αποδεικνύεται ένας τόπος χρωματικής (και άλλης) υπερβολής: η παλέτα του τοπίου τον οδηγεί στην ολοκλήρωση του ύφους του, η φαντασίωση της διαμόρφωσης ενός καλλιτεχνικού κοινοβίου με τον επισκέπτη του, Γκογκέν, καταλήγει στη σύγκρουση των δύο και στο περίφημο επεισόδιο με τον αυτοακρωτηριασμό του Βαν Γκογκ. Εκδήλωση ψύχωσης, το κομμένο αφτί του ζωγράφου δεν αποτελεί για τον Μπελ σύμβολο επήρειας της διανοητικής αστάθειας στην τέχνη. Θεωρεί ότι, αντίθετα, αυτή λειτουργούσε ως παράγοντας ανάκτησης ισορροπίας στα διαλείμματα της ασθένειας. Οσο για τον αινιγματικό του θάνατο, δεν έχει να προτείνει μια νέα εκδοχή πέραν εκείνης της αυτοκτονίας. Αναχωρώντας από τη ζωή το 1890, σε ηλικία 37 ετών, ο Βαν Γκογκ θα εξελισσόταν έναν αιώνα αργότερα στον καλλιτέχνη του οποίου οι πίνακες θα πωλούνταν σε τιμές δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων συναγωνιζόμενοι εκείνους του Πικάσο, ενώ έργα όπως η «Εναστρη νύχτα» θα αποκτούσαν διαστάσεις ποπ φαινομένου αποτυπωμένα σε μπλουζάκια, αφίσες και κούπες.

 

  • Κατηγορία ART-DISING
  • 0