ενημέρωση 7:14, 23 August, 2026

Τα bullets και τα βλήματα

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Τα όρια του κόσμου μας είναι τα όρια της γλώσσας μας, έλεγε ακριβολογώντας ο Ludwig Wittgenstein. Ε, λοιπόν, φαίνεται πως τα όρια αυτά έχουν δραματικά στενέψει και η έκταση του κόσμου έχει επικίνδυνα περιοριστεί στη χώρα μας.

Μετά τις ανακοινώσεις Σαμαρά για το δήθεν «άλμα» της ανταγωνιστικότητας, το μαγικό «πρόγραμμα» Τσίπρα, αλλά και άλλες «προτάσεις» και απόψεις που πέφτουν τελευταία σωρηδόν από όλες τις πλευρές, διαπιστώνει κανείς με απελπισία πως είναι αδύνατο να αντιμετωπιστεί ο χείμαρρος της ανοησίας αναλύοντας κάθε μπαρούφα χωριστά.

Οι μπούρδες παράγονται με ρυθμό καταιγιστικό, ενώ η εξουδετέρωσή τους απαιτεί σοβαρή δουλειά, χρόνο και τεκμηρίωση για κάθε μια από αυτές. Μάταιη προσπάθεια. Σαν μερικοί αλλοπαρμένοι πυροτεχνουργοί να προσπαθούσαν να εξουδετερώσουν το χαλάζι από βόμβες που έριχναν τα σμήνη των αεροπλάνων στη Δρέσδη.

Φρασούλες ημιτελείς και άκοπες, που παράγονται κατά χιλιάδες, κατά εκατομμύρια, και από υποτιθέμενα σοβαρούς ανθρώπους, κομματικά προγράμματα, ανακοινώσεις, απόψεις, «προτάσεις» για κάθε θέμα. Ιδέες χωρίς ιδρώτα, χωρίς ρίζες. Λέξεις, λίθοι, πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα, που επιχειρούν να στηρίξουν τιτάνια συμπεράσματα, ουρανοξύστες επιστημοσύνης.

Αυτή η γενικευμένη επιστημονικοφανής γνωμολογία κατά ριπάς, έχει γίνει κάτι σαν μια ακατάσχετη καθολική ασθένεια. Πρόκειται για μια πανδημία από μπούλετ, που επιχειρούν να συνοψίσουν το κατακερματισμένο, το δίχως ειρμό. Προγράμματα κομμάτων και σχέδια για το μέλλον σαν μοναχικά powerpoint, κρεμασμένα στο κενό, δίχως το κείμενο και την τεκμηρίωση που δικαιολογεί την ύπαρξή τους. Αυτό που υποτίθεται πως είναι εκεί για να συνοψίσουν. Γνώμες επί παντός του επιστητού. Που δεν ζητήθηκαν ποτέ. Μοναχικές φράσεις και ενδελεχείς παρεμβάσεις του κάθε ενός, δημοσιογράφων, πολιτικών, πανεπιστημιακών, μαγείρων, τραγουδιστών, καθαριστριών, άσχετων για κάθε τι, ορατό και αόρατο. Συμπεράσματα που μοιάζουν με αποφάνσεις χωρίς προκείμενες.

Το πιο ανησυχητικό είναι πως όλα τούτα δεν προέρχονται πλέον μόνο από ανθρώπους του γλωσσικού θορύβου, από τους μπουλετάδες της κακιάς ώρας. Είναι από περιοχές πέρα από το αναμενόμενο. Έχουν παρεισφρήσει παντού. Είναι ανάμεσά μας.

Όλοι μιλούν για τα πάντα. Ανεξάρτητα από τη γνωστική τους υποδομή, από τη διαδρομή, από διαδικασίες ελέγχου και επικύρωσης, από το ειδικό τους βάρος, πετούν τα μπούλετ τους σαν σφαίρες σε όλα τα δημόσια fora, σε κάθε βήμα. Το ψαγμένο αναμιγνύεται με το αβαθές, το σοβαρό με το φαιδρό , η επιστήμη και η πολιτική με το καφενείο. Όλα ένας συγκινησιακός χυλός.

Πώς μιλούσαν παλιά για τους σεισμούς προσπαθώντας να ξορκίσουν τον αρχέγονο φόβο του ανθρώπου μπροστά στην απρόβλεπτη ισχύ της φύσης, με την ψευτοεπιστημοσύνη του καφενείου; Οι μισοί Έλληνες Βαρώτσοι κι οι άλλοι μισοί Παπαζάχοι, που μετρούσαν τα ρίχτερ στα καφενεία με το κομπολόι των ύπουλων πρόδρομων ραδιοσημάτων;

Τώρα όλοι ομιλούν για τους οικονομικούς πολλαπλασιαστές, τους δείκτες, την αρχαιολογία, τα hedge funds, τις χρονολογήσεις, τη φιλοσοφία, τις θέσεις στην ανταγωνιστικότητα, το έλλειμμα και τα «πρωτογενή», την οικονομική ισορροπία, τους οικονομικούς κύκλους, την έρευνα, τον τρόπο λειτουργίας του σχολείου, των πανεπιστημίων. Είναι τόσο μεγάλη μάλιστα η σύγχυση, που μες στην υστερική χαρά τους καμιά φορά ανακατεύουν και τους όρους. Χρονολογούν τα ελλείμματα, κάνουν ωρολόγιο πρόγραμμα στις ανασκαφές, χοροπηδούν πάνω από 111 θέσεις ανταγωνιστικότητας (!) σε 144 χώρες και άλλοι το αναπαράγουν μαζικά δίχως να αναρωτηθούν τίποτα, αν κάτι ακούγεται στραβά, αν στέκει η πληροφορία, αν έχει κάποιον μέγα-λάκκο η φάβα. Πετύχαμε το άλμα γιατί, λένε οι σύμβουλοι του πρωθυπουργού, μπορείς ν’ ανοίξεις εύκολα μιαν επιχείρηση στη χώρα μας πλέον.

Μα βέβαια. Δεν είναι όμως εύκολο να την λειτουργήσεις ή να την κλείσεις, παραμένοντας όμηρος του εφόρου, του ΟΑΕΕ, της ανάπηρης δικαιοσύνης, της μίζας, των αδειοδοτήσεων, των διοδίων, των κλειστών δρόμων, της πιστωτικής ασφυξίας, του υπουργού οικονομικών, και πάει λέγοντας. 
Στην πραγματικότητα η χώρα μας βρίσκεται μακριά από τις ανεπτυγμένες χώρες, στην 81η θέση στη γενική κατάταξη στον παγκόσμιο δείκτη ανταγωνιστικότητας του World Economic Forum, 45 θέσεις μετά την Πορτογαλία, σημειώνοντας μια πρόοδο σε σχέση με το περασμένο έτος σε ορισμένους υποδείκτες.

Βρίσκεται σχετικά εγγύτερα στις ανεπτυγμένες χώρες, όσoν αφορά τις υποδομές (36η θέση), την υγεία και την πρωτοβάθμια εκπαίδευση (41η), με αρκετές αντιφάσεις βέβαια.

Σέρνεται όμως πίσω στις τελευταίες θέσεις, κατεβαίνοντας στην γενική κατάταξη, από τους απελπιστικούς δείκτες στην ανάπτυξη των χρηματαγορών και την πρόσβαση σε κεφάλαια (130η στις 144 χώρες του πλανήτη), την αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς εργασίας όπου κυριαρχεί ο αποκλεισμός των νεοεισερχόμενων (118η), στην καινοτομία (80η), στη λειτουργία των αγορών (85η). Και κυρίως στους θεσμούς: 85η. Με τους υποδείκτες αυτού του τελευταίου που μας χαρίζουν την τιμητική θέση ανάμεσα στους ουραγούς του πλανήτη. 90η στη διαφθορά, 106η στην εμπιστοσύνη στους πολιτικούς, 114η στις παράνομες πληρωμές και μίζες στην εφορία, 109η στην ευνοιοκρατία στις κυβερνητικές αποφάσεις, 129η (!) στην αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης, 136η (!!) στο βάρος της υπερρύθμισης των πάντων (δηλαδή τελικά του τίποτε), 120η στη διαφάνεια της χάραξης κυβερνητικής πολιτικής, 99η στην επιχειρηματική ηθική, 124η στην αποτελεσματικότητα των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών της.

Αυτές οι δυο τελευταίες «επιχειρηματικές επιτυχίες» υποκρύπτουν και τις «αρπαχτές» των εργοδοτών εκείνων που, μολυσμένοι από τον ίδιο ιό, χειρίζονται τις επιχειρήσεις τους σαν οικογενειακά μπακάλικα του 19ου αιώνα και συμπεριφέρονται στους εργαζόμενους όχι μόνο πέρα από τους έτσι κι αλλιώς διαβλητούς και ανεφάρμοστους νόμους και κανόνες, αλλά πέρα και από τους όρους επιβίωσης και αξιοπρέπειας. Δωδεκάωρα απλήρωτα, ρεπό που δεν υπάρχουν, αυταρχική συμπεριφορά, ανύπαρκτη σύγχρονη εταιρική κουλτούρα στο οικογενειακό μαγαζί.

Πώς λέγανε παλιά οι γιαγιάδες από εύπορες αγροτικές οικογένειες, «είχαμε τους καιρούς εκείνους και καμιά δεκαριά δούλους στο κτήμα, που τους φροντίζαμε, τους δίναμε κι ένα κομμάτι φαΐ». Κι όλοι τούτοι οι νέοι «δούλοι», απελπισμένοι και δημιουργικοί, δίχως χρόνο να σκεφτούν, χωρίς προοπτική, ταπεινωμένοι από τη ζωή, οδηγούνται κατευθείαν στη συνολική άρνηση, στον καθολικό παραλογισμό. Κουρασμένοι, αδύναμοι, θυμωμένοι με τα αφεντικά-φεουδάρχες, καταλήγουν στην πεποίθηση πως δεν έχουν τίποτε παραπάνω να χάσουν, στο εκτονωτικό θερμοκήπιο των μεταφυσικών ψευτοαριστερόστροφων μπούλετ και των απλοϊκών ακροδεξιών τσιτάτων του μίσους.

Ας επιστρέψουμε όμως στην ανταγωνιστικότητα. Δραματικές αντιφάσεις διαπιστώνει κανείς στους δείκτες της ανώτερης και ανώτατης εκπαίδευσης που μοιάζουν εγγύτεροι στις ανεπτυγμένες χώρες, στην 39η θέση. Όμως όχι. Πάλι οφθαλμαπάτη. Αν σηκώσεις το χαλί και δεις από κάτω, από τι συνίσταται ο δείκτης, πώς προκύπτει το 39 τούτο, ξεπετιέται το απίστευτο: 1η (!!!) είναι η χώρα στην ποσότητα της εκπαίδευσης και ειδικά στην τριτοβάθμια. Όμως είναι 111η στην ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος, 89η στη διοίκηση των σχολείων, 101η στην επαγγελματική κατάρτιση, 119η στην εκπαίδευση του προσωπικού. (βλέπε World Economic Forum Global Competitiveness Index2014-2015).

Έτσι λοιπόν καλή ώρα παντού, οι φλύαροι άνθρωποί μας, πανεπιστήμονες, δημοσιολογούντες, δημοσιογράφοι, σχολιαστές, για να στηρίξουν τις μπουλεταρισμένες τους ανοσιότητες, αναφέρονται ευθαρσώς με ύφος καρδιναλίων και πατριαρχών σε ανθρώπους το ειδικό βάρος των οποίων αγνοούν, σε δεδομένα που μισοξέρουν, σε αποσπάσματα και στοιχεία οικονομικά, επιστημονικά, περιβαλλοντικά, τεχνολογικά, που αδυνατούν να ελέγξουν. Συγχέουν (ανάλογα με τα κολλήματα του καθενός και το κοινό του) τον Κέυνς με τον Μαρξ, τον Ιερό Αυγουστίνο με τον Αυγουστίνο Καντιώτη, τους εφοριακούς με τους αρχαιολόγους.

Στην πόλη μας τα πράγματα αδιάφορα, μια από τα ίδια. Όλα δείχνουν ότι η νέα διοίκηση βαδίζει στα χνάρια της παλιάς. Κάναμε και οι Κηφισιώτες την επανάστασή μας, είπαμε να αλλάξουμε λίγο, όχι πολύ τα πράγματα, αλλά ξανά στον ίδιο κουβά. Το μόνο που άλλαξε φοβάμαι είναι μόνο τα πρόσωπα

«Όπως όλοι οι Εσκιμώοι αλιείς, όλοι οι Άραβες ιππείς, και όλοι οι αρχαίοι Πάρθοι τοξόται, ούτως και όλοι οι σημερινοί Έλληνες είναι πολιτευταί, όλοι ψηφοθήραι, όλοι κομματάρχαι και εκ τούτου και κάπως ρήτορες εξ ανάγκης!» έλεγε ενάμιση αιώνα πριν ο Εμμανουήλ Ροΐδης. Τούτη σήμερα φαντάζει η καλή εκδοχή. Δυστυχώς έχω την εντύπωση πως η σύγχυση στη σημερινή Ελλάδα είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που περιέγραφε ο μεγάλος κοσμοπολίτης Έλληνας συγγραφέας.

Καθώς και πάλι δεν βγαίνουν τα νούμερα, μετά από τέσσερα χρόνια ψυχοδράματος (κάθε μέρα πεθαίνουμε και δεν πεθαίνουμε) η απελπισία θέριεψε πλέον σε μπουλετικό φαντασιακό παροξυσμό σε κάθε χώρο. Λογικό και παράλογο, παλαιοκομματικό και μοντέρνο, ακραίο και μη. Όλα μοιάζουν να ’χουν γίνει ένα.

Αν το δει κανείς από ψυχολογική άποψη, οι πολιτικοί, οι επιστήμονες, οι απλοί πολίτες, ακόμη και οι σοβαρότερα σκεπτόμενοι ανάμεσά τους, χτίσαμε έναν θολό γυάλινο πύργο από μπούλετ, ένα φαιδρό νοητικό καταφύγιο και κλειστήκαμε μέσα. Κι αμολούμε τις φανφαροφρασούλες από τα παράθυρα, από τα ψηφιακά λαγούμια, κι αυτές απλώνονται και μολύνουν τα πάντα. Με το που σκάνε κάπου, με το που έρχονται σε επαφή με μια ζωντανή συνείδηση, εκκολάπτονται εντός της και τη μεταμορφώνουν σε μιντιακό-εκβιαστικό θέαμα, σε ψηφιακό καφενείο, μέχρι που να την ακυρώσουν τελείως. Ίσαμε να εξουδετερώσουν τον ξενιστή για ν’ απλωθούν από τη φυσική τους κρύπτη, ανούσια κείμενα και λόγια, που μετατρέπονται σε γλωσσικά ζόμπι, και να μεταδοθούν ακαριαία σε νέα μυαλά, σε νέες συνειδήσεις. Κι όποιος κάνει περισσότερο θόρυβο, αντί για ένα ευγενικό ή λιγότερο ευγενικό «σώπα!» περιμένει τη «δίκαιη ανταμοιβή». Που έρχεται πάντα, σε χρήμα, σε ψήφους, σε θέσεις. Αυτός είναι ο μηχανισμός αναπαραγωγής του ιού. Εκεί βρίσκεται η πρωτεΐνη υποδοχής του. Η χώρα έχει ήδη προσβληθεί από τον θανατηφόρο ιό των έωλων μπούλετ, από τον έμπολα της ατάκας, που προκαλεί την ακατάσχετη αιμορραγία της επίπονης γνώσης και λογικής.

Σε όποιον γνωρίζει να διαβάζει τους αριθμούς είναι προφανές ότι όπως το 2009 έτσι και σήμερα πορευόμαστε εκτός ελέγχου. Αλλά τούτη τη φορά τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα: οι εξαγωγές μειώνονται συνεχόμενα από χρόνο σε χρόνο παραδόξως, παρά τις μειώσεις των αμοιβών των εργαζομένων κατά 30% περίπου, η ανταγωνιστικότητα στα κρίσιμα πεδία δεν έχει ανακτηθεί, αλλά έχει υποχωρήσει. Το μακροοικονομικό περιβάλλον και το τραπεζικό σύστημα είναι περισσότερο επισφαλές, πρόσβαση σε κεφάλαια δεν υπάρχει, επενδύουμε λιγότερο κι από τις αποσβέσεις ακόμη, σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα, δηλαδή από το απαραίτητο για να ανανεωθούν στο επίπεδο που βρίσκονται οι υφιστάμενες υποδομές δημοσίου και επιχειρήσεων. Επομένως αποεπενδύουμε, δηλαδή μετατοπιζόμαστε προς την υπανάπτυξη ταχέως, ενώ οι άλλοι προχωρούν μπροστά.

Εκτός από τις «έτοιμες» υποδομές, δημόσιες και ιδιωτικές, που αναλώνουμε για να συνεχίσουμε να καταναλώνουμε, στερεύουν και τα «έτοιμα» των αποταμιεύσεων των πολιτών. Κατάσχονται σταδιακά από το κράτος μέσω της υπερφορολόγησης επί μη εισοδημάτων. Το πιο ανησυχητικό από όλα όμως: η χώρα σταδιακά ερημώνει. Έχασε το 10% του παραγωγικού δυναμικού της, το πιο παραγωγικό μάλιστα, σε λίγα χρόνια χρόνια, 300 με 400 χιλιάδες Έλληνες και αλλοδαπούς κατοίκους της που την εγκατέλειψαν για ν’ αναζητήσουν αλλού την τύχη τους. Κι άλλα δυο εκατομμύρια, το 30% του παραγωγικού πληθυσμού, το 70% των νεώτερων, των πιο δημιουργικών, δεν μπορεί να βρει κάτι να κάνει για να παράγει κάτι τις παγιδευμένο στη μαζική ανεργία.

Δίπλα μας μαίνονται τρεις μεγάλοι πόλεμοι: στην Ουκρανία, στο Ιράκ, στη Συρία. Νέες πηγές αστάθειας εμφανίζονται ενώ ακραίες, συντηρητικές, οπισθοδρομικές και νέο-αυταρχικές εξουσίες κυριαρχούν σε σημαντικές χώρες όχι μακριά από τη γειτονιά μας. Και οι ίδιες απόψεις και τάσεις επικρατούν σταδιακά μέσα στο σπίτι μας. Δεν «εκφράζονται» πλέον πολιτικά στο περιθώριο του καθεστώτος. Είναι το καθεστώς. Επιβάλλουν την ατζέντα, ρυθμίζουν τις προτεραιότητες, αποκλείουν θέματα και ανθρώπους από τις συζητήσεις. Πλείστα τα παραδείγματα. Από την απαίτηση για ίδια αστικά δικαιώματα για όλα τα ζευγάρια ανεξαρτήτως φύλου ως την κατάργηση των δημόσιων και ιδιωτικών ολιγοπωλίων και των προσόδων και το άνοιγμα των αγορών κάθε είδους (εργασίας, αδειών, επιχειρήσεων) στους «απέξω». Σε όσους δεν είχαν άκρες για να βρεθούν «μέσα», γιατί δεν λειτουργούν με τους όρους του συστήματος.

Οτιδήποτε απειλεί το μεσαιωνικό οικοδόμημα αποτάσσεται μετά βδελυγμίας ή έστω με κάποια λόγια συμπάθειας και καταδικάζεται στη λήθη: «Άστο γι’ αργότερα». Έτσι απλά! Άκρα του τάφου σιωπή κι ένα εικονικό παραλήρημα παραδίπλα.

Τούτες τις νέο-αυταρχικές και βαθειά οπισθοδρομικές τάσεις τις προσκυνούν οι περισσότεροι. Ακόμη και αυτοί που επιφανειακά ισχυρίζονται πως τις «πολεμούν λυσσαλέα», τις ασπάζονται στα μουλωχτά στην πολιτική τους ατζέντα μαζί με τα λείψανα και τις εικόνες, όλων των ειδών.

Κι όμως, κανείς συναγερμός δεν ηχεί. Καμιά σειρήνα δεν χτυπά. Κανείς δεν προτείνει ένα παραγωγικό μοντέλο βιώσιμο, από τι θέλουν να ζει η προικισμένη κι άμοιρη τούτη χώρα σε πέντε χρόνια από σήμερα. Όχι από τα πετρέλαια του τεμπέλη, τις αποζημιώσεις για τους περσικούς πολέμους ή τα φανταστικά λεφτά που θέλουν να πετάξουν οι Κινέζοι και οι Ρώσοι. Ούτε από επιδοτήσεις και αγύριστα δάνεια. Αλλά τι θέλουμε να παράγει, τι να πουλάει, τι να εξάγει. Τουρισμό, εμπόριο, καινοτομία, τεχνολογίες, τρόφιμα, κάτι βρε αδελφέ. Κι ύστερα με ποιον τρόπο πάμε εκεί. Τι μεταρρυθμίζουμε, τι αλλάζουμε, τι καταργούμε, τι επενδύουμε, τι θυσιάζουμε για να το πετύχουμε. Αντιθέτως εμείς πορευόμαστε εν ειρήνη, γαλήνια, υποψιασμένοι ανυποψίαστοι, θύματα του τρομερού γλωσσικού ιού, παραληρώντας μπούλετ και αναμασώντας αρχαιολογικά ταφικά ευρήματα.

Η δική μας ασθένεια (προερχόμενη από περιοχές του πλανήτη που έχουν μολυνθεί από ένα είδος θρησκευτικού εθνικισμού ανακατεμένου με μια γερή πρέζα παρωχημένης οικογενειοκρατίας και μια χορταστική δόση ημιμάθειας) δεν έχει απειλήσει ακόμη πολύ σοβαρά τις πολιτισμένες χώρες, παρότι εντοπίστηκαν κάποια κρούσματα και στην Ευρώπη. Αλλά μην αμφιβάλλετε καθόλου. Η Διεθνής Κοινότητα, οι ανθρωπιστικές οργανώσεις, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας σύντομα θα χτυπήσουν συναγερμό. Και τότε τα σύνορα θα κλείσουν, οι ψηφιακές λεωφόροι θα αραιώσουν κι άνθρωποι με στολές, μάσκες και ωτοασπίδες θα αρχίσουν να κυκλοφορούν ανάμεσά μας όσο εμείς θα τους κοιτούμε απορημένοι, στη δική μας διάσταση, στη δική μας απομόνωση, στον δικό μας αναπόδραστο δρόμο. Όσο τραβάμε εκείνο το «ένα μονοπάτι πονηρό, που πάει ντουγρού στην κατηφόρα τη μεγάλη».

Το 1939, η Βρετανική Κυβέρνηση τύπωσε μια αφίσα με μια πολύτιμη συμβουλή, σε δυόμισι εκατομμύρια αντίτυπα, ενόψει του επερχόμενου Blitz, των μαζικών βομβαρδισμών του Λονδίνου και των άλλων πόλεων της Βρετανίας, που όμως τότε δεν κυκλοφόρησε. Ανακαλύφθηκε χρόνια μετά, το 2000, σε λιγοστά πολύτιμα αντίγραφα. Οι Βρετανοί και χωρίς την αφίσα την έλαβαν υπόψη τους τη συμβουλή, που, μαζί με τον Winston Churchill, αποδείχθηκε σωτήρια και για τους ίδιους αλλά και για εμάς. Πολύτιμη και ίσως εξίσου σωτήρια και για τους καιρούς που έρχονται στον τόπο μας.-

Keep calm and carry on

Τους αριθμούς του Τζόκερ θα ανακοινώσει μαζί με τη νέα παράταξη ο Βασίλης Βάρσος

Την υπόσχεση ότι όσοι ενδιαφερθούν για την μετεξέλιξη της παράταξης Χιωτάκη σε «Κηφισιώτικη Δημοκρατική Παράταξη», θα μάθουν και τους αριθμούς που πρόκειται να κληρωθούν την ερχόμενη Κυριακή για τα 14 εκ. έδωσε στους ψηφοφόρους του, ο πρώην, πρώην δήμαρχος

Ο Βασίλης Βάρσος, προβάρει τη «Στάση Νίκου Χιωτάκη» κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της εκδήλωσης. Φήμες λένε ότι η εικόνα θα αποτελέσει και την προεκλογική αφίσα της «Κηφισιώτικης Δημοκρατικής Παράταξης»

Στην εκδήλωση που πρόκειται να πραγματοποιηθεί αυτό το Σαββατοκύριακο, ο υπό προθεσμία πρόεδρος της μελλοντικής παράταξης Χιωτάκη, σύμφωνα με στενούς του συνεργάτες, θα διανείμει ένα σφραγισμένο φάκελο, που θα περιέχει τους 5+1 χρυσούς αριθμούς για το τζακ-ποτ του Τζόκερ της Κυριακής!

Ο φάκελος με τους αριθμούς του Τζόκερ, θα αποτελέσει τη συνέχεια της ιστορικής Διακήρυξης της 3ης Δεκέμβρη, αφού απαντάει στο αίτημα ολόκληρης της Κηφισιώτικης κοινωνίας για μια κεντρο-αριστερό-δεξιά με κοινωνικό πρόσωπο και το βλέμμα στραμμένο στην ανάπτυξη και στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.

Όπως μάλιστα σημειώνει ο ίδιος ο Βασίλης Βάρσος σε χθεσινό του συνάντηση, στην ταβέρνα του Τηλέμαχου, τους αριθμούς τους έχει επεξεργαστεί επιτροπή από στελέχη του ευρύτερου κεντρο-αριστερού-δεξιού χώρου και δίνουν ένα δείγμα γραφής για την πολιτική «της ευθύνης και της προοπτικής» που θα χαρακτηρίζει τη νέα πολιτική κίνηση.

Στον χώρο της εκδήλωσης θα λειτουργεί πρακτορείο του ΟΠΑΠ, προκειμένου οι παρευρισκόμενοι να προλάβουν να καταθέσουν τα δελτία τους, χωρίς να χάσουν καμία ομιλία, ενώ ο ίδιος ο Βασίλης Βάρσος, τις τελευταίες ώρες, δουλεύει εντατικά προκειμένου να αναπαραστήσει με ακρίβεια την ιστορική εικόνα του Νίκου Χιωτάκη από την ίδρυση της παράταξης.
 

Σημείωση: Το παραπάνω κείμενο και η φωτογραφία είναι όλο προϊόν φαντασίας με στόχο τη σάτιρα και σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Μπορείτε να το καταναλώσετε άφοβα

Η Αλωσις του Αδώνιδος

Αν ήθελε να ξεχωρίσει κανείς μεταξύ των βουλευτών εκείνον που έχει συνδεθεί περισσότερο με το βιβλίο, δεν θα δυσκολευόταν να σκεφτεί τον Αδωνι Γεωργιάδη. Συγγραφέας ο ίδιος, αλλά κυρίως εκδότης, συνοδεύει ακόμα και σήμερα την πολιτική του δράση με τις ιδιότυπες εκπομπές τηλεπωλήσεων εθνωφελών βιβλίων που μεταδίδονται σε πολλά κανάλια και μάλιστα σε όλη την επικράτεια. [Συντάκτες του Ιού: Τάσος Κωστόπουλος, Αντα Ψαρρά, Δημήτρης Ψαρράς]

Αυτή η δραστηριότητα του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου της Νέας Δημοκρατίας μαρτυρά πολλά για τον τρόπο που πολιτεύεται ο ίδιος, για την πραγματική του σχέση με τα γράμματα, τη γλώσσα και τη λογοτεχνία. Μέχρι στιγμής ο κ. Γεωργιάδης έχει συγγράψει τρία βιβλία: έναν κατάλογο αρχαίων ελληνικών νομισμάτων, μία μελέτη για την αποκατάσταση του τρωθέντος ανδρισμού των αρχαίων ημών προγόνων (βλ. Ιός, «Ελλάς, Ελλήνων Ομοφοβικών», «Εφ.Συν.», 21.9.2014) και ένα ιστορικό μυθιστόρημα για την άλωση της Κωνσταντινούπολης.

Με το τελευταίο του αυτό βιβλίο ο κ. Γεωργιάδης διεκδικεί μία θέση στην παράδοση των λογοτεχνών-εθνοσωτήρων της ελληνικής συντηρητικής παράταξης, δίπλα στον προδικτατορικό αποστάτη Αθανασιάδη Νόβα, που δοξάστηκε με το περίφημο ποίημα «γαργάλατα», και τον μεταπολιτευτικό υπουργό Δημόσιας Τάξης Αναστάσιο Μπάλκο, που είχε μπλέξει με τα ερωτικά δίκτυα κατασκόπων της Τασκένδης. Για την ακρίβεια ο Αδωνις τούς ξεπερνά, γιατί δεν μπαίνει καν στον κόπο να γράψει κάτι δικό του. Παίρνει ένα έτοιμο μυθιστόρημα, γραμμένο από έναν Αγγλο στα μέσα του 19ου αιώνα. Ακόμα και τη μετάφραση έτοιμη την παίρνει από άλλον. Και το χειρότερο: βάζει το χεράκι του και προσθέτει ή αφαιρεί ό,τι του καπνίσει, μόνο και μόνο για να προσαρμόσει το κείμενο στις δικές του εθνοπατριωτικές εμμονές. Και όλα αυτά, αποκρύβοντας το όνομα τόσο του συγγραφέα όσο και του πραγματικού μεταφραστή. Πρόκειται για ένα βιβλίο-ντροπή!
 
Το αμάρτημα της μητρός του

Στο επίσημο βιογραφικό του ο κ. Γεωργιάδης παρουσιάζει ως εξής το βιβλίο που εξετάζουμε: «Το τελευταίο μου προσωπικό βιβλίο είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα, γύρω από την Αλωση της Κωνσταντινουπόλεως, με τίτλο “Θεοδώρα Φραντζή: η Αλωσις”. Βρίσκεται στην τρίτη επανέκδοση». Και μπεστ σέλερ λοιπόν το πλαστογράφημα. Ομως ακόμα και εδώ ο κ. Γεωργιάδης κάνει μια μικρή λαθροχειρία. Ο ακριβής τίτλος, όπως φαίνεται στο εξώφυλλο του βιβλίου, περιλαμβάνει και μια γριφώδη φράση: «Εκ του ανωνύμου». 

Οπως θα δούμε, αυτός ο «ανώνυμος» έχει και όνομα και επώνυμο. Και η παράλειψή του έχει σημασία. Η εισαγωγή του κ. Γεωργιάδη είναι κι αυτή αινιγματική: «Πριν από αρκετά χρόνια η αείμνηστη μητέρα μου πληροφορήθηκε από έναν πολύ στενό οικογενειακό μας φίλο την ύπαρξη ενός “χαμένου” έως τότε έργου της κόρης του Γεωργίου Φραντζή, συγγραφέως του περιφήμου “Χρονικού”, της Θεοδώρας με θέμα την Αλωση. Με μεγάλη θέρμη προχώρησε στην έκδοσή του, για να αποδειχθεί όμως λίγο αργότερα και κατόπιν ενδελεχούς φιλολογικής ερεύνης του κ. Χρονοπούλου, ότι σε καμία περίπτωση δεν ήταν αυθεντικό. Το έργο ετιτλοφορείτο “Θεοδώρα Φραντζή: η Πτώσις της Κωνσταντινουπόλεως” και από τον τίτλο προφανώς θεωρήθηκε ως δήθεν έργο της κόρης του Γεωργίου Φραντζή.

»Το έργο αυτό είχε όμως πολλές αρετές και κυρίως μετέφερε με εκπληκτικό τρόπο, αν και με φανερή τάση να μειώσει τους Ελληνες και να εξυψώσει τους Αγγλους, το κλίμα της εποχής της Αλώσεως. Θεώρησα λοιπόν κρίμα να πάει χαμένο και δεδομένου ότι το ιστορικό μυθιστόρημα ως εργαλείο μπορεί να είναι ιδιαιτέρως χρήσιμο, απεφάσισα να το αξιοποιήσω».

Για την πρώτη εκείνη έκδοση της μητέρας του κ. Γεωργιάδη ασχολούμαστε σε διπλανές στήλες. Αλλά σπεύδουμε εξαρχής να εξηγήσουμε περί τίνος πρόκειται. Το πρωτότυπο έργο δεν είναι ούτε της Θεοδώρας Φραντζή ούτε κανενός «ανωνύμου». Πρόκειται για το μυθιστόρημα του αγγλικανού θεολόγου, ιεροκήρυκα και λογοτέχνη Τζον Μέισον Νιλ (John Mason Neale, 1818-1866), το οποίο εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1857 με τίτλο «Theodora Phranza; or, the Fall of Constantinople». Ο ακριβής τίτλος δηλαδή απέκλειε κάθε μπλέξιμο. Η Θεοδώρα Φραντζή ήταν μέρος του τίτλου και όχι βέβαια η συγγραφέας! Πολύ γρήγορα, ήδη το 1860, το μυθιστόρημα μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Χρήστο Α. Παρμενίδη (ψευδώνυμο του Χρήστου Αναστασιάδη, περ. 1820-1869) και από τότε κυκλοφόρησε σε πολλές επανεκδόσεις με το όνομα φυσικά του Αγγλου συγγραφέα, το όνομα του μεταφραστή και τίτλο «Θεοδώρα Φραντζή ή Η πτώσις της Κωνσταντινουπόλεως, υπό του αιδεσίμου I. [J]. M. Neale». Αντίτυπα από τις εκδόσεις αυτές υπάρχουν σε πολλές ελληνικές βιβλιοθήκες, ενώ με την πρώτη μας αναζήτηση το εντοπίσαμε σε αθηναϊκό παλαιοβιβλιοπωλείο. Το αντίτυπο αυτό ήδη περιλαμβάνεται στη βιβλιοθήκη του «Ιού».

 
  
 
 
 

Τα ελληνικά του Αδώνιδος

Μπορεί ο Αδωνις να κρύφτηκε πίσω από την αρχική λαθροχειρία, αλλά κι αυτός επιμένει μέχρι σήμερα ότι ο συγγραφέας είναι… ανώνυμος! Αλλωστε μόνο μ’ αυτό τον τρόπο θα ένιωθε την άνεση να κατακρεουργήσει το αρχικό κείμενο. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Αν συγκρίνει κανείς το τελικό κείμενο που υπογράφει ο Αδωνις με το πρωτότυπο και την αρχική μετάφραση, θα βρεθεί μπροστά σε μια μεγάλη έκπληξη.

Ο κ. Γεωργιάδης έχει παραλάβει τη στρωτή, καλοδουλεμένη, απλή καθαρεύουσα του Παρμενίδη και την έχει «απλοποιήσει» στη δική του καθομιλουμένη. Το αποτέλεσμα είναι μια μικτή γλώσσα που μοιάζει λες και μεταγλώττισε κανείς απλά τις πιο δύσκολες λέξεις. Το αποτέλεσμα είναι σε ορισμένα σημεία για γέλια. Για παράδειγμα, η λέξη «δώμα» (δηλαδή ταράτσα, στο αγγλικό πρωτότυπο «terrace») του Παρμενίδη μεταγλωττίζεται από τον Γεωργιάδη σε «δωμάτιο». Αποτέλεσμα, να διαβάζουμε φράσεις όπως «τα μαρμάρινα δωμάτια των ανακτόρων είχαν γεμίσει από βροχή» (σ. 11) ή «τα μαρμάρινα δωμάτια άστραφταν σαν να ήταν σκεπασμένα με χιόνι» (σ. 18).

Υπάρχουν όμως και χειρότερα. Ο Αδωνις έχει φροντίσει να τονώσει το «ελληνικό χρώμα» της πλοκής. Πρώτα πρώτα έχει εξελληνίσει έναν από τους βασικούς πρωταγωνιστές, τον Richard Burstow (Ριχάρδος Βυρστώ, κατά τη μετάφραση Παρμενίδη), ο οποίος -σύμφωνα με τον Neale- ήταν Βαράγγιος (με πατέρα Αγγλο και μητέρα Τουρκάλα από τη Σμύρνη). Αυτό βέβαια δεν το άντεχε ο πατριωτισμός του Αδώνιδος. Με την ευκολία που γνωρίζουμε μετονόμασε λοιπόν τον Βυρστώ σε Νικηφόρο και μάλιστα αντέστρεψε τον λόγο που επιλέχθηκε αυτός για να βοηθήσει τους πολιορκημένους της Κωνσταντινούπολης. Το πρωτότυπο εμφανίζει τον Φραντζή να λέει ότι εμπιστεύεται περισσότερο τους Βαράγγιους παρά τους Ελληνες, ενώ ο Βυρστώ, χάρη στην τουρκική καταγωγή του, μπορεί να παίξει τον ρόλο του κατάσκοπου υποδυόμενος τον Τούρκο.

Ο Αδωνις τα κάνει σαλάτα: «Δεν είναι Βαράγγιος, είναι Ελλην. Τον πατέρα του τον εσκότωσαν οι Τούρκοι και τους μισεί θανάσιμα. Εύκολα μπορεί να υποκριθεί τον Τούρκο» (σ. 17). Μάλιστα με άλλη προσθήκη δικής του έμπνευσης εμφανίζει τον «Ελληνα» να εξηγεί στον Παλαιολόγο: «Πρέπει να γνωρίζετε ότι οι περισσότεροι άρχοντες των Τούρκων στην πραγματικότητα είναι Ελληνες, οι οποίοι αλλαξοπίστησαν και εγκατέλειψαν την ιερά μας πατρίδα. Η οικογένειά μου αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει και οι ίδιοι μας οι συγγενείς μάς έδιωξαν από εκεί, αφού πρώτα επαλούκωσαν τον πατέρα μου. Τους Τούρκους αλλά και τους προδότες Ελληνες τους μισώ θανάσιμα» (σ. 54).

Γενικά με τα ονόματα δεν τα πάει καλά ο Αδωνις. Τα τοπωνυμία και οι πόλεις που αναφέρονται στο πρωτότυπο έχουν εν μέρει εξελληνιστεί στην εκδοχή του κ. Γεωργιάδη. Ετσι αναφέρεται η ίδια πόλη αλλού Πύργος αλλού Μπουργκάζ και αλλού Αρτισκός και αλλού Εσκή Μπαμπά. Ακόμα χειρότερο μπλέξιμο γίνεται με το όνομα του προδότη καλόγερου Ιωάσαφ (Joasaph στο πρωτότυπο). Ενώ στο 13ο κεφάλαιο αναφέρεται ως Ιωάσαφ, στο 9ο αναφέρεται πολλές φορές ως Ιωσήφ. Φυσικά πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Το ερώτημα είναι μήπως δεν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο που μεταγλώττισε τα δύο αυτά κεφάλαια από τη μετάφραση του Παρμενίδη.

Και για να μην ξεχάσουμε και τα εντατικά μαθήματα αντισημιτισμού που του έκανε ο δάσκαλός του ο Κώστας Πλεύρης, ο Αδωνις έχει προσθέσει ένα μόνο πρόσωπο στο μυθιστόρημα, έναν Εβραίο σύμβουλο του Σουλτάνου ονόματι Μπαρτόλομιου. Ο Μωάμεθ εμφανίζεται να λέει στον Μπαρτόλομιου: «Είσαι πραγματικά πολύτιμος σύμβουλος. Δεν ξέρω εάν χωρίς τις συμβουλές σου θα βρισκόμουν εδώ τώρα, πολιορκώντας την Πόλι. Θα πρέπη πραγματικά να μισής πολύ τους Ελληνες, αφού με τόσο ζήλο εργάζεσαι για την καταστροφή τους». Και η απάντηση του Εβραίου: «Τους σιχαίνομαι! Κανένας στον κόσμο δεν θα χαρή περισσότερο από εμένα, όταν η Κωνσταντινούπολις θα πέση στα χέρια σου» (σ. 241-2). Ο Μπαρτόλομιου δεν εμφανίζεται πουθενά αλλού…

O Άδωνις Γεωργιάδης
Για γέλια και για κλάματα ο βίαιος «εξελληνισμός» του αγγλικού μυθιστορήματος 
 

Οι εθνικές προσθήκες

Εκεί που ο Αδωνις δίνει τα ρέστα του ως πλαστογράφος του αγγλικού ιστορικού μυθιστορήματος είναι τα σημεία όπου έχει προσθέσει κάποιες εμβόλιμες φράσεις ή και παραγράφους ολόκληρες με «εθνικά επιχειρήματα» που είναι εντελώς ξένα από την πλοκή του πρωτότυπου.

«Προσοχή να μη στενοχωρήσουμε τους φίλους μας του Τούρκους!» εμφανίζονται να λένε κατά τον Αδωνι οι ανθενωτικοί. «Προσοχή να μη χαλάσουμε τις αγαθές μας σχέσεις, άλλωστε για τη δική μας προστασία από τους εχθρούς μας κτίζουν οι φίλοι μας αυτό το φρούριο και έτσι εμείς πια δεν θα χρειάζεται να ανησυχούμε για την σωτηρία της Πόλεώς μας, αφού αυτή θα μας την εξασφαλίσει ο Μωάμεθ!» (σ. 16).

Σε άλλο σημείο ο ιππότης Εδουάρδος, αρχηγός των Βαραγγίων ή Αγγλων σωματοφυλάκων του Αυτοκράτορα εμφανίζεται να λέει: «Ποτέ δεν μπόρεσα πραγματικά να καταλάβω, Νικηφόρε, πώς εσείς οι Ελληνες καταφέρατε να ευρεθήτε σε αυτήν την δύσκολη θέσι. Οποια πέτρα και να σηκώσω, από κάτω ευρίσκεται ένας από εσάς. Ως προς τις ικανότητες τούς ξεπερνάτε όλους, Βαράγγιους, Τούρκους, Φράγκους, Λατίνους, Αγγλους, Ρώσους και όμως τώρα παλεύετε για την σωτηρία σας, ενώ θα περίμενε κανείς να κυβερνάτε τον κόσμο ολόκληρο, διότι μα την Πίστη μου, και στην μάχη πάλι πρώτοι είσθε!» (σ. 26).

Με άλλη προσθήκη του Αδώνιδος εμφανίζεται ο εκπρόσωπος των Δυτικών να κάνει τη δημόσια αυτοκριτική του: «Στους συμπατριώτες μου πάντοτε υπήρχε μεγάλος φθόνος για την Αυτοκρατορία. Χρόνια ολόκληρα σας θεωρούσαμε ισόθεους και εμείς ήμασταν βουτηγμένοι στη λάσπη και τη φτώχεια» (σ. 41). Και παρακάτω ο Αδωνις προσθέτει: «Αντί σ’ αυτές τις κρίσιμες ώρες να υφίσταται η απόλυτος ομοψυχία μεταξύ του λαού [sic], ώστε όλες οι αναγκαίες δυνάμεις του έθνους να είναι έτοιμες να προσφέρουν στον κοινό αγώνα, ο λαός της Πόλεως ασχολείτο με δογματικής φύσεως ζητήματα, όπως το εάν οι άγγελοι ήσαν αρσενικοί ή θηλυκοί» (σ. 183).

Και βέβαια οι Δυτικοί κατά τον Αδωνι προσφέρουν την αρχηγία του στόλου σε Ελληνα: «Πλοίαρχε γνωρίζω καλά ότι σε ολόκληρο τον Κόσμο ουδείς δύναται να συγκριθή με εσάς τους Ελληνες στην τέχνη της Θαλάσσης. Σού εμπιστεύομαι λοιπόν την αρχηγία. Και αν καταφέρης με αυτά τα λίγα πλοία μας να σπάσης τον κλοιό των Τούρκων, τότε ας γνωρίζουν όλοι ες αεί, ότι η Θάλασσα ανήκει στους Ελληνες!» (σ. 219).

Με τις παιδιάστικες αυτές κοινοτοπίες ο Αδωνις φυσικά ευτελίζει το μυθιστόρημα. Αλλά αυτό που προέχει γι’ αυτόν είναι η «εθνική διαπαιδαγώγηση». Ετσι, εκτός από τις προσθήκες κάνει και διαγραφές. Δεν θα μπορούσε να ανεχτεί για παράδειγμα την ακόλουθη φράση του πρωτοτύπου: «Ο Κύριλλος ήτον αληθής Ελλην, κατά την χειρίστην σημασίαν της λέξεως. Οσον περισσότερον υβρίζετο και εδέρετο, τόσον πλέον επροσκύνει τον δέροντα αυτόν» (σ. 47 της μετάφρασης Παρμενίδη). Η φράση εξαφανίστηκε!
 
Η χαμένη τιμή του Παλαιολόγου

Από το νυστέρι του Αδώνιδος δεν γλιτώνει ούτε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Προκειμένου να περάσει τις δικές του απόψεις για τη Δύση και την Ευρώπη, ο τότε γραμματέας του ΛΑΟΣ έβαλε και στο στόμα του τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα τα παρακάτω λόγια: «Στις φλέβες μου ρέει το αίμα του Λεωνίδα των Θερμοπυλών, του Μ. Αλεξάνδρου, του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου, λες να ατιμάσω τη φυλή μου; [Ξέχνα τη Δύση ιππότα] και συγχώρεσέ με εάν αυτά που θα σου πω, σε θίξουν διότι η γενιά σου από εκεί κρατάει. Μας ξέχασαν ή μάλλον καλλίτερα μας πούλησαν για λίγα εμπορικά ανταλλάγματα. Θα το δης, διότι εγώ θα έχω πεθάνει. Εάν ο Μωάμεθ πάρει την πόλι οι πρώτοι που θα τον συγχαρούν θα είναι οι δήθεν φίλοι μας από την Δύσι. Ολα τα μετρούν με το συμφέρον. Δεν περιμένω πια τίποτε από αυτούς. Δεν το λέω στον Κόσμο, για να μην λιγοψυχήση, όμως αυτή είναι η αλήθεια. Και η ευχή που δίνω στους Ελληνες για το μέλλον είναι να μην τους ξαναεμπιστευθούμε ποτέ! Μόνοι μας θα έπρεπε να μπορούμε να σωθούμε» (σ. 302-3).
Προφανώς ο Αδωνις του 2004 δεν είχε προβλέψει τον Αδωνι του 2014, τον λάτρη του Μνημονίου.

Αλλά το χειρότερο είναι η κατακλείδα του μυθιστορήματος. Το πρωτότυπο κλείνει με ένα φανταστικό έγγραφο βάπτισης του Κωνσταντίνου, γιου της Θεοδώρας Φραντζή και του ιππότη Εδουάρδου στην Αγγλία. Για τον κ. Γεωργιάδη αυτό δεν ήταν αρκετό. Και βάζει τη Θεοδώρα να ρωτά τον άντρα της για ποιο λόγο επέλεξε για τον γιο τους ένα ελληνικό όνομα. Κι εκείνος απαντά ως εξής: «Ο αείμνηστος ημών Αυτοκράτωρ μού εκμυστηρεύθη κάτι για τους Δυτικούς. Ντρέπομαι διότι και εγώ τέτοιος είμαι. Μόλις έμαθα ότι την επομένη της Αλώσεως όλοι οι Γενουάτες και οι Βενετοί έσπευσαν να δώσουν τα συγχαρητήριά τους στον Μωάμεθ, τους σιχάθηκα. Θυμήσου πόσες υποσχέσεις μας έδωσαν. Πόσο κορόιδεψαν ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν οι τιποτένιοι τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. […] Ο υιός μας θέλω να ξεχάση ότι έχει Δυτικό αίμα, μόνο το ελληνικό μετράει πια για μένα, διότι όχι μόνο στις στιγμές του πλούτου και της ισχύος, αλλά και στις στιγμές της πτώσεως φαίνονται τα χαρίσματα και των ανθρώπων και των λαών. Και εσείς οι Ελληνες πέσατε με αξιοπρέπεια. Πάλι με χρόνους με καιρούς λοιπόν, πάλι δικά σας θα 'ναι. Είμαι βέβαιος γι’ αυτό! Μην περιμένετε βοήθεια από εμάς. Μόνοι σας θα απελευθερωθείτε! Μόνοι σας θα τα πάρετε πίσω και θα έρθη ξανά η στιγμή που εμείς οι Δυτικοί θα σας προσκυνήσουμε και πάλι όπως τόσες φορές στο παρελθόν» (σ. 461-2). Προφανώς εδώ ο Αδωνις προφητεύει τον ερχομό της τρόικας…

Για να αποτιμήσει κανείς αυτές τις παρεμβάσεις του Αδώνιδος στο κείμενο του καημένου του Neale πρέπει να συνυπολογίσει ότι καταλαμβάνουν ελάχιστη έκταση, κάτω του 1% του πρωτότυπου. Δεν πρόκειται δηλαδή ούτε καν για μια διασκευή κειμένου, αλλά για πιστή αντιγραφή του, με ορισμένες άτεχνες και άστοχες πινελιές που κακοποιούν το αρχικό μυθιστόρημα προκειμένου να το προσαρμόσουν στη φανατική ημιμάθεια του στενού συνεργάτη των κυρίων Καρατζαφέρη και Σαμαρά. Το αποτέλεσμα είναι μια ακραία φιλολογική απάτη.
 
Καημένη Εθνική Βιβλιοθήκη

Εκείνος που υπογράφει την αρχική παραπλανητική έκδοση του αγγλικού μυθιστορήματος στη σειρά «Βιβλιοθήκη των Ελλήνων» των εκδόσεων Γεωργιάδη ως δήθεν έργου της Θεοδώρας Φραντζή είναι ο Πάνος Τσίνας, επί χρόνια υπάλληλος της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Ο ίδιος αυτοπαρουσιάζεται ως «τ. διευθυντής παρά τη Εθνική Βιβλιοθήκη». Στην πραγματικότητα δεν έφτασε ποτέ στη θέση του διευθυντή, αλλά οπωσδήποτε είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι ένα στέλεχος της Εθνικής Βιβλιοθήκης έπεσε σε παρόμοιο σφάλμα. Θα αρκούσε να έχει διαβάσει κανείς το «Χρονικόν» του ίδιου του Φραντζή για να γνωρίζει ότι το πρόσωπο «Θεοδώρα Φραντζή» είναι ανύπαρκτο. Πρόκειται για πλάσμα της φαντασίας του Τζον Μέισον Νιλ. Ο Φραντζής είχε μόνο μία κόρη που έφερε το όνομα Θάμαρ και πέθανε το 1464, στο σαράι του Σουλτάνου σε ηλικία 16 ετών.

Ο λόγος που ο Τσίνας πέφτει σε παρόμοιο χονδροειδές σφάλμα είναι ότι ο ίδιος υπήρξε ομοϊδεάτης του Αδώνιδος. Ακροδεξιός, αντικομμουνιστής, φιλοχουντικός, συνωμοσιολόγος, αντισημίτης και θιασώτης των «Πρωτοκόλλων των Σοφών της Σιών», δεν ήταν δύσκολο να επιχειρήσει τη δική του «ανακάλυψη». Επιπλέον ο Τσίνας είναι αντιχριστιανός και αρχαιολάτρης. Καθώς φαίνεται έπεσε στα χέρια του η μετάφραση του Παρμενίδη, χωρίς εξώφυλλο. Αναγραφόταν δηλαδή μόνο ο τίτλος του κειμένου και όχι ο συγγραφέας και ο μεταφραστής. Το αστείο είναι ότι έκανε «έρευνα» και σε άλλες βιβλιοθήκες ο Τσίνας, βρήκε και το μυθιστόρημα του Neale, αλλά το «επιστημονικό» του συμπέρασμα υπήρξε ότι ο Αγγλος ήταν ο μεταφραστής και το ελληνικό κείμενο ήταν το πρωτότυπο! Τι κι αν το βιβλίο έγραφε καθαρά το αντίθετο;

Φυσικά ακόμα κι αν δεν είναι κανείς ειδικευμένος φιλόλογος, είναι ορατό διά γυμνού οφθαλμού ότι η γλώσσα του Παρμενίδη και η πλοκή του μυθιστορήματος δεν έχουν καμιά σχέση με τη μεσαιωνική γραμματεία. Υπάρχουν μάλιστα ακόμα και αναφορές μέσα στο κείμενο που αναφέρονται στον Φραντζή με τρόπο που επιβεβαιώνεται ότι πρόκειται για κείμενο του 19ου αιώνα.

Αλλά ο Τσίνας δεν καταλάβαινε απ’ αυτά. Δημοσίευσε αρχικά ένα απόσπασμα της μετάφρασης Παρμενίδη ως «ντοκουμέντο» σε δικό του βιβλίο («Αιώνος Λήρος», Αθήνα 1981, σ. 128-9), επανέλαβε την «αποκάλυψη» σε νεότερο αυτοβιογραφικό πόνημα («Καϋμένη Ελλάδα!» Αθήνα 1983, σ. 236) και τέλος προχώρησε στην επανέκδοση της μετάφρασης Παρμενίδη στις εκδόσεις Γεωργιάδη το 1990.

Για να μη μείνει αμφιβολία για τον πολιτικό χαρακτήρα όλων αυτών των φιλολογικών αυτοσχεδιασμών, ο Τσίνας φρόντισε στην εισαγωγή του να μας κατατοπίσει: «Στα πλαίσια των επιδιώξεων της ιδρυθείσης κινήσεως υπό τον τίτλον Ελληνική Λαϊκή Πατριωτική Ιδεολογική Συσπείρωσι (Ε.Λ.Π.Ι.Σ.), η οποία σκοπεί να επαναφέρει εις τον Λαόν την Μεγάλην Ιδέαν, δίνουμε σήμερα στη δημοσιότητα το έργο της Θεοδώρας Φραντζή, ελάχιστα γνωστό, αν μη παντελώς άγνωστο στην Ελλάδα» (σ. 5).
Απελπισία!
 
Διαβάστε

  1. Θεοδώρα Φραντζή, «Η Πτώσις της Κωνσταντινουπόλεως» (Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, εκδ. Γεωργιάδη, Αθήνα 1990)
  2. Η πρώτη παραπλανητική απόδοση του αγγλικού μυθιστορήματος για την Αλωση στη Θεοδώρα Φραντζή, διά χειρός Πάνου Τσίνα.
  3. Αδωνις Γεωργιάδης, «Εκ του ανωνύμου: Θεοδώρα Φραντζή η Αλωσις» (εκδ. Γεωργιάδη, Αθήνα 2004)
  4. Το συγγραφικό ατόπημα του ακροδεξιού τηλε-πολιτικού. Κακοποίηση της ιστορίας, της λογοτεχνίας και της λογικής.

 
Επισκεφτείτε

  1. John Mason Neale, «Theodora Phranza; or, the Fall of Constantinople» (J. Masters, Λονδίνο 1857)
  2. Το αγγλικό πρωτότυπο που κακοποίησε ο Αδωνις. http://anglicanhistory.org/neale/phranza/
  3.  «Θεοδώρα Φραντζή ή η πτώσις της Κωνσταντινουπόλεως» (υπό του αιδεσίμου I. M. Neale, κτλ., μετεφράσθη εκ του αγγλικού υπό Χ. Α. Παρμενίδου, Τύποις Σ. Παυλίδου, Αθήνα 1860). http://anemi.lib.uoc.gr/metadata/d/2/d/metadata-70-0000239.tkl
  4. «Θεοδώρα Φραντζή ή η πτώσις της Κωνσταντινουπόλεως» (αγγλιστί συγγραφείσα υπό του Αιδεσίμου I. M. Neale, κτλ. μεταφρασθείσα δε υπό Χ.Α. Παρμενίδου, Εν Σμύρνη: Ι. Ε. Μάνος, 1879) http://medusa.libver.gr/handle/123456789/5382
  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Σάμουελ Μπέκετ: Ένας υπαρξιστής φιλόσοφος του παραλόγου

 

Τίποτα μηδαμινό δεν θα’ χε υπάρξει για το τίποτα τόσο υπαρκτό τίποτα μηδαμινό...

Ο Μπέκετ έχει θεωρηθεί μοντέρνος, μεταμοντέρνος αλλά και «πατέρας» του θεάτρου του παραλόγου, όμως ο ίδιος αρνήθηκε όχι μόνο τους τίτλους αυτούς, αλλά και οποιαδήποτε προσπάθεια να δοθεί νόημα στα έργα του.Γεννημένος σε μια επαρχιακή πόλη κοντά στο Δουβλίνο, ο «Σαμ» σπουδάζει Γαλλικά και Ιταλικά, διαβάζει μανιωδώς τα έργα του Δάντη και το 1928 δίνει διαλέξεις Αγγλικών στην École Normale Supérieure του Παρισιού, τις οποίες παρακολουθούν ως φοιτητές ο Σαρτρ και η Σιμόν ντε Μποβουάρ.

Επίσης, στο Παρίσι γνωρίζεται με τον Τζέημς Τζόυς και οι δύο Ιρλανδοί αναπτύσσουν στενή φιλική και πνευματική σχέση. Ο βαθμός στον οποίον ο νεαρός Μπέκετ επηρεάζεται από τον Τζόυς έχει ίσως υπερτονιστεί από τους κριτικούς, καθώς κάτι τέτοιο ισχύει κυρίως για το πρώιμο έργο του Μπέκετ, μέχρι δηλαδή να αναπτύξει το μοναδικό προσωπικό του στυλ. Αυτό θα συμβεί μόνο αφού αυτοεξοριστεί στο Παρίσι το 1937 και ζήσει ορισμένες δύσκολες εμπειρίες, όπως ο παγκόσμιος πόλεμος και τα προσωπικά του ψυχικά σκαμπανευάσματα.

Όταν τα ναζιστικά στρατεύματα εισβάλουν στη χώρα, ο Σάμουελ Μπέκετ εντάσσεται στη Γαλλική Αντίσταση και δραστηριοποιείται έμμεσα ή άμεσα, με αποκορύφωμα τη διάσωση της αγαπημένης του Σουζάν από τα χέρια της Γκεστάπο. Όπως και τους περισσότερους καλλιτέχνες, ο παραλογισμός και η ματαιότητα του πολέμου καθορίζουν τον ψυχισμό του Μπέκετ, που μέσα από τα έργα του θα εκφράσει τον παραλογισμό και τη ματαιότητα ολόκληρης της ζωής. Ο Μπέκετ πιστεύει πως η ζωή έχει νόημα αλλά αυτό είναι αδύνατο να βρεθεί και έτσι ο κόσμος είναι καταδικασμένα γεμάτος με αιωρούμενες απορίες, αδιέξοδα και απελπισία. Στο διασημότερο θεατρικό του έργο, οι -πάντα περιθωριακοί- ήρωες περιμένουν μάταια την άφιξη του Γκοντό και συμβολικά του Θεού (God-ot), κάτι όμως που για τον Μπέκετ σημαίνει πως «δεν έρχεται, άρα υπάρχει».

Βέβαια, ο τίτλος «απαισιόδοξος προφήτης» δεν είναι απόλυτα εύστοχος για τον Σάμουελ Μπέκετ, που βρίσκει κωμική τη δίχως ελπίδα αναζήτηση της αλήθειας και σημαντικό το να απολαμβάνει κανείς τις ερωτήσεις και το ταξίδι της ζωής. Ο συλλογισμός αυτός του χαρίζει μια πολύ ιδιαίτερη καλλιτεχνική ελευθερία: «Δεν υπάρχει ενότητα στον κόσμο, άρα γιατί να υπάρχει στα κείμενά μας; Ποια η πραγματικότητα; Το έργο, τα ίδια τα κείμενα».

Η πεποίθηση του πως η τέχνη πρέπει να είναι υποκειμενική και να εκφράζει τον εσωτερικό κόσμο του δημιουργού, έρχεται σε μορφή αποκάλυψης που βιώνει ο Μπέκετ στο δωμάτιο της μητέρας του στο Δουβλίνο το 1945 και που θα αποτυπώσει αργότερα (1958) μέσω του Κράππ, του ηλικιωμένου ήρωα που ακούει σε κασσέτα το αποκαλυπτικό παρελθόν του.

Γράφει στα Γαλλικά επειδή «είναι πιο εύκολο να γράψεις χωρίς ύφος» και έτσι, μέσα από τον εκφυλισμό της, απομυθοποιεί την ικανότητα της γλώσσας να περιγράψει αντικειμενικά την ουσία και την αλήθεια. Δίνει λοιπόν μεγάλη βαρύτητα στη σιωπή και κυρίως στο οπτικό κομμάτι του θεάτρου, καθώς οι σκηνικές οδηγίες στα έργα του είναι πάντα λεπτομερέστατες. «Η γλώσσα του είναι συνάμα λιτή, βίαιη, ελλειπτική. Δεν τον κρατούν αιχμάλωτο οι γραμματικοί κανόνες: αρχίζει μία φράση στον ενικό, την τελειώνει στον πληθυντικό, αντικαθιστά ένα ρήμα με ένα ουσιαστικό αν νομίζει ότι αυτό βοηθάει. Περνάει από την τέλεια έκφραση του απόλυτου λυρισμού, στη γλώσσα του πεζοδρομίου, στις βωμολοχίες» γράφει η Χριστίνα Τσίγγου στον ελληνικό πρόλογο του «Τέλους του Παιχνιδιού».

Ο Μπέκετ είναι άναρχος, αινιγματικός και παράδοξος σε όλα τα επίπεδα του έργου του. Την παραληριματική του γλώσσα πλαισιώνουν οι δυνατές, μεταφυσικές εικόνες, μια πρωτοφανής χρονική αυθαιρεσία, οι κατακερματισμένοι χαρακτήρες και η πλοκή που περισσότερο θυμίζει αίνιγμα. Παρόλο που η λογική δε λείπει από το έργο του Μπέκετ, ο Μάρτιν Έσσλιν θα το αποκαλέσει «Θέατρο του Παραλόγου», εξηγώντας: «κάθε απόπειρα να καταλήξει κανείς σε μια ξεκάθαρη και σίγουρη ερμηνεία θα ήταν τόσο παράλογη, όσο και το να προσπαθήσει να ανακαλύψει και να καθορίσει που ακριβώς αρχίζει και που ακριβώς τελειώνει το περίγραμμα ενός κιάρο–σκούρο σ’ έναν πίνακα του Ρέμπραντ, ξύνοντας τη μπογιά».

To 1969 απονέμεται στον Σάμουελ Μπέκετ το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το έργο του, που «μέσα από νέες λογοτεχνικές και θεατρικές φόρμες, εξυψώνει το μοντέρνο άνθρωπο μέσα από την ένδειά του». Ο Μπέκετ αρνείται να το παραλάβει και διαθέτει το χρηματικό έπαθλο των 73.000 δολαρίων σε νέου και πρωτοποριακούς καλλιτέχνες, ζωγράφους και σκηνοθέτες. Όσο μεγαλώνει, το έργο του Μπέκετ γίνεται όλο και περισσότερο μινιμαλιστικό και κάτι παρόμοιο συμβαίνει με τη ζωή του. Περνάει τα τελευταία του χρόνια απομονωμένος στο Παρίσι.

Πηγή:tvxs