ενημέρωση 7:09, 15 August, 2026

Ελένη Τσαλιγοπούλου και Βogaz Μusique live στο PassPort

Έχοντας στο πλευρό της μια νέα μπάντα τους Boğaz Musique, η Ελένη Τσαλιγοπούλου ανεβαίνει στη σκηνή τουPassPort για 4 βραδιές (Παρασκευή 5/12, 12/12 & 2/1 και Τετάρτη 24/12 παραμονή Χριστουγέννων). 

Boğaz σημαίνει πορθμός, πέρασμα, ρεύμα αέρα που φυσά σε ένα πέρασμα και το νέο σχήμα είναι ακριβώς αυτό: μια ομάδα, που εξελίσσεται, πειραματίζεται, «πειράζει», ενώνει το καινούριο με το παλιό, την Ανατολή με τη Δύση. 

Μαζί με την Ελένη Τσαλιγοπούλου κάνουν μια επιλογή τραγουδιών και τα παρουσιάζουν στο κοινό μέσα από μια νέα ηχητική προσέγγιση, καλύπτοντας την απόσταση από την παράδοση έως τον ηλεκτρισμό και την pop διάσταση των σύγχρονων μεγάλων επιτυχιών της ερμηνεύτριας. 

Επιπλέον, στις αποσκευές της η Ελένη Τσαλιγοπούλου έχει και το νέο της τραγούδι με τίτλο «Τράβα ρε μάγκα» το οποίο αποτελεί προπομπό του επερχόμενου άλμπουμ της. Ένα τραγούδι που αντλεί από το αγαπημένο ρεμπέτικο του Κώστα Σκαρβέλη, για να ανοιχτεί σε εντελώς νέους δρόμους με τους στίχους του Κώστα Λειβαδά και καινούρια, «πειρακτική» ενορχηστρωτική διάθεση. 

Οι boğaz musique είναι οι: 
Σπύρος Χατζηκωνσταντίνου - κιθάρες, μαντολίνο, λούπες 
Βαγγέλης Καλαμάρας - τύμπανα 
Αριστείδης Χατζησταύρου - κιθάρες 
Απόστολος Τσαρδάκας - κανονάκι, βιολί 
Χάρης Κελλάρης - κοντραμπάσο 
Αργύρης Διαμαντής - κρουστά 

PassPort,Καραΐσκου 119, Πλατεία Κοραή, Πειραιάς
Τηλέφωνο: 210 4296401 

Τιμή εισιτηρίου: 12 ευρώ (bar, με μπύρα ή κρασί) – 20 ευρώ (σε τραπέζι, με ποτό) 

Προπώληση εισιτηρίων: Public - 11876 - Καταστήματα Παπασωτηρίου - Seven Spots & on line: www.viva.gr

Το νέο τραγούδι-προάγγελος της νέας δισκογραφικής δουλειάς της Ελένης Τσαλιγοπούλου έχει τίτλο «Τράβα ρε μάγκα».

Με νέο τραγούδι επιστρέφει η Ελένη Τσαλιγοπούλου, λίγο πριν την επόμενη ολοκληρωμένη δουλειά της που θα κυκλοφορήσει στις αρχές της επόμενης χρονιάς. 

Το «Τράβα ρε μάγκα» είναι ένα τραγούδι με ρίζα στο ρεμπέτικο τραγούδι και απόλυτα σημερινή ενορχήστρωση. 

Τη μουσική του νέου τραγουδιού συνυπογράφει η ίδια η ερμηνεύτρια μαζί με τον Σπύρο Χατζηκωνσταντίνου, ενώ τους στίχους έχει γράψει ο Κώστας Λειβαδάς, υπεύθυνος για μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της καριέρας της. 

Η ιδέα της φράσης «Τράβα ρε μάγκα και αλάνι, τράβα για το Πασαλιμάνι» και της μελωδίας στο ρεφρέν είναι βασισμένη στο παλιό τραγούδι του Κώστα Σκαρβέλη, «Τράβα ρε μάγκα και αλάνι» και λειτουργεί σα μια γέφυρα που ενώνει το παρελθόν και τις μουσικές αναφορές της Ελένης Τσαλιγοπούλου, με τις σύγχρονες ανησυχίες της. 

Στο τραγούδι κάνει το ντεμπούτο της και η νεοσύστατη μπάντα Bogaz Musique, που θα είναι παρούσα και στις εμφανίσεις της Ελένης Τσαλιγοπούλου τον Δεκέμβριο στο Passport και εκφράζει ηχητικά το blend του παραδοσιακού με το σύγχρονο ήχο. 

Oι στίχοι του νέου τραγουδιού 

Κάπου στο Μοναστηράκι
πιάνει ένα τρελό αεράκι
που φέρνει απ΄ τα παλιά τραγούδια
λιβάνι μύρο και λουλούδια 

Πενιές για βάσανα και πάθη
και δάκρυα για μεγάλα λάθη
αφρός μαζί και κατακάθι
φωνές απο γειτονιές προσφυγικές 

Τράβα ρε μάγκα και αλάνι
τράβα για το Πασαλιμάνι
βάλε μεράκι και βενζίνα
να δεις πως καίγεται η Αθήνα 

Αχ πως πεθύμησα μια νύχτα
που να ΄χει φορτωμένα δίχτυα
ως το πρωί να τριγυρνάμε
μονάχα εκεί που αγαπάμε 

Να βρούμε τις παλιές ψυχές μας
και να χαθούν οι ενοχές μας
να γιατρευτούνε οι πληγές μας
εκεί που μοσχοβολάνε οι μουσικές 

Τράβα ρε μάγκα και αλάνι
πάμε για το Πασαλιμάνι
βιάσου και φόρεσα φουστάνι
μάτι κακό να μη μας πιάνει 

Τράβα ρε μάγκα και αλάνι
να μη μας δουν οι πολιτσμάνοι
πάτησε τη μοτοσυκλέτα
δώστου λοιπόν και ποιός μας πιάνει 

Τράβα ρε μάγκα και αλάνι
πάμε πεθύμησα λιμάνι
άναψε τα μεγάλα φώτα
κι αγκάλιασέ με όπως πρώτα 

Κι απο τις Τζιτζιφιές
με ένα σκοπό του μπάρμπα Γιάννη
διώξε τις συννεφιές
βάλε Σκαρβέλη και Τσιτσάνη

Τα ταρτάκια που σώζουν

Το σενάριο γνώριμο: από πληθωρικότητα; λαχτάρα; μάλλον λαιμαργία, ένα από τα γλυκίσματα των τελευταίων ημερών έχει περισσέψει σε γενναίες ποσότητες. Αυτή τη φορά ο λόγος για τη λεμονάτη κρέμα της Αγλαΐας Κρεμέζη, που άπαξ και αναρτήθηκε στους bostanistas δεν έχει λείψει ούτε μέρα από το ψυγείο μας - μόλις αδειάσει το πρώτο βαζάκι ένα δεύτερο, μεγαλύτερο το αντικαθιστά. Αποτέλεσμα; Χθες διαπίστωσα πως είχαν περισωθεί δύο βάζα γεμάτα με κρέμα που, αν δεν αξιοποιούνταν άμεσα, θα έπρεπε να πεταχτούν - ποτέ! Μία από τις απαράβατες αρχές του νοικοκυριού μας είναι πως επουδενί δεν πετάμε γλυκά, γιατί, απλούστατα, με αυτά φτιάχνουμε άλλα γλυκά. Χρέη σωτήρα ανέλαβαν τα πιο εύκολα ταρτάκια που έχουν επανειλημμένως γλιτώσει από βέβαιο πέταμα μαρμελάδες, σοκολατένιες κρέμες και άλλα γλυκά ή αλμυρά παρασκευάσματα.

Τις οδηγίες για την αγγλικής καταγωγής λεμονάτη κρέμα τις έχει καταγράψει επιμελώς εδώ η Αγλαΐα Κρεμέζη. Απλή και μυρωδάτη, μπορείτε να την ετοιμάσετε χωρίς καθόλου κόπο και σίγουρα θα αξιοποιηθεί πολύ γρήγορα σε cheesecakes, αλειμμένη σε κουλουράκια, scones, φρυγανισμένο ψωμί και ασφαλώς ταρτάκια όπως αυτά:

Τα απαραίτητα

  • 1 και ¼ φλιτζάνι αλεύρι για όλες τις χρήσεις
  • 1/3 φλιτζανιού ζάχαρη
  • λίγο ξύσμα λεμονιού
  • ½ φλιτζάνι βούτυρο (περίπου 125 γραμμ.)
  • 1 κρόκο αυγού, ελαφρώς χτυπημένο
  • 2 κ.σ. κρύο νερό

Αν ετοιμάσετε την κρέμα για πρώτη φορά, σαφώς προηγείται χρονικά της ζύμης. Φτιάξτε την από την προηγούμενη μέρα και καλυμμένη αφήστε την στο ψυγείο.

Για τις τάρτες
Ζεσταίνουμε τον φούρνο στους 190 βαθμούς

Σε ένα μεσαίο μπολ ανακατεύουμε αλεύρι, ζάχαρη και λίγο από το ξύσμα λεμονιού. Κόβουμε το βούτυρο σε μικρά κομμάτια και το προσθέτουμε ανακατεύοντας με τα χέρια μας μέχρι η τρόπον τινά ζύμη να θυμίζει μεγάλα ψίχουλα. Σε ένα μικρότερο μπολ ανακατεύουμε τον κρόκο του αυγού μαζί με τις δύο κουταλιές νερού και αδειάζουμε το υγρό μίγμα σ' εκείνο του πρώτου μπολ. Ζυμώνουμε ώσπου να σχηματιστεί ομοιόμορφη ζύμη σε μορφή μπάλας.

Την κόβουμε σε μικρότερες μπάλες, τις απλώνουμε σε πιτάκια με τα δάχτυλά μας και γεμίζουμε το σκεύος που συνήθως ψήνουμε μάφινς και μικρά κέικ. Ελλείψει αυτού, οι μικρές, μιας χρήσης αλουμινένιες θήκες θα μας βολέψουν περίφημα. Φουρνίζουμε για περίπου 10 λεπτά, μέχρι οι ζυμαρένιες βάσεις να ροδίσουν. Τις βγάζουμε από τον φούρνο και περιμένουμε να κρυώσουν τουλάχιστον για 10 λεπτά. Με τη βοήθεια ενός κουταλιού μοιράζουμε ισότιμα - ή και όχι - την κρύα κρέμα.

Αν περισσεύει κι άλλη, επαναλαμβάνουμε μέχρι εξαντλήσεως αποθεμάτων!

Kαστανόσουπα υψηλών αξιώσεων

Στα «χρόνια του Λονδίνου», ίσως τα καλύτερα της ζωής μου, θυμάμαι τη New Covent Garden Soup Company, που ιδρύθηκε εκεί, περί τα μέσα της 10ετίας του ’80. Ήταν «ένα εργοστάσιο παραγωγής σούπας», έγραφε κάπως χαιρέκακα τότε η Times του Λονδίνου. «Είναι μια μεγάλη κουζίνα μέσα στην οποία παρασκευάζουμε σπιτικές σούπες, χωρίς πρόσθετα και συντηρητικά, ώστε να τις αγοράζει ο πελάτης και να τις καταναλώνει σε μία-δυο μέρες το πολύ», απάντησε στην εφημερίδα ο William Kendall, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας. Η δουλειά μου, στο BBC, ήταν πολύ κοντά στο Covent Garden και, προερχόμενος από «τας αποικιοκρατικάς Αφρικάς», όπου η σούπα ήταν «ιστορικά δεμένη» με το κάθε γεύμα και δείπνο, δεν άργησα να δοκιμάσω το μαγαζί αυτό και να γίνω ένθερμος πελάτης του.

Η σούπα καρότου και κόλιανδρου ήταν, για μένα, ό,τι καλύτερο. Ήταν και το σήμα κατατεθέν προϊόν του «NCG Soup Company» - θα σας την γράψω κάποια μέρα. Σήμερα, άλλο έχω κατά νου. Το ημερολόγιο με παρασέρνει σε festive διάθεση και λέω να μοιραστώ μαζί σας – μακάρι να μπορούσα να σας καλέσω κιόλας, όλους και όλες, στο πατροπαράδοτο χριστουγεννιάτικό μας τραπέζι για να απολαύσουμε – την καστανόσουπά μου.

Είναι… χιλιοδοκιμασμένη. Φτιάχνεται στάδιο-στάδιο. Θέλει οργάνωση, σύστημα και - πάνω απ’ όλα - άριστα υλικά. Το πιο βασικό μέρος της είναι αυτό, το πρώτο. Η βάση.

Η βάση της σούπας είναι ο πουρές κάστανου. Για αυτό, θα χρειαστούμε:

  • 400 γρ. έτοιμα προβρασμένα κάστανα (γαλλικά) – τα πουλάνε τα καλά σουπερμάρκετ
  • ½ φλιτζάνι φρέσκα κρέμα
  • 25 γρ. βούτυρο
  • αλάτι, πιπέρι

Βράζουμε τα κάστανα για περίπου 5 λεπτά. Τα βγάζουμε, τα σουρώνουμε καλά, φυλάγοντας λίγο από το βρασμένο νερό, και με πολλή υπομονή τα λιώνουμε λίγα-λίγα, με την ανάποδη ενός κουταλιού σούπας, σε μία σήτα, αφήνοντας τα ψιλοτριμμένα κάστανα να πέσουν σ’ ένα μπολ που θα 'χουμε από κάτω. Αυτή η διαδικασία μπορεί να πάρει ώρα.

Ακολούθως, ρίχνουμε το τριμμένο κάστανο σε ένα τηγάνι, προσθέτουμε τη φρέσκα κρέμα και ζεσταίνουμε σε μέτρια φωτιά ανακατεύοντας συνεχώς. Μετά από 1-2 λεπτά, προσθέτουμε το βούτυρο, αλάτι-πιπέρι και συνεχίζουμε το ανακάτεμα. Εάν ο πουρές των κάστανων είναι πολύ πηχτός, προσθέτουμε λίγο από το ζεστό νερό που βράσαμε τα κάστανα ώστε να αραιώσει λίγο. Πάντως, ο πουρές πρέπει να είναι περισσότερο πηχτός, παρά νερουλός.

Μην ξεχνάτε τον σπιτικό ζωμό κότας ποτέ!

Θα φτιάξουμε εδώ τον ελαφρύ ζωμό, που θέλει βράσιμο 1,5 έως 2 ώρες. Ο πιο πλούσιος θέλει περίπου 3. Με τα παρακάτω υλικά φτιάχνουμε γύρω στα 2,25 λίτρα. Όσος ζωμός περισσέψει, τον βάζουμε σε παγοκύστες και τον φυλάμε στην κατάψυξη για μετέπειτα χρήση.

  • 1,5 κιλό κοτόπουλο ελευθέρας βοσκής
  • 1 μέτριο κρεμμύδι, ξεφλουδισμένο, στο οποίο να έχουμε φυτέψει 3 ξυλάκια γαρίφαλο
  • 2 μέτρια καρότα, κομμένα σε μέτριου μέγεθους κομμάτια, όχι ψιλοκομμένα
  • 2 μέτρια «ξυλάκια» celery, κομμένα στο ίδιο μέγεθος με τα καρότα
  • 3 ξεφλουδισμένες σκελίδες σκόρδου
  • 6 κλωνάρια πλατύφυλλου μαϊντανού, μαζί με τα κοτσάνια
  • 3 κλωνάρια φρέσκο θυμάρι
  • 1 φύλλο δάφνης
  • 1 «τσιμπιά» χοντρό αλάτι
  • 3 λίτρα κρύο νερό, να σκεπάσει όλα τα υλικά στη κατσαρόλα κατά τουλάχιστον 7,5 εκατοστά

Το ιδανικό είναι να έχουμε ειδικό σκεύος, stockpot, για να παρασκευάζουμε όλους τους ζωμούς μας. Για μένα, είναι το πολυτιμότερο κουζινικό μου σκεύος.

Βάζουμε, λοιπόν, μέσα σ’ αυτό όλα τα υλικά μας μεμιάς. Σκεπάζουμε και ψήνουμε σε σιγανή φωτιά ώσπου να έρθει σε βράση. Τότε χαμηλώνουμε κι άλλο τη φωτιά και σιγοψήνουμε (simmer) με το stockpot μας μισοσκεπασμένο για ώρα ανάλογη με την πηκτικότητα του ζωμού που θέλουμε και ξαφρίζοντας συχνά. Είναι πολύ σημαντικό να μην ανακατεύουμε καθόλου τον ίδιο τον ζωμό, να μη τον μετακινούμε και, όπως λένε τα παιδιά του NCG Soup Company, να μην τον ενοχλούμε! Τέλος στραγγίζουμε τον ζωμό, προσέχοντας να μην περάσει από τη σήτα κανένα από τα υλικά, ούτε να τα πιέσουμε εμείς για να περάσουν. Θέλουμε καθαρό, «νερένιο» ζωμό! Αφήνουμε να κρυώσει. Φυλάμε στο ψυγείο. Και, όταν είναι να τον χρησιμοποιήσουμε, αφαιρούμε από την επιφάνεια το λίπος που θα σχηματιστεί.

Για τη σούπα τώρα, θα χρειαστούμε:

  • 30 γρ. βούτυρο
  • 1-2 φέτες μπέικον καπνιστό ψιλοκομμένες
  • 1 μέτριο κρεμμύδι, ψιλοκομμένο, κατά προτίμηση σαλότ
  • 1 σκελίδα σκόρδου λιωμένη
  • 1 μέτριο καρότο ψιλοκομμένο
  • 1 «ξυλάκι» σέλινο ψιλοκομμένο
  • 1 μέτρια πατάτα κομμένη σε μικρά κυβάκια
  • τον πουρέ από κάστανα που ετοιμάσαμε πριν
  • 1 λίτρο νερό
  • σπιτικό ζωμό κότας, περίπου 500 ml
  • ¼ φλιτζάνι φρέσκια κρέμα
  • 2 κ.σ. ψιλοκομμένο σχοινόπρασο για γαρνιτούρα

Θερμαίνουμε το βούτυρο σε κατσαρόλα. Προσθέτουμε το μπέικον και το σκόρδο και τσιγαρίζουμε σε μέτρια φωτιά για περίπου 3 λεπτά, ή ώσπου να μαλακώσει, χωρίς να γίνει καφέ χρώμα το κρεμμύδι. Προσθέτουμε το καρότο, το σέλινο, την πατάτα, τον πουρέ κάστανου, το νερό και τον ζωμό κότας. Όταν πάρει βράση η σούπα, χαμηλώνουμε τη φωτιά, σκεπάζουμε τη κατσαρόλα και σιγοψήνουμε για περίπου 30 λεπτά ή ώσπου τα λαχανικά μας να μαλακώσουν.

Μεταφέρουμε τμηματικά τη σούπα στο μπλέντερ και χτυπάμε μέχρι να γίνει ωραία και λεία. Βάζουμε σε ένα μπολ και συνεχίζουμε να χτυπάμε τμηματικά όλη τη σούπα ως το τέλος. Μετά, ξαναβάζουμε τη λεία πια σούπα μας στην κατσαρόλα, προσθέτουμε τη φρέσκα κρέμα και ζεσταίνουμε, χωρίς να την βράσουμε, ώσπου να είναι έτοιμη για σερβίρισμα. Περίπου 5 λεπτά. Αν χρειαστεί, προσθέτουμε αλατοπίπερο.

Σερβίρουμε ζεστή, σε ζεστά βαθουλά πιάτα ή μπολάκια, με γαρνιτούρα το ψιλοκομμένο σχοινόπρασο. Και, παρακαλώ, μην συνοδεύσετε ούτε με ψωμί, ούτε με croutons. Δεν τα χρειάζεται αυτά. Την χαλάνε!

Καλή όρεξη, 

ΥΓ.: 4 πολύτιμα βοηθήματα επιστρατεύω στη συνταγή αυτή. Μια παλιά συνταγή της μάνας μου. Μια συνταγή από το Starters & Soups του Australian Women’s Weeekly (από τις καλύτερες μαγείρισσες-νοικοκυρές), τον ζωμό κότας από το New Covent Garden Soup Co. και, για τον πουρέ κάστανου, τη μαγειρική μου Βίβλο, την Larousse Gastronomique.

Η γυναίκα του θεού

«Η γυναίκα του Θεού», Αμάντα Μιχαλοπούλου, (εκδ. Καστανιώτη)
 
Γράφει η Χαριτίνη Μαλισσόβα
 
Ο εξανθρωπισμός του Θεού και η προφητεία απανθρωπισμού του ανθρώπου
 
Πόσο εύκολο να πιστέψει κάποιος πως ο Θεός πάσχει από μοναξιά και αναζητά στο πλευρό του μια γυναίκα;
Και τι μπορεί να πει αυτή η γυναίκα για τον Θεό και για τη σχέση της μαζί του;
Στο μυθιστόρημά της η Αμάντα Μιχαλοπούλου τοποθετεί ως κεντρικούς ήρωες τον Θεό και τη γυναίκα του η οποία, μάλιστα, είναι αυτή που αφηγείται τη ζωή της μαζί του.
 
Η ασυνήθιστη αυτή ιστορία,καταπιάνεται με την ύψιστη υπαρξιακή αναζήτηση του ανθρώπου, με  τη σχέση ανθρώπου και Θεού αλλά, μέσω της μυθοπλασίας, και με τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους. 
 
Μου δημιούργησε πολλαπλά συναισθήματα η ανάγνωσή του, από διάθεση να γελάσω, (διόλου με ειρωνική διάθεση), να προβληματιστώ, να αναρωτηθώ αλλά και να απορήσω.
 
«Θα σβηστείς κι εσύ, σιγά σιγά», λέει ο Θεός στη γυναίκα του, δια της πένας της  Αμάντας Μιχαλοπούλου, προετοιμάζοντάς την για το άχρονο σύμπαν στο οποίο εκείνη μια μέρα θα πρέπει να ζήσει, χωρίς ανάγκες και επιθυμίες. Ακριβώς το αντίθετο κάνει ο Θεός για να την πλησιάσει. Ενανθρωπίζεται, παίρνοντας τα χαρακτηριστικά που η γυναίκα του πιστεύει ότι θα έπρεπε να έχει ο Θεός για να είναι Θεός. 
 
Με έναν Θεό να αντιπαθεί αρχικά τη λογοτεχνία και την ποίηση, επειδή του θυμίζει τον τρόπο με τον οπόιο φτιάχτηκε ο κόσμος∙ όμως στην πορεία, όταν ξαναγυρίζει στον κόσμο, καταβροχθίζει κάθε λογοτεχνικό βιβλίο για να θυμηθεί τον κρυφό κώδικα της δημιουργίας, βάζοντας και τη γυναίκα του να κάνει το ίδιο.
 
Είτε το αντιμετωπίσεις ως φιλοσοφικό ή ως θρησκευτικό μυθιστόρημα, είτε 
ως μεταφυσική πάλη με τον Θεό ή μια ασυνήθιστη ερωτική ιστορία χωρίς ερωτική πράξη, αλλά κι αν ακόμα το ερμηνεύσεις ως μια απολογία της λογοτεχνίας, το σίγουρο είναι ότι «Η γυναίκα του Θεού»  είναι η πνευματική αυτοβιογραφία της Αμάντας Μιχαλοπούλου.
 
Στα τρία κεφάλαια, Κόλαση, Καθαρτήριο και Παράδεισος και μέσα στις 220 σελίδες του βιβλίου, ο αναγνώστης σίγουρα θα βρει πολύτιμο υλικό για σκέψη και εσωτερική αναζήτηση.
 
 «Πολλοί θέλουν να πιστεύουν πως το σχέδιο του Θεού σκόνταψε στην άρνηση του ανθρώπου. Βολική εξήγηση για πλάσματα σαν εμάς, που τρέφονται με τύψεις. Στην πραγματικότητα το σχέδιο σκόνταψε στην αδυναμία του ίδιου του Θεού να δημιουργήσει έναν κόσμο αντάξιό Του. Όχι ηθικολογικά, αλλά νοητικά και αισθητηριακά. Έναν κόσμο που θα μπορούσε να συνδιαλεχθεί με τον Θεό στη βάση της ισότητας και της δημιουργίας. Η δημιουργία εξέπεσε, όχι ο άνθρωπος».