ενημέρωση 3:11, 12 August, 2026

Γιατί ανεβαίνει τώρα το ΛΑΟΣ, Αλέξη Παπαχελά;

Μετά από έρευνες της Δικαιοσύνης, ο πρόεδρος του ΛΑΟΣ και υπερπατριώτης Γιώργος Καρατζαφέρης φέρεται να έχει δυο off shore εταιρείες και να εμπλέκεται σε νέο σκάνδαλο των εξοπλιστικών, ενώ τρεις τότε βουλευτές του ΛΑΟΣ -και νυν βουλευτές και υπουργοί της Νέας Δημοκρατίας- οι υπερπατριώτες Μάκης Βορίδης, Άδωνις Γεωργιάδης και Θάνος Πλεύρης, είχαν καταθέσει τουλάχιστον 23 ερωτήσεις που αφορούσαν τα εξοπλιστικά προγράμματα.

Τον Μάρτιο του 2011, ο διευθυντής της «Καθημερινής» Αλέξης Παπαχελάς είχε γράψει στην «Καθημερινή» ένα άρθρο με τίτλο «Γιατί ανεβαίνει ο ΛΑΟΣ», όπου εκθείαζε τον Γιώργο Καρατζαφέρη και το ΛΑΟΣ που φερόταν να βρίσκεται στο 9%.

Είναι γνωστό πως η Καθημερινή και ο ΣΚΑΪ έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους, για να ανεβάσουν τον Καρατζαφέρη και τα παλικάρια του. Υποθέτω για ανιδιοτελείς λόγους. Για τους ίδιους λόγους που αργότερα -και πριν την δολοφονία Φύσσα- έβλεπαν με συμπάθεια την «σοβαρή Χρυσή Αυγή».

Όταν διάβασα το άρθρο του Παπαχελά με τον τίτλο «Γιατί ανεβαίνει ο ΛΑΟΣ», έγραψα ένα κείμενο με τίτλο «Γιατί δεν ανεβαίνει το ΛΑΟΣ».

Αφού θυμίσω πως το ΛΑΟΣ δεν μπήκε στη Βουλή στις επόμενες εκλογές -κάποιος νόμιζε πως είναι ο μόνος πράκτορας μέσα στο κόμμα του αλλά ανακάλυψε πως υπήρχαν τουλάχιστον δυο ακόμα-, παραθέτω το κείμενο (12 Μαρτίου 2011):

Γιατί δεν ανεβαίνει το ΛΑΟΣ

Διάβασα το άρθρο του Αλέξη Παπαχελά στην «Καθημερινή» για το ΛΑΟΣ και τον Καρατζαφέρη και έβγαλα μερικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Το άρθρο έχει τον τίτλο «Γιατί ανεβαίνει ο ΛΑΟΣ». Το πρώτο συμπέρασμα είναι πως το ΛΑΟΣ δεν ανεβαίνει. Αν το ΛΑΟΣ ανέβαινε, δεν θα χρειαζόταν να γράψει αυτό το άρθρο ο κ. Παπαχελάς.

Το άρθρο του κ. Παπαχελά για το ΛΑΟΣ έρχεται μια ημέρα μετά τη δημοσκόπηση της Public Issue για τον ΣΚΑΙ και την «Καθημερινή». Στη δημοσκόπηση το ΛΑΟΣ παρουσιάζεται να συγκεντρώνει ποσοστό 9%.

Δεν πιστεύω τις δημοσκοπήσεις. Ειδικά, τις δημοσκοπήσεις που γίνονται για εκδοτικά συγκροτήματα που θέλουν να προωθήσουν τα συμφέροντά των ιδιοκτητών τους.

Το ΛΑΟΣ δεν έχει ποσοστό 9%. Αυτό είναι το ποσοστό που θα ήθελαν να έχει το ΛΑΟΣ ο κ. Παπαχελάς και οι φίλοι του. Οπότε θα υπάρχει η σχετική αρθρογραφία για το ΛΑΟΣ, με την ελπίδα πως θα μπορέσουν να το σπρώξουν και να παίξει το ρόλο που επιθυμούν στην οικουμενική κυβέρνηση που ονειρεύονται.

Τα πράγματα πρέπει να είναι πολύ άσχημα για το εκδοτικό κατεστημένο, για να κάθεται ένας προβεβλημένος δημοσιογράφος σαν τον Αλέξη Παπαχελά να γράφει ένα άρθρο-ύμνο στο ΛΑΟΣ και τον Καρατζαφέρη.

Φυσικά, δεν μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι ο Παπαχελάς υμνεί τον Καρατζαφέρη. Είναι γνωστό από την παγκόσμια ιστορία πως η αστική δημοκρατία –όταν τα βρίσκει δύσκολα- κάνει μια εκτροπή και το γυρνάει στο φασισμό, για να υπερασπίσει τα συμφέροντα των μεγαλοαστών.

Ως εκ τούτου, δεν θα μου προκαλέσει καμία έκπληξη αν σύντομα ο κ. Παπαχελάς γράψει ένα άρθρο για να υμνήσει και τη Χρυσή Αυγή. Μόνο να γράψει τον ύμνο για τη Χρυσή Αυγή στο κυριακάτικο φύλλο της «Καθημερινής» που θα προσφέρει στους «σοβαρούς» αναγνώστες της το «Μαουτχάουζεν» του Μίκη Θεοδωράκη.

(Τραγική η κατάντια των δημοσιογράφων της «Καθημερινής» -ειδικά των αριστερών και των νεοφιλελεύθερων- να διαβάζουν τον διευθυντή της εφημερίδας στην οποία εργάζονται να απαριθμεί τα χαρίσματα του Καρατζαφέρη και τις χάρες του ΛΑΟΣ, και να είναι αναγκασμένοι να το βουλώσουν. «Καίγεται» πολύς κόσμος αυτήν την εποχή στα ΜΜΕ και μάλιστα δεν το παίρνει χαμπάρι. Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.)

Μην αγοράζετε τις εφημερίδες τους.

Πηγή:πιτσιρίκος

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Βιττόριο ντε Σίκα: Ο πατέρας του Ιταλικού Νεορεαλισμού

 

Γεννημένος στις 7 Ιουλίου του 1901, ο Βιττόριο ντε Σίκα (Vittorio de Sica) υπήρξε ένας ιδιαίτερα χαρισματικός κινηματογραφικός σκηνοθέτης, αλλά και ηθοποιός. Παράλληλα μέσα από τα έργα του, ο Βιττόριο ντε Σίκα υπήρξε από τους κύριους εκπροσώπους του ιταλικού νεορεαλισμού. Στο μικρό μας αφιέρωμα, γυρνάμε τον χρόνο πίσω και ταξιδεύουμε στις δύο ίσως πιο γνωστές ταινίες του Ιταλού σκηνοθέτη. Ο λόγος για το κλασσικό φιλμ «Θαύμα στο Μιλάνο» (Miracolo a Milano) του 1951 και βέβαια το αριστουργηματικό «Κλέφτης Ποδηλάτων» (Bicycle Thieves / Ladri di Biciclette) του 1948. Έφυγε σαν σήμερα, 13 Νοεμβρίου του 1974.

Ο Βιττόριο ντε Σίκα, ο οποίοςγεννήθηκε λίγο έξω από τη Ρώμη στις 7 Ιουλίου του 1901, εισχώρησε από μικρός στον χώρο του θεάματος και η άνοδός του ήλθε σύντομα. Κατ' αρχήν ως ηθοποιός - τον θυμόμαστε χαρακτηριστικά στην «Άγνωστη Κυρία» (Madame De - 1953) του Μάξ Οφίλς - και μάλιστα σταρ της προπολεμικής περιόδου, άρχισε να ασχολείται με τη σκηνοθεσία το 1940 συμμετέχοντας στη δημιουργία τεσσάρων κωμωδιών. Από την πρώτη κιόλας προσωπική ταινία του, «Τα Παιδιά μας Βλέπουν», ένα πικρό σχόλιο επάνω στον τρόπο ζωής μιας μικροαστικής οικογένειας, φάνηκε το ρεαλιστικό ύφος που αργότερα θα γινόταν το σήμα κατατεθέν του δημιουργού.

Ο ιταλικός νεορεαλισμός γεννήθηκε μέσα στο χάος και στα απομεινάρια του πολέμου. Η ιταλική κοινωνία μετά τον πόλεμο ψυχορραγούσε αλλά δε λύγισε στην προσπάθειά της να σταθεί και πάλι όρθια. Σκηνοθέτες όπως ο Ντε Σίκα, ο Ρομπέρτο Ροσελίνι, ο Τζιουζέπε ντε Σάντις, αλλά και πριν από αυτούς ο Λουκίνο Βισκόντι, εισχώρησαν με τον φακό τους σε φυσικούς, φτωχικούς χώρους και με ερασιτέχνες ηθοποιούς, ως επί το πλείστον, έδωσαν νόημα και ουσία, στην «ασημαντότητα της καθημερινότητας».

Απλά γεγονότα, όπως η προσπάθεια ενός οικογενειάρχη να ξαναβρεί το κλεμμένο εργαλείο για τη δουλειά του, ένα ποδήλατο, απέκτησαν μέσω του νεορεαλισμού οικουμενικό χαρακτήρα, που αποτυπώθηκε μοναδικά στην κινηματογραφική οθόνη. Όταν επήλθε το τέλος του νεορεαλισμού, ο κινηματογράφος του Ντε Σίκα διαφοροποιήθηκε και έγινε ίσως περισσότερο προσιτός στο πλατύ κοινό.

Ο Ιταλός δημιουργός υπέγραψε μεταξύ άλλων, δράματα αλλά και κωμωδίες με δημοφιλείς σταρ, σαν την«Ατιμασμένη» που χάρισε στη Σοφία Λόρεν το Όσκαρ πρώτης γυναικείας ερμηνείας και το «Χθες, Σήμερα, Αύριο» («Oggi, ieri, domani») του 1963,το οποίο τιμήθηκε με το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Παραγωγής. Ένα βραβείο το οποίο κέρδισαν τρεις ακόμη ταινίες του Ντε Σίκα: το «Sciuscia», ο «Κλέφτης των Ποδηλάτων» και βέβαια, ο «Κήπος των Φίντσι Κοντίνι».

Ο Βιττόριο ντε Σίκα έχει χαρακτηριστεί ως ο «πατέρας του νεορεαλισμού» ενώ παράλληλα «κατηγορήθηκε» για θεματική ρηχότητα και συναισθηματική «ευκολία» στην προβληματική και στην προσέγγιση των θεμάτων του. Όμως αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Ντε Σίκα σκηνοθέτησε μεταξύ άλλων τέσσερα κινηματογραφικά αριστουργήματα στη σειρά - «Ο Κλέφτης των Ποδηλάτων», «Sciuscia», «Θαύμα στο Μιλάνο», «Ουμπέρτο Ντ.» - μέσω των οποίων μάθαμε για τη μεταπολεμική Ιταλία περισσότερα από όσα μας έδωσε στο σύνολό του ολόκληρος ο υπόλοιπος ιταλικός κινηματογράφος της συγκεκριμένης περιόδου...

Αδιαφιλονίκητα, ο Ντε Σίκα υπήρξε ένας αφοσιωμένος μαχητής του κινηματογράφου, εκείνος που έδωσε στο ιταλικό σινεμά αίγλη και του χάρισε διεθνή αναγνώριση στην πιο δύσκολη εποχή του. Άνθρωπος των παθών όμως ο Ντε Σίκα, υπήρξε και ο ίδιος θύμα του τζόγου, που εν τέλει τον κατέστρεψε. Πέθανε καταχρεωμένος στο Παρίσι στις 13 Νοεμβρίου του 1974, αφήνοντας ωστόσο σε όλους μας μία μοναδική και ανεκτίμητη πολιτιστική κληρονομιά.

«Κλέφτης Ποδηλάτων» (Bicycle Thieves / Ladri di Biciclette - 1948)

Μία από τις κορυφαίες ταινίες όλων των εποχών, που κέρδισε το ειδικό βραβείο Όσκαρ για καλύτερη ξένη ταινία 7 χρόνια πριν καθιερωθεί αυτή η κατηγορία, είναι το φιλμ «Κλέφτης Ποδηλάτων» (Bicycle Thieves / Ladri di Biciclette - 1948) του Βιττόριο ντε Σίκα.

Η ταινία μας, ξεκινάει σε μια αλάνα όπου ένα γεμάτο αγωνία τσούρμο ανέργων περιμένει να ακούσει ένα καλό νέο από τον υπεύθυνο του γραφείου εύρεσης εργασίας. Η τύχη χαμογελά σε κάποιον άνδρα που ονομάζεται Αντόνιο Ρίτσι, ο οποίος επιλέχθηκε από τον δήμο της Ρώμης να εργαστεί ως αφισοκολλητής.

Η δουλειά όμως απαιτεί ποδήλατο και ο Ρίτσι δεν έχει πια, καθώς το έχει δώσει ως ενέχυρο. Έτσι, θα πει ψέματα, θα πάρει τη δουλειά και μαζί μία ωραία στολή. Μέχρι αύριο όμως θα πρέπει να βρει ένα ποδήλατο.

Η γυναίκα του φαίνεται να έχει τη λύση. Δίνει ενέχυρο τα σεντόνια της προίκας της και το ποδήλατο επιστρέφει στην οικογένεια. Πριν ξημερώσει οι ποδηλάτες - αφισοκολλητές ξεχύνονται στους δρόμους. Ανάμεσά τους και ο ευτυχισμένος ακόμα Ρίτσι.

Την ώρα όμως που ανεβασμένος στη σκάλα του κολλά μια αφίσα που διαφημίζει την τελευταία ταινία της Ρίτα Χέιγουορθ, κάποιοι του κλέβουν το ποδήλατο. Η Ρίτα Χέιγουορθ κοιτά χαμογελαστή από τον τοίχο τον Ρίτσι να κυνηγά απεγνωσμένα τον κλέφτη...

Η επιβίωση της οικογένειας όμως εξαρτάται από το ποδήλατο. Έτσι, την επόμενη μέρα αρχίζει η αναζήτηση. Ο θεατής σιγά σιγά αρχίζει να συμπάσχει με τον Ρίτσι και με τον μικρό του γιο, ακολουθώντας τους στις ατέρμονες περιπλανήσεις τους στους δρόμους της Ρώμης. Ταξιδεύουμε έτσι στις υπαίθριες αγορές, στα συσσίτια της εκκλησίας και στις φτωχογειτονιές, με οδηγό την ελπίδα.

Το φιλμ «Κλέφτης Ποδηλάτων» (Bicycle Thieves / Ladri di Biciclette - 1948) του Βιττόριο ντε Σίκα, είναι ένα κλασσικό αριστούργημα, όχι μόνο του Ιταλικού, αλλά και του παγκόσμιου κινηματογράφου, για το οποίο ο μεγάλος Όρσον Γουέλς, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: “Ο Ντε Σίκα κατάφερε κάτι αδιανόητο, εξαφάνισε την κάμερα!”.

Στον “Κλέφτη Ποδηλάτων” (Bicycle Thieves – Ladri di Biciclette), τα κάδρα γεμίζουν από ρόδες, τιμόνια και κάθε είδους εξαρτήματα ποδηλάτου, όλα εντείνοντας το δράμα του ήρωα μας. Παράλληλα το σχόλιο στη σκηνή με τη Ρίτα Χέιγουορθ για τον εμπορικό κινηματογράφο της εποχής και για τη σχέση του με την πραγματικότητα, είναι κάτι παραπάνω από σαφές.

Η εξαιρετική ταινία του Βιττόριο ντε Σίκα, θεωρείται και δικαίως, ως μία από τις κορυφαίες ταινίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Το φιλμ κέρδισε το ειδικό βραβείο Όσκαρ για καλύτερη ξένη ταινία 7 χρόνια πριν καθιερωθεί αυτή η κατηγορία... Η ιστορία, μας μιλά για τον αγώνα των απλών ανθρώπων. Την προσπάθεια για επιβίωση, την αδικία που βιώνουν, την αγωνία για την επόμενη ημέρα, αλλά και τη στοργή, την αγάπη και την ανθρωπιά, που περικλείει όλους τους καθημερινούς ανθρώπους, που προσπαθούν και ελπίζουν, για ένα καλύτερο αύριο.

Σε μία μνημειώδης σκηνή, πατέρας και γιος κάθονται να φάνε σ' ένα εστιατόριο. Εκεί υπό τους ήχους της λαϊκής ορχήστρας και με το στομάχι γεμάτο η αισιοδοξία επιστρέφει. Ο μικρός Μπρούνο πίνει κρασί. Μοιάζει να έχει ενηλικιωθεί μέσα σε μία μόλις ημέρα. Ωστόσο, το όνειρο διακόπτεται, όταν ξαναρχίζει η περιπλάνηση.

Ξαφνικά έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο με τον κλέφτη. Ο Ρίτσι τον πιάνει και τον πιέζει να του δώσει πίσω το ποδήλατό του. Οι φτωχοί γείτονές του, σπεύδουν να τον βοηθήσουν. Ο αστυνομικός που φτάνει κάνει έρευνα στο σπίτι του κλέφτη ­ένα σπίτι πανομοιότυπο σχεδόν με εκείνο της οικογένειας Ρίτσι. Δεν βρίσκει το ποδήλατο, μάρτυρες δεν υπάρχουν, τα πάντα χάνονται. Πατέρας και γιος φεύγουν σχεδόν κυνηγημένοι από τη γειτονιά.

Βαθιά απελπισμένος πια ο ήρωας μας, αποφασίζει να κλέψει ένα από τα εκατοντάδες ποδήλατα που βρίσκονται γύρω του. Το δράμα κορυφώνεται. Αρπάζει πράγματι ένα, όμως καθώς είναι άπειρος, συλλαμβάνεται αμέσως από τους περαστικούς. Στη θέα του τρομοκρατημένου Μπρούνο ο ιδιοκτήτης θα δείξει οίκτο προς τον κλέφτη και θα τον αφήσει ελεύθερο. Τότε ο ήρωας θα ξεσπάσει σ' ένα σπαρακτικό κλάμα και αγκαλιά με το γιο του θα γίνει και πάλι ανώνυμος μέσα στο πλήθος των περαστικών...

Πολλοί υποστηρίζουν ότι ο “Κλέφτης Ποδηλάτων” άλλαξε τη ροή της κινηματογραφικής τέχνης και δεν έχουν άδικο. Ο φτωχός εργάτης Λαμπέρτο Ματζοράνι και οι άλλοι ερασιτέχνες ηθοποιοί της ταινίας - ­μεταξύ αυτών και ο δεκαεξάχρονος τότε Σέρτζιο Λεόνε, που υποδυόταν ένα από τα παπαδοπαίδια στη σκηνή της καταιγίδας­ - δίδαξαν στους ακριβοπληρωμένους σταρ της εποχής έναν νέον τρόπο προσέγγισης της υποκριτικής τέχνης.

Παράλληλα η ταινία του Βιττόριο ντε Σίκα αποτελεί και μία υπέροχη απόδειξη για το πώς μπορεί κανείς να φτιάξει μία πραγματικά σπουδαία ταινία χωρίς την βοήθεια ψηφιακών εφέ ή μπάτζετ εκατομμυρίων. Το φιλμ βασίζεται σ' ένα απλό σενάριο, από την ομώνυμη νουβέλα του Λουίτζι Μπαρτολίνι, που όμως δεν μπορεί παρά να συγκινήσει τον θεατή.

Οι ερμηνείες αν και προέρχονται από ερασιτέχνες ηθοποιούς είναι βγαλμένες από τη ζωή, σήμα κατατεθέν άλλωστε του νεορεαλισμού. Το σημαντικότερο είναι ότι ο σκηνοθέτης, με την κάμερα του καταγράφει την Ιταλία μετά τα συντρίμμια που άφησε πίσω του ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μια Ιταλία γεμάτη ανασφάλειες και σκοτεινούς ανθρώπους που είναι έτοιμοι με μια σπίθα να γίνουν φωτιά και να κατασπαράξουν ο ένας τον άλλον.

Βλέποντας την ταινία από την αρχή μέχρι το τέλος της παρατηρούμε ότι υπάρχουν πολλές ομοιότητες ανάμεσα στην μεταπολεμική Ιταλία και την μετεμφυλιακή Ελλάδα. Τα ίδια προβλήματα, οι ίδιες ανασφάλειες, τα αγωνιώδη βλέμματα και οι ίδιοι καχύποπτοι άνθρωποι. Γι’ αυτό εξάλλου και πολλές ελληνικές μετεμφυλιακές ταινίες δανείστηκαν στοιχεία από τον ιταλικό νεορεαλισμό.

Ο Βιττόριο ντε Σίκα, με την συγκεκριμένη ταινία του, καταφέρνει να μας συναρπάσει με την απλότητά του και ταυτόχρονα με το συναίσθημα που βγάζει μέσα από την ιστορία που αφηγείται. Η μουσική υπόκρουση είναι χαρακτηριστική και έχει μείνει στην ιστορία ως μία από τις καλύτερες και πλέον συγκινητικές, στην ιστορία του σινεμά.

Βρισκόμαστε στο 1945. Ο καταστρεπτικός και ισοπεδωτικός Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει και η κινηματογραφική σχολή εγκαταλείπει σταδιακά το φανταστικό, το εξωπραγματικό, το παραμορφωμένο και ατομικό, για να περάσει σε πιο ρεαλιστικά πλαίσια.

Η Νέα αυτή Κινηματογραφική Σχολή έχει τη ρίζα της γέννησής της στην Ιταλία, όπως αυτή διαμορφώθηκε, μετά το 1945. Ο Κινηματογραφικός φακός πλέον εγκαταλείπει το στούντιο και τις παραμορφώσεις του και εγκαθίσταται μέσα στην πόλη και στο λεγόμενο αστικό περιβάλλον της.

Ο νεορεαλισμός έρχεται να εισαγάγει στον Κινηματογράφο την σκέψη για το κοινωνικό είναι και γίγνεσθαι. Να βάλει τον θεατή στη θέση του πρωταγωνιστή και από εκεί, στην καρδιά της ιστορίας και του προβλήματος.

Η νέα αυτή τάση της εποχής, ήρθε να αντιπαρατεθεί στο κοσμικό μελό, την αισθηματική κωμωδία, την θεαματική υπερπαραγωγή και όλες αυτές τις ταινίες που χαρακτήριζαν την προηγούμενη περίοδο και που καμία νύξη δεν περιείχαν για τα διογκωμένα κοινωνικά προβλήματα και τις αγωνίες του απλού καθημερινού ανθρώπου.

Ο Βιττόριο ντε Σίκα, αλλά και ο Ρομπέρτο Ροσελλίνι υπήρξαν δύο κλασσικοί εκφραστές και μέντορες του Ιταλικού Νεορεαλισμού. Τόσο ο “Κλέφτης Ποδηλάτων” του πρώτου, όσο και το “Ρώμη, Ανοχύρωτη Πόλη” του δεύτερου, αποτελούν δύο αντιπροσωπευτικές ταινίες της σχολής αυτής.

Δεν είναι τυχαίο, ότι και στις δύο αυτές ταινίες, η πόλη παρουσιάζεται με τον ίδιο σχεδόν τρόπο. Η Ιταλία έχει μόλις βγει από τον πόλεμο και τον φασισμό κατεστραμμένη, ενώ για ένα μικρό διάστημα γνωρίζει τη γερμανική και αργότερα την συμμαχική κατοχή. Η πόλη παρουσιάζεται στις ταινίες αυτές σε παρακμή, αποδομημένη, χωρίς τεχνητά φτιασίδια, όπως ακριβώς ήταν στην πραγματικότητα. Παρόλα αυτά υπάρχει και μια αισιόδοξη χροιά.

Ο ουρανός της πόλης είναι πιο ανοιχτός έστω και αν στον ορίζοντα παρεμβάλλονται τα μισογκρεμισμένα κτίρια. Οι δρόμοι της πόλης σφύζουν από ζωή τουλάχιστον όταν επιτρέπεται η κυκλοφορία κι έστω κι αν οι άνθρωποι που κυκλοφορούν στους δρόμους είναι άνεργοι, η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο καθρεφτίζεται μέσα από τα καθαρά βλέμματα τους...

 «Θαύμα στο Μιλάνο» (Miracolo a Milano - 1951)

Η ηλικιωμένη Λολότα, μεγαλώνει ένα παιδί τον Τοτό, που το είχε βρει εγκαταλειμμένο ως νεογέννητο. Μετά όμως από τον θάνατο της, ο Τοτό οδηγείται σ’ ένα ορφανοτροφείο, απ’ όπου βγαίνει μετά από πολλά χρόνια, για να καταλήξει φιλοξενούμενος ενός περιπλανώμενου άστεγου σε μια παραγκούπολη, στην περιφέρεια του Μιλάνου.

Με τη μεγάλη του καλοσύνη και αθωότητα ο Τοτό κερδίζει τη συμπάθεια των φτωχών και τους πείθει να προσπαθήσουν να βελτιώσουν την κατάσταση τους. Η δραστηριότητα τους έχει σταδιακά αποτέλεσμα, καθώς αρχίζουν να αντιλαμβάνονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και μετατρέπουν τη μίζερη παραγκούπολη σε μία αξιοπρεπή κοινότητα.

Μια μέρα όμως, κι ενώ σκάβουν, πετάγεται ξαφνικά από τα έγκατα της γης ένας πίδακας πετρελαίου. Ο πλούτος και η ευμάρεια που θα μπορούσε να προκύψει για όλους, απειλούνται από τον πλούσιο Μόμπι, που έχει ειδοποιηθεί από τους ανθρώπους του και προσπαθεί με κάθε τρόπο να τους διώξει από τη γη τους.

Τα πράγματα εξελίσσονται δύσκολα και για να βοηθήσει τον Τοτό και τους φίλους του, η Λολότα χαρίζει στον νεαρό ένα θαυματουργό περιστέρι που έκλεψε από τους αγγέλους. Έτσι, η αστυνομία του Μόμπι κατατροπώνεται και ο Τοτό, με τη βοήθεια αγγέλων θα προσπαθήσει να διώξει και τον άπληστο κτηματομεσίτη...

Η ταινία «Θαύμα στο Μιλάνο» (Miracolo a Milano) είναι ένα σπουδαίο δείγμα γραφής του Ιταλικού Νεορεαλισμού, από τον συνήθη ύποπτο, Βιττόριο ντε Σίκα. Μία ποιητική αλληγορία, με διαχρονικά νοήματα και δυστυχώς, επίκαιρη όσο ποτέ.

Η ταινία, κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών του 1951, ενώ απέσπασε πολλά ακόμα ιταλικά αλλά και διεθνή κινηματογραφικά βραβεία. Πρόκειται για μία ακόμα εξαίρετη συνεργασία μεταξύ του Τσέζαρε Ζαβατίνι και του Ντε Σίκα, η οποία όμως δεν εξαντλείται στον ρεαλισμό αλλά πατώντας πάνω στα ισχυρά του θεμέλια ξεφεύγει προς έναν ποιητικό και ονειρικό κόσμο.

Η διαφορά βέβαια με τη διασημότερη ταινία του Ντε Σίκα, «Κλέφτης Ποδηλάτων», είναι θεμελιώδης, παρά το γεγονός ότι παραμένουν πολλά από τα χαρακτηριστικά του κινήματος τουλάχιστον σε πολιτικο-κοινωνικό επίπεδο. Αρκετοί από τους ηθοποιούς παραμένουν ερασιτέχνες ενώ η θεματική περιστρέφεται γύρω από τους περιθωριακούς καθώς αγωνίζονται ενάντια στον κυνικό πλούτο των λίγων.

Παράλληλα, είναι ενδιαφέρουσες οι αναφορές της ταινίας καθώς και η επίδρασή της μέσα σ' ένα ευρύτερο φάσμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Για παράδειγμα ο χαρακτήρας του Τοτό (εξαιρετικός ο Φραντσέσκο Γκολιζάνο στον πρωταγωνιστικό ρόλο), είναι βασισμένος πάνω στο καλούπι της παράδοσης Τσάπλιν ενώ παραμένει το πρωτότυπο για αρκετούς όμοιους χαρακτήρες από τους Αδερφούς Μαρξ, μέχρι τον Ρομπέρτο Μπενίνι.

Η ιστορία της ταινίας μας, βασίστηκε στο βιβλίο του Τσέζαρε Ζαβατίνι, το «Θαύμα», ενώ αξίζει να σημειώσουμε ότι το φιλμ «Θαύμα στο Μιλάνο», παρόλο που κέρδισε το μεγάλο Βραβείο του Φεστιβάλ των Καννών, δυσαρέστησε την πολιτική ηγεσία της χώρας που θεώρησε ότι έδινε άσχημη εικόνα της Ιταλίας στο εξωτερικό.

Είναι δε χαρακτηριστικό τι είχε δηλώσει ο ίδιος ο Βιττόριο ντε Σίκα για την ταινία του:

«Το Θαύμα στο Μιλάνο είναι η πιο συζητημένη μου ταινία: δεν άρεσε σε αγαπημένους μου φίλους, αλλά άρεσε σε συνάδελφους που εκτιμώ βαθύτατα, όπως ο Ζαν Ρενουάρ. Είναι, μια ταινία που δημιούργησε κάθε λογής αντιδράσεις· ο καθένας την είδε και την ένιωσε με τον τρόπο του. Από τη δική μου πλευρά, θα ήθελα απλώς να πω ότι μ’ αυτή την ταινία με συνδέει, ένας βαθύτατος συναισθηματικός δεσμός· όχι γιατί μου κόστισε περισσότερους κόπους, περισσότερους μπελάδες και περισσότερα χρήματα από τις άλλες (ήρθαν ειδικοί από την Αμερική για να κάνουν τα ειδικά εφέ, και δεν έλεγαν να τελειώσουν, και μου κόστισαν πολύ περισσότερο απ’ όσο όλη η υπόλοιπη ταινία), αλλά επειδή τη σκέφτηκα και την πραγματοποίησα σαν φόρο τιμής στον Cesare Zavattini. Από πολύ καιρό, από τις πρώτες κιόλας συναντήσεις μας, ήξερα πόσο αγαπούσε ένα όμορφο βιβλιαράκι του που το είχε αφιερώσει στα παιδιά: Ο Καλός Τοτό. Μα πάνω απ’ όλα, ήξερα την κρυφή επιθυμία του να το δει να γίνεται ταινία. Θεωρώ το “Θαύμα στο Μιλάνο”, μια ταινία απόλυτα δική του».

Πηγή:tvxs

Γιατί οι Άγγελοι της Victoria’s Secret κάνουν τον Ομπάμα να τρώει τη σκόνη τους;

Τα fantasy bras των εκατομμυρίων και η Life Action Trust στο Kensington Palace
 
Σίβυλλα alert! Γιατί οι Άγγελοι της Victoria’s Secret κάνουν τον Ομπάμα να τρώει τη σκόνη τους;
Αντριάνα Λίμα και η Αλεσάντρα Αμπρόσιο, Fantasy Bras 2014 ( Πηγή: Victoria's Secret)
 

Η Αντριάνα Λίμα και η Αλεσάντρα Αμπρόσιο ποζάρουν μπροστά στο φακό με τα περίφημα fantasy bras. Τα διαμάντια, ρουμπίνια και ζαφείρια χαρίζουν εκτυφλωτική λάμψη στο studio φωτογράφισης. Οι fashion editors & creative directors παρακολουθούν με προσοχή τις δύο Βραζιλιάνες super models να κινούνται με αυτοπεποίθηση στον χώρο. Μετά από πολλές ώρες η φωτογράφιση τελειώνει. Το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό. Ο παγκοσμίου φήμης οίκος εσωρούχων Victoria’s Secret επέλεξε για τα φετινά Χριστούγεννα τις εκθαμβωτικές, sexy καλλονές με σκοπό να «προμοτάρει» τα ακριβότερα σουτιέν του πλανήτη. Σουτιέν κατασκευασμένα από πολύτιμους λίθους με την υπογραφή του διάσημου κοσμηματοπώλη Mouawad. Τα fantasy bras είναι κάτι σαν «φόρος τιμής» στις γυναίκες οι οποίες για 40 περίπου χρόνια αποθεώνουν τα εσώρουχα της μυθικής πλέον φίρμας. Τα fantasy bras τα οποία επίσημα παρουσιάζονται στο καθιερωμένο φαντασμαγορικό show της Victoria’s Secret στις 9 Δεκεμβρίου (με φόντο την πολύβουη Νέα Υόρκη) είναι μάλλον απαγορευμένο «προϊόν» για τους κοινούς θνητούς. Το καθένα από τα σουτιέν πωλείται στην τιμή των δύο εκατομμυρίων δολαρίων. Τα συγκεκριμένα σουτιέν θα μπορούσε ίσως να χαρίσει ως δώρο στην σύντροφό του κάποιος Ρώσος, ή Άραβας μεγιστάνας.

Sexy αλλά με σοβαρό προφίλ

Η Αντριάνα Λίμα και η Αλεσάντρα Αμπρόσιο οι οποίες πλέον είναι μητέρες εξακολουθούν να παραμένουν μαγευτικά ωραίες γυναίκες.

Οι ιθύνοντες του οίκου μετά την υπέρλαμπρη, κατάξανθη Κάντις Σουάνπολ η οποία φόρεσε το fantasy bra την περασμένη χρονιά επέλεξαν δύο γυναίκες οι οποίες έχουν υπερβεί το τριακοστό έτος της ηλικίας τους. Οι Λίμα και Αμπρόσιο διαθέτουν όλο το πακέτο για  να γίνουν πρέσβειρες του μυθικού σουτιέν. Είναι πανέμορφες, sexy με αμέτρητα εξώφυλλα στα μεγαλύτερα περιοδικά του πλανήτη. Η προσωπική τους ζωή είναι μακριά από σκάνδαλα και «σκοτεινές» ιστορίες.

Σύμφωνα με έρευνες είναι από τις πλέον αναγνωρίσιμες γυναίκες σε ολόκληρο τον κόσμο. Γυναίκες οι οποίες ασκούν μεγαλύτερη επιρροή στα πλήθη και από  αυτόν ακόμα τον Πρόεδρο Μπάρακ Ομπάμα. Οι γυναίκες θέλουν να τους μοιάσουν και οι άντρες τις βλέπουν στα όνειρά τους. Τα κορίτσια με τα καλλίγραμμα σώματα και τα υπέροχα γκριζοπράσινα μάτια μοιράζουν απανωτά εγκεφαλικά στον αντρικό πληθυσμό. Είναι οι επίγειες θεές οι οποίες μπορούν να τα κάνουν όλα. Να φορέσουν σουτιέν εκατομμυρίων δολαρίων, να περπατήσουν στις πασαρέλες της Νέας Υόρκης και έπειτα να πετάξουν στο Παρίσι και από εκεί στο Μιλάνο και την Σαρδηνία.

Προς το παρόν είναι πανέτοιμες και αυτή τη χρονιά να...κολλήσουν στην πίσω πλευρά του σώματός τους τα τεράστια χρυσά και ασημένια φτερά. Διακοσμημένα με δαντέλα και κρύσταλλα. Πρέπει κάπου εδώ να σημειώσουμε ότι ο ξανθός Άγγελος της Victoria’s Secret Κάντις Σουάνπολ φόρεσε την περσινή χρονιά ένα από τα ακριβότερα σουτιέν που δημιούργησε ποτέ ο οίκος. Ήταν ένα ολόχρυσο bra (18 καρατίων) με διαμάντια, ρουμπίνια και κίτρινα ζαφείρια.

Τα εκατομμύρια δολάρια και οι top models

Η Μιράντα Κέρ είχε λανσάρει ένα γαλάζιο bra με πέρλες αξίας 2,5 εκατομμυρίων δολαρίων το 2011. Ένα από τα ακριβότερα σουτιέν είχε παρουσιαστεί το 2008 στο Miami Beach. Το είχε κατασκευάσει ο Martin Katz. Η τιμή του πέντε εκατομμύρια δολάρια.

Τα ακριβότερα fantasy bras αξίας 12,5 εκατομμυρίων δολαρίων φόρεσαν η Ζιζέλ Μπούντχεν (σε κόκκινο χρώμα) και η Χάϊντι Κλούμ (σε λευκό - ασημί).

Η νέα γενιά μοντέλων της Victoria’s Secret κρατάει την «σημαία» ψηλά. Στις 9 Δεκεμβρίου στο fashion show της Νέας Υόρκης πέρα από τις Αλεσάντρο, Αντριάνα, Ζιζέλ θα «παρελάσουν» και η Τόνι Γκάρν (το κορίτσι του Λεονάρντο Ντι Κάπριο), η Τζέσικα Χάρτ(η σύντροφος του Σταύρου Νιάρχου junior) και οι νεαρότατες,Έλσα Χόσκ, Μπάρμπαρα Φιάλχο, Λάις Ριμπέϊρο, Ντέιβον Γουϊντσορ, Μόνικα Τζιαγκαστιάκ, Ρομί Στριτζ, Μπρέτζι Χάϊνεν, Μόντ Γουέλζεν, Νταντιέλα Μπράγκα, Τζόρνταν Ντάν, Μαρία Μπόρτζις, Κέλλυ Γκέϊλ, Ζόζεφιν Σκρίνερ κ.α.

Τα Αγγελούδια της Victoria’s Secret ετοιμάζονται επίσης να τραγουδήσουν το Merry Christmas. Οι ωραιότερες, οι πιο sexy γυναίκες του πλανήτη είναι εδώ. Εντυπωσιακές,αναγνωρίσιμες με έντονη επιρροή σε εκατομμύρια ανθρώπους.

Οι καλλονές με τις θανατηφόρες αναλογίες είναι ικανές να κάνουν και αυτόν και τον Ομπάμα να φάει τη σκόνη τους! Ακριβώς όπως και η αγαπημένη του Beyonce. Το επόμενο βήμα των κοριτσιών της Victoria’s Secret είναι να πολιτευτούν...

Η Life Action Trust στο Λονδίνο για καλό σκοπό

Στο Kensington Palace πραγματοποιήθηκε ένα μεγάλο φιλανθρωπικό gala μετά μουσικής από τον ανθρωπιστικό οργανισμό  Life Action Trust (LAT) με σκοπό την στήριξη των Ελλήνων καλλιτεχνών του Life Action Trust σε συνεργασία με Ρώσους καλλιτέχνες. Τους 180 επίτιμους καλεσμένους υποδέχθηκε στο State Room του Παλατιού η Πριγκίπισσα Michael of Kent,όπου διαμένει με την άδεια της Βασίλισσας Ελισάβετ.