ενημέρωση 5:03, 9 August, 2026

Οι 10 ομορφότερες πόλεις για το Business Insider

Το Business Insider έθεσε στους αναγνώστες του το εξής ερώτημα: «Ποια είναι η ομορφότερη πόλη στον κόσμο;» και πάνω από 80.000 αναγνώστες έσπευσαν να απαντήσουν. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε η λίστα με τις 10 ωραιότερες πόλεις στον κόσμο για το 2014.

Οι 10 πρώτες πόλεις που ψηφίστηκαν για την ομορφιά τους είναι οι εξής:

1. Φλωρεντία (Ιταλία)

perierga.gr - Οι 10 ομορφότερες πόλεις στον κόσμο!

2. Τσάρλεστον (ΗΠΑ)

perierga.gr - Οι 10 ομορφότερες πόλεις στον κόσμο!

3. Βουδαπέστη (Ουγγαρία)

perierga.gr - Οι 10 ομορφότερες πόλεις στον κόσμο!

4. Κέιπ Τάουν (Ν. Αφρική)

perierga.gr - Οι 10 ομορφότερες πόλεις στον κόσμο!

5. Σαν Μιγκέλ ντε Ανιέλντε (Μεξικό)

perierga.gr - Οι 10 ομορφότερες πόλεις στον κόσμο!

6. Πράγα (Τσεχία)

perierga.gr - Οι 10 ομορφότερες πόλεις στον κόσμο!

7. Ρώμη (Ιταλία)

perierga.gr - Οι 10 ομορφότερες πόλεις στον κόσμο!

8. Siem Reap (Καμπότζη)

perierga.gr - Οι 10 ομορφότερες πόλεις στον κόσμο!

9. Βαρκελώνη (Ισπανία)

perierga.gr - Οι 10 ομορφότερες πόλεις στον κόσμο!

10. Σάντα Φε (Νέο Μεξικό)

perierga.gr - Οι 10 ομορφότερες πόλεις στον κόσμο!

 

 

Τα θαμμένα αγάλματα του πολέμου

Επί έξι μήνες πριν από την εισβολή των Γερμανών μια ομάδα από εργάτες και αρχαιολόγους έσκαβε τα δάπεδα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου για να θάψει εκεί ό,τι πολυτιμότερο έχει η Αθήνα: τους κούρους και τις ληκύθους της.

Από την προετοιμασία απόκρυψης των επιτύμβιων γλυπτών του Μουσείου. (Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου).  

Την Κυριακή 27 Απριλίου 1941 τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής κατέλαβαν την Αθήνα. Την επομένη, νωρίς το πρωί, οι Γερμανοί αξιωματικοί που ανέβηκαν με φόρα τα μαρμάρινα σκαλιά του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου διαπίστωσαν με έκπληξη ότι παραλάμβαναν ένα κτίριο άδειο. Δεν βρήκαν πουθενά ούτε ίχνος από τα χιλιάδες πολύτιμα εκθέματα που κοσμούσαν το μεγαλύτερο μουσείο της χώρας τα προηγούμενα εξήντα χρόνια της λειτουργίας του. Αντί για αγάλματα, στέκονταν μπροστά τους παγωμένοι και ανέκφραστοι οι λιγοστοί αρχαιολόγοι και οι φύλακες που είχαν βάρδια εκείνη την ώρα. Στις επίμονες ερωτήσεις τους, εκείνοι απάντησαν σιβυλλικά, ότι τα αρχαία είναι εκεί όπου όλοι γνωρίζουν, κάτω από τη γη. Και είναι αλήθεια ότι τα αρχαία είχαν μόλις επιστρέψει ξανά στο χώμα, δηλαδή στη μοναδική κιβωτό του κόσμου στην οποία θα μπορούσαν να παραμείνουν ασφαλή.  

Τα αγάλματα έπρεπε να αποτεθούν στον πυθμένα του ορύγματος που ήταν επενδεδυμένο με οπλισμένο σκυρόδεμα, σε οριζόντια θέση (σαν νεκρά σώματα σε τάφο), να καλυφθούν με αδρανή υλικά και το όρυγμα να σφραγιστεί με πλάκα τσιμέντου. Για τα χάλκινα και για τα πήλινα προβλεπόταν η φύλαξη εντός κιβωτίων επενδεδυμένων με κερόχαρτο ή πισσόχαρτο για τον φόβο της υγρασίας.

Η εύθραυστη ευρωπαϊκή τάξη του Μεσοπολέμου ήταν αισθητή στις ελληνικές κυβερνήσεις πολύ καιρό πριν από την κήρυξη του πολέμου. Από το 1937 η κυβέρνηση Μεταξά είχε ξεκινήσει αλληλογραφία με τη Διεύθυνση Αρχαιοτήτων του υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, προκειμένου να εκπονηθεί από κοινού ένα πλήρες σχέδιο διαφύλαξης των αρχαίων από τις αεροπορικές επιδρομές και από το ενδεχόμενο των οδομαχιών εντός των πόλεων. Στην επίμονη απαίτηση του κράτους να συνταχθούν κατάλογοι και να ταξινομηθούν τα αρχαία σε κατηγορίες με βάση τη σπουδαιότητά τους οι αρχαιολόγοι της Υπηρεσίας υποστήριζαν σταθερά ότι δεν υπήρχε δυνατότητα επιλογής και ότι όλα τα αρχαία (εκτεθειμένα και αποθηκευμένα) έπρεπε να διασωθούν σε περίπτωση πολέμου. Μάλιστα, ο Νικόλαος Κυπαρίσσης, Έφορος Αρχαιοτήτων Αθηνών (Αττικής και Μεγαρίδος εκτός Πειραιώς), σε εμπιστευτική του έκθεση προς το υπουργείο στις 11 Αυγούστου 1937 αναφέρει ότι, αντί να δαπανηθούν μεγάλα ποσά για την κατασκευή καταφυγίων για ορισμένα από τα αρχαία, θα ήταν προτιμότερο να μεταφερθούν σε νέους χώρους φύλαξης, ασφαλείς από φωτιά και βομβιστικές επιθέσεις, σε κηρυγμένες «αρχαιολογικές πόλεις», οι οποίες με διεθνείς συμβάσεις θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ιερές και απαραβίαστες. Και υπέδειξε την περιοχή της Ακρόπολης ως μία από αυτές. Ωστόσο, η πραγματικότητα διέλυσε τις ελπίδες και τις λιγοστές αμφιβολίες για το επερχόμενο κακό.

Οι προετοιμασίες για την αντιμετώπιση του κινδύνου των καταστροφών εντείνονταν με την πάροδο του χρόνου. Στις 18 Ιουνίου 1940 ο υφυπουργός Παιδείας Ν. Σπέντζας ανακοίνωσε με εμπιστευτικό του έγγραφο ότι «Από σήμερον απαγορεύομεν την χορήγησιν κανονικών αδειών, κατόπιν αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου». Με την κήρυξη του πολέμου τέσσερις μήνες μετά, η Αρχαιολογική Υπηρεσία αντέδρασε αστραπιαία. Με έγγραφό της στις 11 Νοεμβρίου 1940 που απεστάλη σε όλες τις τοπικές διευθύνσεις, εξέδωσε ειδικές τεχνικές οδηγίες «διά την προστασίαν των αρχαίων των διαφόρων μουσείων από τους εναερίους κινδύνους». Σε αυτές προβλέπονταν δύο τρόποι ασφάλισης των ογκωδών και μη μετακινήσιμων εκθεμάτων. Ο πρώτος ήταν «διά της περικαλύψεως του αγάλματος διά γαιοσάκκων, αφ' ου προηγουμένως τούτο περιβληθή δι' ενός ξυλίνου ικριώματος επενδεδυμένου διά σανίδων ως το υπόδειγμα» και ο δεύτερος, που προκρίθηκε ως αποτελεσματικότερος, με την κατάχωση των αγαλμάτων εντός του δαπέδου της αίθουσας ή στην αυλή του μουσείου ή σε περιφραγμένες αυλές και υπόγεια δημόσιων ιδρυμάτων. Η μέθοδος της κατάχωσης, μάλιστα, δινόταν με κάθε λεπτομέρεια. Τα αγάλματα έπρεπε να αποτεθούν στον πυθμένα του ορύγματος που ήταν επενδεδυμένο με οπλισμένο σκυρόδεμα, σε οριζόντια θέση (σαν νεκρά σώματα σε τάφο), να καλυφθούν με αδρανή υλικά και το όρυγμα να σφραγιστεί με πλάκα τσιμέντου. Για τα χάλκινα και για τα πήλινα προβλεπόταν η φύλαξη εντός κιβωτίων επενδεδυμένων με κερόχαρτο ή πισσόχαρτο για τον φόβο της υγρασίας.  

Η απόκρυψη του Κούρου του Σουνίου ΕΑΜ 2720 στο όρυγμα που είχε διανοιχθεί μπροστά από το βάθρο του. (Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου).    

Στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο σήμανε συναγερμός. Με υπουργική απόφαση συστάθηκε η Επιτροπή Απόκρυψης και Ασφάλισης των εκθεμάτων του, με επικεφαλής τρεις Αρεοπαγίτες και μέλη τον γραμματέα της Αρχαιολογικής Εταιρείας Γεώργιο Οικονόμο, τον προσωρινό διευθυντή του μουσείου Αναστάσιο Ορλάνδο, τον καθηγητή Σπυρίδωνα Μαρινάτο, τους εφόρους Γιάννη Μηλιάδη και Σέμνη Καρούζου, την επιμελήτρια Ιωάννα Κωνσταντίνου και ορισμένους μηχανικούς και αρχιτέκτονες του υπουργείου. Στην ομάδα προστέθηκαν και εθελοντές, όπως ο διευθυντής του Αυστριακού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Otto Walter, ο Βρετανός αρχαιολόγος Allan Wace και o ακαδημαϊκός Σπύρος Ιακωβίδης, που ήταν τότε πρωτοετής φοιτητής Αρχαιολογίας.

«Πολύ πρωί, πριν να δύσει η σελήνη, συγκεντρώνονταν στο μουσείο όσοι είχαν αναλάβει την εργασία τούτη. Νύχτα έφευγαν το βράδυ για να πάνε στα σπίτια τους» γράφει χαρακτηριστικά η Σέμνη Καρούζου. Η φύλαξη των γλυπτών γινόταν ανάλογα με το μέγεθος και τη σημασία του καθενός. Τα μεγαλύτερα από αυτά παρατάσσονταν όρθια σε βαθιά ορύγματα που είχαν ανοιχτεί στα δάπεδα των βόρειων αιθουσών του μουσείου, το οποίο ήταν, άλλωστε, θεμελιωμένο πάνω στον μαλακό βράχο. Για την κάθοδο των αγαλμάτων στα ορύγματα χρησιμοποιήθηκαν αυτοσχέδιοι ξύλινοι γερανοί, τους οποίους χειρίζονταν αδιάκοπα οι τεχνίτες του μουσείου. Τα ορύγματα, που έμοιαζαν με πολυάνδρια, δηλαδή με ομαδικούς τάφους, συγκέντρωσαν ένα σαστισμένο πλήθος μορφών, σαν αυτό που εικονίζεται στην πιο πολύτιμη από τις φωτογραφίες του ομώνυμου αρχείου του μουσείου. Ανάμεσα στις μορφές των αγαλμάτων, που στέκονται αμήχανα στον νέο τους τάφο, βρίσκεται κι ένας από τους ανώνυμους πρωταγωνιστές του Έπους της Απόκρυψης. Ένας τεχνίτης του μουσείου που κοιτά αφηρημένα τον φακό. Κι έτσι όπως συμμερίζεται την αβέβαιη μοίρα των ημερών, καταλήγει να μην ξεχωρίζει από το πλήθος τριγύρω. «Αν καμιά ζημιά δεν έγινε στα μάρμαρα, παρόλες αυτές τις μετακινήσεις, οφείλεται τούτο κυριότατα στο ότι προϊστάμενος του συνεργείου των εργατών ήταν τότε, έως και στα πρώτα χρόνια ύστερ' από τον πόλεμο, ο παλαιός, έμπειρος και αφοσιωμένος γλύπτης των ελληνικών μουσείων Ανδρέας Παναγιωτάκης» αφηγείται η Σέμνη Καρούζου.  

Η δουλειά γινόταν στα υπόγεια του μουσείου. Τα αγάλματα τοποθετούνταν σαν άνθρωποι σε διαδήλωση.

«Τον Οκτώβριο του 1940, όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος, μόλις είχα εγγραφεί στο πανεπιστήμιο, πρωτοετής φοιτητής» θυμάται σε συνέντευξή του ο ακαδημαϊκός Σπύρος Ιακωβίδης. «Η απόκρυψη είχε ήδη αρχίσει κι εγώ προσέφερα την εθελοντική μου εργασία. Με έβαλαν σε μία από τις αποθήκες, όπου υπήρχαν τεράστια κασόνια. Η δουλειά μου ήταν να τυλίγω ταναγραίες σε παλιές εφημερίδες και με μεγάλη προσοχή να τις τοποθετώ στα κασόνια. Μετά, τη δουλειά συνέχιζε η ειδική επιτροπή που είχε συσταθεί. Όλοι δουλεύαμε ενάντια στον χρόνο, με τον φόβο της εισβολής των Γερμανών, και βέβαια με τεράστια προσοχή. Οι ταναγραίες τυλίγονταν εύκολα. Όμως τα αγγεία έσπαγαν ακόμα πιο εύκολα... Η δουλειά γινόταν στα υπόγεια του μουσείου. Τα αγάλματα τοποθετούνταν σαν άνθρωποι σε διαδήλωση. Στη συνέχεια χυνόταν πάνω τους άμμος που ξεχώριζε το ένα από το άλλο και τα σκέπαζε και από πάνω έπεφτε πλάκα τσιμέντο. Τα παράθυρα των υπόγειων χώρων τα φράζανε με τσουβάλια από άμμο. Με αυτό τον τρόπο δεν μπορούσαν να πάθουν τίποτε από αεροπορική επιδρομή».

Τα ξύλινα κιβώτια με τα πήλινα αγγεία και τα ειδώλια, καθώς και με τα χάλκινα έργα, τοποθετούνταν στις ημιυπόγειες αποθήκες της επέκτασης του μουσείου, που είχε μόλις ολοκληρωθεί προς την οδό Μπουμπουλίνας. Μετά τη συμπλήρωση των χώρων, τα δωμάτια γεμίζονταν μέχρι την οροφή με στεγνή άμμο, προκειμένου να αντέξουν τη διάρρηξη της τσιμεντένιας πλάκας της οροφής τους από ενδεχόμενο βομβαρδισμό. Ένα στιγμιότυπο αυτής της εργασίας του εγκιβωτισμού αποτυπώθηκε σε μία ξεχωριστή φωτογραφία, τη μόνη που εικονίζει τους τεχνίτες του μουσείου σε μια στιγμή ανάπαυλας να κοιτούν ανέκφραστοι τον φακό, ανθρώπους που αναρωτιέται κανείς για την τύχη τους τους σκληρούς μήνες της αθηναϊκής Κατοχής. Η Σέμνη Καρούζου διέσωσε το όνομα ενός από αυτούς: «Σε όλη την εργασία του ξεριζώματος και του εγκιβωτισμού των αρχαίων της Συλλογής Αγγείων και Μικροτεχνημάτων πρωτοστατούσε ο μακαρίτης αρχιτεχνίτης Γεώργιος Κοντογιώργης, ένας από τους τεχνίτες που τόσα προσέφεραν και προσφέρουν στην ανάδειξη και την ασφάλεια των αρχαίων».

Ταυτόχρονα με τα αρχαία εγκιβωτίστηκαν και οι πολύτιμοι κατάλογοι του μουσείου, δηλαδή τα βιβλία καταγραφής και τεκμηρίωσης των αρχαιοτήτων του. Τα κιβώτια αυτά παραδοθήκαν στον γενικό ταμία της Τράπεζας της Ελλάδος στις 29 Νοεμβρίου 1940. Στις 17 Απριλίου 1941, στο κεντρικό κατάστημα της ίδιας τράπεζας, υπογράφηκε το πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής των ξύλινων κιβωτίων με τα χρυσά και με τα άλλα πολύτιμα ευρήματα των Μυκηνών. Ήταν η πράξη του τέλους μιας εξάμηνης επιχείρησης που πέτυχε να ασφαλίσει τον αμύθητο πλούτο του μεγαλύτερου μουσείου της χώρας.

«Η όψη του μουσείου τον Απρίλη του 1941, γυμνωμένου από όλο το περιεχόμενό του, ήταν μια εικόνα ερήμωσης. Οι τοίχοι γυμνοί, τα δάπεδα πολλών αιθουσών σκαμμένα, οι προθήκες άδειες». Ήταν η εικόνα που αντίκρισαν οι Γερμανοί αξιωματικοί το πρωί της Δευτέρας 28 Απριλίου. Της πρώτης μέρας της αθηναϊκής Κατοχής.  

Ένα από τα ορύγματα με τα αμήχανα πλήθη των αγαλμάτων.    

Στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν το μουσείο δεν παρέμεινε έρημο. Καταλήφθηκε από δημόσιες υπηρεσίες. Στη μεγάλη Μυκηναία Αίθουσα στεγάστηκε η Κρατική Ορχήστρα. Σε ένα μεγάλο μέρος της δυτικής πλευράς, δεξιά από την είσοδο, εγκαταστάθηκε το Κεντρικό Ταχυδρομείο. Στις αίθουσες του πρώτου ορόφου επί της οδού Μπουμπουλίνας λειτούργησαν οι υπηρεσίες του υπουργείου Πρόνοιας, ενώ σε μια αίθουσα του παλαιού κτιρίου προς την οδό Τοσίτσα εγκαταστάθηκε μια ειδική Υγειονομική Υπηρεσία, απ' όπου «περνούσαν υποχρεωτικά δυστυχισμένες νέες γυναίκες, απόκληρες της κοινωνίας» όπως διασώζει η Σέμνη Καρούζου. Σε μια γωνιά του νέου κτιρίου έμεινε λιγοστός χώρος για τα γραφεία των υπαλλήλων του μουσείου, όπου συγκεντρώθηκε η άχρηστη πια σκευή του, το πλήθος των άδειων προθηκών, ορισμένοι πίνακες της Εθνικής Πινακοθήκης και τα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Σε ένα από τα υπόγεια της νέας πτέρυγας παρασκευαζόταν το συσσίτιο των φυλάκων και των αρχαιολογικών υπαλλήλων, με τα πυκνά ίχνη από τους καπνούς του να παραμένουν μέχρι σήμερα σε σημεία της οροφής. Παρά την απώλεια του χαρακτήρα του, το κτίριο παρέμεινε αλώβητο μέχρι το τέλος της Κατοχής. Ως τις «ημέρες του δεκεμβριανού εφιάλτη», όταν οι «πολυβολισμοί των αεροπλάνων» κατέκαψαν μέρος της ξύλινης στέγης του και ένα τμήμα του πρώτου ορόφου διαμορφώθηκε σε φυλακές των κρατουμένων. Ορισμένοι από τους διάτρητους από τις οβίδες τοίχους διατηρούνται ακόμα και σήμερα, μεταξύ των γραφείων όπου εργάζεται το προσωπικό του Μουσείου. Και παρά τη μακρά και επίπονη αποκατάσταση του κτιρίου και των εκθέσεών του τα μεταπολεμικά χρόνια, ήσαν πολλές οι κρυμμένες εκπλήξεις που έρχονταν σποραδικά στο φως. Ακόμα και η δεύτερη, εκ βάθρων ανακαίνισή του, που ολοκληρώθηκε πρόσφατα, ήταν η αφορμή να ανακαλυφθούν και άλλα από τα καλά θαμμένα μυστικά του. Να ήταν, άραγε, τα τελευταία;

Ζώντας και δουλεύοντας κανείς ανάμεσα σε αυτούς τους τοίχους, γνωρίζει πως δεν του επιτρέπεται να διατυπώνει τέτοιες εκφράσεις χρονικής βεβαιότητας.  

Στιγμιότυπο από τον εγκιβωτισμό του αμφορέα Α 803.    

ΠΗΓΕΣ Βενάρδου Ε., Μια απόκρυψη αλλιώτικη από τις άλλες. Επιχείρηση «Κρυμμένοι Θησαυροί». Διαθέσιμο στο www.psaxtiria.net/forum/archive/index.php/t-2897.html Καλτσάς Ν., «Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο», Αθήνα 2007, 20. Διαθέσιμο στο www.latsis-foundation.org/megazine/publish/ebook.php?book=31&preloader=1 Καρούζου Σ., «Σύντομη Ιστορία του Εθνικού Μουσείου», στο Καρούζου Σ., Εθνικόν Αρχαιολογικόν Μουσείον, Συλλογή Γλυπτών, Περιγραφικός Κατάλογος, Αθήναι 1967, ια'-κ'. Καρούζου Σ., «Το Εθνικό Μουσείο από το 1941», το Μουσείον 1 (2000), 5-14. (Πρόκειται για την εκ νέου δημοσίευση του κειμένου της Σ. Καρούζου, που περιλήφθηκε στα Πρακτικά του Α' Συνεδρίου του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, Αθήνα 30 Μαρτίου-3 Απριλίου 1967, Αθήνα 1984, 52-63). Νικολακέα Ν., «Η προστασία των αρχαιοτήτων κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο», στο Τσιποπούλου Μ. (επιμ.), «...Ανέφερα Εγγράφως», Θησαυροί του Ιστορικού Αρχείου της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, Αθήνα 2008, 57-59. Πασχαλίδης Κ., «Η ίδρυση, η ιστορία και οι περιπέτειες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, 130 χρόνια λειτουργίας σε μία διάλεξη». Διαθέσιμο στο www.blod.gr/lectures/Pages/viewlecture.aspx?LectureID=737#.UTcIWTbYhgU.facebook Πετράκος Β.Χ., «Τα αρχαία της Ελλάδος κατά τον πόλεμο 1940-1944», Ο Μέντωρ 31 (1994), 73-185. Σάλτα Μ., «Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο», στο Γαρουφαλής Δ.Ν., Κωνσταντινίδη-Συβρίδη Ε. (επιμ.), Η Αρχαιολογία στην Ελλάδα. Οι μεγαλύτερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις του 20ού αιώνα και οι θησαυροί των ελληνικών μουσείων, Αθήνα 2002, 116-119 (Σειρά: Ιστορία των Πολιτισμών Νο2, του περιοδικού «Corpus») Φλέσσα Β., Στα  Άκρα, συνέντευξη με τον ακαδημαϊκό Σ. Ιακωβίδη στη Νέα Ελληνική Τηλεόραση (ημέρα προβολής: Παρασκευή 26/10/2012, ώρα: 23:00). Διαθέσιμο στο www.ert.gr/webtv/net/item/8196-Spyros-Iakwbidhs-Archaiologos-Akadhmaikos-26-10-2012#.UUo0TDfQ709 Χριστοπούλου Α., «Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και Νεότερη Ελλάδα. Παράλληλες Ιστορίες», «Αρχαιολογία & Τέχνες» 113 (Δεκέμβριος 2009), 5-10.  

Πηγή: lifo

Zήτω η 28η Οκτωβρίου!

Ένα υπέρλαμπρο ξέφωτο στον εθνικό μας διχασμό

Γράφει ο Χρήστος Χωμενίδης

Το «Όχι» δεν το είπε ο Μεταξάς αλλά ο ελληνικός λαός. Η παραπάνω φράση, που επαναλαμβάνεται σε κάθε 28η Οκτωβρίου από εκείνους που αρνούνται να πιστώσουν το Έπος του '40 σε έναν δικτάτορα, είναι ψευδής. Και αληθής.

Ψευδής εφόσον εάν ο Ιωάννης Μεταξάς αντί να αποκρούσει ακαριαία το τελεσίγραφο της Ιταλίας, το ικανοποιούσε εν μέρει, συνομολογούσε κάποια «ειδική σχέση» μαζί της, προσδοκώντας για την Ελλάδα τον ρόλο του «επιτήδειου ουδέτερου» στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο -ρόλο που έπαιξε η Τουρκία- δεν θα ανατρεπόταν προφανώς από λαϊκή εξέγερση. Οι Έλληνες θα τον (παρ)ακολουθούσαν στους διπλωματικούς του χειρισμούς.

Αληθής αφού οι Έλληνες στήριξαν ολόψυχα, αταλάντευτα το «Όχι» και το δικαίωσαν στα πεδία της μάχης από την πρώτη κιόλας μέρα. Δίχως το πάθος και του τελευταίου φαντάρου που έσπευσε στο μέτωπο σαν σε γιορτή, το Έπος της Αλβανίας δεν θα μπορούσε να συμβεί. Η 28η Οκτωβρίου αποτελεί πάνω από όλα μια σπάνια στιγμή Εθνικής και Λαϊκής Ενότητας. Την σημαντικότερη στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας.  

Ακόμα και στους μεγαλύτερους θριάμβους, ακόμα και στις χειρότερες πανωλεθρίες της Επανάστασης του 1821, οι Έλληνες δεν έπαψαν να σπαράσσονται. Στρατιωτικοί εναντίον πολιτικών, Μωραϊτες εναντίον Ρουμελιωτών, Ελλαδίτες εναντίον Φαναριωτών...  

Το εμφύλιο πνεύμα σημάδεψε την πατρίδα από τις φασκιές της. Ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε από εκείνους που αρνούνταν να εκχωρήσουν τα προνόμιά τους προς όφελος της γενικής υπόθεσης. Ο Όθωνας –που ικετέψαμε την Ευρώπη να μας τον στείλει, αφού τι χώρα θα ήμασταν, εάν δεν είχαμε έναν βασιλιά, έστω και ξένο, έστω και ελαφρώς μισερό;- βρισκόταν διαρκώς στο στόχαστρο όσων τον είχαν υποδεχθεί μετά βαϊων και κλάδων. Το πιό μελαγχολικό δε, σε ανθρώπινο επίπεδο, είναι ότι η οριστική του έξωση από την Ελλάδα δεν συνέβη τόσο επειδή ήταν διοικητικά ανίκανος ή τυραννικός αλλά γιατί δεν είχε αποκτήσει έναν απόγονο, ώστε να εγκαινιάσει δυναστεία. Τη δυναστεία που ξεκίνησε ο Γεώργιος ο Α΄ (γεννημένος ως πρίγκηπας Γουλιέλμος της Δανίας) και μας έκατσε στο σβέρκο επί έναν και πλέον αιώνα...

Κατά τον 19ο, τον 20ο και –από ό,τι φαίνεται- και τον 21ο αιώνα, οι Έλληνες παρέμειναν σταθερά διχασμένοι. Τρικουπικοί εναντίον Δηλιγιαννικών, Βενιζελικοί εναντίον Βασιλοφρόνων, Αριστεροί εναντίον Δεξιών και πρόσφατα Μνημονιακοί εναντίον Αντιμνημονιακών.

Το τι φρονούσαν οι εκάστοτε αντίπαλοι, το ποιος εκπροσωπούσε την πρόοδο και ποιος την αντίδραση, κάθε άλλο παρά είναι αυτονόητο. Στα «Ευαγγελικά», για παράδειγμα του 1901, οι φοιτητές τα έσπασαν στους δρόμους της Αθήνας κι άφησαν πίσω τους δέκα νεκρούς, αντέδρασαν με τον βιαιότερο τρόπο σε τι; Στη μετάφραση των Ευαγγελίων στη δημοτική γλώσσα! (Οι νεολάγνοι του σήμερα –τηλεοπτικοί κωμικοί και «ριζοσπάστες» πολιτικοί- θα στέκονταν, υποθέτω, στο πλευρό τους...)  

Δύο Έλληνες στρατιώτες σε θέση μάχης στα ελληνοαλβανικά σύνορα

Το 1920, οι Βασιλόφρονες κέρδισαν τις εκλογές επαγγελόμενοι την ειρήνευση στην Μικρά Ασία και -αντιθέτως- προέλασαν μέχρι το Αφιόν Καραχισάρ απεργαζόμενοι, εκόντες-άκοντες, την μεγάλη καταστροφή και το ξερίζωμα του Ελληνισμού της Ιωνίας...

Ο ελληνικός διχασμός -ο οποίος αλλάζοντας πρόσωπα κληρονομείται από γενιά σε γενιά- έχει αναλυθεί από επιστήμονες της Ιστορίας και έχει ξορκιστεί από ποιητές, με πρώτο και καλύτερο τον Διονύσιο Σολωμό. Ίσως να αφορμάται από μια βαθιά εσωτερική σύγκρουση. Από την αδυναμία ή και την άρνησή μας να αποφασίσουμε οριστικά ποιοι είμαστε και πού ανήκουμε: Στην Ανατολή; Στη Δύση; Στην οικουμένη ως λαός ταξιδευτών; Ή στο μικρό μας χερσοχώραφο, που το'χουμε ποτίσει με το αίμα μας και μας αρκεί και θα το υπερασπίσουμε μέχρι τελευταίας ρανίδας από κάθε ξένη επιβολή; Ομνύουμε στο αρχαιοελληνικό πνεύμα ή αποτελούμε την αιχμή του δόρατος της χριστιανικής ορθοδοξίας;

Απάντηση στα παραπάνω βασανιστικά ερωτήματα δεν έχει δοθεί ούτε και φαίνεται πως θα δοθεί στο ορατό μέλλον. Το «Όλα πατρίδα μας! Κι αυτά κι εκείνα!» του Ιωάννη Πολέμη αποτελεί πάντως την πλέον ατελέσφορη, μες στο ρομαντισμό της, στάση. Το να υποστηρίζεις κάτι και ταυτόχρονα το αντίθετό του δεν σε καθιστά σφαιρικό αλλά σχιζοφρενή...

Το μόνο σίγουρο είναι πως –μέσα στον διχασμό μας- ονειρευόμαστε την Εθνική και Λαϊκή Ενότητα. Δράττουμε κάθε ευκαιρία για να την βιώσουμε. Μεγαλοποιούμε και περιορισμένης ακόμα σημασίας γεγονότα που τη συμβολίζουν. Μια αθλητική νίκη πανηγυρίζεται σαν εθνική παλιγγενέσια. Μια προσωπική διάκριση, από βραβείο Νόμπελ μέχρι πρωτιά στη Γιουροβίζιον, μάς πλημμυρίζει όλους από περηφάνεια. Σάμπως όλοι μαζί να κρατούσαμε το χέρι του Οδυσσέα Ελύτη όταν έγραφε το «Άξιον Εστί» και όλοι να λικνιζόμαστε στο πλευρό της Έλενας Παπαρίζου στη σκηνή της πανευρωπαϊκής ποπ διοργάνωσης... Δεν παρατάσσω βλάσφημα τα ασύγκριτα. Επισημαίνω απλώς ότι τον κάθε συμπολίτη μας, που στην πτώση του τον κατασπαράζουμε και στην προσπάθεια του συχνά τον λοιδωρούμε, στον θριάμβο του τον αποθεώνουμε. Και αισθανόμαστε κι εμείς μικροί θεοί. Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο...

Η 28η Οκτωβρίου, χάρη σε μια σπάνια γενναιοδωρία της Ιστορίας, στάθηκε ένα υπέρλαμπρο ξέφωτο στον εθνικό μας διχασμό. Παλιοελλαδίτες και Μικρασιάτες (το επισημαίνει ο Γιώργος Θεοτοκάς) επιτέλους ομονόησαν. Αριστεροί και Δεξιοί πολέμησαν στο ίδιο χαράκωμα – ο αρχηγός του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης αναγνώρισε τον ηγετικό ρόλο του Ιωάννη Μεταξά. Η γενιά των Βαλκανικών Πολέμων, που θεωρούσε μέχρι τότε τους επόμενους της άκαπνους φλώρους, υποκλίθηκε μπροστά τους. Ατομικοί ηρωισμοί προσελήφθησαν όχι σαν φωτεινές εξαιρέσεις αλλά ως πτυχές του συνολικού αγώνα. Αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής του Έπους της Αλβανίας δεν υπήρξε ούτε ο ιδιοφυής Χαράλαμπος Κατσιμήτρος ούτε ο πρώτος πεσών αξιωματικός Μαρδοχαίος Φριζής. Αλλά ο ανώνυμος Έλληνας, ανεξαρτήτου τοπικής ή κοινωνικής προέλευσης. Όλοι εκείνοι από τους οποίους προερχόμαστε όλοι εμείς.  

Ζήτω η 28η Οκτωβρίου!

Πηγή: lifo

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Ματαιοδοξία και λήθη

Γράφει ο Θάνος Βερέμης

Οι παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου φέρουν το οικονομικό κόστος που ανταποκρίνεται στη ματαιοδοξία των εκάστοτε κρατούντων. Άλλοτε με εντυπωσιακά μέσα και άλλοτε με σεμνότερες παρελάσεις, το γεγονός διατηρείται ζωντανό στη μνήμη των Ελλήνων. Ανεξάρτητα από τον τρόπο του εορτασμού η επέτειος έχει από μόνη της μια μοναδική σημασία που γίνεται αντιληπτή από όλους τους Έλληνες, αλλά και τους ξένους. Βέβαια, σε εποχή δυσπραγίας όπως είναι η σημερινή υπάρχουν επείγουσες ανάγκες που διεκδικούν τους πόρους οι οποίοι διατίθενται για τον εορτασμό αυτό. Φαίνεται λογική η σκέψη ότι το κόστος της παρέλασης θα πρέπει να διατεθεί για ζητήματα πρώτης ανάγκης όπως είναι η υγεία, η διατροφή των αναξιοπαθούντων, η διεύρυνση των επιδομάτων ανεργίας.

Όμως, η στέρηση που υφίστανται οι περισσότεροι σήμερα δεν είναι μόνο υλική, αλλά και ψυχική.

Η κοινωνική απομόνωση, η απαισιοδοξία και η αποξένωση μας παραπέμπουν στον αντίποδα των ημερών μας: σε κάποιες στιγμές μοναδικής συνοχής και ομοψυχίας που σπάνια προκύπτει στις ιστορίες των λαών. Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940, οι Έλληνες προσήλθαν ενωμένοι για να πολεμήσουν στην πιο δίκαια ίσως υπόθεση της ιστορίας τους. Αυτόν τον πόλεμο τον κέρδισαν ενωμένοι και αυτή ακριβώς είναι η υπόμνηση που χρειαζόμαστε σήμερα. Ο συγκεκριμένος εορτασμός της επετείου θα εξαρτηθεί από τις δυνατότητες που επιτρέπουν οι καιροί, αλλά δεν πρέπει να αφεθεί στη λήθη.

Πηγή:protagon