ενημέρωση 2:09, 1 August, 2026

Γαλλικά φιλιά του φθινοπώρου

Με γαλλικά φιλιά ξυπνήσαμε πολλές Κυριακές (έτσι καθιέρωσε η Αναστασία Λαμπρία να λέγονται τα french toasts εντός bostanistas), μετά τα αρωματίσαμε με λεμόνι και τζίντζερτα στριφογυρίσαμε γεμίζοντάς τα σοκολάτα και η πρωτομαστόρισσα τα εξελλήνισε ακομπανιάροντάς τα με φέτα και θυμάρι. Και μπορεί μία από τις γνωστές ονομασίες τους να είναι “pain perdu” (που στα γαλλικά μεταφράζεται ως το ψωμί που χάθηκε, που πήγε στράφι), ωστόσο μόνο για χαμένη υπόθεση δεν πρόκειται: το κομμάτι από το χθεσινό ή και προχθεσινό καρβέλι, που περίσσεψε, δεν πετιέται αλλά γίνεται λιχουδιά πρώτη για το λασκάτο πρωινό του σαββατοκύριακου που από σήμερα αχνοφαίνεται. Τώρα μάλιστα που δειλά - δειλά πιάνουν τα κρύα, θα τους φορέσουμε τα φθινοπωρινά τους, μήλα μελωμένα και κανέλα, για να πάρουν τα «γαλλικά φιλιά» κάτι από τη γεύση της εποχής.

Photo: abuckscountykitchen.com

Για περίπου 10 φέτες ψωμιού (κομμένες σε πάχος 2 εκατοστών) χρειαζόμαστε:

  • 2 κ.σ. κρυσταλλική ζάχαρη
  • 4 κ.γλ. κανέλα
  • 1 φλιτζ. γάλα
  • λίγο αλάτι
  • 4 αυγά
  • 4 κ.σ. βούτυρο
  • λίγο λάδι για τηγάνισμα
  • 2 μήλα κομμένα σε λεπτές φέτες
  • 1 φλιτζ. μέλι αραιωμένο με 3 κ.σ. ζεστό νερό

Ξεκινάμε με τον φούρνο, που τον ζεσταίνουμε στους 200 βαθμούς. Διαλέγουμε μια πλατιά πιατέλα ή στρώνουμε μια σχάρα με χαρτί φούρνου και την αφήνουμε στο πλάι, θα χρειαστεί εντός ολίγου.

Έχουμε φροντίσει να κόψουμε πρωτύτερα τα μήλα σε λεπτές φέτες. Σ' ένα μεγάλο αντικολλητικό τηγάνι και μέτρια φωτιά λιώνουμε 2 κ.σ. βούτυρο. Ρίχνουμε εκεί τα μήλα και τα γυρίζουμε ώσπου να ροδίσουν - τότε αδειάζουμε το αραιωμένο μέλι (σε ρόλο σιροπιού σφενδάμου, που δεν έχουμε όλοι στα ντουλάπια μας), ανακατεύουμε να τα τυλίξει και πασπαλίσουμε με 1 κ.γλ. κανέλα. Αφήνουμε το τηγάνι κατά μέρος σκεπάζοντάς το με το καπάκι του ή μ' ένα πλατύ πιάτο, για να διατηρηθούν τα μελωμένα μήλα ζεστά.

Ζεσταίνουμε ένα δεύτερο τηγάνι σε μέτρια προς δυνατή φωτιά και κατόπιν, σε άνετο μπολ, ανακατεύουμε τη ζάχαρη με την υπόλοιπη κανέλα. Προσθέτουμε το γάλα, το αλάτι και τα αυγά, ανακατεύοντάς τα με τον αυγοδάρτη μέχρι να ενωθούν. Παίρνουμε μία προς μία τις παχουλές, κομμένες φέτες του ψωμιού και τις βουτάμε εκεί φροντίζοντας να βραχούν καλά ενώ στο τηγάνι ρίχνουμε 1 κ.σ. βούτυρο και 1 λάδι. Τοποθετούμε τις πρώτες 3 ή 4 φέτες (αποφεύγουμε το στρίμωγμα) και τις αφήνουμε να ροδίσουν - το ίδιο και από την άλλη πλευρά. Μέχρι να ετοιμαστούν όλες, θα πρέπει να διατηρηθούν ζεστές, οπότε τώρα επιστρατεύουμε την πιατέλα ή τη στρωμένη με χαρτί σχάρα και τις βάζουμε στον ζεσταμένο φούρνο ώσπου να ολοκληρώσουμε. Αν το τηγάνι στεγνώσει, το καθαρίζουμε γρήγορα με λίγο απορροφητικό χαρτί και ανανεώνουμε με άλλες δύο κουταλιές από βούτυρο και λάδι.

Μόλις τελειώσουμε με τις φέτες, τις απλώνουμε στα πιάτα και σερβίρουμε με τα μήλα που καραμελώσαμε. Λίγο μέλι ακόμα από πάνω; Ναι. Άχνη ζάχαρη για βαρβάτη γλύκα; Ναι. Κανέλα επιπλέον σε κάθε φέτα; Ε, ναι.

Ένα δίπιτο χωρίς γλουτένη, παρακαλώ»

Η ζωή με το γκότζι μπέρι, το κολλαγόνο και τον κράταιγο είναι πολλά υποσχόμενη, αλλά όχι και τόσο απολαυστική

Από τηλεοράσεως, ευειδής νεαρά αποκαλύπτει το μυστικό της ομορφιάς της: ένα σφηνάκι κάθε μέρα. Όχι αλκοόλ (κάνει κακό στο δέρμα), αλλά αγνό, ανόθευτο, αρίστης ποιότητος κολλαγόνο. Χαμογελάει με νόημα, γεμίζει τη μεζούρα με το μαγικό υγρό και τη φέρνει στο στόμα της. Στην υγειά μας, άσπρο πάτο, να πάνε κάτω τα φαρμάκια, μαμά μην τρέχεις, τι σου 'κανα και πίνεις...

«Αν δεν θέλετε να το πιείτε», συμβουλεύει πάντα με το μάτι λάγνο, «μπορείτε να το βάλετε ως ντρέσινγκ στη σαλάτα σας». Σε λίγο, λοιπόν, και στην ταβέρνα της γειτονιάς σας: «Παιδί, πιάσε μια τζατζίκι, μια μαρίδα και μια χωριάτικη με κολλαγόνο». Δεν είναι, πάντως, λίγες οι φίλες μου που πνίγουν τις αγωνίες τους στο πόσιμο κολλαγόνο: για «ρεκτιφιέ» στο πι και φι, για υγεία, ευτυχία και για τον ιδανικό γαμπρό στην πόρτα τους έτοιμο να τους κάνει πρόταση γάμου (εντάξει, ο γαμπρός δεν περιλαμβάνεται στα οφέλη της κολλαγονοθεραπείας, ποιος ξέρει, όμως, μπορεί στο μέλλον...).

Όσες και όσοι δεν πίνουν κολλαγόνο έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους στα γκότζι μπέρι, τους καρπούς (σαν διασταύρωση μούρου, κράνου και σταφίδας) που πλασάρονται ως η απόλυτη υπερτροφή, με φυτοστερόλες, καροτίνες, υδατάνθρακες, πρωτεΐνες, αμινοξέα και όλα αυτά που ακούγονται τρομακτικά ώσπου να σου εξηγήσουν ότι είναι ωφέλιμα. Τις προάλλες η Τίνα μάς έβγαλε ριζότο με γκότζι και σπανάκι. Και για γλυκό, τάρτα με γκότζι. Η σαλάτα ήταν παραδοσιακή, με λαδόξιδο, μάλλον επειδή δεν είχε μάθει ακόμη ότι το κολλαγόνο γίνεται και ντρέσινγκ. 

«Διάβασα», είπε, ότι «ο φημισμένος Λι Κουίνγκ Γιουέν ή Λι Τσινγκ Γιουν, που έφτασε 252 ετών, κατανάλωνε καθημερινά γκότζι μπέρι». «Τελικά τον λένε Κουίνγκ ή Τσινγκ;» ρώτησα, αλλά προσπέρασε σχεδόν ενοχλημένη την απορία μου και συνέχισε το... αποστολικό έργο της: τη διάδοση των γκότζι μπέρι στο ελληνικό τραπέζι.

Μια άλλη ομοτράπεζη γύρισε τη συζήτηση στις μαγικές ιδιότητες του ιπποφαούς, που «υπήρχε από την εποχή των παγετώνων και περιέχει περισσότερη βιταμίνη C ακόμη και από τον κράταιγο». «Τι είναι ο κράταιγος;» ρώτησα δειλά. «Είναι η μπουρμπουτζελιά». «Μάλιστα». Λίγο μετά αποσύρθηκα για να ψάξω στο Internet του κινητού τηλεφώνου μου τι είναι η μπουρμπουτζελιά. «Είναι η τσαπουρνιά» διάβασα. Δηλαδή; Δηλαδή «πολύτιμο βότανο που θεωρείται "τροφή της καρδιάς"».

Επέστρεψα στο τραπέζι ενημερωμένος, έχοντας αποστηθίσει και μια συνταγή για ρυζόγαλο με ιπποφαές, για να κάνω τον έξυπνο. Η κουβέντα, όμως, είχε περάσει στο αλεύρι χωρίς γλουτένη. «Το ξέρετε ότι φίλη μου έχασε 22 κιλά κόβοντας τη γλουτένη;». Εγώ, πάλι, στα τρία χρόνια που την έχω κόψει, έχω πάρει πέντε κιλά. Ίσως επειδή δεν έχω κόψει και τα εκλεράκια. «Μπορείς να φτιάξεις εκλεράκια χωρίς γλουτένη», με συμβούλεψαν, «ή κέικ με αλεύρι Ζέας». Ακολούθως περάσαμε στο γάλα χωρίς λακτόζη, στα προϊόντα από χαρούπι, στα σαπούνια με γάλα γαϊδούρας που τρέφεται αποκλειστικά με βιολογικό σανό, στις θρεπτικές ιδιότητες που έχει το κανναβούρι...

Η Τίνα έφερε να δοκιμάσουμε «κάτι φοβερά μπισκοτάκια με κανναβούρι και παπαρουνόσπορο». Ήμουν έτοιμος να ρωτήσω αν αυτά υπάγονται στην κατηγορία σνακ ή στην κατηγορία βρώσιμος μπάφος, αλλά η Άννα είδε ότι το μάτι μου είχε αρχίσει να γυαλίζει και με κλώτσησε κάτω από το τραπέζι: «Μετά θα πάμε σουβλάκια». «Κανονικά ή με πίτα από κάνναβη, γύρο από σόγια και σος από τόφου;».

Κράτησε τον λόγο της: τα σουβλάκια ήταν παραδοσιακά, το σουβλατζίδικο μύριζε την τσίκνα που σε ακολουθεί και στο σπίτι. Προσπάθησα να τη βγάλω από πάνω μου προτού πλαγιάσω, κάνοντας ντους με «ενεργειακό αφρόλουτρο». Ναι, ενεργειακό: προτού το χρησιμοποιήσω πρέπει να χαϊδεύω το μπουκάλι του και να κάνω θετικές σκέψεις για να μεταφέρω την ενέργειά μου στο περιεχόμενο και εκείνο μετά μού... επιστρέφει κάτι που δεν ξέρω ακριβώς τι είναι.

Πάντως, ακολουθώ κατά γράμμα τις οδηγίες από τότε που μου το δώρισαν - δεν θέλω ειρωνείες. Αν νιώθω τη διαφορά από τα απλά αφρόλουτρα; Όχι. Ίσως να μην είμαι καλός δέκτης. Ίσως, πάλι, επειδή δεν πιστεύω με όλο μου το είναι στο μιράκολο. Γιατί, ακόμη και αν υποκύπτω στη γοητεία τους, συχνά αναρωτιέμαι: τα «νέα» προϊόντα που μας θωρακίζουν απέναντι στις ασθένειες (από το απλό κρυολόγημα ως τον καρκίνο), απέναντι στον χρόνο (η αιώνια νεότητα προβάλλει όλο και πιο εφικτή), απέναντι στον θάνατο τον ίδιο, είναι τόσο θαυματουργά όσο μας υπόσχονται ή... μόδα είναι και θα περάσει;

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Πώς να χάσετε όλους σας τους φίλους σε ένα πρωινό!

Με τις απαράμιλλες κακίες και τα κουτσομπολιά του Τρούμαν Καπότε  

Ο Truman Capote φωτογραφημένος απ' τον Henri Cartier-Bresson, το 1947

Πολλοί συγγραφείς χρησιμοποιούσαν πραγματικούς χαρακτήρες και γεγονότα στα έργα τους, βάζοντας όμως πάντα ψευδώνυμα. Τι θα γινόταν, σκέφτηκε ο Τρούμαν Καπότε, αν αντί για ψευδώνυμα αποκάλυπτε όλα τα πραγματικά στοιχεία; Από τη μία, κόλαση. Από την άλλη, ένα από τα πιο ζουμερά μεταθανάτια μυθιστορήματα. Εκείνο το πρωινό του 1975 που το περιοδικό Esquire κυκλοφόρησε με την προδημοσίευση ενός κεφαλαίου από το πολυαναμενόμενο μυθιστόρημά του Answered Prayers (Όταν οι Προσευχές Εισακούονται) η κλειστή κοινωνία των πλουσίων και διασήμων έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Και η αλήθεια είναι ότι στα '70ς αυτό δε συνέβαινε και πολύ συχνά. Συγγραφέας μυθιστορημάτων με εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία όπως το Εν ψυχρώ και το Πρόγευμα στο Τίφανις, ο Καπότε ζούσε για την αναγνώριση, την κοσμική ζωή και τα πάρτι. Άλλωστε το 1966 είχε διοργανώσει το γνωστότερο πάρτι όλων των εποχών, τον ασπρόμαυρο χορό μεταμφιεσμένων στο Plaza της Ν. Υόρκης, καλώντας 500 «από τους καλύτερους του φίλους».  

Με τη Μέριλιν σε πάρτι

Ξαφνικά τους έχασε όλους.  

Γράφοντας για τον μικρό και κλειστό κύκλο των Αμερικανών και Ευρωπαίων ζάπλουτων, δεκαετίες πριν να γεμίσει τις σελίδες του ο Μπρετ Ίστον Έλλις με ονόματα υπαρκτών celebrities, ο Καπότε έκανε το κουτσομπολιό τέχνη, την αδιακρισία αφήγηση. Ο κεντρικός του ήρωας είναι μια ωραιοποιημένη έκδοση του εαυτού του. Σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι είναι τελείως αληθινοί.  

Το βιβλίο κυκλοφόρησε την περασμένη δεκαετία στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Καστανιώτη Έντρομες δεκάδες διασημότητες (καλλιτέχνες, σύζυγοι γερουσιαστών, κοσμικοί του Παρισιού και της Ν. Υόρκης, μέλη βασιλικών οικογενειών) είδαν τα άπλυτά τους να βγαίνουν στη φόρα. Με την κοσμική πορνογραφία του Answered Prayers ο Καπότε δάγκωσε το χέρι που τον τάιζε και χτύπησε την υποκρισία του πλούτου, χτυπώντας ταυτόχρονα και το κεφάλι του στον τοίχο. Περιέγραψε με κάθε πικάντικη λεπτομέρεια την αριστοκρατική παρακμή, «μια ατμόσφαιρα πολυτέλειας και εξάντλησης, κάτι σαν ένα ωριμασμένο ρόδο που έχανε σιγά σιγά τα πέταλά του».  

Οι φίλοι του τον αντιμετώπισαν ως μαρτυριάρη, ως το καρφί της τάξης και δεν του ξαναμίλησαν. «Τι νόμισαν δηλαδή, ότι βρίσκομαι μαζί τους μόνο για να τους διασκεδάζω;» απάντησε. Λόγω όμως της γενικής κατακραυγής δεν ολοκλήρωσε ποτέ το «μυθιστόρημα», το οποίο τελικά εκδόθηκε ημιτελές το 1987, τρία χρόνια μετά το θάνατό του. Πολλές από τις κακίες που γράφονται στο βιβλίο δεν είναι άμεσα δικές του, αλλά ατάκες από συζητήσεις αστέρων που ο ίδιος κρυφάκουσε. Αυτά τα κουτσομπολιά είναι και τα πιο φαρμακερά. Αυτούς που ο Καπότε συμπαθεί πραγματικά, τους καλύπτει, όπως τον «μεγαλύτερο θεατρικό συγγραφέα του 20ου αιώνα» που τον αποκαλεί «κύριο Ουάλας» (από τα λίγα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούνται) και ο οποίος έχει διάφορες τραγελαφικές περιπέτειες με ζιγκολό.  

Αυτούς όμως που ο Καπότε δεν συμπαθεί τους σφαγιάζει.       

Όταν διάβασα το βιβλίο κράτησα σημειώσεις...     

Για την Τζακι Κένεντι: εξεζητημένη, όχι και τόσο πραγματική γυναίκα, δινει την εντύπωση πετυχημένης drag queen που υποδύεται την Τζακι Κένεντι. Για τους αρσενικούς Κένεντι: απίστευτοι γυναικάδες, σαν τα σκυλιά που όπου βλέπουν δέντρο πρέπει να το κατουρήσουν. Για την Γκρέτα Γκάρμπο: έχει πλέον κάτι το μαραμένο , το ξεραμένο, επειδή πέρασε τη ζωή της αγαπώντας μόνο τον εαυτό της, κι αυτόν όχι πολύ.  

Για τον Μοντγκόμερι Κλιφτ: μεταφορά διαλόγου της συγγραφέως Ντόροθι Πάρκερ με την ηθοποιό Ταλούλα Μπανκχεντ: «Ο ωραιότερος άντρας που έχω δει ποτέ μου. Τι κρίμα που είναι ψωλορουφήχτρας. Δεν είναι έτσι Ταλούλα;» «Τι να σου πω κούκλα μου; Τη δικιά μου πάντως την ψωλή δεν την έχει ρουφήξει».  

Για τους Ζαν Πολ Σαρτρ και Σιμόν Ντε Μποβουάρ: Ο μονόφθαλμος κιτρινιάρης Σαρτρ με το τσιμπούκι στο στόμα και η γεροντοκόρη ερωμένη του, η Ντε Μποβουάρ, στο πλάι του, ήταν συνήθως καθισμένοι σε μια γωνιά σαν παρατημένες κούκλες κάποιου εγγαστρίμυθου.  

Για τον τότε Πρίγκιπα Παύλο της Ελλάδας: Πριν ανέβει στο θρόνο τα είχε με τον Ντένι, περιπλανώμενο ζιγκολό και έκαναν μαζί το ίδιο τατουάζ στη Βιέννη, ένα μικρό γαλάζιο σύμβολο. Για τον παρουσιαστή Τζόνι Κάρσον: νυχτερινός TV κλόουν, σαδιστής. Για το συγγραφέα J. D. Salinger: μάλλον κλαίει πολύ εύκολα, ταυτόχρονα ιδιοφυής αλλά και απλώς βλάκας. Για τους πλούσιους Έλληνες: ατάκα της «Μαύρης Δούκισσας»: Έχουν σκοτεινά μυαλά. Μοιάζουν στους υπόλοιπους ανθρώπους όσο και τα κογιότ στους σκύλους. Μοιάζουν αλλά δεν είναι. Για τον Ζαν Κοκτώ: μια κινητή ακτίνα λέιζερ, δεν μπορεί να βασίζεται κανείς απόλυτα στα λεγόμενά του. Για τον συνθέτη Κόουλ Πόρτερ: είχε ξεμωραθεί τα τελευταία χρόνια... έδιωξε έναν επιβήτορα σερβιτόρο που του ζητούσε 2000 δολάρια για μια πίπα. Για τον Αλμπέρ Καμύ: άτολμος, με μια σφυριχτή φωνή αλλά και έτοιμος να ακούσει ότι έχεις να του πεις, ένα ευπροσήγορο άτομο.  

Για τον Τζ. Εντγκαρ Χούβερ: φαρμακοκώλης, κίναιδος με φρεόν στις φλέβες του για να του κρατάει παγωμένο το αίμα.  

Για την συλλέκτρια Πέγκυ Γκούγκενχαϊμ: έχει τη συνήθεια να κροταλίζει τις ψεύτικες μασέλες της, είναι ίδια ο Μπερτ Λαρ με μακρύ μαλλί.  

Πάλι για την Γκρέτα Γκάρμπο: (από συνομιλία της με τον φωτογράφο Σεσίλ Μπίτον) Μπίτον: «Το χειρότερο πράγμα για μένα όσο γερνάω είναι ότι βλέπω τα τέτοια μου να μαζεύουν.»  Γκάρμπο: (μετά από μια πένθιμη παύση) «Τι καλά που θα' ταν να μπορούσα να πω κι εγώ το ίδιο».    

Μετά την προδημοσίευση του Answered Prayers, ένας από τους ελάχιστους που κράτησαν επαφή με τον Καπότε ήταν ο στενός του φίλος Andy Warhol (μάλλον επειδή δεν έτυχε να τον κράξει ο Καπότε στο βιβλίο του).  

 

Πεζοδρόμια στην Κηφισιά. Είναι για ανθρώπους;

Θελήσαμε να δούμε καλύτερα τα πεζοδρόμια στην Κηφισιά. Να γευτούμε την αίσθηση που έχεις όταν κυκλοφορείς στην πόλη. Να δούμε από κοντά σε τι κατάσταση –τραγική- βρίσκονται. Το αποτέλεσμα αυτής της μικρής διαδρομής μέσα στην πόλη, απογοητευτικό.

Ξεκινήσαμε από τη κάτω πλευρά του ηλεκτρικού. Όπου υπάρχουν πεζοδρόμια –γιατί πολύ απλά, δεν υπάρχουν στα πιο πολλά σημεία- η κατάσταση είναι κάπως υποφερτή. Στα πεζοδρόμια έχουν βάλει φυτά, άλλη μια πρωτοτυπία Κηφισιώτικη.

Ανηφορίζουμε στον σταθμό του τραίνου, αναβαίνουμε την Ανδριανού προς την πλατεία. Αλλάζει αμέσως η όψη των πεζοδρομίων, η κατάσταση δεν περιγράφετε απλά. Τα πεζοδρόμια παρατημένα, γεμάτα τρύπες, ελλοχεύουν κινδύνους παντού. Η όψη τους τριτοκοσμική, απαράδεκτη. Τα δένδρα παντού έχουν από τις ρίζες τους κάνει αδιάβατα, για τους κανονικούς ανθρώπους. Παντού υπάρχουν ελλείψεις από τις πλάκες και όπου υπάρχουν είναι σαν να τις έχουν επίτηδες τοποθετήσει έτσι, για να κάνουν ζημιά στους διαβάτες.

Ωστόσο δεν κυκλοφορούν μόνο κανονικοί άνθρωποι, κυκλοφορούν ή πρέπει να κυκλοφορούν και άτομα με κινητικά προβλήματα, με ειδικές ανάγκες. Τι λέω, στο λεξιλόγιο φαίνετε της απερχόμενης διοίκησης δεν υπήρχαν τέτοιου είδους ανάγκες, τέτοιοι πολίτες. Ράμπες για τα άτομα αυτά, τα άτομα με ειδικές ανάγκες, απλά δεν υπάρχουν. Σχεδόν παντού.

Η Ανδριανού με χιλιάδες επισκέπτες από και προς τον ηλεκτρικό είναι και μια διαφήμιση για την πόλη. Ή καλύτερα θα πρέπει να είναι.

Συνεχίζουμε την μικρή μας βόλτα στην Κηφισιάς, η ίδια όψη. Κατεβαίνουμε την οδό Όθωνος, ένα από τους πιο γραφικούς δρόμους της πόλης. Απογοήτευση συνεχής, τα πεζοδρόμια παρατημένα και σημεία που αφήνεις τα σημάδια σου εύκολα. Τα προστατευτικά κάγκελα για τις αμπολές όπου υπάρχουν –γιατί σε αρκετά σημεία δεν υπάρχουν, με κίνδυνο κάποιος απρόσεκτος να πέσει στην βρώμικη αμπολή- θυμίζουν μια πόλη παρατημένη. Στο έλεος του θεού.

Η ίδια κατάσταση στην Αγ. Τρύφωνος, ο δρόμος που μας οδηγεί προς το Νεκροταφείο. Θλίψη και εδώ.

Τα ίδια φαινόμενα παρακμής και στη Ν. Ερυθραία. Μιά όψη τελείως τριτοκοσμική, ράμπες για άτομα με κινητικά προβλήματα είναι άγνωστη λέξη. Τα πεζοδρόμια με τους δρόμους ένα σώμα από το ξεχείλισμα των δρόμων από τις πρόσφατες μπόρες και την παράσυρσή τους παντού. Και στην Ν. Ερυθραία τα πεζοδρόμα δείχνουν την πλήρη εγκατάλειψη.

Μα -κατά τα λοιπά- είναι φανερό ότι εκείνοι που κρατούσαν το πηδάλιο έχουν ως πρώτο μέλημα τη διατήρηση των κεκτημένων τους. Μάχονταν να κρατήσουν όση πελατεία τούς έχει απομείνει. Πρόσεχαν σαν τα μάτια τους τα μικρομάγαζα που παραδοσιακά τους ανήκουν, αυτή ήταν η άποψη τους η εν γένει φιλοσοφία τους. Στα λόγια συγκατανεύουν όμως στην πράξη φαλκιδεύουν τις περισσότερες εκσυγχρονιστικές απόπειρες.

Μπαϊλντισμένοι μπαίνουμε στον πειρασμό να ιδιωτέψουμε μια και καλή. Να μην ξαναβγούμε ποτέ από τους μικρούς, προσωπικούς μας κήπους. Να ζήσουμε όσο καιρό μας απομένει με Μάλερ και μακαρονάδες, με Βισκόντι και με περιπάτους στα υπέροχα αυτά μέρη μας, αδιαφορώντας παγερά για ότι συνιστά τον δημόσιο, τον πολιτικό βίο σε αυτή τη πόλη.

Όμως όχι! Δεν κάνει να παραιτηθούμε από την προσπάθεια. Πρέπει να τη βρούμε, επιτέλους κάποτε, την αληθινή μας μέρα. Να τη βρούμε και να την παραδώσουμε στα παιδιά μας.  

Η νέα δημοτική αρχή προεκλογικά είχε αναφέρει ότι τις πρώτες 90 μέρες θα νοικοκυρέψει τα πεζοδρόμια, που θυμίζουν σε μας τη λαίλαπα, την ασχήμια της προηγούμενης διοίκησης.

Περιμένουμε.