ενημέρωση 1:03, 30 July, 2026

Πωλείται η «ερωτική φωλιά» του Γκέμπελς

Το κτίριο που δώρισε ο Αδόλφος Χίτλερ στον υπουργό της προπαγάνδας του θεωρείται ότι είναι το μοναδικό που έχει επιβιώσει από την εποχή της ναζιστικής Γερμανίας. Άδειο και καλά κρυμμένο στις όχθες μιας λίμνης το Haus am Bogensee βρίσκεται σε απόσταση 45 λεπτών με το αυτοκίνητο από το Βερολίνο και ήταν η ερωτική φωλιά του Γιόζεφ Γκέμπελς αλλά και το μέρος όπου ο ναζιστής κατέφευγε αναζητώντας έμπνευση για να γράψει τις αντισημιτικές του απόψεις. Έχουν περάσει 69 χρόνια από τότε που ο Γκέμπελς μαζί με τη σύζυγό του Μάγκντα και τα έξι παιδιά του αυτοκτόνησαν έξω από το κρησφύγετο του Χίτλερ και η τοπική κυβέρνηση του Βερολίνου επιχειρεί για τρίτη φορά να το πουλήσει. Ο μόνος φόβος των γερμανικών αρχών είναι να μην περιέλθει το κτίριο στα χέρια νεοναζιστών. «Υπάρχουν αρκετοί ενδιαφερόμενοι, αλλά δεν θέλουμε να αποκαλύψουμε ποιοι είναι για να τους προστατεύσουμε», δήλωσε στη βρετανική εφημερίδα The Independent εκπρόσωπος της υπηρεσίας που έχει αναλάβει την πώληση του ακινήτου. Ιδανικά οι αρχές του Βερολίνου θα ήθελαν να δουν το κτίριο αξίας 15 εκατομμυρίων ευρώ να μετατρέπεται σε ξενοδοχείο. Μετά την πτώση των ναζί το κτίριο λειτούργησε ως έδρα της κομμουνιστικής νεολαίας της Ανατολικής Γερμανίας.
image

Πηγή : athens voice

Trash λόγος

Μετά ἀπό αὐτό τό νομοθετικό κακούργημα ἡ Νέα Δημοκρατία καί τό Πασόκ πού πρωτοστάτησαν στήν ψήφισή του ἀποτελοῦν γιά κάθε συνειδητό, φιλόθεο, φιλάνθρωπο καί πιστό Ὀρθόδοξο Χριστιανό δύο «ἐξαίσια πτώματα».

Έτσι καταλήγει η ανακοίνωση του Μητροπολίτη Πειραιώς για το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο. Και εντάξει, αφού βλέπει δύο εξαίσια πτώματα, ας πάει να τα διαβάσει κιόλας, εκτός και αν θέλει να τα στείλει στην κόλαση άκλαυτα και αδιάβαστα.

Θα δεχθώ ότι είναι δικαίωμα του να λέει αυτό που πιστεύει, ασχέτως αν ο θρόνος του πληρώνεται από δημόσιο χρήμα και συνεπώς οφείλει να μην αρθρώνει διχαστικό λόγο. Αυτό που πλέον δυσκολεύομαι να καταλάβω είναι πώς όλοι αυτοί κερδίζουν περισσότερη δημοσιότητα από αυτή που αναλογεί στη βαρύτητα και στη σοβαρότητα όσων εκστομίζουν. Γιατί ο Νικολόπουλος ανεβάζει κόσμο στα κάγκελα; Τι είναι εκείνο που μας «συναρπάζει» σε τύπους σαν τον Νεράντζη; Πώς ο Σεραφείμ βάζει τους δημοσιογράφους να παλεύουν με τα ελληνικά του;

Αφελώς ρωτάω. Και οι τρεις ακολουθούν βασικούς κανόνες επικοινωνίας. Το ασυμβίβαστο του λόγου έναντι του αξιώματος δημιουργεί ερείσματα ενδιαφέροντος. Οι δημοσιογράφοι θα τσιμπήσουν επειδή ξέρουν ότι θα το πουλήσουν εύκολα στον πελάτη. Και ο πελάτης κάνει κλικ για να διασκεδάσει. Ο Σεραφείμ δεν μπορεί να το καταλάβει. Ούτε ο Νικολόπουλος. Εγκλωβισμένοι σε ένα αυτιστικό περιβάλλον, εισπράττουν ως αντίδραση την επιδοκιμασία από τον στενό τους περίγυρο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην αντιλαμβάνονται ότι επικοινωνιακά καταναλώνονται μαζί με το trash του κουτσομπολιού. Τρύπες κλείνουν με φθηνή γραφικότητα. Βέβαια όταν ρίχνουν τα δίχτυα τους σε τόσο μεγάλη θάλασσα, είναι λογικό να τα μαζέψουν κάποια ψάρια μέσα. Ναι ξέρω, ψηφίζουν και αυτά. Δεν αντέχω ούτε να το σκέφτομαι.  

Πηγή : protagon

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Κι ο κ.Τσουκάτος ήταν εκεί…

Πέρασε στα «ψιλά». Φταίει το γεγονός ότι η παρουσία κάποιων άλλων υψηλών παρευρισκομένων επισκίασαν την δική του εμφάνιση; Όπως και να έχει οκ.Θόδωρος Τσουκάτος επανεμφανίστηκε. Βρέθηκε προχτές στο Ζάππειο για να γιορτάσει τα 40 χρόνια του ΠΑΣΟΚ. Και για να χειροκροτήσει τους κκ.Βενιζέλο και Σημίτη.

Επειδή, όμως, ο κ.Τσουκάτος τυγχάνει να είναι ο πρώτος και ο μόνος (απ΄ όσο γνωρίζουμε) πολιτικός παράγοντας που ομολόγησε ποτέ στην Ελλάδα ότι πήρε χρήματα από εταιρεία, τη «Ζήμενς», τα οποία – κατά τον ισχυρισμό του – παρέδωσε στα ταμεία ενός κόμματος, του ΠΑΣΟΚ, επιτρέψτε μας ορισμένες υπενθυμίσεις.

Στο απολογητικό υπόμνημα που κατέθεσε ο Τσουκάτος στις 14/9/2010 στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής, μεταξύ άλλων ισχυριζόταν τα εξής:

   α) Τα λεφτά που – ομολογημένα - πήρε από τη «Ζήμενς» δεν θα τα έπαιρνε ο ίδιος αν «δεν τύχανε να 'μαι - όπως αναφέρει - συναρμόδιος στο ΠΑΣΟΚ για την οικονομική καμπάνια, ενόψει του επικείμενου Συνεδρίου και των Ευρωεκλογών του '99».

   Με άλλα λόγια - κατά τον ισχυρισμό Τσουκάτου - όποιος κι αν ήταν αρμόδιος οικονομικών του, τότε κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ, πάλι θα τα 'παιρνε από τη «Ζήμενς»...

   β)«Η κατάληξη του άνω χρηματικού ποσού στον προορισμό του (σ.σ.: στα ταμεία του ΠΑΣΟΚ) επιβεβαιώθηκε, εμμέσως για ευνόητους λόγους, πλην σαφώς, απ' τις καταθέσεις στη Δικαιοσύνη των ταμίων του κόμματος, αλλά κι απ' τις καταθέσεις στη Γερμανία των στελεχών που εκταμίευαν για λογαριασμό της εταιρείας».

   Δηλαδή – κατά τον κύριο Τσουκάτο – τα λεφτά πήγαν, όντως, στο ΠΑΣΟΚ, γεγονός που, σύμφωνα με το απολογητικό του υπόμνημα, προκύπτει από τις ομολογίες των ταμιών του κόμματος, πράγμα που όμως αγνοούμε να το έχει αποδεχτεί επισήμως το ίδιο το ΠΑΣΟΚ.

   γ)«Η νομική φύση του περιστατικού ήταν (...) από αυτές που γίνονταν συχνά - πυκνά (...). Αυτή την παλιά και σ' όλους γνωστή καθιερωμένη πρακτική την κληρονόμησα δεν την καθιέρωσα».

Δηλαδή ο κ.Τσουκάτος, για μια ολόκληρη περίοδο «Νο 2» του ΠΑΣΟΚ, υποστήριζε ότι οι… «χορηγίες» από τις «Ζήμενς» δεν ήταν ένα «στιγμιαίο αδίκημα», αλλά κάτι που συνέβαινε «συχνά – πυκνά». Οτι ήταν μια κατάσταση «καθιερωμένη» πριν από αυτόν την οποία «κληρονόμησε». Οτι ήταν μια «γνωστή» και «καθιερωμένη πρακτική». Ενδιαφέρον...

   δ) «Ψεύδονται, βέβαια, συνειδητά και μάλιστα γνωρίζοντας πως ουδείς πολίτης τους πιστεύει, εκείνοι που βεβαιώνουν πως το δικό τους κόμμα (αναφέρομαι στα μεγάλα), δεν έχει χρηματοδοτηθεί από ιδιώτες και μάλιστα σε προεκλογικές περιόδους, με αντίστοιχα υψηλές χορηγίες, που ξεπερνούν κατά πολύ το ανώτατο όριο των επιτρεπόμενων οικονομικών ενισχύσεων του σχετικού νόμου».

Αυτά που ισχυριζόταν ο κ.Τσουκάτος για «ιδιώτες χρηματοδότες» και για παράνομες «χορηγίες» προς τα «μεγάλα» (τότε) κόμματα αφορούσαν εκτός του ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ. Τον σημερινό, δηλαδή, κυβερνητικό συνέταιρο του ΠΑΣΟΚ…

Το είχαμε πει και την εποχή που ο τόπος βοούσε για τις μίζες της «Ζήμενς», θα το επαναλάβουμε και σήμερα:  Ο Τσουκάτος, ως εμπλεκόμενος σε αυτή την δυσώδη υπόθεση από τη σκοπιά του κατηγορούμενου, μπορούσε και μπορεί να λέει ό,τι θέλει για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι ισχυρισμοί του ισχύουν.

Το ενδιαφέρον εν προκειμένω, όμως, είναι άλλο: Πρώτον, ότι εδώ και πέντε ολόκληρα χρόνια που ο (παραμένει κατηγορούμενος;) κύριος Τσουκάτος έχει προβεί στους παραπάνω ισχυρισμούς, ουδείς εκ των θιγομένων (;) βγήκε να τον αντικρούσει. Δεύτερον – και βασικότερο - ο κ.Τσουκάτος έγινε δεκτός στην προχτεσινή γιορτή του ΠΑΣΟΚ, χωρίς να έχει ανασκευάσει τίποτα από τα προηγούμενα…

Φυσικά, για τα παραπάνω  υπάρχει και η εκδοχή Πάγκαλου. Την οποία οι εκάστοτε ηγεσίες του ΠΑΣΟΚ επίσης δεν διευκρίνισαν ποτέ: Την αποδέχονται ή την απορρίπτουν;

Υπενθυμίζουμε:  Όταν τα εκατομμύρια της μίζας «σφύριζαν» γύρω μας, την εποχή που η «Ζήμενς» φερόταν να έχει «μπουκώσει» από υπουργούς μέχρι κλητήρες του δικομματισμού, τη στιγμή που ένας πολιτικός παράγοντας (ο Τσουκάτος) που διατέλεσε το «δεξί χέρι» πρώην πρωθυπουργού και άλλος (ο Μαντέλης) που διατέλεσε υπουργός του κ.Σημίτη είχαν ομολογήσει ότι πήραν λεφτά από εκείνους που φέρονταν να διένειμαν τις μίζες (σσ: ο κ.Σημίτης τα είχε προσπεράσει όλα αυτά κάνοντας τη δήλωση «λυπούμαι»…), ο τότε κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος και αργότερα αντιπρόεδρος της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ο Θόδωρος Πάγκαλος, είχε υποστηρίξει:

«Πήρε ο Τσουκάτος κάτι λεφτά, τα πήγε σε ένα κόμμα, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ. Τι αδίκημα είναι αυτό; (…). Δηλαδή, τι αδίκημα είναι; Παίρνω από μια ιδιωτική εταιρεία λεφτά και τα πάω σε ένα κόμμα, είναι αδίκημα κάποιου είδους; (…).Τι αδίκημα είναι να πάρω λεφτά και να τα πάω σε ένα κόμμα;».

Αυτά έλεγε ο Πάγκαλος στις 5/5/2009 στον ρ/σ «Φλας». Και λίγες μέρες αργότερα πρόσθετε: «Αρα, εάν του είπαν (σ.σ.: του Τσουκάτου) πάρε μια σακούλα με λεφτά και πήγαινέ τα στο κόμμα σου, γιατί αυτό είναι παράνομο; Δεν είναι παράνομο»! (Θ. Πάγκαλος, συνέντευξη στο «njoytv», 26/6/2009).

Τώρα θα πείτε γιατί - στη χώρα του «ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό» - να μας κάνουν εντύπωση όλα αυτά. Ε, αυτό είναι το χειρότερο: Δεν μας κάνουν καμία εντύπωση!

Απλώς έτυχε να ακούσουμε τον κ.Βενιζέλο να λέει να επιμένει στην προχτεσινή εκδήλωση του ΠΑΣΟΚ (την οποία προλόγισε ο κ.Σημίτης) ότι χρειάζεται«ισορροπία μνήμης». Και το είπε παρουσία του κ.Τσουκάτου. Ε, είπαμε να συμβάλουμε λιγουλάκι στην κατεύθυνση αυτή…

Πηγή : tvxs απο enikos

Ακίρα Κουροσάβα: Ο αυτοκράτορας του ιαπωνικού κινηματογράφου

«Επτά σαμουράι», «Ο θρόνος του αίματος», «Καγκεμούσα», «Ραν», «Όνειρα», «Γιοζίμπο». Λίγες, ελάχιστες μόνο από τις μεγάλες ταινίες που χάρισε το κινηματογραφόφιλο κοινό, ο «αυτοκράτορας του ιαπωνικού κινηματογράφου», Ακίρα Κουροσάβα.

Γεννημένος, στις 23 Μαρτίου του 1910, στο Ομόρι, κοντά στο Τόκιο της Ιαπωνίας, έμελε να αναδειχτεί ο μεγαλύτερος σύγχρονος Ιάπωνας σκηνοθέτης και σίγουρα ένας από τους σημαντικότερους κινηματογραφιστές σε παγκόσμιο επίπεδο, με περισσότερες από 30 ταινίες, κάποιες από τις οποίες τιμήθηκαν με διεθνή βραβεία, όπως ο Χρυσός Λέων στο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Βενετίας το 1951 για την ταινία «Rashômon» και ο Χρυσός φοίνικας του Φεστιβάλ των Καννών του 1980 για την ταινία «Kagemusha».

Ο Ακίρα Κουροσάβα, μπήκε στο χώρο της τέχνης, θέλοντας αρχικά να ασχοληθεί με τη ζωγραφική. Γράφτηκε σε μία σχολή καλών τεχνών στην οποία μελέτησε κυρίως δυτικές τεχνοτροπίες. Σύντομα εντάχθηκε σε μία καλλιτεχνική ομάδα και μελέτησε σε βάθος τη Ρωσική λογοτεχνία του 19ου αιώνα. Την αγάπη του για τον κινηματογράφο σημάδεψε η αυτοκτονία ενός από τους έξι αδελφούς του που λάτρευε το σινεμά και δούλευε ως αφηγητής σε βωβές ταινίες. Η σχέση του ίδιου του Κουροσάβα με τον κινηματογράφο ξεκίνησε το 1930 στο πλευρό του σκηνοθέτη, Κατζίρο Γιαμαμότο που υπήρξε μεγάλος δάσκαλος για το νεαρό Ακίρα Κουροσάβα, παρά τη δύσκολη για τον ιαπωνικό κινηματογράφο εποχή. Μία εποχή συντηρητική κατά την οποία ο Γιαμαμότο εκτελούσε, κυρίως, ταινίες – παραγγελίες για το στρατιωτικό καθεστώς. Ο Κουροσάβα, στο ίδιο κλίμα, θα κάνει την πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα το 1943, με την ταινία «Σουγκάτα Σανσίρο» μια ταινία για την ιστορία του τζούντο. Στα επόμενα χρόνια ο Κουροσάβα θα κάνει ταινίες απλές και εμπορικές, όπως η συνέχεια του «Σουγκάτα Σανσίρο» (1945) τις οποίες δημιουργεί υπό τον έλεγχο της στρατιωτικής κυβέρνησης της Ιαπωνίας, κάτω από καθεστώς αυστηρής λογοκρισίας για την πνευματική δημιουργία. Ευνοούνται φυσικά έργα με πατριωτικό περιεχόμενο. Τέτοιο θα είναι και το περιεχόμενο του δεύτερου μέρους του «Σουγκάτα Σανσίρο» του Κουροσάβα, ενός ανθρώπου που, ωστόσο, συμπορευόταν με την αριστερά.

Ο προσανατολισμός του θα αλλάξει αμέσως μετά τον πόλεμο. Η πρώτη του ταινία, «Οι νέοι δεν χρειάζονται λύπηση» (1946), διαπραγματευόταν την ιστορία της Ιαπωνίας από την δεκαετία του '30 ως το 1946. Η ταινία βασιζόταν στην «πτώση του Τακικάβα», το 1933 όταν ένας καθηγητής αναγκάσθηκε από την κυβέρνηση να παραιτηθεί εξ αιτίας των πολιτικών απόψεών του, επειδή υποστήριζε την αριστερά και τα φοιτητικά κινήματα. Δύο χρόνια αργότερα ο Κουροσάβα, γύρισε το αριστούργημα «Ο μεθυσμένος άγγελος» (1948). Από κει και πέρα, οι ταινίες διαδέχονται η μία την άλλη και πρόκειται πάντα για εξαιρετικές παραγωγές που θα αποδώσουν στον Ακίρα Κουροσάβα τον τίτλο που του αξίζει («ο αυτοκράτορας του ιαπωνικού κινηματογράφου») και μία θέση στο Πάνθεον των σύγχρονων κινηματογραφιστών. Το 1950 θα κυκλοφορήσει το «Ρασομόν» η ταινία που του επέφερε τη διεθνή του φήμη και τον έκανε γνωστό στην Ευρώπη χαρίζοντάς του, το «Χρυσό Λέοντα». Θα ακολουθήσουν οι «Επτά Σαμουράι», «Όνειρα», «Γιοτζίμπο», «Ραψωδία τον Αύγουστο», «Καγκεμούσα».

Ο Κουροσάβα μελέτησε σε βάθος στοιχεία του δυτικού πολιτισμού, τα ενσωμάτωσε στην ιαπωνική κουλτούρα, το έκανε όμως με τρόπο αριστοτεχνικό, καταφέρνοντας να δημιουργήσει το δικό του μοναδικό στιλ κινηματογράφησης και στη συνέχεια να επηρεάσει ο ίδιος τον δυτικό κινηματογράφο. Ο ίδιος δεν δίστασε να αξιοποιήσει έργα των μεγάλων δυτικών κλασικών Γουίλιαμ Σαίξπηρ, Μαξίμ Γκόρκι και Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι μεταφέροντάς τα στη φεουδαρχική Ιαπωνία, ενώ και οι δημιουργοί της Δύσης δεν δίστασαν να «πατήσουν» στις δικές του ταινίες προκειμένου να δημιουργήσουν μεγάλες ταινίες. Τρανταχτά παραδείγματα, το «Και οι επτά ήταν υπέροχοι» του Τζον Στέρτζες, ένα ριμέικ των «Επτά σαμουράι» και το «Μια χούφτα δολάρια» του Σέρτζιο Λεόνε, ένα ριμέικ του «Γιοζίμπο». Επιπλέον, ο Τζορτζ Λούκας, ποτέ δεν έκρυψε ότι εμπνεύστηκε τον «Πόλεμο των άστρων» από το «Κρυμμένο κάστρο» (1958) του Ακίρα Κουροσάβα.

Ο θάνατός του από εγκεφαλικό, στις 6 Σεπτεμβρίου, του 1998 σήμανε μια μεγάλη απώλεια για τον παγκόσμιο κινηματογράφο, παρ' ότι ο Κουροσάβα είχε αποσυρθεί από το 1993, έχοντας παραδώσει στους φίλους του κινηματογράφου τον «Δάσκαλο», το κύκνειο άσμα του.

Φιλμογραφία

«Μανταντάγιο» (1993), «Μια Ραψωδία Τον Αύγουστο» (1991), «Όνειρα» (1990), «Ραν» (1985), «Καγκεμούσα, ο ίσκιος του πολεμιστή» (1980), «Ουζαλά» (1975), «Η Γειτονιά Των Καταφρονεμένων» (1970), «Κοκκινογένης» (1965), «Ο Δολοφόνος Του Τόκιο» (1963), «Σαντζούρο» (1962), «Γιοζίμπο» (1961), «Οι κακοί κοιμούνται ήσυχα» (1960), «Το κρυμμένο φρούριο» (1958), «Ο υπόκοσμος» (1957), «Ο Θρόνος του Αίματος» (1957), «Οι 7 Σαμουράϊ» (1954), «Ο καταδικασμένος» (1952), «Ο ηλίθιος» (1951), «Ρασομόν» (1950), «Σκάνδαλο» (1950), «Λυσσασμένος σκύλος» (1949), «Η ήσυχη διένεξη» (1949), «Ο μεθυσμένος άγγελος» (1948), «Μία υπέροχη Κυριακή» (1947), «Οι νέοι δεν χρειάζονται λύπηση» (1946), «Αυτά κτίζουν το μέλλον» (1946), «Ο Θρύλος του Τζούντο 2» (1945), «Αυτοί που πάτησαν την ουρά της τίγρης» (1945), «Ο πιο ωραίος» (1944), «Ο Θρύλος του Τζούντο» (1943)

Πηγή : tvxs