ενημέρωση 11:47, 23 July, 2026

Η παρμεζάνα σε κρίση - Η κλιματική αλλαγή απειλεί το πιο διάσημο ιταλικό τυρί

Η μοίρα ενός ιστορικού ιταλικού προϊόντος τίθεται υπό αμφισβήτηση εξαιτίας μιας αόρατης απειλής

Η παρμεζάνα, το εμβληματικό προϊόν της ιταλικής γαστρονομίας και ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τυριά παγκοσμίως, βρίσκεται αντιμέτωπη με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Η συνεχής άνοδος της θερμοκρασίας και τα παρατεταμένα κύματα καύσωνα που πλήττουν την Ευρώπη απειλούν πλέον την ίδια την παραγωγή της.

«Η ακραία ζέστη επηρεάζει την ποιότητα και την ποσότητα του γάλακτος», δηλώνει στο Reuters ο πρόεδρος της Κοινοπραξίας Parmigiano Reggiano, Νίκολα Μπερτινέλι. Ο ίδιος διαχειρίζεται το γαλακτοκομικό αγρόκτημα που ίδρυσε η οικογένειά του το 1895 στα περίχωρα της Πάρμας, όπου παράγεται το αυθεντικό τυρί.

Με θερμοκρασίες που φτάνουν και ξεπερνούν τους 40 βαθμούς Κελσίου, οι αγελάδες τρώνε λιγότερο, ξεκουράζονται περισσότερο και παράγουν έως και 10% λιγότερο γάλα. Η παραγωγή της Parmigiano Reggiano επιτρέπεται αποκλειστικά σε πέντε επαρχίες, κυρίως στην Εμίλια Ρομάνα, ενώ οι αγελάδες πρέπει να τρέφονται μόνο με χόρτο και σανό που καλλιεργούνται εκεί.

Περιγράφοντας τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο κλάδος, ο Μπερτινέλι τονίζει: «Αν δεν βρέξει, δεν φυτρώνει γρασίδι, δεν μπορεί να παραχθεί σανό και είναι αδύνατο να προμηθευτεί κανείς το γάλα που χρειάζεται για να φτιάξει το τυρί».

Αύξηση κόστους και ενεργειακές προσαρμογές

Για να αντιμετωπιστούν οι ακραίες καιρικές συνθήκες, οι παραγωγοί εγκαθιστούν ανεμιστήρες και συστήματα «υδρονέφωσης», δηλαδή ψύξης με νερό. Αυτά τα μέτρα, ωστόσο, αυξάνουν σημαντικά το ενεργειακό κόστος, το οποίο επιβαρύνει και τις αποθήκες όπου οι τροχοί του τυριού ωριμάζουν για τουλάχιστον 12 μήνες — και συχνά έως και τρία χρόνια.

«Κατά τη διάρκεια του φετινού κύματος καύσωνα, η ημερήσια κατανάλωση ενέργειας αυξήθηκε κατά 30%», αναφέρει ο διευθυντής της MGT, Τζιανκάρλο Ραβανέτι. Όπως εξηγεί, «για να κάνουμε τις εγκαταστάσεις μας όσο το δυνατόν πιο ενεργειακά αποδοτικές, βελτιώσαμε τα συστήματα ψύξης και τους λέβητές μας, αναβαθμίσαμε τη μόνωση των κτηρίων και αυξήσαμε την παραγωγή ανανεώσιμων πηγών ενέργειας».

 Η «Τράπεζα της Παρμεζάνας» και ο ρόλος του ανθρώπου

Οι αποθήκες με ελεγχόμενο κλίμα, γνωστές και ως «Τράπεζα της Παρμεζάνας», αποτελούν θεσμό για την περιοχή. Εκεί, η τεχνολογία και η παράδοση συνυπάρχουν, εξασφαλίζοντας την ανώτερη ποιότητα κάθε κεφαλιού Parmigiano Reggiano. Οι ειδικοί ελέγχουν εβδομαδιαίως κάθε τροχό, χτυπώντας τον με μικρά σφυριά για να εντοπίσουν πιθανές ατέλειες στη διαδικασία παλαίωσης.

«Ο ανθρώπινος παράγοντας παραμένει καθοριστικός και αποτελεί την πραγματική δύναμη ολόκληρης της διαδικασίας», υπογραμμίζει ο Ραβανέτι.

Ανησυχία για το μέλλον του ιστορικού τυριού

Ο διευθυντής διεθνών πωλήσεων στον όμιλο τροφίμων GranTerre, Πάολο Γκανζέρλι, προειδοποιεί: «Εάν τα ακραία φαινόμενα γίνουν πιο μακροχρόνια και πιο έντονα, σίγουρα θα έχουν αντίκτυπο τόσο στην ποσότητα όσο και στην ποιότητα του γάλακτος, αλλά πάνω απ’ όλα θα οδηγήσουν σε υψηλότερο κόστος».

Η παρμεζάνα, όπως σημειώνει, «υπάρχει εδώ και περισσότερα από 800 χρόνια». Και καταλήγει με μια φράση που αποτυπώνει την αγωνία των παραγωγών: «Δεν θέλουμε να είμαστε η τελευταία γενιά που θα το έχει γευτεί».

Ερχεται μικρό Suzuki για την πόλη

Η έκδοση παραγωγής του μοντέλου αναμένεται να κυκλοφορήσει στους ευρωπαϊκούς δρόμους την άνοιξη του 2027.

Το Suzuki Vision e-Sky είναι το νέο, αμιγώς ηλεκτρικό πρωτότυπο της Suzuki που παρουσιάστηκε αρχικά στο Japan Mobility Show και αποτελεί τον προπομπό για ένα προσιτό ηλεκτρικό αυτοκίνητο πόλης με αναμενόμενη τιμή κάτω από 20.000€.
 
 
Η έκδοση παραγωγής του μοντέλου αναμένεται να κυκλοφορήσει στους ευρωπαϊκούς δρόμους την άνοιξη του 2027. Το εσωτερικό του Vision e-Sky, ν έτοιμο για παραγωγή. Θα έχει όλα τα κονφόρ, με ψηφιακό πίνακα οργάνων, πλωτή κεντρική κονσόλα, ατμοσφαιρικό φωτισμό και μινιμαλιστικό ταμπλό, που λειτουργεί και ως πρακτικός δίσκος.
 
Το νέο μίνι αυτοκίνητο έχει σχεδιαστεί με γνώμονα τις καθημερινές μετακινήσεις και τις κοντινές εκδρομές τα Σαββατοκύριακα. Ακολουθώντας το θέμα “Unique, Smart, Positive”, το όχημα στοχεύει να προκαλέσει μια “χαρούμενη” αίσθηση
  • Κατηγορία AUTO-MOTO
  • 0

Ακόμα χαμηλότερα στις δημοσκοπήσεις ο Τραμπ – Χάνει έδαφος ακόμα και στα δυνατά του σημεία

Σήμερα 17.7.2026 στις 4.30 ώρα Ελλάδας ο Τραμπ απεύθυνε ομιλία σε Εθνικό δίκτυο - τυχαίο; 

Έξι μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα αντιμετωπίζει ένα επιδεινούμενο πολιτικό κλίμα χάρη στις ακραίες πολιτικές της κυβέρνησης Ντόναλντ Τραμπ

Στο χειρότερο δημοκοπικό σημείο από το 2024 βρίσκεται ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ μεσούσης της σύγκρουσης με το Ιράν και ενόψει του ταξιδιού στην Κίνα.

Σύμφωνα με δημοσκόπηση των Washington Post-ABC News-Ipsos η συνολική αποδοχή του Τραμπ ανέρχεται πλέον στο 37% με την αποδοκιμασία του να φτάνει το 62%, το υψηλότερο ποσοστό των δύο θητειών του.

Μεταξύ των Ρεπουμπλικανών, η αποδοχή του Τραμπ παραμένει σταθερή στο 85%, αλλά οι αξιολογήσεις του μεταξύ των ανεξάρτητων που κλίνουν προς τους Ρεπουμπλικανούς έχουν φτάσει σε νέο χαμηλό, στο 56%. Η αποδοχή του μεταξύ των ανεξάρτητων συνολικά ανέρχεται στο 25%.

Το σύνολο των Αμερικανών αποδοκιμάζει τον χειρισμό του στην κατάσταση με το Ιράν με ποσοστό 66% έναντι 33%.

Ακόμα ακόμα και στα οικονομικά ζητήματα που ήταν το προνομιακό του πεδίο έχει μειωθεί σημαντικά η αποδοχή του, μόλις στο 34% από 40% καθώς οι τιμές της βενζίνης έχουν αυξηθεί.

Η αποδοχή του για τον πληθωρισμό έχει πέσει κατά πέντε μονάδες την ίδια περίοδο, στο 27%, και η χαμηλότερη αξιολόγησή του αφορά τις αντιλήψεις για τον χειρισμό του γενικού κόστους ζωής, με 23% να εγκρίνουν έναντι 76% να αποδοκιμάζουν.

Σχεδόν 6 στους 10 (59%) λένε ότι δεν διαθέτει την απαιτούμενη πνευματική διαύγεια και η πλειοψηφία (55%) λέει ότι δεν βρίσκεται σε αρκετά καλή φυσική κατάσταση για να ασκήσει αποτελεσματικά τα καθήκοντά του. Και τα δύο είναι ελαφρώς πιο αρνητικά σε σχέση με τη δημοσκόπηση του Φεβρουαρίου και σημαντικά πιο αρνητικά σε σχέση με τον περασμένο Σεπτέμβριο.

Σε άλλα χαρακτηριστικά, το 71% λέει ότι δεν είναι έντιμος και αξιόπιστος, σχεδόν το 67% λέει ότι δεν εξετάζει προσεκτικά σημαντικές αποφάσεις και η πλειοψηφία του 54% λέει ότι δεν είναι ισχυρός ηγέτης.

Ο Τραμπ καταγράφει τις καλύτερες αξιολογήσεις του στον χειρισμό της μετανάστευσης στα σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού (45% αποδοχή και 54% αποδοκιμασία). Οι αξιολογήσεις του για τη μετανάστευση συνολικά είναι χειρότερες, με 40% να εγκρίνουν και 59% να αποδοκιμάζουν, σχεδόν αμετάβλητες από το 40% θετικό έναντι 58% αρνητικό τον Φεβρουάριο, αν και αυτό ήταν το χειρότερο για τη δεύτερη θητεία του.

Επιπτώσεις στις ενδιάμεσες – Κίνδυνοι στο Κογκρέσο

Οι αδύναμες αξιολογήσεις αποδοχής του προέδρου θέτουν την οριακή πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών στη Βουλή των Αντιπροσώπων σε σοβαρό κίνδυνο και πλέον απειλούν και την πλειοψηφία τους στη Γερουσία. Μεταξύ των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, οι Δημοκρατικοί έχουν προβάδισμα πέντε μονάδων στο ερώτημα ποιο κόμμα προτιμούν οι πολίτες στις εκλογές για τη Βουλή. Αυτό αυξήθηκε από προβάδισμα δύο μονάδων τον Φεβρουάριο και τον Οκτώβριο.

Το προβάδισμα των Δημοκρατικών αυξάνεται στις 9 μονάδες μεταξύ όσων δηλώνουν απολύτως βέβαιοι ότι θα ψηφίσουν. Οι Δημοκρατικοί είναι επίσης πολύ πιο πιθανό από τους Ρεπουμπλικανούς να πουν ότι η ψήφος αυτό το φθινόπωρο είναι πιο σημαντική από προηγούμενες ενδιάμεσες εκλογές (73% έναντι 52%), μια μεταβολή σε σχέση με το 2022, όταν τα κόμματα ήταν περίπου ισοδύναμα σε αυτό (72% μεταξύ των Ρεπουμπλικανών έναντι 68% των Δημοκρατικών).

Το χάσμα στον ενθουσιασμό εξηγείται εν μέρει από μια διάσπαση στη βάση του Τραμπ. Οι Ρεπουμπλικανοί που αυτοπροσδιορίζονται ως MAGA είναι πιο πιθανό (77%) να δηλώσουν ότι είναι απολύτως βέβαιοι πως θα ψηφίσουν, σε σύγκριση με το 59% της μικρότερης ομάδας των μη-MAGA Ρεπουμπλικανών. Εν τω μεταξύ, το 79% όλων των αυτοπροσδιοριζόμενων Δημοκρατικών δηλώνουν ότι είναι απολύτως βέβαιοι ότι θα ψηφίσουν.

Υπάρχει επίσης διάσταση ως προς το πώς τα μέλη των δύο κομμάτων αντιλαμβάνονται τη σημασία των εκλογών του Νοεμβρίου. Περίπου 6 στους 10 Δημοκρατικούς λένε ότι οι ενδιάμεσες εκλογές είναι «πολύ πιο σημαντικές» σε σύγκριση με προηγούμενες, ενώ το 35% των Ρεπουμπλικανών βλέπει την ίδια σημασία. Μεταξύ όσων αυτοπροσδιορίζονται ως MAGA Ρεπουμπλικανοί, το 41% λέει ότι η επερχόμενη ψηφοφορία είναι πολύ πιο σημαντική από προηγούμενες εκλογές, με το 20% των μη-MAGA Ρεπουμπλικανών να συμφωνεί.

Αστάθμητοι παράγοντες

Όπως προσθέτει το δημοσίευμα, τα ευρήματα αυτά δεν αποτελούν ακριβείς δείκτες για το πώς θα εξελιχθούν οι εκλογές, και μια ποικιλία παραγόντων θα μπορούσε να προσθέσει αβεβαιότητα στο πολιτικό έτος.

Ένας από αυτούς είναι οι συνεχιζόμενες μάχες για τον επανακαθορισμό εκλογικών περιφερειών και ποιο κόμμα, αν κάποιο, θα ωφεληθεί τελικά από την αναδιάταξη των ορίων των εκλογικών περιφερειών.

Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε την Τετάρτη ότι η φυλή δεν μπορεί να αποτελεί παράγοντα στον καθορισμό αυτών των ορίων, πλήγμα για τον Νόμο περί Δικαιωμάτων Ψήφου και ώθηση για ορισμένες πολιτείες που ελέγχονται από τους Ρεπουμπλικανούς να επαναχαράξουν περιφέρειες ώστε να εξαλείψουν εκπροσώπους μειονοτήτων και να δώσουν στο κόμμα πλεονέκτημα.

Ρεπουμπλικάνοι εναντίον Δημοκρατικών

Οι Δημοκρατικοί κατέγραψαν ορισμένα κέρδη στην αντίληψη του κοινού για το ποιο κόμμα είναι πιο αξιόπιστο στη διαχείριση ορισμένων σημαντικών ζητημάτων — ακόμη ένας δείκτης των μεταβαλλόμενων προοπτικών των Ρεπουμπλικανών. Το σημαντικότερο κέρδος για τους Δημοκρατικούς ήρθε στην οικονομία.

Η νέα δημοσκόπηση δείχνει το κοινό να είναι μοιρασμένο, με 34% να λέει ότι εμπιστεύεται τους Ρεπουμπλικανούς, 33% να λέει ότι εμπιστεύεται τους Δημοκρατικούς και τους υπόλοιπους να λένε ότι δεν εμπιστεύονται κανέναν ή και τους δύο εξίσου. Όταν τέθηκε αυτό το ερώτημα πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του 2022, οι Ρεπουμπλικανοί είχαν διψήφιο προβάδισμα στην οικονομία.

Το άλλο ζήτημα στο οποίο οι Δημοκρατικοί έχουν κερδίσει σε εμπιστοσύνη είναι ο πληθωρισμός. Η νέα δημοσκόπηση δείχνει το κοινό μοιρασμένο, αλλά το 2022, όταν ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν ήταν στην εξουσία και αντιμετώπιζε αυξανόμενες τιμές, οι Ρεπουμπλικανοί είχαν διψήφιο προβάδισμα. Το πλεονέκτημα των Ρεπουμπλικανών στη μετανάστευση έχει μειωθεί σε μονοψήφιο αριθμό, πέντε μονάδες στην τελευταία δημοσκόπηση.

Ωστόσο, οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν μεγάλο πλεονέκτημα στην εμπιστοσύνη για τη διαχείριση της εγκληματικότητας, ενώ οι Δημοκρατικοί θεωρούνται πιο αξιόπιστοι στη διαχείριση της υγειονομικής περίθαλψης, της εκπαίδευσης και του κόστους ζωής στις ΗΠΑ (ελαφρώς καλύτερα για τους Δημοκρατικούς σε σχέση με τον πληθωρισμό).

Μεγάλος αριθμός Αμερικανών δηλώνει ότι δεν εμπιστεύεται «κανένα» πολιτικό κόμμα για τη διαχείριση σημαντικών ζητημάτων, συμπεριλαμβανομένου του 23% που το λέει αυτό για τη μετανάστευση, του 27% για την οικονομία, του 28% για την εγκληματικότητα και του 33% για τον πληθωρισμό. Μια οριακή πλειοψηφία (51%) δεν εμπιστεύεται κανένα κόμμα για τη διαχείριση της τεχνητής νοημοσύνης.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Κατρακυλούν τα ποσοστά αποδοχής των ΗΠΑ παγκοσμίως, αύξηση θετικών γνωμών για την Κίνα – Τι ισχύει στην Ελλάδα

Η ανατροπή που αποτυπώνει η έρευνα του Κέντρου Έρευνας Pew - Τα ποσοστά αποδοχής για τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ και για τον ηγέτη της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ

Τη νέα έρευνα του Κέντρου Έρευνας Pew παρουσιάζει το BBC, η οποία αποτυπώνει την κατάρρευση των ποσοστών αποδοχής των ΗΠΑ παγκοσμίως.

Το Pew διεξήγαγε δημοσκόπηση σε περισσότερους από 42.000 ανθρώπους σε 36 χώρες μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαΐου 

Η Κίνα αντιμετωπίζεται πλέον πιο θετικά από τις ΗΠΑ σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο.

Είναι η πρώτη φορά που το Pew καταγράφει τέτοια αποτελέσματα.

Τα ευρήματα του μη κομματικού κέντρου μελετών, με έδρα τις ΗΠΑ, δείχνουν ότι οι θετικές απόψεις για την Κίνα έχουν φτάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα σε πολλές χώρες, ενώ η εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών έχει υποστεί πλήγμα.

Γενικά, οι ερωτηθέντες επέδειξαν χαμηλό βαθμό εμπιστοσύνης τόσο για τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ όσο και για τον Κινέζο ομόλογό του, Σι Τζινπίνγκ, αν και ο Σι έλαβε υψηλότερη βαθμολογία από τον Τραμπ.

Με βάση τις απαντήσεις, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να θεωρούνται μια χώρα που σέβονται τις ατομικές ελευθερίες περισσότερο από την Κίνα, ενώ η Κίνα θεωρείται ότι παρεμβαίνει λιγότερο στις υποθέσεις άλλων χωρών σε σύγκριση με τις ΗΠΑ.

Το Pew διεξήγαγε δημοσκόπηση σε περισσότερους από 42.000 ανθρώπους σε 36 χώρες μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαΐου.

Πηγή: Pew Research / BBC

Οι ερωτήσεις της έρευνας

Από τους ερωτηθέντες ζητήθηκε να απαντήσουν αν είχαν πολύ θετική, μάλλον θετική, μάλλον αρνητική ή πολύ αρνητική άποψη για κάθε υπερδύναμη.

Το ερευνητικό κέντρο διαπίστωσε ότι σε 25 από τις 36 χώρες, ο αριθμός των ανθρώπων που είχαν θετική άποψη για την Κίνα ήταν μεγαλύτερος από εκείνον που είχε θετική άποψη για τις ΗΠΑ.

Σύμφωνα με τον Τζόναθαν Σούλμαν, έναν από τους ερευνητές της μελέτης, είναι η πρώτη φορά που το Pew, το οποίο παρακολουθεί την παγκόσμια κοινή γνώμη απέναντι στις υπερδυνάμεις από το 2002, καταγράφει ένα τέτοιο αποτέλεσμα σε τόσες πολλές χώρες.

Το Pew έχει καταγράψει και στο παρελθόν πτώσεις στις θετικές απόψεις για τις ΗΠΑ — το 2008, στο τέλος της θητείας του Τζορτζ Μπους, και το 2017, στην αρχή της πρώτης θητείας του Τραμπ.

Ωστόσο, ακόμη και τότε, οι θετικές απόψεις για την Κίνα έτειναν να είναι στο ίδιο επίπεδο ή ελαφρώς χαμηλότερες, δήλωσε ο Σούλμαν στο BBC.

Η Ισπανία, η Ινδονησία, η Ιταλία, η Ελλάδα και ο Καναδάς ήταν μεταξύ των χωρών που παρουσίασαν τις μεγαλύτερες μεταβολές υπέρ της Κίνας.

Μόνο έξι χώρες στη φετινή έρευνα εξακολουθούν να προτιμούν περισσότερο τις ΗΠΑ, οι περισσότερες από τις οποίες είναι σταθεροί σύμμαχοι των ΗΠΑ: η Πολωνία, οι Φιλιππίνες, η Νότια Κορέα, η Ινδία, η Ιαπωνία και το Ισραήλ.

Παράλληλα, το Κέντρο Έρευνας Pew διαπίστωσε ότι η διάμεση τιμή της θετικής γνώμης για τις ΗΠΑ σε 20 χώρες έχει μειωθεί σταθερά τα τελευταία χρόνια, ενώ η διάμεση τιμή της θετικής γνώμης για την Κίνα παρουσιάζει ανοδική τάση.

Πηγή: Pew Research / BBC

Πώς βλέπουν την Κίνα

Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι η θετική εικόνα για την Κίνα έχει αυξηθεί σε περισσότερο από το ένα τρίτο των χωρών που συμμετείχαν στις έρευνες τα τελευταία χρόνια, με βάση ένα διευρυμένο σύνολο δεδομένων που περιλαμβάνει και τις ΗΠΑ.

Επιπλέον, η θετική εικόνα για την Κίνα έφτασε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα σε ορισμένες από τις χώρες που συμμετείχαν στη φετινή έρευνα, μεταξύ των οποίων η Ιταλία, η Ισπανία, η Κολομβία, το Μεξικό, η Ινδονησία, η Μαλαισία, η Νιγηρία και η Τουρκία.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι, γενικά, οι χώρες μεσαίου εισοδήματος έτειναν να έχουν θετική άποψη για την Κίνα, ενώ οι πλουσιότερες χώρες έτειναν να έχουν πιο αρνητική άποψη.

Μια εξαίρεση σε αυτό το μοτίβο αποτέλεσε η Σιγκαπούρη, η οποία παρουσίαζε το υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ μεταξύ των χωρών που συμμετείχαν στην έρευνα και υψηλό επίπεδο θετικής στάσης απέναντι στην Κίνα.

Οι πιο θετικές — και οι πιο αρνητικές — απόψεις για την Κίνα στην έρευνα προέρχονταν από την περιοχή της Ασίας και του Ειρηνικού.

Περίπου το 90% των Πακιστανών φαίνεται να έχει θετική άποψη για την Κίνα, ενώ μόλις το 11% των Ιαπώνων έχει την ίδια άποψη.

Για τον Σι και τον Τραμπ

Στην έρευνα οι συμμετέχοντες ρωτήθηκαν επίσης αν εμπιστεύονται τον Σι και τον Τραμπ ότι θα πράξουν το σωστό όσον αφορά τις παγκόσμιες υποθέσεις.

Συνολικά, τα επίπεδα εμπιστοσύνης και για τους δύο ηγέτες ήταν γενικά χαμηλά, με τα περισσότερα ποσοστά να κυμαίνονται κάτω από το 50%.

Ωστόσο, σε πολλές από τις χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα παρατηρήθηκε η τάση να εμπιστεύονται περισσότερο τον Σι παρά τον Τραμπ.

Οι υψηλότερες και χαμηλότερες αξιολογήσεις για τον Σι στην έρευνα προέρχονταν από το Πακιστάν και την Ιαπωνία αντίστοιχα, με ποσοστά 83% και 7%.

Για τον Τραμπ, το υψηλότερο ποσοστό ήταν 68% στις Φιλιππίνες και το χαμηλότερο 4% στη Δυτική Όχθη/Ανατολική Ιερουσαλήμ.

Ο Σούλμαν ανέφερε ότι η έρευνά τους κατέδειξε γενικά ότι «οι άνθρωποι δεν έχουν τόσο ισχυρή άποψη για τον Σι όσο έχουν για άλλους ηγέτες».

Εν τω μεταξύ, όσον αφορά τον Τραμπ, «οι άνθρωποι ήταν πιο πιθανό να δώσουν μια απάντηση, και μάλιστα μια απάντηση στα άκρα».

Η έρευνα έδειξε επίσης ότι, αν και περισσότεροι άνθρωποι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ σέβεται τις προσωπικές ελευθερίες των πολιτών της περισσότερο από ό,τι η κυβέρνηση της Κίνας, το χάσμα έχει μειωθεί.

Το Pew έθεσε επιπλέον ερωτήσεις σε διάφορες χώρες μεσαίου εισοδήματος, προκειμένου να διερευνήσει τις απόψεις σχετικά με την εξωτερική πολιτική των υπερδυνάμεων.

Κατά μέσο όρο, το 75% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι οι ΗΠΑ παρεμβαίνουν σε μεγάλο ή αρκετά μεγάλο βαθμό στις υποθέσεις άλλων χωρών, ενώ το 45% δήλωσε το ίδιο για την Κίνα.

«Η αστάθεια στις ΗΠΑ έχει προκαλέσει ανησυχία σε πολλούς»

Το BBC σημειώνει ότι κι άλλα ιδρύματα έχουν διεξάγει παρόμοιες έρευνες τα τελευταία χρόνια.

Η εταιρεία δημοσκοπήσεων Gallup διαπίστωσε ότι η Κίνα ξεπέρασε τις ΗΠΑ στα παγκόσμια ποσοστά αποδοχής πέρυσι, με τη μεγαλύτερη διαφορά που έχει καταγραφεί υπέρ της Κίνας τα τελευταία 20 χρόνια.

Ωστόσο, η ετήσια έρευνα «Global Public Opinion on China» του αμερικανικού think tank Asia Society έδειξε ότι η εικόνα της Κίνας, η οποία είχε υποστεί πλήγμα κατά τη διάρκεια της πανδημίας, είχε σημειώσει μόνο μια μέτρια ανάκαμψη έκτοτε.

Ο Τσονγκ Τζα Ίαν, μη μόνιμος ερευνητής στο Carnegie China, δήλωσε ότι τα τελευταία αποτελέσματα του Pew δεν ήταν έκπληξη.

«Η αστάθεια της αμερικανικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης βίας και της οικονομικής ζημίας που αυτή προκαλεί, έχει φέρει πολλούς σε κατάσταση ανησυχίας», σημείωσε.

Σε ποια περίοδο πραγματοποιήθηκε η έρευνα

Η έρευνα του Pew ξεκίνησε λίγο μετά τη σκλήρυνση της ρητορικής του Τραμπ σχετικά με την προσάρτηση της Γροιλανδίας και την απαγωγή του ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο από τις ΗΠΑ.

Επίσης, κατά τη διάρκεια της περιόδου διεξαγωγής της έρευνας, οι ΗΠΑ ξεκίνησαν τον πόλεμο με το Ιράν.

Ο Δρ Τσονγκ πρόσθεσε ότι «το αν η Κίνα είναι απολύτως δημοφιλής παραμένει ανοιχτό ζήτημα, αλλά προς το παρόν φαίνεται να αποτελεί μια πιο προβλέψιμη οντότητα. Το Πεκίνο καταβάλλει επίσης μεγάλες προσπάθειες για να βελτιώσει την εικόνα του», ειδικά στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Όσον αφορά τη διαφορά μεταξύ των υψηλών δεικτών δημοφιλίας της Κίνας και της σχετικά χαμηλότερης εμπιστοσύνης στον Σι, ο Δρ Τσονγκ δήλωσε ότι, ενώ η Κίνα «μπορεί να είναι πιο προβλέψιμη και, ως εκ τούτου, να κάνει ορισμένους να αισθάνονται πιο άνετα, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο Σι είναι μια σημαντική αυταρχική προσωπικότητα».

Ο ίδιος επισήμανε ότι, υπό την ηγεσία του Σι, η Κίνα είχε «υιοθετήσει πιο επιθετικές και επεκτατικές αξιώσεις, συμπεριλαμβανομένης της μεγαλύτερης επιμονής να ευθυγραμμιστούν οι άλλοι με την κοσμοθεωρία της» — ενώ παραμένουν τα ερωτήματα σχετικά με τη μεταχείριση των μειονοτήτων στη χώρα.

«Υποθέτω ότι οι άνθρωποι αποδίδουν τις πιο καταπιεστικές και οικονομικά λιγότερο ευεργετικές πολιτικές στον Σι προσωπικά, ενώ συνδέουν τα πιο θετικά στοιχεία, όπως τις τεχνολογικές εξελίξεις, με την Κίνα γενικότερα», σημείωσε.