Μπομπ Ντίλαν - O θρύλος που περιοδεύει ασταμάτητα
- Κατηγορία ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
- 0 σχόλια
Πλησιάζοντας στα γενέθλια των 85 του χρόνων, ο μαγικός αμερικανός τραγουδοποιός συνεχίζει να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο: συναυλίες σε μικρές πόλεις της Αμερικής, για την οποία γράφει στα ποιήματά του εδώ και δεκαετίες
Ο Ρόμπερτ Αλεν Ζίμερμαν ή, κατά προτίμηση, Μπομπ Ντίλαν, όπως είναι το καλλιτεχνικό όνομα ενός από τους σπουδαιότερους τραγουδοποιούς όλων των εποχών, δεν το βάζει κάτω. Είναι ακούραστος και αεικίνητος, παρά το γεγονός ότι στις 24 Μαΐου θα κλείσει τα 85 του χρόνια. Κάνοντας το ντεμπούτο του το 1962 με το άλμπουμ «Bob Dylan» – μια τομή στην αμερικανική κουλτούρα (με στίχους εμποτισμένους στην ποίηση των διανοουμένων της εποχής του, φολκ ήχο και φαλτσαριστή σαν γυαλόχαρτο φωνή).
Χάρη στην ποίηση, στη μουσική του, στις εμφανίσεις του αλλά και στις εκκεντρικότητες της προσωπικής του ζωής –την οποία ωστόσο προστάτευε επιμελώς– ο Ντίλαν αναδείχτηκε στη συνέχεια σε θρύλο τη σύγχρονης ποπ κουλτούρας, σε αντικείμενο διαρκούς γοητείας, αλλά και σε έναν από τους μουσικούς με τις μεγαλύτερες πωλήσεις δίσκων (έχει πουλήσει περίπου 125 εκατ. άλμπουμ παγκοσμίως).
Συνεχίζει, δε, να κάνει αυτό που ξέρει καλά: να περιοδεύει. Ο Ντίλαν κυκλοφόρησε εννέα πρωτότυπα άλμπουμ προτού καν «ο άνθρωπος πατήσει στο φεγγάρι», όπως σημειώνει στην Washington Post ο Γουίλ Λιτς. Εκτοτε το έργο του έχει βραβευτεί με Νομπέλ Λογοτεχνίας, Oσκαρ, Γκράμι και Πούλιτζερ (όταν κανένας άλλος στον κόσμο δεν έχει πλησιάσει κάτι ανάλογο). Ο Τιμοτέ Σαλαμέ τον υποδύθηκε στο «A Complete Unknown» (2024) του Τζέιμς Μάνγκολντ εξιστορώντας τη νεανική του πορεία, από τη Μινεσότα προς την επιτυχία μέσω Νέας Υόρκης.
Η προσωπικότητά του, εξάλλου, έχει εμπνεύσει το τολμηρό μουσικό δράμα «I’m Not There» (2007) του Τοντ Χέινς, με έξι ηθοποιούς (Κρίστιαν Μπέιλ, Κέιτ Μπλάνσετ, Μάρκους Καρλ Φράνκλιν, Ρίτσαρντ Γκιρ, Χιθ Λέτζερ –ήταν η τελευταία ταινία του που κυκλοφόρησε ενόσω ζούσε– και Μπεν Γουίσο) να τον υποδύονται σε διαφορετικές πτυχές και περιόδους της ζωής του, ενώ ο Μάρτιν Σκορσέζε έχει γυρίσει δύο από τα καλύτερα ντοκιμαντέρ για τον Ντίλαν, τα «No Direction Home» ( 2005) και «Rolling Thunder Revue: A Bob Dylan Story by Martin Scorsese» (2019).
Λίγο άνθρωποι υπάρχουν που, όταν πεθαίνουν, σε κάνουν να νιώθεις ότι έχει σταματήσει ο ίδιος ο κόσμος. Και ο Ντίλαν, περισσότερο μύθος παρά άνθρωπος, είναι ένας από αυτούς, σχολιάζει ο αμερικανός δημοσιογράφος και συγγραφέας στην Washington Post. Στις τουρνέ του, γράφει ο Λιτς, ο Μπομπ Ντίλαν δεν γεμίζει τεράστιες αρένες όπως οι Rolling Stones ή ο Μπρους Σπρίνγκστιν. Δεν έχει μόνιμη παρουσία στο στιλ των Eagles στην αρένα The Sphere του Λας Βέγκας, ούτε θα τον δείτε στο ημίχρονο του Super Bowl. Ο Ντίλαν παίζει στο Ντόθαν της Αλαμπάμα. Στο Τάιλερ του Τέξας. Στο Σακόπι της Μινεσότα. Παίζει στις πόλεις, που συνιστούν την Αμερική για την οποία γράφει εδώ και σχεδόν 70 χρόνια. Δεν χρειάζεται, δε, να είσαι πλούσιος για να τον δεις live.
Δεν χρειάζεται καν να ζεις σε μια μεγάλη πόλη των ΗΠΑ. Θα έρθει αυτός σε εσένα, παίζοντας απλά τα τραγούδια του, όπως έκανε πρόσφατα στο χωρητικότητας 3.200 ατόμων Spartanburg Memorial Auditorium, στο Σπάρτανμπουργκ της Νότιας Καρολίνας. Ο Γουίλ Λιτς ήταν εκεί, περίπου 10 σειρές από τη σκηνή, περίπου 12 μέτρα μακριά από τον Ντίλαν, γράφει στην Washington Post. Δεν ήταν μύθος, δεν ήταν αμερικανικός θρύλος, δεν ήταν φολκλόρ. Hταν απλά ένας άνθρωπος στη σκηνή, που έκανε τα δικά του, γράφει. Η μπάντα του Ντίλαν είναι μικρή και η παράστασή του αποτελεσματική και συνεπής: Ανέβηκε στη σκηνή στις 8 μ.μ., έπαιξε μέχρι τις 9:30 και αποχώρησε – χωρίς encore, χωρίς αστειάκια, ούτε καν μεγάλες παύσεις ανάμεσα στα τραγούδια.
Οταν έχεις παίξει τόσο πολύ καιρό όσο ο Ντίλαν, δεν κάνεις και πολλή φασαρία. Παίζεις τα τραγούδια σου, υποκλίνεσαι στο κοινό, πας σε μια άλλη πόλη και τα ξαναπαίζεις. Η γοητεία είναι ο ίδιος ο Ντίλαν, το να βρίσκεσαι στον ίδιο χώρο μαζί του, να τον βλέπεις να τραγουδάει ακόμα. Πέρα από την ιστορία και τον θρύλο, είναι, όπως πάντα, απλώς ένας τύπος που διαλέγει κομμάτια και τα τραγουδάει. Το setlist της περιοδείας του βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο πιο πρόσφατο άλμπουμ του, «Rough and Rowdy Ways» (2020), οπότε όποιος περιμένει ένα jukebox set με τις μεγαλύτερες επιτυχίες του θα απογοητευτεί. (Οι ιστορικοί του Ντίλαν σημειώνουν, για παράδειγμα, ότι από το 2003 δεν έχει ερμηνεύσει ξανά το «Knockin’ on Heaven’s Door», το πιο δημοφιλές τραγούδι του στο Spotify).
Το πιο αξιοσημείωτο: Το setlist γενικά δεν αλλάζει. Στο Σπάρτανμπεργκ έπαιξε τα ίδια τραγούδια, με την ίδια σειρά όπως και στο Ασβιλ της Βόρειας Καρολίνας το προηγούμενο βράδυ, στο Τσατανούγκα του Τενεσί δύο νύχτες πριν από το Ασβιλ, και προηγουμένως στο Μπόουλινγκ Γκριν του Κεντάκι. Στη συναυλία που παρακολούθησε ο Λιτς, ο Ντίλαν στεκόταν πίσω από ένα ηλεκτρικό πιάνο φορώντας ένα λευκό πόντσο που τον έκανε να μοιάζει με στοιχειωμένο μελισσοκόμο. Οι κιθαρίστες αριστερά και δεξιά του, σε όλη τη διάρκεια της παράστασης ήταν στραμμένοι προς το μέρος του, όχι προς το κοινό, ακολουθώντας τον αλλά και καθοδηγώντας τον. Ολο αυτό είναι απλά ο Μπομπ, που στέκεται όρθιος, κάθεται, τραγουδάει (με μια φωνή σαν ράσπα) δυο στίχους στο μικρόφωνο, πατώντας περιστασιακά κάποια πλήκτρα.
Είναι απλά τα τραγούδια του. Αλλά τι τραγούδια! Αν είστε φαν (όπως ο Λιτς) του «Rough and Rowdy Ways», είναι σχεδόν αφόρητα συγκινητικό να παρακολουθείς τον Ντίλαν να ερμηνεύει αυτά τα τραγούδια για την απώλεια, τον φόβο, τον θάνατο και την ελπίδα (με περιστασιακές αναφορές στον Ιντιάνα Τζόουνς), καθώς και επιτυχίες όπως τα «All Along the Watchtower» και «When I Paint My Masterpiece», τα οποία μοιάζουν επιλεγμένα ειδικά ως αντανακλάσεις μιας ζωής που κοιτάζει προς τα πίσω αλλά εξακολουθεί να δείχνει αποφασιστικά προς τα εμπρός. Η φωνή του Ντίλαν είναι τραχιά, γράφει ο Λιτς στην Washington Post, αλλά πάντα ήταν τραχιά: τα χρόνια έχουν απλώς προσθέσει περισσότερο «χαλίκι», δίνοντάς του μια βαρύτητα που μοιάζει μυθική.
Ακούγεται σαν να ήταν πάντα εδώ, σαν να τα έχει δει όλα αλλά ακόμα ανυπομονεί να μάθει τι θα φέρει η συνέχεια. Κάθεσαι εκεί, κοιτάζοντάς τον να στέκεται ακριβώς μπροστά σου, και είναι σαν να κοιτάς την ιστορία των πάντων. Το σόου του Μπομπ Ντίλαν δεν είναι ρητά πολιτικό, όπως η τρέχουσα περιοδεία του Μπρους Σπρίνγκστιν. Η παρουσία του, ωστόσο, είναι από μόνο του ένα statement, μια δήλωση ανθεκτικότητας και τέχνης, και η απλή πράξη να προχωράς (ακόμα κι όταν τα πράγματα είναι δύσκολα) και να συνεχίζεις να είσαι το άτομο που ήσουν πάντα και να προσφέρεις στον κόσμο αυτό που, με μοναδικό τρόπο, μπορείς να προσφέρεις. Γιατί αυτό κάνεις όταν είσαι ο Μπομπ Ντίλαν: Απλώς βγαίνεις εκεί έξω και συνεχίζεις να παίζεις.
Γι’ αυτό άλλωστε είσαι εδώ, τονίζει ο Λιτς στην Washington Post. Ο κόσμος αλλάζει, τραντάζεται, κλυδωνίζεται, καταρρέει. Αλλά εσύ συνεχίζεις να προχωράς. Συνεχίζεις να είσαι ο εαυτός σου. «Everything passes/ Everything changes/Just do what you think you should do», (Ολα περνούν / Ολα αλλάζουν/ Κάνε απλά αυτό που νομίζεις ότι πρέπει να κάνεις) τραγουδάει ο Ντίλαν στο «To Ramona» (1964). Το να τον βλέπεις εκεί έξω να παίζει τα τραγούδια του και μετά να φεύγει για να τα παίξει κάπου αλλού είναι απόλυτα εμπνευστικό: υπάρχει αγνότητα, ομορφιά και αλήθεια σε αυτή την πράξη των εμφανίσεών του, τη μια νύχτα μετά την άλλη. Πόσο θα ζήσει ακόμα; Πολύ, ελπίζουμε. Κάποια μέρα, ωστόσο, ο Ντίλαν δεν θα είναι πια μαζί μας, σημειώνει (μελαγχολικά) ο Λιτς. Κάποια μέρα και αυτό θα έχει περάσει, όπως και όλα τα άλλα στον κόσμο. Αλλά όσοι τον έχουν δει σε κάποιο μικρό αμφιθέατρο θα μπορούν να πουν «είδα τον Μπομπ Ντίλαν να παίζει live».
