Roberto Benigni - τα δύσκολα παιδικά χρόνια, το τσίρκο και η αποθέωση στο φεστιβάλ Βενετίας
- Κατηγορία ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
- 0 σχόλια
Πριν από λίγες ημέρες, ο μεγάλος κωμικός, βραβεύθηκε στη Βενετία με τον «Χρυσό Λέοντα» και έκλεψε τις εντυπώσεις. Ανεβαίνοντας στη σκηνή του Palazzo del Cinema, προχώρησε σε μια ξεχωριστή αφιέρωση στη γυναίκα της ζωής του και έκανε όλο τον κόσμο να λιώσει από συγκίνηση και να τον χειροκροτεί όρθιο
Ηζωή είναι μία αδιάλειπτη εναλλαγή εμπειριών. Ο κύκλος γυρνάει και μέσα στην κίνηση του ανακατεύονται καλές και κακές στιγμές, όμορφες και άσχημες εμπειρίες, συναισθήματα χαράς και λύπης. Πριν από λίγες ημέρες, ο Ρομπέρτο Μπενίνι (Roberto Benigni) βραβεύτηκε στην Βενετία με τον «Χρυσό Λέοντα» για τη συνολική προσφορά του και έκλεψε τις εντυπώσεις, καθώς ανεβαίνοντας στην σκηνή του Palazzo del Cinema, προχώρησε σε μία ιδιαίτερη ερωτική εξομολόγηση, στην επί 40 συνεχόμενα χρόνια σύζυγό του, προκαλώντας ρίγη συγκίνησης στο παρευρισκόμενο και μη κοινό.
Ο Ρομπέρτο Μπενίνι αποτελεί αναμφισβήτητα έναν από τους πιο χαρισματικούς σύγχρονους καλλιτέχνες, που με τον χειμαρρώδη και ενθουσιώδη χαρακτήρα του, χαρίζει στο κοινό στιγμές γέλιου, συγκίνησης, αλλά και τροφή για σκέψη, μέσω της δουλειάς του και όχι μόνο. Το χαμόγελο είναι χωρίς αμφιβολία το σήμα κατατεθέν του, κάτι το οποίο φορά πάντα - κάτι το οποίο δεν έχει βγάλει ποτέ από πάνω του.

Ο Ρομπέρτο Μπενίνι γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα μικρό χωριό της Τοσκάνης, σε μία φτωχική οικογένεια. Έχει τρεις μεγαλύτερες αδερφές, την Μπρούνα, την Αλμπερτίνα και την Άννα, καμία εκ των οποίων δεν ασχολήθηκε με την υποκριτική. Η μητέρα του, Ισολίνα Παπίνι, εργαζόταν ως επιτηρητής και κατασκευάστρια υφάσματος, ενώ ο πατέρας του, Λουίτζι Μπενίνι, έκανε διάφορες δουλειές, όπως αγρότης και ξυλουργός.
Ως την ηλικία των 16 ετών, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν ένα ήσυχο παιδί, που δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου, αδύνατο, άσχημο, χωρίς δόντια και τριχωτό. Η μαμά του θεωρούσε ότι κάποιος του είχε κάνει μάγια και τον τραβούσε σε μάγισσες και παντός είδους καφετζούδες και χαρτορίχτρες για να τον ξεματιάσουν. «Γι' αυτό άλλωστε και στις ταινίες μου παραθέτω συχνά μάγισσες. Είναι από τα λίγα θέματα μαζί με το σεξ και τη θρησκεία που γνωρίζω τόσο καλά» έχει πει.

Η πρώτη του εμπειρία μπροστά σε κοινό ήταν, σε ηλικία 12 ετών, στο τσίρκο Modin, όπου εργάστηκε για ένα μήνα ως… βοηθός μάγου. «Ήμουν ερωτευμένος με το τσίρκο, όπως και ο Φελίνι, με τον οποίο δούλεψα πολύ αργότερα». Η μητέρα του, όμως, του απαγόρευσε να ξαναπάει, όταν πρόσεξε καψίματα στα χέρια του, τα οποία οφείλονταν σε ένα από τα ταχυδακτυλουργικά κόλπα.
Σε κάθε παραμύθι, ο ήρωας προχωρά ό,τι και αν συμβεί, καθώς πιστεύει πως μπορεί και θα τα καταφέρει να φτάσει στον στόχο του. Το επόμενο μεγάλο βήμα στην καριέρα του, ο Μπενίνι θα το κάνει, πηγαίνοντας στη Ρώμη, σε ηλικία 18 ετών. Γνωρίζοντας πλέον ότι θέλει ν' ασχοληθεί με την υποκριτική, θα βρεθεί σε αρκετές θεατρικές ομάδες. Παράλληλα, θα γοητευτεί από τα έργα του Γουίλιαμ Σαίξπηρ, αλλά και από τον Τσάρλι Τσάπλιν. Θα μελετήσει το χιούμορ, τις κινήσεις του σώματός του, τις εκφράσεις του προσώπου του, αλλά και τον τρόπο που πάντρευε την κωμωδία με την τραγωδία. Στοιχεία που θα υιοθετήσει και θα χρησιμοποιήσει ο ίδιος στη μετέπειτα καριέρα του.
«Θα ήθελα πραγματικά να ευχαριστήσω τους γονείς μου, καθώς μου έδωσαν το μεγαλύτερο δώρο, τη φτώχεια»
Από την αρχή της καριέρας του, ο Ρομπέρτο Μπενίνι, εκτός της υποκριτικής, ανέδειξε το ταλέντο του σε μεγάλο βαθμό και στη ποίηση, αλλά και στην τραγουδοποιία. Με τον «Διαβολάκο» το 1988, ο Ιταλός καλλιτέχνης αρχίζει και γίνεται ευρέως γνωστός σε όλο τον πλανήτη. Το όνομά του ακούγεται παντού. Το Χόλιγουντ ξεκινάει να συγκεντρώνει πληροφορίες για τον Μπενίνι, ο οποίος γεμίζει σκοτεινές αίθουσες με το κιλό. Η Ντίσνεϊ, μάλιστα, δε θα διστάσει να του προτείνει ένα πενταετές συμβόλαιο, κάτι το οποίο ο ίδιος θ' αρνηθεί «διότι απλούστατα δεν είχα ιδέα από τις αμερικανικές μεθόδους».

Πηγή έμπνευσης για τον Μπενίνι, αποτέλεσε η ιστορία του πατέρα του, ο οποίος κλείστηκε για δύο χρόνια σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, και τον Ιταλό Ρομέο Σαλμόνι. Ο τελευταίος ήταν Εβραίος που, σε ηλικία 24 ετών, φυλακίστηκε από τη φασιστική αστυνομία, ενώ αργότερα, οδηγήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς, όπου παρέμεινε μέχρι την απελευθέρωση του από τους συμμάχους.
Η πείνα, το κρύο και η εξάντληση ήταν αφόρητα. Οι κρατούμενοι στέκονταν επί ώρες στο χιόνι χωρίς παπούτσια. Ο Σαλμόνι κατάφερε να επιβιώσει και όπως έγραψε, αυτή ήταν η νίκη του ενάντια στον ναζισμό. «Είμαι ακόμα ζωντανός και υγιής. Έχω μια υπέροχη οικογένεια και δώδεκα εγγόνια. Μπορώ να πω ότι το σχέδιο του Χίτλερ για μένα καταστράφηκε» είχε δηλώσει αρκετά χρόνια αργότερα.
Το 1999, στην τελετή των Όσκαρ, η Λόρεν άνοιξε τον φάκελο και ενθουσιασμένη φώναξε το μικρό όνομα του Μπενίνι. Ο ηθοποιός, εκστασιασμένος, σηκώθηκε, ανέβηκε στο κάθισμα του και άνοιξε τα χέρια. Με ένα τεράστιο χαμόγελο, περπάτησε πάνω στα κόκκινα καθίσματα, δέχθηκε τη βοήθεια του Σπίλμπεργκ για να μην πέσει, ενώ ταυτόχρονα όλοι οι παρευρισκόμενοι στην αίθουσα τον χειροκροτούσαν. Με μικρά πηδηματάκια έφτασε στη σκηνή, αγκάλιασε θερμά τη Σοφία Λόρεν και στη συνέχεια παρέλαβε το χρυσό αγαλματίδιο του.

Η συνέχεια του Ρομπέρτο Μπενίνι ήταν πλέον αναμενόμενη και γεμάτη επιτυχίες, διακρίσεις και συνεργασίες με κορυφαία ονόματα του χώρου, όπως τον Γούντι Άλεν στην ταινία «To Rome with Love». Θεωρήθηκε είδωλο στην Αμερική και στην Ιταλία λατρεύτηκε όσο λίγοι. Τον Απρίλιο του 2012, αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). «Δεν είναι η Ελλάδα που χρωστάει. Όλος ο κόσμος, η Ευρώπη χρωστάνε στην Ελλάδα» είχε πει. Όπως πάντα εκδηλωτικός, ο Μπενίνι δε δίστασε να σκαρφαλώσει στα έδρανα και ν' ανέβει στο βήμα καταχειροκροτούμενος. «Ευχαριστώ. Θέλω να σας φιλήσω όλους στο στόμα. Η καρδιά μου χτυπάει πολύ δυνατά».
Το 1983 στα γυρίσματα της ταινίας «Tu mi turbi» γνώρισε την ηθοποιό Νικολέτα Μπράσκι, την οποία και παντρεύτηκε μερικά χρόνια αργότερα, σε στενό οικογενειακό κύκλο. Από τότε η ηθοποιός έχει εμφανιστεί σε όλες τις ταινίες που έχει σκηνοθετήσει ο σύζυγός της. «Αυτούς που ονειρεύονται τους αναγνωρίζεις, έχουν στα μάτια ένα πέπλο θλίψης. Έχουν τη μελαγχολία αποκοιμισμένη στην άκρη των χειλιών, έχουν το ύφος ανθρώπου που κάτι ψάχνει απελπισμένα. Το ονείρεμα είναι κουραστικό, δεν είναι για τον καθένα. Είναι για τους θαρραλέους όπως η θάλασσα και η αγάπη».
