Ετσι άρπαξε τα Γλυπτά του Παρθενώνα ο Ελγιν
- Κατηγορία ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
- 0 σχόλια
Επί δύο αιώνες, ο διπλωμάτης Τόμας Μπρους, έβδομος κόμης του Ελγιν, θεωρείται ένας ξεδιάντροπος αρχαιοκάπηλος. Ωστόσο, η πραγματική ιστορία είναι πιο περίπλοκη, υποστηρίζει ο συγγραφέας ενός νέου βιβλίου, που θα ήθελε να δει τα Γλυπτά του Παρθενώνα να επιστρέφουν στην Αθήνα
Ο Τόμας Μπρους, έβδομος κόμης του Ελγιν, έφτασε στην Κωνσταντινούπολη τον Νοέμβριο του 1799, και είχε κάθε λόγο να ελπίζει ότι η αποστολή του ως πρεσβευτής της Βρετανίας στον Οθωμανό σουλτάνο θα είχε θεαματική επιτυχία. Εναν χρόνο νωρίτερα, ο Ναπολέων είχε εισβάλει στην Οθωμανική Αίγυπτο και η Βρετανία ήλπιζε να γίνει ο κύριος σύμμαχος του σουλτάνου στην ανατροπή της γαλλικής κατάκτησης. Η αποστολή, λοιπόν, ενός διπλωμάτη με πολύ καλές διασυνδέσεις, που καταγόταν από τους βασιλείς της Σκωτίας, ήταν από μόνη της μια χειρονομία φιλίας προς τους Τούρκους. Ο τότε 33χρονος Ελγιν ήταν ένας έμπειρος πολιτικός, ο οποίος στο παρελθόν είχε υπηρετήσει ως απεσταλμένος της Βρετανίας στις Βρυξέλλες και στο Βερολίνο, γράφει στο περιοδικό Smithsonian, ο γνωστός βορειϊρλανδός ελληνιστής Μπρους Κλαρκ, διπλωματικός συντάκτης και αρθρογράφος των The Economist, Financial Times, The Times, Reuters, συγγραφέας του βιβλίου «Athens: City of Wisdom», που μόλις κυκλοφόρησε.

Το βιβλίο του Μπρους Κλαρκ για την Αθήνα κυκλοφόρησε στις αρχές Ιανουαρίου 2022 (Facebook/Hellenic Bookservice)
Εκτός από τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό, οι Βρετανοί ανταγωνίζονταν τους Γάλλους για πρόσβαση σε ό,τι είχε απομείνει από τους μεγάλους πολιτισμούς της αρχαιότητας. Και σε αυτό το μέτωπο, ο Ελγιν ήταν σίγουρος ότι θα τα πήγαινε επίσης καλά. Ο γάμος του, τον Μάρτιο του 1799, με την πλούσια κληρονόμο Μαίρη Νίσμπετ του είχε δώσει τα οικονομικά μέσα για να χρηματοδοτήσει φιλόδοξα πολιτιστικά έργα. Καθ΄οδόν προς την Κωνσταντινούπολη, λοιπόν, στρατολόγησε μια ομάδα κυρίως ιταλών καλλιτεχνών με επικεφαλής τον ναπολιτάνο ζωγράφο Τζιοβάνι-Μπατίστα Λουζιέρι. Τ
ο καθήκον τους ήταν να κάνουν σχέδια και εκμαγεία, και να τεκμηριώσουν αρχαιότητες στα ελεγχόμενα από τους Οθωμανούς ελληνικά εδάφη, διατηρώντας τους αρχαίους θησαυρούς σε χαρτί και σε καμβά, εν μέρει για την διαπαιδαγώγηση των συμπατριωτών του Ελγιν, οι περισσότεροι από τους οποίους διαφορετικά δεν θα έβλεπαν ποτέ τα αγάλματα, τους ναούς και τις ζωφόρους της Αθήνας. Από την αρχή, ωστόσο, σημειώνει ο Μπρους Κλαρκ στο άρθρο του στο Smithsonian, η εντολή προς τους καλλιτέχνες περιβαλλόταν από προσεκτική αμφιθυμία. Ο Ελγιν δήλωνε ότι η αποτύπωση των θησαυρών θα ήταν «ωφέλιμη για την πρόοδο των καλών τεχνών» στην πατρίδα του.
Αλλά σε πιο ιδιωτικές στιγμές, όπως αναφέρει δημοσίευμα του Guardian, δεν έκρυβε την αποφασιστικότητά του να διακοσμήσει το σπίτι του στη Σκωτία με αντικείμενα από την Ελλάδα: «Αυτό… μου προσφέρει τα μέσα να τοποθετήσω με χρήσιμο, διακριτικό και ευχάριστο τρόπο, τα διάφορα πράγματα, που ίσως μπορέσετε να προμηθευτείτε για μένα», έγραψε στον Λουσιέρι, που βρισκόταν στην Αθήνα.

Ο Παρθενώνας σε σχέδιο του Λουσιέρι (Wikimedia Commons)
Η κορύφωση της αρχικά συσκοτισμένης αποστολής της καλλιτεχνικής ομάδας του Ελγιν ήταν μια τεράστια εκστρατεία για την αποξήλωση έργων τέχνης από τους ναούς της Ακρόπολης και τη μεταφορά τους στη Βρετανία. Τα έργα που πήρε ο Ελγιν —πάνω από τα μισά σωζόμενα γλυπτά της Ακρόπολης των Αθηνών— περιλάμβαναν το μεγαλύτερο μέρος των γλυπτών που κοσμούσαν τον Παρθενώνα, τον μεγαλύτερο από τους ναούς της Ακρόπολης, και μία από τις έξι Καρυάτιδες, που κοσμούσαν τον μικρότερο ναό του Ερεχθείου.
Μεγάλα τμήματα της ζωφόρου του Παρθενώνα, μια εξαιρετική σειρά ανάγλυφων που απεικονίζουν μια πομπή από άρματα, ζώα και ανθρώπους, αριθμούνται ανάμεσα στα κλοπιμαία. Η απομάκρυνση των λεγόμενων «Ελγίνειων Μαρμάρων» («Γλυπτών του Παρθενώνα», για εμάς) έχει από καιρό χαρακτηριστεί ως μια κραυγαλέα πράξη ιμπεριαλιστικής λεηλασίας. Οι Ελληνες βρίσκουν ιδιαίτερα θλιβερό το γεγονός ότι ο Ελγιν διαπραγματεύτηκε την απομάκρυνση τέτοιων θησαυρών με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, μια ξένη δύναμη που ελάχιστα νοιαζόταν για την ελληνική κληρονομιά, γράφει ο Μπρους Κλαρκ στο Smithsonian. Οι εκκλήσεις για επιστροφή των Γλυπτών στην Αθήνα ξεκίνησαν την εποχή του Ελγιν και συνεχίζονται μέχρι σήμερα: ενώ βρισκόταν στο Λονδίνο, τον Νοέμβριο του 2021, ο έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης άφησε ξεκάθαρα να εννοηθεί ότι ο Ελγιν «έκλεψε» τα αρχαία έργα τέχνης. (Το Βρετανικό Μουσείο, από την πλευρά του, επέμενε πάντα ότι η εντολή που έχει, να εκθέτει τις συλλογές του για λόγους δημόσιας εκπαίδευσης, δεν του επιτρέπει να παραχωρεί αντικείμενα.)
Αξίζει, άραγε, στον Ελγιν αυτή η τρομερά κακή φήμη; Σίγουρα, αντλούσε προσωπική ευτυχία από τα αρχαία αποκτήματά του. Ενώ επέστρεφε στη Βρετανία το 1803, κρατήθηκε στη Γαλλία από την κυβέρνηση. Ωστόσο, φθάνοντας στην πατρίδα του τρία χρόνια αργότερα, το 1806, διαπίστωσε ότι πολλά από τα έργα, που είχε συλλέξει, ήταν ακόμα κολλημένα στην Ελλάδα. Η μεταφορά τους στην Αγγλία θα απαιτούσε άλλα έξι χρόνια. Αλλά από τον επόμενο χρόνο, το 1807, ο κόμης ενεπλάκη σε επίπονες διαδικασίες διαζυγίου, που κατέστρεψαν τα οικονομικά του, και έπρεπε να εκλιπαρήσει το κράτος να αγοράσει τα αντικείμενα, των οποίων είχε χρηματοδοτήσει την αποξήλωση και την εξαγωγή.

Γουίλιαμ Γκελ, «Η αποξήλωση των Γλυπτών του Παρθενώνα από τον Ελγιν», 1801 (Wikimedia Commons / Μουσείο Μπενάκη)
Στο τέλος, η κυβέρνηση απέκτησε τον θησαυρό για 35.000 λίρες -ποσό λιγότερο από τα μισά από όσα ισχυρίστηκε ο Ελγιν ότι ξόδεψε για τις αμοιβές του Λουσιέρι και της ομάδας του, για να κανονίσει τις μεταφορές δια θαλάσσης και για να δωροδοκήσει αξιωματούχους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Και εκείνος καταγγέλθηκε ως βάνδαλος σε στίχους του ποιητή λόρδου Μπάιρον -μέλος επίσης της αγγλοσκωτσέζικης αριστοκρατίας- αλλά και από το ευρύτερο βρετανικό κοινό.
Αν ο Ελγιν άξιζε την τιμωρία, εισέπραξε μπόλικη στη ζωή του. Αλλά στα μάτια των μεταγενέστερων, τα πήγε ακόμα χειρότερα. Θολώνοντας τη γραμμή μεταξύ της τεκμηρίωσης των αρχαιοτήτων της Ελλάδας και της αφαίρεσής τους, ο Ελγιν ακολουθούσε ένα πρότυπο, που είχε δημιουργηθεί δύο δεκαετίες νωρίτερα από τους Γάλλους. Ενας πολλά υποσχόμενος γάλλος καλλιτέχνης, ο Λουί-Φρανσουά-Σεμπαστιάν Φοβέλ, ανέλαβε το 1784 μια αποστολή από τον πρεσβευτή της χώρας του στον Οθωμανό σουλτάνο, να κάνει ακριβή σχέδια και εκμαγεία ελληνικών αρχαιοτήτων.
